ΧΡΙΣΤΟΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ - ΠΟΙΗΣΗ





στον φίλο Αντώνη Ανηψητάκη 

Κάποτε ναι το πίστευα κι εγώ,
πως ο δεσμός που τόνε λένε γόρδιο
είναι αξεδιάλυτος
και μόνο το σπαθί του Μακεδόνα στρατηλάτη
δίνει τη λύση.

Ίσως έτσι, ίσως αλλιώς, μικρή μου Μαρία,
μα τώρα ξέρεις
με το δικό σου στοχασμό και με τα δάκρυα
πως μόνο το σπαθί του Μακεδόνα στρατηλάτη
ή οποιοδήποτε σπαθί ή εγχειρίδιο
τον κόμπο που ανεβαίνει στο λαιμό μας,
όταν σφυρίζουν τα καράβια στο λιμάνι,
τον κόμπο το δικό μας,
δεν τόνε ξεδιαλύνει.


ΧΡΙΣΤΟΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ: Ξένος ειμί και άλλα ποιήματα,  εκδόσεις τυπωθήτω





Θέλω να μου πεις
για τα καράβια που φεύγουνε
με τα πανιά τους
γεμάτα γαλάζια μάτια

Θέλω να μου πεις
για τα καράβια που φτάνουνε
με το κατάστρωμά τους
γεμάτο τροπικό ήλιο

εγώ θα σου μιλήσω
για τα καράβια που ακινήτησε ο άνεμος
δυο μίλια έξω απ’ το λιμάνι.





Ο ΑΝΕΠΙΛΗΠΤΟΣ ΒΙΟΣ
Ο ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΛΕΥΚΟΘΕΑΣ


α΄

Τα ωραία ζουμπούλια στο ανθογυάλι
μου θυμίζουν
τη Λευκοθέα του ναυτολογικού γραφείου —
ερχόταν κάθε Σάββατο απόγευμα,
μερικές φορές και Κυριακή πρωί,
έβγαζε τα φορέματά της,
τα δαχτυλίδια της και το σταυρό της
και γέμιζε με άνθη και αρώματα
όλη η κάμαρη,
τί λέω η κάμαρη
ολόκληρο το σπίτι,
τί λέω το σπίτι
ολόκληρο το 324 οικοδομικό τετράγωνο
και παραπέρα ακόμη
ώς τα φανάρια και την Παναγίτσα
και τη ζωή μου τη φαρμακεμένη.

β΄

Στη Λευκοθέα
            άρεσε το σκληρό κρεβάτι,
έτσι, έλεγε,
βιώνεις με τη σάρκα και το αίμα σου
την κίνηση της ύλης
προς τη θέωση.
Ωδίνει και σπαργά το ξύλο, έλεγε,
και γίνεται καράβι που αποπλέει
τη συνοδεία πετεινών του ουρανού.
Πότε ψηλά και πότε στο βυθό,
εν μέσω των κυμάτων της θαλάσσης, έλεγε,
νεφέλη φωτεινή το αναρπάζει
κι ενώ θαρρείς πως  χάθηκε και πάει
φως ιλαρόν στο γαλαξία μέσα
εκχέεται εκείνο και οδεύει.
Αυτά και άλλα η Λευκοθέα απεφθέγγετο
πριν να γινούμε
θάλασσα και ήλιος
και γιασεμί νυχτερινό.

                                         γ΄

Φως ποθεινότατον η Λευκοθέα
σ’ άλλους αναβαθμούς
διαλάμπει τώρα —
βάζει φωτιά
και λαμπαδιάζουν τα καράβια
κι αχ, είναι ο βίος μας βραχύς
και ανεόρταστος.

Χ ρ ί σ τ ο ς   Ρ ο υ μ ε λ ι ω τ ά κ η ς  (1938)
Ξένος ειμί –και άλλα ποιήματα, 2002






Γιά τήν ποίηση το Χρίστου Ρουμελιωτάκη


Χρίστος Ρουμελιωτάκης χει κδώσει μέχρι σήμερα, στά 68 του χρόνια, δυό ποιητικές συλλογές. Τήν πρώτη, Κλειστή θάλασσα, θήνα 1979 καί τή δεύτερη, Ξένος εμί καί λλα ποιήματα, Τυπωθήτω, θήνα 2002. πρώτη περιέχει 31 ποιήματα καί δεύτερη 42, σύνολο 73. Σύν 3 πού δημοσίεψε στή Νέα στία (ανουάριος 2004), γενικό σύνολο 76. ν λάβουμε πόψη μας τι τά περισσότερα πό τά ποιήματα ατά εναι λιγόστιχα, μπορομε νά πομε τι βρισκόμαστε μπροστά σ᾿ἕναν ξαιρετικά λιγογράφο ποιητή. Μολατατα Ρουμελιωτάκης δέν εναι πλέον λιγογράφος ποιητής πό τούς συνομήλικους ποιητές τς σειρς του -τς σειρς το ᾿60. Πράγματι. Π. Σωτηρίου χει κδόσει μόνο μία συλλογή, σάν ποιήματα, (Χειρόγραφα, Θεσσαλονίκη 1989) μέ 53 ποιήματα, ν Νίκος Καρανικόλας μιά μικρή πλακέτα μέ 13 ποιήματα, (Θεσσαλονίκη 1963). Πέρα πάντως πό τη σύγκριση ατή, Ρουμελιωτάκης παραμένει νας ασυνήθιστα λιγογράφος ποιητής. πως συμβαίνει μως καί μέ λλες περιπτώσεις λιγογράφων ποιητν, τό ποιοτικό κτόπισμα το ργου του εναι ντιστρόφως νάλογο προς την ποσότητά του. Γιατί, τελικά, ,τι μετράει πό τή μεριά το ναγνώστη δέν εναι τό πόσες σελίδες νός ργου ξεσκονίζει, λλά τό τί ντίκτυπο συνεπάγονται μέσα του καί πόσο ατός ντίκτυπος πιμένει στό πέρασμα το καιρο. Κι λοι ξέρουμε πό πείρα, εναι λλωστε μαρτυρημένο, πώς ναλογική σχέση, νάμεσα στήν ποσότητα τν σελίδων νός ργου πού διαβάζουμε καί στόν σωτερικό τους ντίκτυπο, δέν πάρχει.
*
ποιητής ζησε, πό ρισμένη σκοπιά, τά γεγονότα τς μεταπολεμικς ποχς πό πολύ κοντά. Γεννήθηκε τό 1938 σ᾿ να χωριό ξω πό τό Ρέθυμνο. Σέ λικία 7 χρόνων ρθε στήν θήνα (Νέα ωνία), μαζί μέ τή μητέρα του καί τόν κατά δυό χρόνια μικρότερο δερφό του, που βρισκόταν νάπηρος πό τόν λβανικό πόλεμο πατέρας του. κτοτε οκογένεια γκαταστάθηκε στήν θήνα καί δέν πέστρεψε στήν Κρήτη. ντας ποιητής δεκαετής, οκογένεια μεινε πολλά χρόνια χωρίς τό πατρικό στήριγμα. ( πατέρας του, ν καί φησε τό δεξί του χέρι στήν λβανία, ξορίστηκε σέ διάφορα νησιά ς ριστερός γιά 14 λόκληρα χρόνια). τσι Χρίστος ναγκάστηκε νά κάνει, σο ο δυνάμεις του το τό πέτρεπαν, διάφορες δουλειές το ποδαριο γιά τόν πιούσιο. νας λλος ποιητής τς γενις του μς δωσε μιά ναργή εκόνα γιά τήν θέση στήν ποία βρέθηκε τότε, καθώς καί γιά τή μεταγενέστερη πολιτεία του… Εναι τό κείμενο πού ντιγράφω μέσως παρακάτω.

Ο ΑΜΑΛΑΚΙΣΤΟΣ
Χ.Ρ.
σύ δέν κάνεις γιά δ
ε
σαι κόμη «μαλάκιστος», το επαν
καί τόν
διωξαν.
ταν δέν ταν ντεκα χρον
καί π
ς νά τά ᾿βγαζε πέρα μέ τά θηρία τς λαχαναγορς·
μά πο
νά ξεραν
τήν ε
δόκιμη μετ᾿ ο πολύ θητεία του
στό θανάσιμο γιά τά
θη κείνου το καιρο μάρτημα
-μιά
στορία ξίσου δυνηρή
λλά δέν εναι το παρόντος-
Θά ᾿βρισκε λλο δουλειά
θά χτυπο
σε λλες πόρτες
τί
λλο το μενε μέ τόν πατέρα του στίς ξορίες
καί τή μανούλα του
λημερίς στίς φάμπρικες.
Μο φηγήθηκε τό περιστατικό χρόνια μετά
ψημένος πιά γιά τά καλά μέ τίς δικές του
ξορίες
τή δικηγορική καί τά κρυφά χαρτιά του,
διόλου τουτέστιν «
μαλάκιστος»!
Λευκόθριξ
γάστρων
λίγο λόγω τς ονοφλυγίας
μ
᾿ να μπαλονάκι στήν καρδιά
στ
᾿ πατα πνιγμένος
πό τή μαλακία τς λεγόμενης μεταπολίτευσης.
ποιητική κφραση καθιστ περιττά τά δικά μου λόγια. στερότερα, μέ αλλη εκαιρία, θά χρησιμοποιήσω λίγα ατοβιογραφικά στοιχεα πό δημοσιευμένο κείμενο το διου το Ρουμελιωτάκη.
*
ν περάσουμε τώρα στό ποιητικό ργο του, παρατηρομε τι παρουσιάζει τά κύρια γνωρίσματα πού συναντομε στόν ποιητικό κορμό τς δεύτερης μεταπολεμικς γενις. Γιά τά γνωρίσματα ατά χω μιλήσει στήν Εσαγωγή μου στήν νθολογία δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά. Θά χρειαστε στόσο νά γίνει σύντομη μνεία κι δ, εδικά ς πρός τήν ποίηση το Ρουμελιωτάκη.
Λοιπόν.
πάρχει πρτα μιά ασθηση ξωστρακισμο. Τό νά νιώθει κανείς ξένος ξόριστος μέσα στόν τόπο του, τόσο μέ τήν κυριολεκτική ννοια, σο καί μέ τή μεταφορική.
Μέ τήν κυριολεκτική
ννοια, τήν ννοια τς κτόπισης, τό συναντομε σέ ρκετά ποιήματα. Παράδειγμα τό ποίημα «Μς φεραν δυό γλάρους».
Μς φεραν δυό γλάρους πληγωμένους
περπατο
ν ργά
κοιτάζουν τή θάλασσα
κοιτάζουν τά σύρματα
σταματο
ν
περιμένουν
μόνο πού δέν καπνίζουν
δέν περιμένουν γράμμα
καί τό πρωί δέν τούς μετρο
ν
στό προσκλητήριο
Κλειστή θάλασσα
Εναι μιά πολύ σύντομη κι ξίσου συμπυκνωμένη ναφορά στίς μέρες τς κτόπισης το ποιητ πό τή Χούντα (Γυάρο – Παρθένι τς Λέρου).
Μέ τή μεταφορική
ννοια, ς ασθηση νός νοίκειου περιβάλλοντος , λλις, νς νθρώπου πού ασθάνεται ξένος στή γενέθλια γ του, τό βρίσκουμε πληρέστερα κφρασμένο στό μώνυμο ποίημα τς δεύτερης συλλογς, «Ξένος εμί»:
Ξένος εμί καί μισθοφόρος –
κάθε φορά πού στή στροφή βλέπω τή θάλασσα
τό νιώθω.
λη τή μέρα πολεμ σέ ξένο τόπο
τά βράδια, κάτω
πό τό λύχνο,
καθώς μέ πιάνει
νοσταλγία τς πατρίδας
συγγράφω τήν
νάβασή μου.
Ξένος εμί καί μισθοφόρος –
ν τή διαβάσετε νά εστε πιεικες,
στήν
ποχή μου
δέν
πρχε λλος τρόπος νά πεθάνεις.
Τό συναντομε πίσης, πάντα παινικτικά κφρασμένο, μβόλημα, μέσα στή στιχουργική ροή πολλν λλων ποιημάτων. Σύμφωνα μ᾿ ατά θά λεγα πώς ποιητής βρέθηκε νάμεσα σ᾿ κείνους πού, πως γραψε νας λλος ποιητής τς σειρς του, «Σέ κάποια σελίδα της τούς εχε στήσει καρτέρι στορία».
πάρχει, πειτα, τό ασθημα τς στέρησης. Στέρηση πάλι πό τά πιό στοιχειώδη ς τά πιό ψυχικά καί πνευματικά ναγκαία. πό τόν πιούσιο καί τήν πατρική παρουσία, ς τήν λευθερία τς πράξης καί τς κφρασης. Μιά λλειψη πού δυνητικά πλώνεται πάνω σέ τιδήποτε φορ τήν προσωπική ζωή το ποιητικο ποκειμένου. Δέν περιορίζεται συνεπς μέσα σ᾿ ναν πρωτοβάθμιο, ς πομε, χρο στέρησης, λλά κτείνεται πολύ πέρα π᾿ ατόν. Κι κε πού δέ θά τό περίμενε κανείς. τσι π.χ. βλέπουμε νά ρχεται στήν πιφάνεια μέσα πό μιά ρωτική στιγμή, πως ποδηλώνεταιι στό ποίημα «π᾿ τό παράθυρο», πού ντιγράφω μέσως παρακάτω.
π᾿ τό παράθυρο κατέβαινε τό δάσος
μως πιανε καφέ πό τό διο φλυτζάνι
καπνίσανε
πό τό διο τσιγάρο
πλωσε τά μαλλιά της στούς μους της
καί τόν κοίταξε
τότε γιά πρώτη φορά κατάλαβε
τί θά πε
μιά γυναίκα δική σου
στω καί γιά λίγην ρα
στω καί μοιρασμένη μέ κάποιον λλον.
Κλειστή θάλασσα
πάρχει πίσης συναίσθηση τς χαμένης εκαιρίας. Σέ πολλά κείμενα γίνεται ασθητή προσμονή ρισμένης ξέλιξης πραγμάτων πού δέν συντελέστηκε. Κάτι πού νδιάθετα ναμενόταν λλά πού τελικά κυρώθηκε. Κατά να τρόπο ποίηση το Ρουμελιωτάκη μς δίνει τήν εκόνα νός σταματημένου ργοτάξιου. Εναι σάν νά σταμάτησε κάποτε νά κινεται τροχός τς στορίας καί νά μειναν λα σάν μιά χειρονομία μετέωρη σάν μιά ρχή χωρίς συνέχεια. πό ατή τή στασιμότητα, πού εναι καί μιά μορφή προσωπικς πραξίας, πηγάζει νας ντονος σκεπτικισμός. Μιά ασθηση σχεδόν ματαιότητας. Παράδειγμα τό σύντομο «στερόγραφο» τς πρώτης συλλογς:
Τώρα καθένας
ς πλώσει τή δική του τή θάλασσα
λλη θάλασσα ς μή περιμένει
τώρα
καθένας
ς νοίξει τούς δικούς του σκούς
λλος νεμος δέ θά πάρξει
καί πιά τί νά τίς κάνουμε τίς σάλπιγγες
τώρα πού
πόλεμος τελείωσε
πάρχει κόμα μιά τραυματική μνήμη πό νδοοικογενειακά καί ξωοικογενειακά συμβάντα. λα βέβαια σχετίζονται μέ τήν νώμαλη μεταπολεμική περίοδο το τόπου. Γιά τά νδοοικογενειακά εδαμε νωρίτερα τήν ποιητική ναφορά το Τάσου Γαλάτη. Τά ξωοικογενειακά φορον κυρίως πρόσωπα πού προδόθηκαν πό τίς στορικές περιστάσεις καί πλήρωσαν βαρύ τίμημα. Μιά σαφή δέα παίρνουμε πό τό ποίημα «Δρόμοι τς μνήμης».
Δρόμοι τς παγωμένης μνήμης
μιλ
στε μου πόψε γιά τό Νίκο Πάιρα
καί τή ζωή του·
γιατί πολέμισε, γιατί νικήθηκε.
Κάποια στιγμή εναι στό ναρρωτήριο,
στερα χάνεται.
Καί γιά τό Γιάννη Πέτσα,
τν πενήντα,
πού σέρνεται στά καφενε
α τς Βέροιας,
λαχειοπώλης,
μέ μιά ταυτότητα πρωτοετο
ς τς Νομικς,
κιτρινισμένη.
Καί γιά τούς λλους,
α
τούς πού ρχονται μόνο τή νύχτα·
γιατί πολέμησαν, γιατί νικήθηκαν.
Κι γώ πού δέν πολέμησα, ποιός εμαι
καί τί ζητ
σ᾿ ατή τή ραψωδία τν νικημένων.
Ξένος ε
μί
ποιητής χρησιμοποιε πίσης ρισμένα στορικά μυθολογικά πρόσωπα («ρέστης», «Μόνο ρέστης», «Σαίν Ζύστ», «Σαρλότ Κορνταί») γιά νά ναφερθε σέ περιπτώσεις τόμων πού βρέθηκαν κάποια στιγμή στά «δόντια τς μυλόπετρας». Μέ στόχο βέβαια νά σημάνει, μμεσα ναλογικά, παροντικά δεδομένα.
χουμε τέλος να ασθημα διεξόδου. Διαφορετικά θά λεγα πώς λείπει πίστη σ᾿ να βασικό στόχο. Κάτι κεφαλαιδες γιά νά ζήσει κανείς καί νά δώσει νόημα στίς πράξεις του. Κι δ, σύμφωνα μέ τά κείμενα, βασικός στόχος δέν πάρχει. Τό πνεμα πού διέπει γενικά τή συγκεκριμένη ποίηση εναι πνεμα δεολογικο διεξόδου, μέ τή διαφορά τι δίνεται κατεξοχήν ς παρξιακό σοδύναμο. Πουθενά δέν γίνεται εθέως λγος γιά δεολογικό κενό, γίνεται στόσο ασθητό μέσα πό πράξεις πού γγίζουν βαθιές πτυχές το προσωπικο εναι. Πρόκειται γιά να πόγειο ρεμα πού γγίζει τά περισότερα, ν χι λα, τά κείμενα τν δύο συλλογν. Εναι κάτι πού τό ψυχανεμίζεται κανείς κι κε πού θά ᾿λεγε πώς πουσιάζει ντελς. Γιά τήν ρα να μικρό δεγμα μέ τό ποίημα «Καί πς νά ζήσεις».
λη τή μέρα δέν κάνω τίποτα
τά βράδια κοιμ
μαι νωρίς
καί τό πρωί ξυπνάω κατάκοπος·
καί π
ς νά ζήσεις,
καί π
ς νά πεθάνεις
διαβάζοντας κυριακάτικες
φημερίδες,
νοικοκύρης,
σ
᾿ να σπίτι μ᾿ αλή καί πηγάδι
ε
κοσι χρόνια μετά τά τριαντατρία σου.
Ξένος ε
μί
πάρχουν ραγε θετικές ντιδράσεις πέναντι στά παραπάνω; σως μπορομε νά μιλήσουμε γιά τέτοιες ντιδράσεις σέ δυό περιπτώσεις.
πρώτη χει νά κάνει μέ τίς διάφορες εφρόσυνες ρωτικές μπειρίες. μπειρίες πού, καθώς συντελονται στά πλαίσια στερητικν καταστάσεων συνήθως, βιώνονται μέ συνήθιστη νταση. Εναι, θά λεγε κανείς, μικρές διαφυγές πό τό γενικότερο κλίμα θυμίας καί σκεπτικισμο πού συνέχει τό ποιητικό γώ. Σωστικές στιγμές, ντίδωρα ζως, λλά τόσο μόνο, μιά καί δέν ναπληρώνουν λλα ξωερωτικά ζητούμενα. στω μως κι τσι δέν παύουν ν᾿ ποτελον θετικές ξαιρέσεις.
δεύτερη περίπτωση φορ στορικά παραδείγματα, ψυχικο σθένους καί θικς συνέπειας, νθρώπων πού βρέθηκαν στήν κόψη το ξυραφιο. νθρώπων πού, μένοντας πιστοί στίς πεποιθήσεις τους, φτασαν ς τό χελος το γκρεμο χωρίς νά καμφθον, πέμεναν καί τελικά βγκαν πό τή δοκιμασία κερδισμένοι. ποιητής δέν μένει στή βιογραφία τους, τό σημεο πού τόν νδιαφέρει εναι κριβς κορυφαία στιγμή τς δοκιμασίας τους. Ατή πού, μεταξύ λλων, μπορε νά διακαιώνει παρξιακά μιά λόκληρη ζωή. ταν μως φτάνεις νά κφράζεις να τέτοιο γεγονός εναι πόμενο νά ρχεσαι πολύ κοντά στό βίωμα το ρωά σου. Καί μλλον νά τό ζες πιθυμητά. Φαντάζεται λοιπόν κανείς τόν ποιητή νά δίνει μ᾿ ατόν τόν τρόπο δαφος σέ δικές του διαθέσεις. Νά τείνει κφραστικά πρός ,τι θά μποροσε νά ταν πράξη του κάτω πό στορικές συνθκες διαφορετικές πό κενες στίς ποες βρέθηκε διος. Ο συνθκες στίς ποες ζησε ποιητής δέν ταν βέβαια ενοϊκές γιά δοκιμασίες πάνω στίς πάλξεις. Γιά δράση, που θική στάση καί τό καμπτο ψυχικό σθένος δικαιώνονται. Βέβαια τό κφραστικό ποτέλεσμαι στή περίπτωση ατή ενα διπλά νδεικτικό: πό τό να μέρος προϋποθέτει τούς ρνητικούς ρους τς ποχς το ποιητ, ν πό τ᾿ λλο μέρος δείχνει τίς θετικές ντιδράσεις το ποιητικο ποκειμένου. δ φυσικά ναφέρομαι στό δεύτερο σκέλος. Καί γιά το λόγου τό ληθές παραθέτω να πό τά καλύτερα ποιήματα πού χει γράψει Ρουμελιωτάκης. Τό «Βαρούτην χανόμεθα».
Κάπου βαθιά πάρχουν στό μυαλό μου
βίος καί τά κατορθώματα
το
ρχηγο Λυκούργου Λογοθέτη,
πως συχνά τά χρόνια κενα
μο
τ᾿ νιστοροσε
φίλος μου λέξης Σ.
κ Σαρακηνν.
μως πόψε δέν θ᾿ ναδιφήσω
τόν βίο καί τά κατορθώματά του –
λλωστε ατά τά γράφει στορία,
θά π
μονάχα καί μ᾿ ατό τελειώνω
μιά λεπτομέρεια πού κρίνω,
τι μπορε νά ρίξει στή ζωή μας
λίγο φ
ς.
λοθε, λέει, τόν ζώναν ο χθροί
κι ο
τε ψωμί οτε νερό
κι ο
μέρες του
κι ο
ρες του σως μετρημένες.
δ ς νοίξω μιά παρένθεση
νά π
, τι στόν βίο μας
ρχεται κάποια μέρα
πού
πιβάλλεται νά πάρουμε ποφάσεις
κρίσιμες καί γιά μ
ς
καί γιά τούς
λλους πού σέ μς προσβλέπουν –
τότε τά λόγια τά πολλά δέν
φελον,
δυό λόγια μόνο,
να κίνημα τς κεφαλς,
α
τό ταιριάζει.
Δέν εχε ρα λεος,
μέτρησε τούς δικούς του, τούς
χθρούς,
τήν κακοτράχαλη
νοιξη,
π
ρε μολύβι καί χαρτί καί χάραξε (τό μήνυμα)
Βαρούτην χανόμεθα
τίποτε λλο.
Τήν ρα κείνη τόν φαντάζομαι,
νά γράφει καί νά
πογράφει τή γραφή
καί σάν λιοντάρι
ψυχή του νά βρυχται
Βαρούτην χανόμεθα
τίποτε
λλο.
Βαρούτην, λοιπόν, δελφοί, Βαρούτην
καί τό Μέγα
λεος.
Ξένος ε
μί
***
Επα νωρίτερα πώς στά κείμενα τν δύο συλλογν πάρχει δεολογικό διέξοδο, πού δίνεται μως κατεξοχήν ς παρξιακό σοδύναμο. Πρόκειται σως γιά τήν σπουδαιότερη ρετή ατς τς ποίησης, πού διαφορετικά θά μποροσε νά πάρει τό δρόμο τς θεωρίας καί το διανοουμενισμο. μως ποιητής μένει κοντά στά μπειρικά δεδομένα. Κι εναι λήθεια πώς τά γραφτά του προέρχονται πό τήν πλούσια μπειρική του περιουσία. Μιά περιουσία πού, ς ψυχική καί πνευματική περιπέτεια, στάθηκε ζηλευτή, στω κι ν δέν πρξε καθόλου νώδυνη. Δραματική, πώδυνη κι πικίνδυνη κάποτε, μως ταν τό πέρασμα πό ατό τό πουργατόριο βιώνεται χωρίς κρατούμενα καί πεκφυγές, χωρίς νά χαρίζεται κανείς στόν αυτό του, χει πολλά ν κερδίσει. χει νά κερδίσει πρτα καί κύρια τόν αυτό του. Κι πειτα, ν εναι ποιητής, κάμποσο πολύτιμο ποιητικό μέταλλο. Μέ τό Ρουμελιωτάκη βρισκόμαστε μπροστά σέ μιά τέτοια περίπτωση. Πέρασε μέσα πό δυσκολότατες καταστάσεις κρατώντας τόν αυτό του ρθιο. Ατό μαρτυρον τά κείμενά του –τά κείμενα πού χουν τόν τρόπο νά ξεσκεπάζουν τούς ποκρινόμενους. Πράγματι ποιητής, μέσα στήν ποιητική προσπάθεια, δέν κάνει γλυκά μάτια πρός καμιά πλευρά, δέν ναρκισσεύεται, δέν πέφτει σέ εκολους συναισθηματισμούς. ντίθετα εναι εθύς καί θά ᾿λεγα τεγκτος μέ τόν αυτό του. Ατό φαίνεται πό τό γενικό πνεμα τν κειμένων του. Θά ξιζε μως νά δομε δ να εδικότερο δεγμα τς λεγχόμενης θικς του. ννο τό ποίημα πού πιγράφεται «νύπνιον ᾿88».
ρθε πατέρας μου τή νύχτα
καί μέ φώναξε·
μαθαίνω πράγματα, μο
λέει,
καί φοβο
μαι,
νά πληρώσεις τό νοίκι σου καί τά κοινόχρηστα
καί τά
λλα,
πως συμφώνησες.
Μά πατέρα, το
λέω,
δ δέν εναι τό σπίτι μου, εναι φυλακή,
δέν τό βλέπεις;
κι α
τή δέν εναι βρύση πού στάζει,
ε
ναι ζωή μου
πού στραγγίζει σταγόνα-σταγόνα.
Τό ξέρω, μο
λέει,
λλά καί σύ τό ξερες καί πόγραψες
καί τώρα
φείλεις νά πληρώσεις,
πως λοι μας.
Ξένος ε
μί
Στό ποίημα φέρπει μιά δέα φιλοπαιγμωσύνης, λλά τό βάρος πέφτει στό χρέος τς θικς συνέπειας. Ατς τς συνέπειας πού φέρνει τήν ποίηση το Ρουμελιωτάκη κοντά στήν ποίηση το ναγνωστάκη. Βασικό γνώρισμα καί στούς δυό ποιητές, πως καί μπειρικός χαρακτήρας τν γραφτν τους.
Γιά τόν
μπειρισμό το Ρουμελιωτάκη, μολονότι ατόδηλος γιά ποιον γνωρίζει τό ργο του, χουμε να βοηθητικό γραφτό του σέ πεζό. πιγράφεται «ποθκες φάλων πλων. Κλειστή-περίκλειστη θάλασσα»4 καί εναι ατοβιογραφικό, συνταγμένο σέ δεύτερο πρόσωπο. κε διευκρινίζεται καί ανιγματικός τίτλος τς πρώτης συλλογς Κλειστή θάλασσα, μιά καί θάλασσα χει τήν ννοια τς νοιχτς κτασης καί χι τς κλειστς. Λοιπόν στό πεζό ατό ποιητής μιλάει, νάμεσα σέ λλα, γιά τήν τετράχρονη κτόπιση καί φυλάκισή του σέ, «μιά ποθήκη φάλων πλων», στό Παρθένι τς Λέρου. Τά «φαλα πλα» ταν τά ποβρύχια πού κρυβαν ο ταλοί, πρίν ποδοθον τά Δωδεκάνησα στήν λλάδα, στόν ρμο το Παρθενίου. « ρμος το Παρθενίου ταν περίκλειστος καί μοιαζε μέ λίμνη. Στήν εσοδο το ρμου πρχε βραχονησίδα ρχάγγελος, πού σάν πραγματικός ρχάγγελος τόν προστάτευε πό τήν νοιχτή θάλασσα. [...]
»Γιά τόν
λέξη Σεβαστάκη τά ᾿χεις πε καί τά ᾿χεις γράψει πολλές φορές. Τά χειμωνιάτικα βράδια, ταν λοι κλείνονταν στό θάλαμο συναθροίζονταν στήν τραπεζαρία, σύ βγαινες στό προαύλιο μέ τίς σκιές τν εκαλύπτων. ταν κε πού εχαν συναντηθε τά βήματά σας. καί περπατούσατε μαζί. κε λοιπόν, σο λεγε γιά τά παιδιά του καί τήν «Κυρία Καίτη», τή γυναίκα του, πού τούς εχε φήσει μόνους, χωρίς κανένα πόρο, κε στά Καρλοβάσια. Καί γιά τό δίκαιο τς Σάμου, τούς καρμανιόλους καί τόν Λυκούργο Λογοθέτη, ποος, ταν κάποτε εχε βρεθε πολιορκημένος πό τούς Τούρκους, εχε κπέμψει τό μήνυμα «Βαρούτην-Χανόμεθα», πιταγή πρός τούς συντρόφους του καί ν ταυτ κραυγή πελπισίας. Μερικές φορές, λοιπόν, κε πού περπατούσαμε σιωπηλοί -καί ταν τό σύνηθες- βαζε τό χέρι στόν μο σου, σταματοσε καί βρυχτο: «Βαρούτην-Χανόμεθα»».
Τά δυό
ποσπάσματα δείχνουν τι κι ταν τά ποιήματα δέν μολογον τά δια τήν μπειρική φετηρία τους ατή πάρχει. ς σημειωθε μάλιστα πώς τό δεύτερο πόσπασμα μαρτυράει πό ποιά ψυχική νταση νασύρθηκε. Γιατί, νεξάρτητα πό τήν βαρύτητα τς στιγμς πού κφωνήθηκε τό «Βαρούτην-Χανόμεθα» πό τόν Λυκοργο Λογοθέτη, χει σημασία τό πς τό οκειποιήθηκε ποιητής σ᾿ να προαύλιο φυλακς. Τό «Βαρούτην-Χανόμεθα» δέν χάνει τήν ξία του ταν κούει κανείς τήν στορία του καθισμένος σέ ναπαυτική πολυθρόνα, πίνοντας κάτι ονοπνευματδες, καπνίζοντας καί τραγανίζοντας ξηρούς καρπούς. Σίγουρα χι. μως κάτι διαφέρει ταν μαθαίνεις τήν στορία του πό να συνεκτοπισμένο σύντροφο, σ᾿ να προαύλιο φυλακς, τά κρύα χειμωνιάτικα βράδια κ.λπ., πως στήν περίπτωση το Ρουμελιωτάκη.
Σχετικά μέ τά παραπάνω ε
ναι πίσης τά ποιήματα κενα πού συνδέονται μέ διαβάσματα το ποιητ. ννο τά ποιήματα πού προϋποθέτουν νάγνωση μελέτη κειμένων, δίως λογοτεχνικν καί στορικν. τσι βλέπουμε νά γίνονται σ᾿ ατά ναφορές σέ ργα καί νόματα πως: σμα σμάτων, Βάρναλη, Γκόρπα, Δάντη, Σαίν Ζύστ, στορία Θουκυδίδου, Κύρου νάβασιν, Σαρλότ Κορνταί, Λωτρέκ, ρλώφ, Παπαδιαμάντη, Ρόζα Λούξεμπουρκ, Γεώργιο Φραντζή κ.. μως καί τά ποιήματα ατά δέν εναι προϊόντα ργαστηρίου, οτε χουν γκεφαλικό χαρακτήρα. ντίθετα πηγάζουν πάντα πό βαθύ μπειρικό μεταλλεο. Παράδειγμα τό ποίημα «Τά ρλωφικά», πού θά μποροσα νά τό χρησιμοποιήσω ς παράδειγμα καί σέ προηγούμενες πισημάνσεις.
Ζωή κι ατή
ν
᾿ λλάζεις κάθε μέρα νομα,
νά κουβαλ
ς πλαστές ταυτότητες καί διαβατήρια
καί γιά ποιό λόγο.
πότε πλανόδιος μουσικός
πότε νοτάριος
κατζιλιέρης
καί γιά ποιό λόγο.
Γυρίζουν λα πάλι στό μυαλό σου,
ο
δρόμοι, προφητεία,
ο
κατακόμβες,
τά χρόνια πρίν π᾿ τούς ρλώφ,
χλωρά, μοσχοβολο
ντα διά παντός,
ταν πού πρχε λόγος.
ναφορικά μέ τήν προσγειωμένη ραση το ποιητ στά πράγματα δέν νομίζω πώς χρειάζεται νά πιμείνω περισσότερο. Βέβαια, πως συμβαίνει πάντα μέ τούς ποιητές, πρίν πό τήν ριμότητα προηγεται τό στάδιο τς μαθητείας, που τό μπράγματο στοιχεο κατά κανόνα στερε. πό τήν ποψη ατή θά λεγα πώς τά ρχικά κείμενα τς πρώτης συλλογς, τά πρτα τέσσερα λ.χ., εναι κάπως βαρ. Εναι κείμενα μαθητείας, στά ποα προέχει πινόηση το ποιητικο ντικειμένου -χι συνεπς τό βιωματικό τους ρμα.



λόγος στήν περίπτωση το Ρουμελιωτάκη χει νά σηκώσει τό φορτίο πού συνάγεται πό τά προηγούμενα. Κι εναι λήθεια πώς μοιάζει νά πιέζεται γιά νά σηκώσει ατό τό βάρος. Γι᾿ ατό, ταν διαβάζει κανείς τά ποιήματα τν δύο συλλογν, τά βρίσκει διαίτερα συμπυκνωμένα. Σάν νά θέλουν νά σημάνουν κι ατά πού ποιητής θέλησε νά φήσει στή σιωπή. Πράγματι λόγος, ν καί ναργής, εναι ξαιρετικά ποδηλωτικός. Μέ τήν ννοια τι ποδηλώνει να μεγάλο πόθεμα διαθέσιμου λικο πό τό ποο ντλονται ατές ο νησίδες-ποιήματα. Λίγα λένε τά ποιήματα, λλά πολλά φήνουν νά ννοηθον. Σίγουρα μέ τό λικό το Ρουμελιωτάκη νας λλος ποιητής, χι παραίτητα φλύαρος, θά εχε γράψει πολύ περισσότερα. Λιτότητα λοιπόν καί συμπύκνωση εναι τά χρακτηριστικά το λόγου στή συγκεκριμένη ποίηση.
Λιτότητα πού κάποτε θυμίζει τή λιγόλεξη τεχνική τ
ν χάι-κάι, πως π.χ. συμβαίνει στό ποίημα «Σάν τή βροχή»:
Σάν τή βροχή πέφτω μέσα σου
ποτάμι
γαπημένο
ποιός θά μπορέσει νά μ
ς χωρίσει
Κλειστή θάλασσα
ποτέλεσμα τς λιτς κφρασης εναι τά πολλά λιγόστιχα ποιήματα πού γραψε ποιητής. Σέ ρκετά μάλιστα πό ατά χρειάζεται νά ᾿σαι προϊδεασμένος γιά νά πάρεις τόν ντορό τους. Παράδειγμα τό ποίημα «Γυρίζεις πάλι»:
Γυρίζεις πάλι
καί πίσω δέν
ρχεσαι
καί Φυλάξου μο
λές
τούς ε
δα στό δάσος ν᾿ νάβουν φωτιές
καί
λα χάνονται
Ξένος ε
μί
Ατός πού «γυρίζει πάλι», πως συνάγεται πό λλα κείμενα, εναι πατέρας το ποιητ. Καί τό τούς «εδα στό δάσος», σχετίζεται, καθώς ποθέτω, μέ τή «μαύρη τρομοκρατία» τς μεταπολεμικς ποχς. λλοτε πάλι λιτός λόγος μόλις φήνει νά φανε ερωνικός στόχος του. Π.χ. τό ποίημα «Εσπέρα»:
Γυρίζει λιος, χαμηλώνει ορανός,
τελειώνει
μέρα·
τή Μαρία τήν
γαπ,
τά
λλο μποροσα νά περιμένω.
Ξένος ε
μί
που βέβαια δέν πονοεται ρωτική πληρότητα, λλά ζωή χωρίς σκοπό, νειρα, κι λπίδες, «τό σταματημένο ργοτάξιο» πού λεγα νωρίτερα σέ λλο σημεο.
οκονομία το λόγου ποτελε βασικό γνώρισμα τς ποίησης ατς. Τό διαπιστώνεις μέσως διαβάζοντας να ποιοδήποτε κείμενό της. Ο λέξεις πέφτουν, θά ᾿λεγε κανείς, στό χαρτί μέ πολλή φειδώ, ζυγισμένες μέ κρίβεια. Καί μέ μέτρο τήν κφραστική τους πάρκεια, τσι πού ν δέν εναι πόλυτα λειτουργικές, ς πρός τόν κφραστικό στόχο το ποιήματος, νά μένουν στό περιθώριο. Δέν ξέρω πς ργάζεται ποιητής. λόγος του πάντως φανερώνει μιά κραία μέριμνα γιά τό παραίτητο καί μιά ντίστοιχη φροντίδα γιά τόν ξοβελισμό το περιττο. Ατή μέριμνά του γιά τ πολύτως λεκτικά παραίτητο δέν εναι σφαλς σχετη μέ τή μικρή κταση το ργου του.
πό τ᾿ λλο μέρος, σέ στενή συνάφεια μέ τή λιτότητα το λόγου, χουμε ντισταθμιστική κειμενική συμπύκνωση. Πυκνές ναφορές μέ λίγα λόγια. Εναι δύσκολο νά βρες στήν ποίηση ατή λέξεις φράσεις μισοφορτισμένες, λέξεις φράσεις δηλαδή πού νά παραπέμπουν σέ σχνά πολειπόμενα σημαινόμενα. ντίθετα χουμε λεκτικά στοιχεα πού μοιάζουν βαρυφορτωμένα, σάν νά ξεπερνάει τό φορτίο τους τή χωρητικότητά τους. πιπλέον τό κάθε ποίημα, πως γενικά συμβαίνει, πέρα πό ,τι δηλώνει σέ πρτο πλάνο, συνοδεύεται πό μιά ποδηλωτική λω. Στή συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται γιά να πλέγμα παραπομπν στά πεπραγμένα τς μεταπολεμικς ποχς, μέσα πό τήν προσωπική ραση το ποιητικο ποκειμένου. λα τά ποιήματα λων τν ποιητν διαθέτουν ποδηλωτική λω. πλς δ, στήν ποίηση το Ρουμελιωτάκη, χουμε μιά ποβλητική μεσότητα πού δέν τή συναντομε συχνά. ναφορικά μέ τήν λική πυκνότητα το λόγου (δηλωτική, ποδηλωτική), θά λεγε κανείς, πώς στίς δυό συλλογές πικρατε τάση τς σο τό δυνατό μεγαλύτερης συμπίεσης το λεκτικο λικο. Σέ βαθμό πού τό ποτέλεσμα νά φαίνεται κάποτε ανιγματικό σχεδόν. Παράδειγμα τό ποίημα «μς τούς λλους».
Ξημέρωμα τς Παραμονς
Μαρία, μέ τό αμα στό στόμα,
νοίγει τήν πόρτα καί χάνεται στό χιονιά
μς τούς λλους, μαύρη Μαρία,
θά μ
ς προλάβει καινούργιος χρόνος.
Ξένος ε
μί
Τό πεντάστιχο ναφέρεται σέ ρισμένο γεγονός, τό ποο μως δέν τό περιγράφει. ποιητής ασθάνεται γι᾿ ατό τήν νάγκη νά κάνει στό τέλος το βιβλίου μιά πεξηγηματική νύξη: «μς τούς λλους. Μαύρη Μαρία, πως στόν Τάκη Σινόπουλο.» Τό γεγονός εναι θάνατος τς χήρας το Τάκη Σινόπουλου, Μαρίας, παραμονή πρωτοχρονις. Τό νομά της ναφέρεται συχνά στά τελευταα γραφτά το Σινόπουλου. Γιά τόν ναγνώστη πού δέν γνωρίζει τά στοιχεα ατά, τό ποίημα δέν εναι πλήρως προσπελάσιμο. δ νομίζω συμπύκνωση χει φτάσει στό προχώρητο. Εναι στόσο νδεικτική τς τάσης πού πικρατε στόν ποιητικό λόγο το Ρουμελιωτάκη. Πάντως σέ λλες περιπτώσεις, πως π.χ. στό ποίημα «Μς φεραν δυό γλάρους», μέ σοδύναμη συμπύκνωση, ναγνωστική προσέγγιση εναι πλήρης.
ς σημειωθε τι παρόλη τή φραστική πυκνότητα τν κειμένων λόγος κυλάει νετα, χωρίς σημάδια πό γλωσσικά σφιξίματα, στριψίματα, κόμπους κ.λπ. Χωρίς νά φήνει κάν νά φανε προεργασία πού χει προηγηθε. σως μάλιστα νετη ροή το λόγου, κάτι πού γίνεται μέσως ασθητό, νά μποροσε δημιουργησει τή λαθεμένη ντύπωση τι φείλεται σέ εκολία το ποιητ στό γράψιμο. λιτός καί πυκνός στόσο λόγος πολύ δύσκολα ποτελον προϊόντα πρώτης γραφς. Πίσω πό τήν «φυσική» γραφή το Ρουμελιωτάκη κρύβεται κάμποσος κφραστικός δρώτας. πλς τό ποτέλεσμα τς προσπάθειας, κι ατό ποιητικά τόν δικαιώνει, εναι ξαιρετικά θετικό.

Περιοδικό Μανδραγόρας, τεχος 40, 2009.





Ποιος είναι ο Χρίστος Ρουμελιωτάκης

Γεννήθηκε το 1938 στην Αργυρούπολη Ρεθύμνης. Μετά τον πόλεμο εγκαταστάθηκε στη Νέα Ιωνία Αττικής. Σπούδασε νομική, πολιτικές και οικονομικές επιστήμες. Εργάσθηκε ως δικηγόρος. Έλαβε μέρος στους κοινωνικούς αγώνες της εποχής του και συμμερίσθηκε τη μοίρα της Ελληνικής Αριστεράς.
 
Εξέδωσε και διηύθυνε το πολιτικό περιοδικό «Σχεδία».
* Από το 1999 ως το 2010 ήταν πρόεδρος του ιδρύματος «Τάκης Σινόπουλος – Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης».
Στα γράμματα εμφανίσθηκε με το ποίημα «Πίσω από τα βλέφαρα» στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», το 1957.
Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές δοκιμίων.
Για το έργο του “Ασκήσεις Αυτογνωσίας” τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο Δοκιμίου- Κριτικής.









Σχόλια

  1. Δεν τον ήξερα ή καλύτερα δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να διαβάσω μία τόση καλή παρουσίαση του έργου του. Μπράβο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Για άλλη μια φορά σ'ευχαριστώ! Είσαι ένας από τους πιο πιστούς μου αναγνώστες!

      Διαγραφή
    2. Αυτή τη στιγμή σε διαβάζουν 5 άτομα. Καλά πας. Εγώ απλά σχολιάζω (όποτε έχω μυαλό και χρόνο).
      Μου αρέσει γιατί είναι όχι ένα σκόρπιο ποίημα, αλλά μια σχεδόν ολοκληρωμένη δουλειά, που με παιδεύει σε ψάξιμο, αλλά μου το δίνει έτοιμο και μπορώ να κρίνω καλύτερα τον ποιητή...

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ