ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ (SYLVIA PLATH) - ΤΟ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΤΕΧΝΗ




«Λαίδη Λάζαρος»

Το έκανε ξανά./ Σε κάθε δέκα χρόνια μια φορά/ το καταφέρνω-
Σαν θαύμα αληθινό, το δέρμα μου/ φωτεινό σαν ναζιστικό αμπαζούρ/ το δεξί μου πόδι
ένα βαρίδι για χαρτιά,/ το πρόσωπό μου απρόσωπο, φίνο/ εβραίικο λινό.
Ξετύλιξε τη γάζα/ ω εχθρέ μου./ Μήπως είμαι τρομαχτική;-
Η μύτη, οι κόγχες των ματιών, οι δυο ακέραιες οδοντοστοιχίες
η ξινισμένη αναπνοή/ σε μια μέρα θα χαθεί.
Γρήγορα, γρήγορα η σάρκα/ που ο τάφος έφαγε θα γίνει/ όπως πριν πάνω μου
κι εγώ μια γελαστή γυναίκα./ Είμαι μόνον τριάντα/ και σαν γάτα έχω εφτά ψυχές να χάσω.
Αυτή είναι η Τρίτη./ Τι σκουπιδαριό/ να εξαφανίζει κανείς κάθε δεκαετία.
Τι εκατομμύρια κλώσματα./ Το πλήθος τσακίζοντας αράπικα φιστίκια
σπρώχνεται μέσα της να δει/ να με ξετυλίγουν χειροπόδαρα- το μεγάλο ξεγύμνωμα.
Κύριοι και κυρίες/ αυτά είναι τα χέρια μου/ τα γόνατά μου.
Μπορεί να είμαι πετσί και κόκαλο,/ όμως είμαι η ίδια, απαράλλαχτη γυναίκα.
Την πρώτη έγινε όταν ήμουν δέκα./ Ήταν ένα ατύχημα.
Την δεύτερη φορά ήθελα/ να διαρκέσει και να μην ξαναγυρίσω πια.
Λικνιζόμουνα κλειστή/ σαν αχιβάδα/ χρειάστηκε να φωνάξουν και να φωνάξουν
και να ξεκολλήσουν τα σκουλήκια από πάνω μου σαν γλιτζερά/ μαργαριτάρια.
Το να πεθαίνεις/ είναι μια τέχνη σαν όλα τ’ άλλα./ Το κάνω ιδιαίτερα καλά.
Το κάνω έτσι που να μοιάζει κόλαση./ Το κάνω έτσι που να μοιάζει αληθινό.
Νομίζω πως μπορείς να πεις πως έχω ταλέντο.
Είναι αρκετά εύκολο σ’ ένα κελί να γίνει./ Είναι αρκετά εύκολο να γίνει και να μείνει.
Είναι τι θεατρικό ξανάνοιγμα της αυλαίας στο φως της μέρας
στον ίδιο τόπο, στο ίδιο πρόσωπο, στην ίδια άγρια/ κραυγή ευχαρίστησης:
«Είναι Θαύμα!»/ Που με σκοτώνει./ Υπάρχει μια τιμή
για των ούλων μου το αντίκρισμα, υπάρχει μια τιμή
για της καρδιάς μου το άκουσμα-/ αληθινά χτυπά.
Και υπάρχει τιμή, πολύ ψηλή/ για μια λέξη ή επαφή/ ή για μια σταγόνα αίμα
ή για ένα κομμάτι από τα ρούχα ή τα μαλλιά μου.
Λοιπόν, λοιπόν, Her Doktor./ Λοιπόν, Her Εχθρέ.
Είμαι το μυστικό κομμάτι σου/ είμαι το τιμαλφές σου, το ολόχρυσο βρέφος
που αναλύεται σε μια κραυγή./ Στριφογυρνώ και καίγομαι.
Μην νομίζεις πως υποτιμώ το μεγάλο σου ενδιαφέρον.
Στάχτη, στάχτη-/ σκαλίζεις κι ανακατεύεις./ Σάρκες, κόκαλα, τίποτα δεν υπάρχει εκεί-
ένα κομμάτι σαπούνι/ μια βέρα/ ένα σφράγισμα χρυσό.
Her Θεέ, Her Εωσφόρε/ πρόσεξε/ πρόσεξε.
Από τη στάχτη/ εγείρομαι με τα άλικα μαλλιά μου
και τους άντρες καταπίνω στον αέρα.
(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)




Αριελ

Ακινησία στο σκοτάδι/ κι ύστερα το άυλο μπλε
Ξεχείλισμα των κορυφών και του βάθους.

Λέαινα Θεού!/γινόμαστε ένα
Άξονας από φτέρνες και γόνατα!- Τι αυλάκι

Σκίζεται και τρέχει, αδελφή/ της καφετιάς αψίδας
Του λαιμού που εγώ δε φτάνω,

Νέγρικα μάτια/ βατόμουρα ρίχνουν σκοτεινιά
Αγκίστρια –

Μαύρου αίματος γουλιές γλυκές
Σκιές./ Κάτι άλλο

Μες στον αγέρα με τραβά – / Μηροί, μαλλιά;
Νιφάδες απ’ τις φτέρνες μου.

Λευκή/ Γκοντάιβα, ξεφλουδίζομαι –
Χέρια νεκρά, νεκρές ακαμψίες.

Και τώρα εγώ/ αφρός σταριού, στραφτάλισμα θαλάσσης.
Το κλάμα του παιδιού

Το λιώνει ο τοίχος./ Κι εγώ/ είμαι το βέλος,

Η δροσοσταγόνα που ίπταται
Αυτοκτονική, ένα με την κούρσα
Μέσα στο κόκκινο

Μάτι, το καζάνι της πρωίας.

Σύλβια Πλαθ, Ποιήματα, εκδ. Κέδρος




 ΜΠΑΛΟΝΙΑ
Απόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη


Από τα Χριστούγεννα μένουν μαζί μας,
Άδολα και διαφανή,
Στρογγυλά ζώα της ψυχής,
Που πιάνουν το μισό μας χώρο,
Καθώς κινούνται και τρίβονται στα μεταξωτά

Αόρατα ρεύματα του αέρα,
Βγάζοντας μια στριγκλιά και κάνοντας παφ
Όταν τους επιτίθεσαι, σπεύδοντας ύστερα να ξεκουραστούν,
                                                        τρέμοντας ανεπαίσθητα.
Κίτρινο καπόνι, γαλάζιο ψάρι -
Με πόσα αλλόκοτα φεγγάρια ζούμε

Αντί για έπιπλα νεκρά!
Στρωσίδια ψάθινα, λευκοί τοίχοι
Κι αυτές οι ταξιδεύτρες
Σφαίρες από σκέτο αέρα, κόκκινες, πράσινες,
Που δίνουν χαρά
Στην καρδιά καθώς ευχές ή άγρια
Παγώνια που ευλογούν
Το γέρικο χώμα μ ένα φτερό
Χτυπημένο σε αστρικά μέταλλα.
Ο μικρός

Αδερφός σου κάνει
Το μπαλόνι του να σκούζει σαν γάτα.
Μοιάζοντας να βλέπει
Πάνω στην άλλη του πλευρά ένα αστείο σύμπαν ροζ που
                                                        θα μπορούσε να το φάει,
Δαγκώνει,

Ύστερα ξεκου-
Ράζεται,  ίδιο χοντρό σταμνί,
Αναπολώντας έναν κόσμο καθαρό σαν το νερό.
Κόκκινο ξέφτι
Στη μικρή γροθιά του.




ΧΡΟΝΙΑ
Απόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη 

Εισβάλουν σαν ζώα από το μακρινό
Σύμπαν του πουρναριού, όπου αγκάθια   
Δεν ειν οι σκέψεις που σ αυτές γυρνώ σαν Γιόγκι,
Αλλά το πράσινο, η ατόφια σκοτεινιά
που συμπυκνώνουν κι αναδίνουν.

Ω θεέ μου, εγώ δεν σου μοιάζω
Μέσα στο άδειο μαύρο σου,
Αστέρια κολλημένα παντού, λαμπερό  ηλίθιο κομφετί.
Η αιωνιότητα με κάνει να πλήττω,
Ποτέ μου δεν την θέλησα.

Ό,τι αγαπώ είναι
Το έμβολο σε κίνηση -
Η ψυχή μου πεθαίνει μπροστά του.
Και οι οπλές  των αλόγων,
Η άσπλαχνη καρδάρα τους.

Κι εσύ, σπουδαία Στάση -
Τι το σπουδαίο έχεις!
Είναι μια τίγρις αυτός ο χρόνος, αυτός ο βρυχηθμός
                                                                       στην πόρτα;
Είναι Χριστός,
Το φοβερό

Θεϊκό κομμάτι μέσα του
που ανυπομονεί να φτερουγίσει και να δώσει ένα τέλος;
Τα ματωμένα βατόμουρα είναι ο εαυτός τους, πολύ
                                                                            ακίνητα.
Οι οπλές δεν θα το δεχτούν αυτό,
Σε μακρινό μπλε τα έμβολα σφυρίζουν.




Μια γυναίκα που την έλεγαν Σύλβια Πλαθ



  Από πολύ νωρίς δείχνει το ιδιαίτερο χάρισμα που είχε στο να «στιχουργεί», καθώς σε ηλικία μόλις 8 ετών εκδίδει το πρώτο της ποίημα. Την ίδια περίοδο θα χάσει τον πατέρα της- μια αυστηρή, συντηρητική φυσιογνωμία, εξόριστος ναζιστής- . Χρόνια αργότερα στο γεμάτο οργή ποίημά της «Daddy» θα καταλήξει με το λυτρωτικό στοίχο «Daddy, daddy, you bastard, I'm through».
Η Πλάθ συνεχίζει να γράφει ποιήματα, ενώ ταυτόχρονα διακρίνεται για τις μαθητικές επιδόσεις της, οι οποίες θα αποτελέσουν και το εισιτήριο για το Smith College. Από τα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσής εμφανίζει μανιοκατάθλιψη και προς το τέλος των σπουδών της θα προσπαθήσει για πρώτη φορά να θέσει τέρμα στη ζωή της.
«Το να πεθαίνεις» - έγραφε στο ποίημα «Λαίδη Λάζαρος»- «είναι μια τέχνη, όπως και καθετί άλλο. Εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά. Eτσι όπως το κάνω είναι σαν κόλαση. Έτσι όπως το κάνω μοιάζει αληθινό. Mπορείς να πεις ότι έχω το χάρισμα».
Η ψυχολογική κατάρρευση, που βίωσε η Πλαθ, εκείνη τη περίοδο θα καταγραφεί στο ημι-αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα της «Γυάλινος Κόσμος». Την πρώτη της απόπειρα να αυτοκτονήσει ακολουθεί ο προσωρινός εγκλεισμός της σε ψυχιατρικό ίδρυμα και η ολοκλήρωση των σπουδών της. Η αποφοίτησή της συνοδεύτηκε από υποτροφία για το Πανεπιστήμιο του Cambridge. Η ποίηση συνεχίζει να αποτελεί την εκτόνωσή της ενώ περιστασιακά εκδίδει ορισμένα ποιήματά της στην φοιτητική εφημερίδα Varsity.
Στο Cambridge θα γνωρίσει και τον άνδρα που έμελε να σημαδέψει τη ζωή της και να « χρεωθεί» το τέλος της. Ο Άγγλος ποιητής Τεντ Χιούζ και η Σύλβια Πλάθ παντρεύονται στις 16 Ιουνίου 1956. Τα πρώτα δύο χρόνια του έγγαμου βίου τους θα τα περάσουν στις ΗΠΑ. Μέσα σε αυτή τη περίοδο η Πλαθ γνώρισε τον ποιητή Ρόμπερτ Λόουελ, ο οποίος άσκησε σημαντικές επιρροές στο έργο της.
Το ζευγάρι μετακομίζει στην Αγγλία και το Νorth Tawton, Το 1960 γεννιέται το πρώτο τους παιδί ενώ παράλληλα η Πλαθ εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «The Colossus». Η εξωσυζυγική σχέση του Χιούζ με την ποιήτρια Άσια Γουέβιλ, μοιάζει να είναι το τελευταίο χτύπημα στον εύθραυστο ψυχικό κόσμο. Ο χωρισμός με τον Χιουζ έρχεται ως φυσικό επακόλουθο. Η Πλαθ προσπαθεί να επιβιώσει ενώ κινείται σε ισορροπίες του τρόμου.
Η Πλαθ μαζί με τα δύο της παιδιά, την Φρίντα και τον Νίκολας, ταξιδεύει για το Λονδίνο. Ο βαρύς χειμώνας του ‘63 σε συνδυασμό με τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε την αφήνουν σχεδόν γυμνή μπροστά στις αδυναμίες της. Στις 11 Φεβρουαρίου 1963 η Σύλβια Πλαθ θα αποφασίσει να δώσει ένα τέλος στη ζωή της.
Στη βιογραφία της ο Ronald Hayman γράφει : «Άνοιξε το παράθυρο του δωματίου τους, αφήνοντας ψωμί και τις κούπες με το γάλα τους δίπλα στις ψηλές κούνιες τους, μολονότι ο Νικ ήταν μόλις δεκατριών μηνών και, άρα, πολύ μικρός για να φάει μόνος του. Υστέρα, παράχωσε πετσέτες και πανιά κάτω από την πόρτα του υπνοδωματίου και της κουζίνας, και στερέωσε κολλητική ταινία στις γωνιές της πόρτας. Όλα αυτά έγιναν σχολαστικά. Ήταν φανερό ότι τούτη η απόπειρα αυτοκτονίας δεν είχε σκοπό να αποτύχει.
Κόλλησε ένα σημείωμα πάνω στην κούνια που βρισκόταν στο δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα: «Παρακαλώ, καλέστε τον δόκτορα Χόρντερ», και δίπλα έγραψε τον αριθμό του τηλεφώνου του. Ήξερε τον αριθμό του τηλεφώνου του. Ήξερε ότι το πρωί θα ερχόταν η νοσοκόμα, αλλά τα περισσότερα στοιχεία μαρτυρούν ότι δεν ήθελε να σωθεί, και είναι απίθανο να μην υπολόγισε καλά το χρόνο που θα χρειαζόταν για να πεθάνει από το γκάζι. Δίπλωσε ένα πανί για να ακουμπά το κεφάλι της, άνοιξε όλους τους διακόπτες του γκαζιού κι έχωσε το κεφάλι της στο φούρνο».
Η ίδια έξι μέρες πριν από το θάνατό της έγραφε: «Η γυναίκα έχει τελειοποιηθεί. Το νεκρό κορμί της ντυμένο με το χαμόγελο της εκπλήρωσης. Η ψευδαίσθηση μιας Ελληνικής αναγκαιότητας ρέει στις πτυχές της τηβέννου της. Τα εκτεθειμένα της πόδια φαίνονται να λένε: ως εδώ φτάσαμε, αρκεί.»

πηγή: http://tvxs.gr



O "Γυάλινος Κώδων" της Σύλβια Πλαθ

της Ευτυχίας Παναγιώτου





«Γι` αυτόν που βρίσκεται μέσα στο γυάλινο κώδωνα, άδειος κι ακινητοποιημένος σαν νεκρό μωρό, ο ίδιος ο κόσμος 
είναι το κακό όνειρο»



μετάφραση Ελένη Ηλιοπούλου, εκδόσεις Μελάνι, Οκτώβριος 2007
Κάποια μυθιστορήματα είναι εκ φύσεως δύσκολο να αποκοπούν από τη ζωή του δημιουργού τους. Στην περίπτωση του μοναδικού μυθιστορήματος που έγραψε ποτέ η Σύλβια Πλαθ, και μοναδικού ούτως ή άλλως, του Γυάλινου κώδωνα (The Bell Jar), έχουμε ως δεδομένο τη συνταρακτική αυτοχειρία της, το Φεβρουάριο του 1963, σχεδόν ένα μήνα μετά την έκδοση του βιβλίου. Αν θεωρήσει κανείς μάλιστα τον Γυάλινο κώδωνα ως καθρέφτη της πραγματικότητας που βίωνε η Σύλβια, ενδέχεται και να πιστέψει πως η ίδια δεν ήθελε πραγματικά να αυτοκτονήσει, ήθελε απλώς να δοκιμάσει τα όριά της -ή και τα όρια των άλλων-, μέσω μιας αναπαράστασης αυτοχειρίας, όμοιας με τις οριακές διαδικασίες στις οποίες υποβάλλει το συγγραφέα, αναπαριστώντας τον, η ίδια του η φαντασία. Το τι είναι εντέλει μυθοπλασία και τι ζωή στην περίπτωση της Σύλβια παραμένει ασαφές, η δε υπερανάλωση σε ποικίλες ψυχαναλυτικές υποθέσεις θέτει εκτός τροχιάς το λογοτεχνικό ενδιαφέρον για το συγγραφικό της έργο. Γιατί έχει ειπωθεί, όπως είθισται να λέγεται για τους αυτόχειρες, ότι το έργο της Σύλβια Πλαθ είναι υπερεκτιμημένο - το φάντασμά της ήταν εκείνο που πλανήθηκε παντού στοιχειώνοντας ανά γενιές τους αναγνώστες της.
Η ίδια πρέπει να είχε προβλέψει την πιθανότητα αυτοπαγίδευσής της στο ίδιο της το βιβλίο ακόμη και μετά την έκδοσή του, τη στιγμή δηλαδή που ο δημιουργός αποχωρίζεται στην ουσία το έργο του. Πρέπει να είχε συναισθανθεί ότι οι λέξεις της, στο ποιητικό παιχνίδισμά τους, έμελλε να μεταμορφωθούν στο τέλος σε έναν πραγματικό «γυάλινο κώδωνα». Γράφει χαρακτηριστικά προς το τέλος του βιβλίου: «Πώς ήξερα ότι κάποια μέρα -στο κολέγιο, στην Ευρώπη, κάπου οπουδήποτε- ο γυάλινος κώδων, με τις ασφυκτικές του παραμορφώσεις, δεν θα μ' έκλεινε ξανά μέσα του;» (σ. 299).
Ο γυάλινος κώδων, ένα γυάλινο δοχείο σε σχήμα κουδουνιού με συμπιεσμένο αέρα, χρησιμοποιείται ως εργαλείο εργαστηρίου για την απόδειξη πως για τη μετάδοση του ήχου απαραίτητη είναι η μεσολάβηση του αέρα. Αποκομμένος κανείς από τον έξω κόσμο και ασφυκτιώντας εσώκλειστος στη γυάλα σαν πειραματόζωο, ενώ μπορεί να δει από τη διαφάνεια την πραγματικότητα, αδυνατεί να συμμετάσχει σε αυτήν καθώς η δική του φωνή αλλά και οι φωνές των άλλων, εμποδισμένες όλες από το γυαλί, μοιάζουν με φιμωμένα στόματα σε παιχνίδι παντομίμας.
Πώς μπορεί όμως κανείς να αποτρέψει μια τέτοια σχεδόν αναπότρεπτη εμπειρία; Η Σύλβια Πλαθ, για να αποδεσμευτεί ίσως από την ενέδρα του κώδωνα-βιβλίου της, εφηύρε ένα νέο είδωλο, αυτό που θα την αντικαθιστούσε.
Εξέδωσε τον Γυάλινο κώδωνα με το ψευδώνυμο Victoria Lucas λες και ήθελε να διαχωρίσει, προλαβαίνοντας τους κριτικούς της, το πρόσωπό της, καθώς και την ποίησή της, από το συγκεκριμένο -σε πάρα πολλά σημεία ξεκάθαρα αυτοβιογραφικό- μυθιστόρημά της. Περισσότερο ωστόσο φαίνεται ότι επαλήθευσε έτσι τον εαυτό της, αποδίδοντας ακόμη πιο γλαφυρά το αίσθημα της διχασμένης προσωπικότητας, εκείνου που κοιτά μέσα από γυαλί τις αδιαπέραστες σκέψεις ενός άλλου προσώπου, που σκέφτεται πάντοτε τη μουσική των λέξεων ως στίξη και αντίστιξη, που έχει δύο αντικρουόμενες απόψεις σε κάθε ερώτημα που τίθεται, αντιμετωπίζοντας ακαριαία και επικίνδυνα το σώμα του κειμένου ως το «αντίπαλον δέος» της ίδιας του της ύπαρξης.
«Έπιασα τις σελίδες του βιβλίου και τις ξεφύλλισα αργά μπροστά μου. Λέξεις αμυδρά οικείες μα όλες κάπως διαστρεβλωμένες, σαν πρόσωπα μπροστά σε παραμορφωμένο καθρέφτη, πέρασαν χωρίς ν' αφήσουν το παραμικρό αποτύπωμα στη γυάλινη επιφάνεια του μυαλού μου» (σ. 157), σκέφτεται  η νεαρή ηρωίδα Έστερ καθώς διαβάζει το Finnegans Wake (διόλου τυχαία, το τελευταίο έργο του Τζέιμς Τζόις) κατά τα πρώτα στάδια της άυπνης θλίψης της. Δυσκολεύεται να αντιληφθεί αυτά που διαβάζει με την κυριολεκτική σημασία τους, φαντάζεται διαρκώς πολύσημα εξωκειμενικά νοήματα εξεικονίζοντας τις τυπωμένες στο χαρτί λέξεις. Το γεγονός ότι η Σύλβια Πλαθ επιλέγει ένα βιβλίο «μη αναγνώσιμο» σχεδόν για να προβάλει τις αναγνωστικές δυσκολίες της Έστερ υπογραμμίζει τη φιλοδοξία της Έστερ (και της Σύλβια) να γίνει μεγάλη συγγραφέας, καθώς έχει ριζωμένη από νεαρή ηλικία μέσα της τη δύσθυμη φοβία τού ατελούς έργου. Τη δεκαεννιάχρονη Έστερ δεν την ενδιαφέρει τίποτα άλλο πια από το να γράφει. Θέλει να γράψει ένα μυθιστόρημα, αλλά ξέρει ότι η θλίψη της προηγείται των εμπειριών της. Το γεγονός ότι λαμβάνει απορριπτική απάντηση στην αίτησή της για μαθήματα Δημιουργικής Γραφής τη θέτει μπροστά σε ένα τεράστιο αδιέξοδο.
Το μέλλον της τώρα είναι τόσο ανοιχτό που τα όνειρά της στροβιλίζονται αναποφάσιστα. Η εξεζητημένη ζωή των πάρτι και των γνωριμιών, των ακριβών ρούχων και των εντυπωσιακών χτενισμάτων που γεύεται όταν κερδίζει το βραβείο ποίησης σε διαγωνισμό περιοδικού της Νέας Υόρκης βιώνεται από την ίδια ως κατάσταση παρακμής: «Γλίστρησα στο ανσανσέρ και πίεσα το κουμπί για τον όροφό μου. Οι πόρτες δίπλωσαν σαν άηχο ακορντεόν. Έπειτα τ' αφτιά μου άρχισαν να βουίζουν και πρόσεξα μια μεγαλόσωμη Κινέζα με μουντζουρωμένα μάτια να με κοιτάζει σαν ηλίθια. Φυσικά ήμουν εγώ. Τρόμαξα βλέποντας πόσο ταλαιπωρημένη και ρυτιδιασμένη έδειχνα» (σ. 28). Η Έστερ δεν θέλει να είναι αυτό το πρόσωπο.
Τα μέλλον είναι ανοιχτό βέβαια, αλλά δεν θέλει να γίνει ούτε στενογράφος όπως η μαμά της και οι νεαρές κοπέλες της εποχής της, ούτε βέβαια επιθυμεί και να παντρευτεί, όπως τα ήθη επέβαλλαν: «Θυμάμαι επίσης τον Μπάντι Γουίλαρντ να λέει με έναν μοχθηρό, πολύξερο τόνο ότι μόλις έκανα παιδιά θα ένιωθα διαφορετικά, δεν θα ήθελα πια να γράφω ποιήματα. Έτσι άρχισα να πιστεύω ότι ίσως ήταν αλήθεια ότι μόλις παντρεύεσαι και κάνεις παιδιά είναι λες και σε υποβάλλουν σε πλύση εγκεφάλου και μετά τριγυρνάς μουδιασμένη σαν σκλάβα σε κάποιο ολοκληρωτικό καθεστώς» (σ. 109). Στον Γυάλινο κώδωνα η Έστερ μπορεί άνετα να θεωρηθεί, όπως άλλωστε θεωρήθηκε από πολλούς η Σύλβια, ως φεμινιστικό ίνδαλμα. Οι δε «μισογύνηδες είναι σαν θεοί: άτρωτοι και γεμάτοι δύναμη. Κατέρχονται ανάμεσά μας και μετά εξαφανίζονται. Δεν τους κρατάς ποτέ» (σ. 136). Η Έστερ δεν ξέρει ακόμα τι ακριβώς είναι ο έρωτας αλλά είναι σε θέση, με την παρατηρητικότητα και τη λογική της, να φτάσει στην πικρή διαπίστωση πως μια γυναίκα μπορεί τελικά να υποταχθεί σε έναν άντρα που δεν την υπολογίζει.
Όλο το βιβλίο είναι γραμμένο πάνω στις αντιθέσεις τού μέσα και του έξω, στη διάσταση ανάμεσα στις σκέψεις της Έστερ και τηνενώπιον των παραδεδομένων κοινωνικών αξιών που η ίδια αποδοκιμάζει. Συχνά, μέσα στο μυαλό της, ανακατασκευάζει διαλόγους με την ψευδαίσθηση πως έτσι θα χτίσει μια νέα πραγματικότητα: «Ξέρεις τι είναι ένα ποίημα, Έστερ; Όχι, τι είναι; θα έλεγα εγώ. Ένας σβόλος χώμα. Τότε, πάνω που θ` άρχιζε να χαμογελάει και να κορδώνεται, εγώ θα έλεγα: Το ίδιο και τα πτώματα που πετσοκόβεις. Το ίδιο και οι άνθρωποι που νομίζεις ότι θεραπεύεις. Είναι χώμα και τίποτε άλλο. Θαρρώ ότι ένα καλό ποίημα ζει περισσότερο απ` ό,τι εκατό απ` αυτούς τους ανθρώπους μαζί» (σ. 74).
Το παγερό χιούμορ και η οξυδέρκεια της πρόζας σε συνδυασμό με την ποιητικότητα των περιγραφών όσων παρατηρεί με λεπτομέρεια η ηρωίδα αποτελούν τον βασικό κανόνα του Γυάλινου κώδωνα που στηρίζει όλη του τη μυθοπλαστική μεγαλοφυΐα στην ενδοσκοπική λειτουργία των λέξεων-λεπίδων: «Τα γράμματα έβγαλαν αιχμές και κέρατα κριαριών» (σ. 157). Λέξεις τόσο ευεργετικές όσο και προδοτικές, λέξεις όπως ο εαυτός της. 
Ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία ενός κοριτσιού που αυτοτιμωρείται εξωθούμενο στην ψυχική κατάρρευση σταδιακά, στα ηλεκτροσόκ της εποχής (που η ηρωίδα ερμηνεύει ως ένα είδος τιμωρίας, όμοιας με την καταδίκη των Ρόσενμπεργκ σε θάνατο στην ηλεκτρική καρέκλα), στην απόπειρα αυτοκτονίας της με υπερδοσολογία υπνωτικών χαπιών, στο άσυλο και στη γνωριμία της με την Τζόαν. Η αγάπη και το μίσος της ηρωίδας για το alter ego της μοιάζει με πάλη ανάμεσα σε δύο εαυτούς, καθώς δίδεται για αρκετή ώρα η εντύπωση πως η Έστερ δεν συνομιλεί με υπαρκτό πρόσωπο αλλά ότι πλάθει φανταστικούς διαλόγους με την πρώην τού πρώην αγοριού της Μπάντι, σκηνοθετώντας επιπλέον νέα γεγονότα: «Η Τζόαν ήταν το λαμπερό δίδυμο του παλιού καλού μου εαυτού, ειδικά σχεδιασμένη για να με ακολουθεί και να με βασανίζει» (σ. 255).
Με τον Γυάλινο κώδωνα η Σύλβια Πλαθ υπερτόνισε πρώτα με τη διπλή της ταυτότητα και έπειτα μέσα από τις «δίδυμες» του βιβλίου δύο διπλά είδωλα: Sylvia/Victoria, Έστερ/Τζόαν. Σε ένα άλλο επίπεδο: Sylvia Plath/Assia Welvill. Η δεύτερη γυναίκα, ερωμένη του Τεντ Χιούζ για πολλά χρόνια, αυτοκτόνησε το 1969 με τον ίδιο τρόπο που αφαίρεσε τη ζωή της η Σύλβια Πλαθ. Η Σύλβια καταγράφει την αυτοκτονία της Άσια μέσω της Τζόαν σχεδόν προφητικά. Λες και, γράφοντας κάτι, γίνεται.  
Καθώς αριστοτέχνις στους συμβολισμούς, με το διπλό είδωλο «δύο συν δύο» η Σύλβια υπερβαίνει την απλή καταγραφή της ζωής μιας προσωπικότητας με διπολική διαταραχή. Καταγράφει παράλληλα και τη ζωή ενός μύθου, που τακτοποιεί την υστεροφημία του προτού ρίξει το ιδιοφυές κεφάλι του στο φούρνο. «Πήρα μια βαθιά ανάσα κι αφουγκράστηκα τον παλιό κομπασμό της καρδιάς μου. Υπάρχω, υπάρχω, υπάρχω» (σ. 301-302).
Μήπως τελικά η Σύλβια Πλαθ θεώρησε τη ζωή της ως μιαν αποτυχημένη αναπαράσταση της τέχνης της; Μήπως εφηύρε την τέχνη της ως προαναγγελτική «διόρθωση» της ζωής της;
Ό,τι και να έκανε τελικά, το σίγουρο είναι πως τα γραπτά μένουν, οι άνθρωποι όχι. Μένουν σαν οι λέξεις γίνουν ανατριχιαστικά ανθρώπινες, τόσο ώστε να πλάσουν αγέρωχους ανθρώπους-μύθους. Μένουν σαν ο αναγνώστης δεχθεί να συμμετάσχει άφοβα στο τεταμένο παιχνίδι εισόδου-εξόδου του «γυάλινου κώδωνα». 




Σύλβια Πλαθ
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Η Σύλβια Πλαθ (Sylvia Plath) (27 Οκτωβρίου 1932 – 11 Φεβρουαρίου 1963) ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια, μυθιστοριογράφος, συγγραφέας μικρών ιστοριών και δοκιμιογράφος.

Ζωή 

Γεννημένη στο Τζαμάικα Πλέιν της Μασαχουσέτης (τμήμα της Βοστώνης), η Πλαθ έδειξε από νεαρή ηλικία την κλίση της, όταν εξέδωσε το πρώτο της ποίημα σε ηλικία 8 ετών. Ο πατέρας της, Όττο, καθηγητής κολεγίου και σημαίνουσα αυθεντία σε ό,τι αφορά τις μέλισσες, πέθανε περίπου την ίδια εποχή, στις 5 Οκτωβρίου 1940. Η Πλαθ συνέχισε την προσπάθεια έκδοσης ποιημάτων και σύντομων ιστοριών σε Αμερικανικά περιοδικά, και πέτυχε κάποια μικρή αναγνώριση.
Υπέφερε από σοβαρή διπολική διαταραχή κατά τη διάρκεια της ενηλίκου ζωής της. Στο προτελευταίο έτος των σπουδών της στο Κολέγιο Σμιθ, η Πλαθ έκανε την πρώτη της απόπειρα αυτοκτονίας. Αργότερα απεικόνισε την κατάρρευσή της στο ημι-αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Ο Γυάλινος Κώδων (The Bell Jar). Κλείστηκε σε ένα ψυχικό ίδρυμα (Νοσοκομείο ΜακΛίν), και άρχισε να φαίνεται πως πέτυχε μια ευπρόσδεκτη ανάνηψη, αποφοιτώντας από το Σμιθ με διακρίσεις το 1955.
Κέρδισε μια υποτροφία Φουλμπράιτ για το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, όπου συνέχισε να γράφει ποίηση, περιστασιακά εκδίδοντας τη δουλειά της στην φοιτητική εφημερίδα Varsity. Στο Κέμπριτζ γνώρισε τονΆγγλο ποιητή Τεντ Χιούζ. Παντρεύτηκαν στις 16 Ιουνίου 1956. Η Πλαθ και ο Χιούζ πέρασαν την περίοδο από τον Ιούλιο του 1957 μέχρι τον Οκτώβριο του 1959 ζώντας και δουλεύοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Πλαθ δίδασκε στο Σμιθ. Έπειτα μετακόμισαν στη Βοστώνη, όπου η Πλαθ παρακολούθησε σεμινάρια με τον Ρόμπερτ Λόουελλ. Η σειρά αυτή σεμιναρίων επρόκειτο να έχει σημαντική επίδραση στην δουλειά της. Τα σεμινάρια παρακολουθούσε και η Ανν Σέξτον. Εκείνη την περίοδο επίσης οι Πλαθ και Χιούζ συνάντησαν για πρώτη φορά τον W. S. Merwin, ο οποίος θαύμασε τη δουλειά τους και παρέμεινε δια βίου φίλος. Όταν το ζευγάρι διαπίστωσε πως η Πλαθ ήταν έγκυος, μετακόμισαν πίσω στη Μεγάλη Βρετανία.
Έζησαν για λίγο στο Λονδίνο και έπειτα εγκαταστάθηκαν στο North Tawton, μια μικρή πόλη στο Ντέβον. Εξέδωσε τη πρώτη ποιητική συλλογή της, Ο Κολοσσός (The Colossus), στην Αγγλία το 1960. Τον Φεβρουάριο του 1961 απέβαλε. Ένας αριθμός από ποιήματα αναφέρονται στο γεγονός αυτό. Ο γάμος της άρχισε να συναντά δυσκολίες και χώρισαν λιγότερο από δύο χρόνια μετά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού. Ο χωρισμός του οφειλόταν κυρίως στη σχέση που είχε ο Χιούζ με την ποιήτρια Άσια Γουέβιλλ.

Η Πλαθ επέστρεψε στο Λονδίνο με τα παιδιά τους, την Φρίντα και τον Νίκολας (αυτοκτόνησε στις 16 Μαρτίου του 2009 καθώς έπασχε από κατάθλιψη). Νοίκιασε ένα διαμέρισμα στο σπίτι όπου κάποτε έμενε ο Γέιτς. Ήταν πολύ ευχαριστημένη γι’ αυτό και το θεώρησε καλό οιωνό καθώς ξεκίνησε τις διαδικασίες νόμιμου χωρισμού. Ο χειμώνας 1962/1963 ήταν πολύ σκληρός. Στις 11 Φεβρουαρίου 1963, άρρωστη και με λίγα λεφτά, η Πλαθ αυτοκτόνησε εισπνέοντας φυσικό αέριο από τον φούρνο. Προτού πεθάνει, η Πλαθ τοποθέτησε φαγητό και γάλα στα παιδιά της. Είναι θαμμένη στο νεκροταφείο στο Χεπτονστάλλ, στο Γουέστ Γιορκσάιρ.

Έργο 

Ως χήρος της, ο Χιούζ έγινε ο εκτελεστής της διαθήκης της και διαχειριστής της προσωπικής και λογοτεχνικής περιουσίας της Πλαθ. Επόπτευσε και προετοίμασε την έκδοση των χειρογράφων της. Επίσης κατέστρεψε τον τελευταίο τόμο του ημερολογίου της Πλαθ, όπου εξιστορούσε με λεπτομέρειες τον καιρό που πέρασαν μαζί. Το 1982, η Πλαθ έγινε η πρώτη ποιήτρια που κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ μετά θάνατον. (Για Τα Συλλογικά Ποιήματα)
Πολλοί κριτικοί, συχνά φεμινιστές, έχουν κατηγορήσει τον Χιούζ πως προσπάθησε να ελέγξει τις εκδόσεις για δικούς του σκοπούς. Ο Χιούζ, από τη μεριά του, αρνήθηκε έντονα τις κατηγορίες αυτές. Στην τελευταία συλλογή του, Γράμματα Γενεθλίων (Birthday Latters), ο Χιούζ έσπασε τη σιωπή του για την Πλαθ. Σ’ αυτή, δεν απολογείται για τη συμπεριφορά του, αλλά παρόλ' αυτά είναι εξαιρετικά ειλικρινής. Το καλλιτεχνικό έργο στο εξώφυλλο ήταν δημιουργία της Φρίντα.
Αν και οι κριτικοί αντέδρασαν ευνοϊκά στο πρώτο βιβλίο της Πλαθ, τον Κολοσσό, έχει επίσης περιγραφεί ως συνηθισμένη και με έλλειψη δράματος στις μεταγενέστερες δουλειές της. Θέμα μεγάλης συζήτησης είναι και η έκταση της επιρροής του Χιούζ στο γράψιμό της. Είναι ξεκάθαρο, από τα ημερολόγια και τα γράμματά της, πως σεβόταν πολύ το ταλέντο του Χιούζ και μιλούσε με σεβασμό γι’ αυτό ακόμα και μετά το χωρισμό τους. Τα ποιήματα της Πλαθ, ωστόσο, είναι ξεκάθαρα γραμμένα στη δική της φωνή και οι ομοιότητες μεταξύ των έργων των δύο ποιητών είναι, στην επιφάνεια, ασήμαντες.
Τα ποιήματά της στην Άριελ οροθετούν μια φυγή από την πρότερη δουλειά της σε μια πιο εξομολογητική περιοχή ποίησης. Είναι πιθανό οι διδασκαλίες του Λόουελλ, που έδιναν έμφαση στον εξομολογητικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα, να διαδραμάτισαν μεγάλο ρόλο σ’ αυτή την αλλαγή. Ο αντίκτυπος της έκδοσης της Άριελ ήταν αρκετά δραματικός, με τις ειλικρινείς περιγραφές του μιας πτώσης προς την ψυχική ασθένεια και δριμεία αυτοβιογραφικά ποιήματα όπως το Daddy. Η ποίηση της Πλαθ έχει επίσης συνδεθεί με αυτή της Σέξτον. Και οι δύο έπασχαν από ψυχική ασθένεια και επίσης και οι δύο αυτοκτόνησαν, άρα οι συγκρίσεις είναι, ίσως, αναπόφευκτες.
Παρά το τεράστιο ποσό κριτικών και βιογραφιών που εκδόθηκαν μετά το θάνατό της, η συζήτηση γύρω από το έργο της Πλαθ μοιάζει συχνά με πάλη μεταξύ των αναγνωστών που παίρνουν το μέρος της και αναγνωστών που παίρνουν το μέρος του Χιούζ. Μια ένδειξη του επιπέδου της πικρίας που κάποιοι είχαν για τον Χιούζ είναι το γεγονός πως πολλοί άνθρωποι κατά καιρούς σκάλιζαν για να σβήσουν το όνομα Hughes από την επιτύμβιά της στήλη.

Εκδόσεις 

Ποίηση 

  • The Colossus (1960)
  • Ariel (1965)
  • Crossing the Water (1971)
  • Winter Trees (1972)
  • The Collected Poems (1981)

Πεζά 

  • The Bell Jar (1963) με το ψευδώνυμο 'Victoria Lucas'
  • Letters Home (1975) προς και επιμελημένα από τη μητέρα της
  • Johnny Panic and the Bible of Dreams (1977) (η Βρετανική έκδοση περιέχει δύο ιστορίες που δεν περιέχονται στην Αμερικανική έκδοση)
  • The Journals of Sylvia Plath (1982)
  • The Magic Mirror (1989), Η διατριβή της τελειόφοιτης Πλαθ στο Κολέγιο Σμιθ
  • The Unabridged Journals of Sylvia Plath, επιμελημένα από την Karen V. Kukil (2000)

Παιδικά 

  • The Red Book (1976)
  • The It-Doesn't-Matter-Suit (1996)
  • Collected Children's Stories (UK, 2001)
  • Mrs. Cherry's Kitchen (2001)

Ελληνικές μεταφράσεις 


Παραπομπές 

  • Η ταινία Σύλβια του 2003 εξιστορεί την ταραγμένη σχέση του ποιητικού ζευγαριού.
  • Hayman, Ronald [1991The Death and Life of Sylvia Plath London, Melbourne, Auckland Heinemann
  • Ariel's Gift: Ted Hughes, Sylvia Plath and the Story of Birthday Letters, της Erica Wagner.

Εξωτερικές συνδέσεις 


Sylvia Plath  - Poem for a Birthday - Who 1959

Who

The month of flowering's finished. The fruit's in,
Eaten or rotten. I am all mouth.
October's the month for storage.

Thie shed's fusty as a mummy's stomach:
Old tools, handles and rusty tusks.
I am at home here among the dead heads.

Let me sit in a flowerpot,
The spiders won't notice.
My heart is a stopped geranium.

If only the wind would leave my lungs alone.
Dogsbody noses the petals. They bloom upside down.
They rattle like hydrangea bushes.

Mouldering heads console me,
Nailed to the rafters yesterday:
Inmates who don't hibernate.

Cabbageheads: wormy purple, silver-glaze,
A dressing of mule ears, mothy pelts, but green-hearted,
Their veins white as porkfat.

O the beauty of usage!
The orange pumpkins have no eyes.
These halls are full of women who think they are birds.

This is a dull school.
I am a root, a stone, an owl pellet,
Without dreams of any sort.

Mother, you are the one mouth
I would be a tongue to. Mother of otherness
Eat me. Wastebasket gaper, shadow of doorways.

I said: I must remember this, being small.
There were such enormous flowers,
Purple and red mouths, utterly lovely.

The hoops of blackberry stems made me cry.
Now they light me up like an electric bulb.
For weeks I can remember nothing at all.

Sylvia Plath  - Poem for a Birthday - Who 1959

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ