ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ




J. R.

Χιονίζει στα παιδικά μου χρόνια
Ποιος άνοιξε το παράθυρο για να την δω;
Στο δρόμο την προλάβαν οι νιφάδες
Παίζαν οι νιφάδες με την κάπα της
Κι ο δρόμος πίσω της γέρος κι έρημος
Χειρονομούσε απελπισμένος
Τώρα περνούνε τραίνα και σφυρίζουν
Περνούνε τραίνα και με κάνουνε κομμάτια
Πέφτουν νιφάδες και παγώνουν την καρδιά μου
Χιονίζει στα παιδικά μου χρόνια.



Μικρά συμβάντα - Ι

Αυτό το ποίημα βρέθηκε ανάμεσα στα γράμματα
Τα σταλμένα τότε που έλεγες πως μ' αγαπούσες
Λησμονημένα βρύα καλύπτουν τους στίχους
Στους τοίχους της ξερολιθιάς τους γιομάνουσα
Κι' αγιόκλημα από την Άνοιξη που δεν ξεχνάει
Να καταθέσει το στεφάνι της στη μνήμη του
 
Φτωχού έρωτά μας.


Από τις σημειώσεις, τχ. 56





Αύρα

Είχα ξεθαρρέψει το περασμένο καλοκαίρι
Έλεγα πως όλα τέλειωσαν τραγουδούσα κάθε πρωί
Κολυμπούσα μ' ένα δελφίνι πλάι μου
Ώσπου έφτασε κείνη η συντροφιά
Με το μελαχρινό κορίτσι
Που 'χε τα χέρια της φωλιές πουλιών
Και τα μαλλιά της ορμητήρια ανέμων
Με συνεπήρε ο καημός κι άρχισα πάλι να γράφω στίχους
Ξενυχτούσα μαζεύοντας αστέρια για τα μαύρα της μαλλιά
Την άλλη μέρα τα πετούσα
Σκούριαζαν
Μου 'παν πως τα πείραζε η υγρασία της θάλασσας
Φανταζόμουν τα δάχτυλά μου καταρράχτες στο κορμί της
Διάλεγα έρημες ακρογιαλιές
Και δεν θυμάμαι τι άλλο
Πάνε τόσοι μήνες ξανάρθαν οι ήσυχες μέρες
Με τα αισθήματα στη χειμωνιάτικη νάρκη τους
Με το κορμί τυλιγμένο στη μοναξιά του
Με τις πληγές του έρωτα επουλωμένες
Με σχέδια για τ' άλλο καλοκαίρι

Από τη συλλογή
 Flash back (1971)

Πηγή: ανθολογία
 Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)



Πληγή
Μνήμη Ευθαλίας Γεράση

Σε πρόλαβε η Αυγή στο δρόμο ζαλωμένη
Λίγο-λίγο λιγόστευε το σπίτι η πείνα
Η  λειψή ζωή μας πήρε παράταση ένα μήνα
Απ’ την εικόνα: «Χαίρε Μαρία Κεχαριτωμένη»
Άδειασε το εικονοστάσι το θαμπό καντήλι
Τσιτσιρίζει στο σκοτάδι δίχως στάλα λάδι
Οι συμφορές περίσσεψαν καλπάζουνε ομάδι
Τα δάκρυά σου δέν χωράνε στο μαντίλι
Ο πόνος δεν χωράει στην καρδιά σου
— Η πέτρα που ξαπόσταινες μονάχα σε θυμάται —
Η Ρουψιά* λαχτάρα κι έγνοια σου κοιμάται
Στην αγκαλιά της καταχνιάς και στη ματιά σου
Μπουμπουκιασμένη Άνοιξη στα δέντρα κρεμασμένη
Μαύρα κοτσύφια στης αυλής τις άσπρες πλάκες
Οι δρόμοι που μας πήρανε σπαρμένοι νάρκες
Κι η Λευτεριά στο μέλλον ανατιναγμένη.








"ΔΙΠΤΥΧΟ"

Στη λογοτεχνική συντροφιά της Κόνιτσας
για το καλοκαίρι του 2000.

Ι. Αώος
Το κεφαλαίο Άλφα με τα σκέλη του φυτεμένα χωριστά, να ανταμώνουν στην κορφή σχηματίζοντας οξεία γωνία μεταξύ τους. Στη μέση της διαδρομής τους μια δρένια γρέντα ενώνει τα δύο μέρη, στηρίζοντάς τα, μην τυχόν κι ο άνεμος που καλπάζει θυμωμένος απ’ το φαράγγι, τα γκρεμίσει. Αριστερά, ψηλά, μια ψιλή ξεχασμένη απ’ την εποχή του πολυτονικού, μισοφέγγαρη σελήνη, παραμυθιάζει το τοπίο.
Χαμηλότερα το Ω-μέγα με τα θυμωμένα νερά του καθώς κατρακυλούν από βράχους και σκέμπια στον ύπνο των βελανιδιών, με την περισπωμένη αϊτό μ’ ανοιγμένες τις φτερούγες να ισοζυγιάζεται στον ουρανό του, συντροφεύοντάς το στην πορεία του καθώς ποτίζει δέντρα και ξεδιψάει αγρίμια ` τους υπηκόους του.
Κι από κοντά το ο-μικρόν να κρατάει το ίσον σε τούτο το πολυφωνικό τραγούδι του φαραγγιού, με παρτή τον καταρράχτη που κατρακυλάει φουριόζος, και κλώστη τον άνεμο ν’ ανακατεύει φυλλωσιές και κόμες δρυάδων. Και καμιά άλλη φωνή δεν γίνεται αποδεκτή κι όταν παρ’ ελπίδα ακουστεί, το φαράγγι την επιστρέφει θυμωμένα, άγρια, επιτιμητικά ` δεν έχεις παρά να δοκιμάσεις, για να εισπράξεις την οργή του. Μονάχα ό,τι λέγεται κάτω από την ευθεία του ίσου επιτρέπεται, στο ύψος των ταπεινών ανθισμένων λουλουδιών και τις αστραφτερές σταγόνες στα πέταλά τους και λίγον άνεμο πάνω τους καθώς γέρνουν προς τη μεριά των νερών, μ’ εμπιστοσύνη. Όλο τούτο το θαύμα συμβαίνει ερήμην μας -πώς θάταν αλλιώς θαύμα;-καθώς είμαστε μικρές κουκκίδες για λίγες ώρες, παράσιτα που επωφελούνται από το ζωογόνο κλίμα, και τα ίχνη των πελμάτων μας για λίγο και δυσδιάκριτα, πριν από τον άνεμο και τη βροχή.
Τέλος, το τελικό σίγμα, οφιοειδές και συριστικό να ελίσσεται γλυστρώντας προς τις σπηλιές των πηγών όπου σχεδιάζεται λεπτό προς λεπτό, μέτρο το μέτρο η διαδρομή του ποταμού. Σε ποια σημεία θα τον ανταμώνουν παραπόταμοι και χείμαρροι, σε ποιες οβίρες θα αποθέσουν οι πέστροφες τα αυγά τους, ποιους και πόσους κάμπους θα ποτίσει και σε ποια δέλτα γαλήνιος και πλήρης εποχών -σημαδεμένων από κεραυνούς κι έναστρες ευδίες -, θα ξεκουραστεί, αφήνοντας καλάμια και πουλιά να τον κατοικήσουν, καθυστερώντας την είσοδό του στη θάλασσα, την αλμυρή από τα δάκρυα των ναυαγίων.


ΙΙ. Η κυρία Αγγελικούλα απ’ τη Μολυβδοσκέπαστο.

Ποιες πόρτες μας ανοίγεις Αγγελικούλα απ’ τη Μολυβδοσκέπαστο, ποιες πόρτες;
Πόρτες παλιές ξύλινες, σφαλισμένες απ’ τον καιρό, ταλαιπωρημένες από τη βροχή και τον άνεμο, ένα με τον κισσό και τη σταυρωμένη μνήμη που πλέκονται πάνω της. Με το μαντήλι σου να κρύβεις μαλλιά που ξεχύνονταν ως τη μέση και τη φωνή σου να ξυπνάει λησμονημένα τραγούδια από κείνα τα λυπητερά του χωρισμού και της απόγνωσης.
Και μ’ έναν χορό στα δυο -όταν το μοιρολόι σφουγγίζει τα δάκρυά του από τον λυγμό για τους απόντες, και το γυρίζει διακριτικά σε χορό- , ν’ αμπώχνεις τον καιρό, λιγοστεύοντας την απόσταση από το αντάμωμα, λιγοστεύοντας και σένα την ίδια, δίνοντας στον Μινώταυρο της ξενιτιάς χαψιές από το δικό σου το κορμί για να μην τις πάρει απ’ τους δικούς σου.
Ποια σκέμπια σε σιγουρεύουν, ποιο θυμωμένο ποτάμι σ’ αντριεύει, ποιος άνεμος καθαρίζει τα σωθικά σου από τις πίκρες και νιώθεις λεύτερη;
Ποιος ερχομός βάζει μπουγάδα μ’ αλισίβα, καθαρίζει το σπίτι, ποτίζει τον κήπο, ανθίζει τα φυτά, κρεμάει αστραφτερές σταγόνες δρόσου στα πρωινά όνειρα καθώς καθυστερούνε στην αυλή δοκιμάζοντας ντεμπίνες από την περγουλιά; Ποια ξερικά χωράφια μετρούν τον πόνο σου γιατί το γέννημα βγαίνει λειψό απ’ τις χαλικαριές τους;
Ας είναι ευλογημένα τα νερά του ποταμού που ποτίζει τα καλαμποχώραφα κι η ζεστή μπομπότα -από τα χέρια σου ζυμωμένη και ριγμένη στο φούρνο-, ακριβή λιχουδιά, νέκταρ κι αμβροσία αντάμα. Κι όταν από απροσεξία μας έπεφτε κανένα κομμάτι στο σιάδι, το παίρναμε διακριτικά -με ευλάβεια θάλεγα-, το φιλούσαμε και το φέρναμε προσεκτικά στο στόμα.
Ποια σεντούκια με θησαυρούς μας ανοίγεις και γεμίζει η κάμαρη μυρωδιές από φρούτα και ξεχασμένα φιλιά;
Ποιες κουρτίνες παραμερίζεις να φανούν η Νεμέρτσκα και το Πάπιγγο, αυτά τα βουνά που δεν αστειεύονται;
Κι όταν έρθει η ώρα του αποχωρισμού, πυκνή αντάρα ανηφορίζει απ’ την κοιλάδα κρύβοντας βουνά, δέντρα, σπίτια, ανθρώπους και δάκρυα και μοναχά η κραυγή -μαχαιριά της Γιαγιάς Γκαβάκως από τη Βήσσιανη ακούγεται για λογαριασμό όλων των Γιαγιάδων και Μανάδων της Ηπείρου: Ούι, τα σκωτοπλέμονά μου, η μαύρη κι άλαλη!

Τάσος Πορφύρης    



Τάσος Πορφύρης: Είμαι σαν το μουστάκι του Γκόργκι, δεν αλλάζω με τίποτα

Συνέντευξη στον Σταμάτη Μαυροειδή

"Το μέλλον δεν με ενδιαφέρει, το παρελθόν μού φτάνει και μού περισσεύει".
Αυτοί οι δύο στίχοι  τουΤάσου Πορφύρη  συγκροτούν τον πυρήνα της ποιητικής του, αυτοί συνθέτουν -κι   αποκαλύπτουν συνάμα- το βαθιά βιωματικό, αφηγηματικό του πορτρέτο.
Ο Τ. Πορφύρης, 79 χρoνών σήμερα, αντίκρισε τον ήλιο της ζωής το 1931  στο χωριό  Άγιος Κοσμάς στο Πωγώνι των Ιωαννίνων. Απέναντί του είδε να υψώνεται  επιβλητικά το βουνό της Νεμέρτσκας, πηγή έμπνευσης στη συνέχεια για την ομώνυμη –και πρώτη- ποιητική του συλλογή. Σ’ εκείνον τον  πέτρινο  τόπο άκουσε  φωνές και μύθους ανθρώπων, εκεί αφουγκράστηκε τους απαλούς κι απλούς ρυθμούς  της φύσης, των νερών και των ζωντανών της. Δεν χρειάζεται ν’απορεί  κανείς  γιατί αυτά τα χρόνια σημάδεψαν βαθιά την ψυχή του, γιατί αιχμαλώτισαν τη  ματιά και τη  γραφή του. Μ’ αυτήν την … παλιά εποχή, με το παρελθόν, παλεύει μέχρι σήμερα ο Πορφύρης, την καθημερινή ζωή και τα αγνά υλικά  της υμνεί στα κείμενά του, αυτά ενεργοποιούν τις αισθήσεις και το νου του. Ο κοπός του, στα όρια του χρέους σχεδόν, είναι να νοηματοδοτήσει το παρόν, ανασυστήνοντας έναν  κόσμο που αποσύρεται, συντηρώντας  με κάθε τίμημα την εξόριστη  από το σημερινό πολιτισμό μνήμη του  με τα ξέφωτά της, αλλά   και την αίσθηση της ελευθερίας που τη συνόδευε.
Το κύριο μέλημά μου (θα μας πει) είναι η διάσωση της μνήμης, η οποία είναι πολύτιμη. Γιατί, κυρίως, συνδέεται με τη μάνα που μας μεγάλωσε. Και κοντά της τα ζωντανά, τα χωράφια, το δάσος, τα ποτάμια -αυτά «Τα διανυκτερεύοντα φαρμακεία της πατρίδας» (κατά Ζαρκάδη)- και τα βουν«που δεν αστειεύονται» (κατά Δάλλα)».
Είμαστε γεωργοί…  Ο ίδιος δεν είχε προλάβει ακόμα να γίνει γεωργός αφού το 1938,  εφτά μόλις χρόνων ακολούθησε την οικογένειά του που μετακόμισε στην Αθήνα αναζητώντας καλύτερη τύχη. Κι όμως αυτή η ταύτιση με τη γη, η χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου, δεν είναι σχήμα λόγου είναι η αλήθεια του.  Μια αλήθεια που επιβεβαιώνει τη ρήση ότι τα παιδικά μας χρόνια είναι ίσως η μόνη μας πατρίδα…
Απ’ την Αθήνα επέστρεψε και πάλι στον τόπο του το 1942 όπου πέρασε τέσσερα ακόμη χρόνια. Η μνήμη της τετραετίας εκείνης από τα δέκα μέχρι τα δεκατέσσερά του δηλαδή,   και το βίωμα των οδυνηρών γεγονότων του μεγάλου πολέμου που την συνόδεψαν, δεν αντισταθμίζονται με όλα όσα πέρασε ή έκανε στη μετέπειτα ζωή του στην Αθήνα ισχυρίζεται ο ίδιος: •“ας συγκινούν  ακόμη αυτά τα χρόνια, τον ρωτήσαμε: « ακόμα, ακόμα, δεν έχω εξαντλήσει αυτόν τον τόπο με τα γραπτά μου, νομίζω πως έχει ακόμη πολλά περιθώρια…». Και όταν του αντιτείναμε ότι η «ενδοχώρα» της γραφής του δεν θα συγκινεί   πλέον μετά από μια-δυο γενιές αφού οι καταστάσεις που περιγράφει δεν θα υπάρχουν, μας αφοπλίζει με το ερώτημα: «ε! δεν είναι λόγος αυτός να τη διασώσω;»

Θέλετε  να μου πείτε γιατί στραφήκατε και στην πεζογραφία;
Η ποίηση είναι περισσότερο πυκνή, μπορείς να την αναλύσεις, στην πεζογραφία δεν γίνεται, είναι αυτό που είναι. Ο πρώτος λόγος είναι αυτός, ο δεύτερος είναι ότι στην πεζογραφία χρησιμοποιώ υλικά που μου περισσέψαν απ’ την ποίηση, είμαι ειλικρινής, άλλοι δεν το λένε αυτό.

Αυτό  το «περίσσεψαν» δεν έχει λίγο αρνητικό πρόσημο;
Όχι καθόλου! Δεν εννοώ ότι δεν είχα τι να τα κάνω, απλώς δεν μπορούσαν να ενταχθούν στην ποίηση.

Κύριε Πορφύρη είχατε και εξακολουθείτε να διατηρείτε  μια έντονη σχέση με την Αριστερά. Από πότε χρονολογείται;
Από  την εποχή του ανταρτοπόλεμου, τη μεγάλη απάτη  με τη συμφωνία της Βάρκιζας και του επόμενου χρόνου όπου άρχισαν να κόβουν κεφάλια… τους είπαν «δεν θα σας πειράξουμε» και την επόμενη μέρα  κάνανε τους αγωνιστές ποινικούς εγκληματίες και τους εξαφάνισαν από προσώπου γης όλους. Ξέχωρα που είχα και πολλούς από το συγγενικό μου περιβάλλον που κυνηγήθηκαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, στήθηκαν απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα. Άλλοι πήγαν έξω, μερικοί γυρίσανε, άλλοι δεν γυρίσανε. Όλα αυτά με συγκλόνισαν.

Αναθυμούμενος εκείνα τα χρόνια, συγκρίνοντάς τα με τα σημερινά της Αριστεράς, ποια είναι η αίσθησή σας;
Η αίσθησή  μου είναι ότι η Αριστερά έχει γίνει «κομμάτια και θρύψαλα» και ότι είναι πολύ δύσκολο να κολλήσουν τα κομμάτια της. Η παραδοσιακή, στον κόσμο της, και η άλλη, σε δείπνα και διοργανώσεις συνεδρίων, ερωτοτροπώντας με το ΠΑ•“ΟΚ.

Μιλήστε μου λίγο για το πώς δουλεύετε τα ποιήματα.
Αναφερόμενος  στην ποίησή μου, θα μπορούσα να πω πως φροντίζω ώστε ο στίχος να μην ολοκληρώνεται στο οπτικό του τέλος, αλλά να συνεχίζει  στον επόμενο. Προσπαθώ με τον τρόπο  μου να νομιμοποιήσω έναν άλλον τρόπο  ανάγνωσης με το πέρασμα -και χωρίς σημεία στίξης συνήθως- από τον ένα στον άλλο στίχο με ελευθερίες στον αναγνώστη για συμμετοχή στην ολοκλήρωση του ποιήματος.






Βιογραφικό 

Ο ποιητής Τάσος Πορφύρης γεννήθηκε στον Άγιο Κοσμά Πωγωνίου Ιωαννίνων το 1931. Μέλος της εκδοτικής ομάδας των περιοδικών Μαρτυρίες, Προτάσεις, Σημειώσεις. Συνεργάτης πολλών λογοτεχνικών περιοδικών (Μαρτυρίες, Σημειώσεις, Φηγός, Ηπειρωτικά Χρονικά, Ηπειρωτικά Ημερολόγια, Ζωσιμάδες, Οροπέδιο, Πλανόδιον κ.ά.). Μετέφρασε
E. Pound, T.S. Eliot, D. Thomas κ.ά.



Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2011)
(2008)
Έρημα, Ύψιλον
(2006)
Η δοντάγρια, Σοκόλη - Κουλεδάκη
(2004)
(1996)
Τα λαβωμένα, Έρασμος


Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(1998)


Λοιποί τίτλοι
(2003)
Ανθολογία της βροχής, Παπαδόπουλος [ανθολόγηση]
(2001)
Πολυφωνικόν ανθολόγιο ηπειρώτικης ποίησης, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων [ανθολόγηση]







Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ