ΛΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ - ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ




Θέμεθλο

Εδιάβαινα την έρημη τη νυχτωμένη πόλη
τους σιδερένιους δίαυλους
των σκουπιδιών τους ύπνους.
Μες στις στοές
αγόγγυτες χορδές φωνές ριγούσαν
μες στις χολέτρες ψίθυροι
κούρνιαζαν και σιγούσαν.
Ίλιγγος των υπόκοσμων,
παλμός και προσωδίες,
αρρωστημένο δύστυχο φτερούγισμα του σκότους.
Αισθάνθηκα τους παγερούς υπόγειους σωλήνες
στα σπλάχνα μου να τρίζουνε φριχτά
και να δονούνται.

Μ έναν αχνό ανασασμό κι ένα λιτό μανδύα,
στης τρέλας μου τη μοναξιά
στου πόνου μου τη ψύχρα
στα πλανεμένα μου μυαλά
και στης ψυχής τη νύστα,
βυθίστηκα στ ατάραχα νερά των υδρατμών μου.
Εδιάβαινα την έρημη τη νυχτωμένη πόλη
τους σιδερένιους δίαυλους
των σκουπιδιών τους ύπνους.
Μες στις στοές
αγόγγυτες χορδές φωνές ριγούσαν
μες στις χολέτρες ψίθυροι
κούρνιαζαν και σιγούσαν.
Ίλιγγος των υπόκοσμων,
παλμός και προσωδίες,
αρρωστημένο δύστυχο φτερούγισμα του σκότους.
Αισθάνθηκα τους παγερούς υπόγειους σωλήνες
στα σπλάχνα μου να τρίζουνε φριχτά
και να δονούνται.

Μ έναν αχνό ανασασμό κι ένα λιτό μανδύα,
στης τρέλας μου τη μοναξιά
στου πόνου μου τη ψύχρα
στα πλανεμένα μου μυαλά
και στης ψυχής τη νύστα,
βυθίστηκα στ ατάραχα νερά των υδρατμών μου.



Οι λέξεις

Χωρίς τον ουρανό
θ’ αρπάξουν τον ορίζοντα πιο πέρα
θα τον ανάψουν ζωντανό
και θα τον κάψουν
μέρα χωρίς τον ουρανό
ολόκληρο το σύννεφο θα ρίξουν το μισό
μέσα θα σκάψουν το νερό
να τρέξουν οι ανάσες

Θα ‘βρούν τον ύπνο να κοιμάται στο χαρτί
με τις εικόνες του
με τη σιωπή του
θα δοκιμάζουν ακόμα
όνομα οι λέξεις


Θησαύρια Χέρια

Με τον ύπνο και το φως στο ίδιο σκοτάδι
χάθηκαν τα θησαύρια χέρια του

Η αλάθητη σιγή της ολότητας
και η βαθιά σιωπή του
- πως θα ζήσει -
Κράτησαν
ως τη στιγμή που βγήκαν απ’ τα σύννεφα
οι φράσεις του φεγγαριού

Στη συνέχεια
ξέπλυνε τις χειρονομίες
τίναξε την αφή στ’ ακροδαχτύλι
κι έτσι λιτός κι απέριττος
είπαν πως πήρε τα δάχτυλά του κι έφυγε

Από την ποιητική συλλογή του Λίνου Ιωαννίδη
«περιγραφή σχήματος»

Εκδόσεις Αιγαίον
Λευκωσία 1998


πηγή: ianniszelianaios.blogspot.com


Λίνος Ιωαννίδης, για την “Η Ιστορία ενός Ανθρώπου” του Σπύρου Αραβανή, εκδ. Μετρονόμος 2011



Καλησπέρα σας. Θα αναφερθώ σε μερικά βασικά στοιχεία της ποιητικής συλλογής του Σπύρου Αραβανή, “Η Ιστορία ενός Ανθρώπου”.
Εδώ, βλέπουμε τον άνθρωπο που αντιλαμβάνεται την πνευματικότητα σαν τον φυσικό κόσμο, που με τη βαρύτητα και την πυκνότητά του μας δοκιμάζει. Χρησιμοποιεί τον πραγματικό, χειροπιαστό κόσμο σαν έδαφος, έτσι που να γίνουν οι αόρατες ψυχικές δυνάμεις από κορμί και χώμα. Η υλική υπόσταση αποδεικνύει την άυλη. Γράφει: “Μεγάλα κομμάτια λύπης / ξεκολλούν από το σώμα μου / - σαν βράχοι από βουνό -”.
Στερεώνει την περιοχή του με πολύ συγκεκριμένα υλικά και βιωματικά στοιχεία: “Τα πόδια μου / σκουριασμένος διαβήτης / ανοίγουν μόνο όσο τους επιτρέπει το σώμα”. Τα αισθήματα σωματοποιημένα στις διαδικασίες του χρόνου και της φθοράς, μετέχουν στον έρωτα και το θάνατο: “Όλοι με θνητά πνευμόνια / και αθάνατες υποσχέσεις”. Την ίδια σωματικότητα συναντούμε και στον ίδιο τον λόγο. Για τα “μεγάλα κομμάτια λύπης”, λέει ακόμα: “τι πείνα μού θέρισαν / και την έσπειραν / λέξεις”. Για το “γυμνασμένο αίμα”, λέει: “Το φέρνω στη γλώσσα μου / και τη μουδιάζει. / Έπειτα πάνω της στρώνω / φωνήεντα και σύμφωνα / σαν χαλίκια / σε πίσσα καυτή”. Ψηλαφώντας τα ίχνη του νεκρού παιδιού, γράφει: “Στο δρόμο που σκοτώθηκε / μελάνι δεν φυτρώνει / μόνο φωνή”. “Χρωστάς ένα ποίημα” / του είπε η Ζωή ένα βράδυ. / “Γερνάω λέξεις” / απάντησε. Έτσι, φανερώνεται συχνά μια στιβαρή λεπτότητα, μια σκληρή ευαισθησία και πικρή ειρωνεία: “Κάποτε μεγάλωσε / και δεν χώραγε πια στον τάφο”. Η γεύση του δέρματος, ο τρύπιος μαστός.
Ανασυντάσσει τους παλιούς μύθους και μες από την ποιητική του διεργασία αναδιατυπώνει τις ίδιες αδιέξοδες αγωνίες: “Είμαστε το τιμωρημένο χώμα του Θεού”, “Είμαστε το σπαταλημένο σπέρμα του Αυνάν”, “Είμαστε το ήτα που λείπει από τον Ενώχ“, κι άλλοτε πάλι απαντά σε απλά και διαχρονικά υπαρξιακά ερωτήματα μ’ έναν εξίσου απλό κι αποστομωτικό τρόπο: “Πιστεύεις στο Θεό;”, “Όσο αυτός σε μένα”.
Η έμφυτη ανάγκη για ιερότητα εκδηλώνεται και προφέρεται με την αναπνοή του τραγουδιού, με τον σταθερό, αβίαστο παλμό. Η ποιητική προσευχή ουδέποτε γίνεται δογματική, με τον ίδιο τρόπο που οι κοινωνικές ανησυχίες, ενώ καταγράφονται ξεκάθαρα, δε στρέφουν ποτέ το στίχο στη δημαγωγία. Ο λόγος διατηρεί τον τίμιο εσωτερικό τόνο του, που δεν πέφτει στο ευφυολόγημα ή στα φιλολογικά τεχνάσματα. “Το στόμα μου ανοίγει στο ύψος της πείνας του / να εξημερώσει το φως. / Άλλες φορές χάσκει σαν ανοικτό παράθυρο / έτοιμο να στροβιλίσει εντός του / όλες τις φωτεινές διαθλάσεις των ωρών / άλλοτε σαν κλειστό ευαγγέλιο / δέχεται τις αχτίδες του ήλιου / μόνο απ’ τις χαραμάδες του σελιδοδείκτη. / Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως. / Το φως που τυφλώνει τα χέρια μας”, συνεχίζει το ωραίο, εκτενές, αυτοβιογραφικό ποίημα “Εξημερώνοντας το φως”. Μπορεί συχνά να διακρίνει ένας την κρυφή χαρά του ποιητή: “κι εσύ με τρύπια χέρια να κρύβεις τη χαρά σου / να προσπαθείς να α ν τ έ ξ ε ι ς τη χαρά σου”, γράφει ο ίδιος παλεύοντας να εξημερωθεί στο φως.
Βασικά στοιχεία της εργασίας του, όπως ο χρόνος, το αίμα, το ψυχικό πένθος, το σπέρμα, το φως, το παιδί, η σιωπή και η αγάπη, είναι στοιχεία προς ανάπτυξη που ήδη διαφαίνονται και στην προηγούμενη και πρώτη συλλογή του “Η ανοσία της άγνοιας“, εκδ. Οδός Πανός, 2008,  όπως και βασικοί τρόποι διατύπωσης της έκφρασής του: “Λέξη που πριν ανθίσεις / ήσουν χώμα”, “Φως πριν μαραθείς / κατοίκησέ με”, “Όταν ξημερώνει / νιώθω / ασύλλαβο το σώμα μου”, “Κάθε αποκεφαλισμένο λουλούδι / κι ένα παιδί / που έχασε τη θέα”, “Κάθε σφαγμένο λουλούδι / κι ένα παιδί / που μάτωσε τα χέρια του”, “Κάθε νεκρό λουλούδι / κι ένα παιδί / ολόδροσο”.
Η στοχαστική πυκνότητα κι ο απέριττος ρυθμός του στίχου θυμίζει κάποτε τη στιχουργική, αφού ο ποιητής γράφει και στίχους μελοποίησης.
Οι επαναληπτικές παραλλαγές των στίχων, κατά διαστήματα, γίνονται τρόπος ανάπτυξης της σύνθεσης: “Κάθε σπίτι αυτής της γης πενθεί αιώνια”, “Κάθε σπίτι αυτής της γης φθονεί αιώνια”, “Κάθε σπίτι αυτής της γης ριγεί αιώνια”, ή, “τα άρρωστά μας παιδιά θα είναι για πάντα / τα ίχνη της ανικανότητάς μας”, “τα αδύναμά μας παιδιά μας θα είναι για πάντα / τα ίχνη της υποκρισίας μας”, “τα νεκρά μας παιδιά θα είναι για πάντα / τα ίχνη της τυχαιότητάς μας“. Με τον ίδιο τρόπο γεφυρώνονται και οι πέντε ενότητες του βιβλίου.
Σαν συνεπής οδοιπόρος ο ίδιος, γράφει: “Είμαστε αυτό που έρχεται / όχι αυτό που υπάρχει”. Στο ίδιο ποίημα “Δεν είμαστε το συναίσθημα” εύχεται: “Να ζήσουμε η ουσία του σπέρματος / κι όχι ο απόγονός του”. Αυτός ο οδοιπόρος “Γέννημα κάποιας εποχής, μα κάτοικος του χρόνου / με προφορά ιδιάζουσα σε λόγια της ψυχής”, ψάχνει, “πάντοτε σκυμμένος / μέρες, μήνες, χρόνια”. “Έχασε μια ηλικία του, είπαν”, ενώ ο ίδιος στη “Μπαλάντα της αγάπης“ λέει: “Έχω για χάρτη βαθιά ανάσα / και για πυξίδα την καρδιά”, και βλέπει στα μάτια της καθαρά: “όλα τα λόγια που θα ειπωθούν / ξανά απ’ την αρχή”, καθώς οι ανθισμένες ρεκλάμες τις νύχτες τον ακολουθούν. Κάποια στιγμή η ξενοδόχος στο πανδοχείο τον ρωτά: “- Κι όλη αυτή η σκόνη στο παλτό σας, τι είναι;”. “- Σημάδια για το δρόμο μου”, απαντά. “- Φοβάστε μη χαθείτε;”, “- Φοβάμαι μη ξεχάσω”.
Στην ποίηση του Αραβανή, το παλιό δεν εγκαταλείπεται προς χάριν του καινούργιου. Ο ποιητής κινείται προσθετικά. Έτσι, το σύγχρονο πνεύμα του εμπεριέχει και την κληρονομιά του λόγου. Σαν υπόβαθρο απηχείται ο χαρακτήρας της πεζής ποιητικής γραφής (Λειβαδίτης, Σεφέρης, Αναγνωστάκης, Ασλάνογλου, Σινόπουλος) και ταυτόχρονα ο απόηχος του ρομαντισμού (Φιλύρας, Καρυωτάκης, Άγρας).
Συντηρεί τη μνήμη σαν υπαρκτή διάρκεια. Συμπεριφέρεται στην απουσία κάποιων ποιητών σαν να συντελείται το έργο τους και στην άλλη περιοχή όπου βρίσκονται. Αρχίζει το ποίημα που αφιερώνει στο Λειβαδίτη: “Τα βράδια επισκέπτομαι τους τάφους λησμονημένων ποιητών / και γεμίζω με μελάνι τα ανθοδοχεία τους”, και τελειώνει: “και ξεπλένω στο νιπτήρα / όλη τη μοναξιά από τα χέρια μου”.
Η αναζήτηση της αυτογνωσίας στον Σπύρο Αραβανή, είναι άσκηση στην ανθρώπινη λειτουργία πέραν του εαυτού του, και δηλώνει τη θέλησή του για ειλικρινή σχέση και συνύπαρξη στην τέχνη. Ο ίδιος, στο βιβλίο “Η Ιστορία ενός Ανθρώπου”, αποπνέει μια υγιή προσέγγιση στη διαδικασία της τέχνης, και μπορεί ένας να αντιληφθεί την υπόσχεση της πορείας του και να διαισθανθεί με βεβαιότητα τη μετέπειτα εξέλιξη. Ο καθαρός, ο υποδειγματικός χαρακτήρας, η λεπτή, προσεκτική προσέγγιση στη μεταχείριση της ζωής, ο σεβασμός και η συγκινητική συμπεριφορά και αφοσίωσή του σε περασμένους ποιητές, κάνουν φανερή την ευαίσθητη καλλιέργεια και αρετή της καλοσύνης του, τη σπάνια ποιότητα της ευγένειας και της ευθύνης του.


(To κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, στις 24/9/11, στον Ιανό)

Ο Λίνος Ιωαννίδης είναι ποιητής. Έχει εκδώσει τα βιβλία: “Εξώστης” (εκδ. Αιγαίον 1993), “Λευκός” (εκδ. Δωδώνη 1994), “Περιγραφή σχήματος” (εκδ. Αιγαίον 1998), “Ο χρόνος του απρόσμενου καιρού” (εκδ. Αιγαίον - Κουκίδα 2001) και “Φωνή γραμμένη” (εκδ. Αιγαίον - Κουκίδα 2006). Μετέφρασε ποίηση του Αρσένι Ταρκόφσκι με τον Μαξίμ Κισιλιέρ: “Χρόνος” (εκδ. Ίνδικτος 2008). Από τα θεατρικά κείμενα που έγραψε, το μονόπρακτο: “Το νέο όνομά μου” ανέβηκε στα πλαίσια της “3ης Συνάντησης Νέων Δημιουργών” στους Δελφούς, το 2009.




Αφιερώματα

Ο ποιητής μιλά για το Μίλτο Σαχτούρη, το καθοριστικό ρόλο που είχε η οικογενειακή του ανατροφή για το δρόμο που διάλεξε και τη δικάιωση που μόνο η γραφή μπορεί να του προσφέρει.

Λίνος Ιωαννίδης: «Ενα πράγμα η ποίηση με την ύπαρξη»



ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΣΑΛΑΜΕ

asalames@ekdotiki.gr

Αδερφός του τραγουδοποιού Αλκίνοου Ιωαννίδη και γιος του ζωγράφου Αντη Ιωαννίδη, ο Λίνος δε θα μπορούσε παρά να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο, προερχόμενος από μία οικογένεια με τόσο σπουδαίους καλλιτέχνες. Ταυτόχρονα, όμως, κατάφερε να αφήσει το δικό του μοναδικό σημάδι στη σύγχρονη ελληνική ποίηση την οποία και εκπροσωπεί. Τον Απρίλιο του 2009 συμμετείχε στη μουσική παράσταση του Μιχάλη Σιγανίδη «Οι άλλοι». Πρόκειται για ένα έργο αφιερωμένο στον ποιητή Μίλτο Σαχτούρη, το οποίο ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε πρόσφατα σε cd.

Η συμμετοχή σας στη παράσταση - αφιέρωμα στον Μίλτο Σαχτούρη, του Μιχάλη Σιγανίδη, την περασμένη άνοιξη, πώς προέκυψε;

Ακούω τους δίσκους του Μιχάλη Σιγανίδη εδώ και χρόνια. Είναι ένας από τους ανθρώπους και ένας από τους ποιητές που παρηγορούν τη ζωή μου. Πάντοτε μου έκανε αίσθηση ο τρόπος που φιλοξενούσε τα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη. Κάποια στιγμή ο αδερφός μου, ο Αλκίνοος, συνεργάστηκε μαζί του. Μου δόθηκε η ευκαιρία να τον συναντήσω κι εγώ και να γίνουμε φίλοι. Οταν, λοιπόν, βρέθηκα σε μία από τις παραστάσεις του αφιερώματος, ο Μιχάλης μου ζήτησε να απαγγείλω κάποια από τα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη και από αυτά το ποίημα «Δεν είναι ο Οιδίποδας» ηχογραφήθηκε στο δίσκο που κυκλοφόρησε.

Πόσο δύσκολο ήταν για σας να αποδώσετε τα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη;

Η ανάγνωση των ποιημάτων του είναι για μένα βίωμα. Οταν τα διαβάζω, τα αισθάνομαι δικά μου. Κατά τα άλλα, ένιωσα πως ήταν μεγάλη ευθύνη να βρεθώ μπροστά στο κοινό και να αποδώσω με σωστό τρόπο τα συγκεκριμένα ποίηματα. Ταυτόχρονα, όμως, ένιωσα και τη σιγουριά ότι με τον Μίλτο Σαχτούρη γνωρίζομαι καλά. Περισσότερο ένιωθα την ευθύνη του να μετάσχω ηχητικά μέσα στους υπόλοιπους ήχους των οργάνων παρά με το γεγονός ότι ηχογραφείται η παράσταση.

Πότε ξεκινήσατε να ασχολείστε με την ποίηση;

Από τα 18 μου χρόνια. Προέκυψε χωρίς να το καταλάβω. Δεν είχα σχέση με την ποίηση ή τη λογοτεχνία. Ενιωθα απλώς την ανάγκη να γράψω κάποια πράγματα. Κάποια στιγμή απλά έδειξα αυτά που έγραφα στον πατέρα μου και αυτός μου πρότεινε να τα εκδώσουμε. Μέχρι τότε δεν είχα καμία σχέση με τον εκδοτικό χώρο. Σιγά σιγά άρχισα να καταλαβαίνω ότι είναι ποιήματα αυτά τα πράγματα που γράφω, να διαβάζω τους ποιητές και να διευρύνεται η ύπαρξή μου. Από τότε είμαι μέσα σ' αυτόν το χώρο.

Προέρχεστε από καλλιτεχνική οικογένεια. Ποιο ρόλο πιστεύετε ότι έπαιξε το περιβάλλον σας στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής παιδείας;

Επαιξε σπουδαίο ρόλο. Ακόμη και αν υπήρχαν τα συστατικά που με αποτελούν σε οποιοδήποτε περιβάλλον και αν υπήρχα και διαμορφωνόμουν, αυτά θα ήταν καταπατημένα και ατροφικά. Δε θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν γόνιμα και να με διαμορφώσουν. Σίγουρα θα ήταν δυσκολότερα τα πράγματα. Οχι μόνο σε σχέση με την τέχνη, αλλά και με ολόκληρη την ύπαρξή μου. Ηταν σημαντικό ότι μπόρεσα σε αυτήν την οικογένεια να λειτουργήσω αβίαστα και να είμαι πάνω απ' όλα ο εαυτός μου.

Μεταφράσατε μαζί με τον Μαξίμ Κισίλιερ το βιβλίο «Χρόνος - Εικοσιπέντε στάσεις στο ποιητικό έργο του Αρσένι Ταρκόφσκι». Πώς «γνωριστήκατε» με το Ρώσο δημιουργό;

Οπως πολύς κόσμος, έτσι κι εγώ τον γνώρισα μέσα από τις ταινίες του γιου του, Αντρέι. Με τον καλό μου φίλο Μαξίμ ξεκινήσαμε να μεταφράζουμε ποιήματα του Αρσένι Ταρκόφσκι καθαρά από προσωπική αγάπη και στο πλαίσιο της πνευματικής μας επικοινωνίας, χωρίς να έχουμε πρόθεση να προχωρήσουμε στην έκδοση των ποιημάτων αυτών. Τα πράγματα άλλαξαν όταν εκδότης της Ινδίκτου έτυχε ν' ακούσει από έναν κοινό μας γνωστό γι' αυτήν την εργασία και έδειξε το ενδιαφέρον να εκδοθεί. Οπως και έγινε.

Τόσο εσείς, όσο και ο αδερφός σας, δείχνετε μία ιδιαίτερη αγάπη για τη Ρωσία. Πώς αναπτύχθηκε αυτή;

Ο Αλκίνοος ήταν εξοικειωμένος από νωρίς με τη λεγόμενη ρωσική ψυχή. Είχε διαβάσει από νωρίς όλα τα έργα του Ντοστογιέφσκι. Η ίδια συμπάθεια υπήρχε και από μένα χωρίς να την έχω καλλιεργήσει.

Σε συνέντευξή σας αναφέρετε ότι η γραφή σας δεν είναι αποτέλεσμα διανόησης, φαντασίας ή ουτοπίας, αλλά έχει βιωθεί. Μπορεί να υπάρξει σημαντική ποίηση μακριά από τη ζωή;

Νομίζω πως όχι. Είναι ένα πράγμα η ποίηση με την ύπαρξη. Θα πρέπει κανείς να βλέπει και να αισθάνεται με τον ίδιο τρόπο που γράφει κάτι. Οσο περνούν τα χρόνια, δυστυχώς αδυνατίζει αυτή η συνέπεια. Εξασθενεί. Χάνεται η υπαρξιακή ευθύνη της ύπαρξης. Το παρατηρώ με λύπη αυτό.

Tι είναι το γράψιμο για εσάς;
Είναι παρηγοριά. Αισθάνομαι να δικαιώνεται η ύπαρξή μου μέσα από το γράψιμο, αλλά και να εμπλουτίζεται και να ολοκληρώνεται.






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ