ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ - Λέκτορας συγκριτικής λογοτεχνίας/ποιητής




Το τέλος του τέλους

Όταν τελειώσει κάτι

είναι σαν τη γεύση

που σπαρταράει στον ουρανίσκο

εκείνες τις απειροελάχιστες στιγμές

προτού έρθει η φύση

και την ξεπλύνει



Κάποιοι λένε

ότι το τέλος είναι λυπηρό

Σημαίνει ότι όλα όσα

γνώριζες μέχρι τώρα

αλλάζουν



Εγώ λέω

συνώνυμο του τέλους

η ολοκλήρωση

Έκανες κάτι

Έφτασες κάπου

Έδωσες το είναι σου

Καιρός για ανάπαυση



Κάθε τέλος

σηματοδοτεί μια προσπάθεια

κα σε φέρνει πιο κοντά

στο ιδανικό



Το τέλος λοιπόν

δεν είναι καιρός για λύπηση

γιατί μπορεί όλα τα ωραία

να τελειώνουν γρήγορα

Υπάρχει όμως μια μυστική γνώση

που θα μεταδίδεται αέναα

από στόμα σε στόμα



Αυτή είναι η μία και μοναδική

ζωογόνος δύναμη

Η πίστη ότι όσο κοντά

στο τέλος και να πλησιάζεις

υπάρχει και για σένα κάποιος

που καίγεται σαν τα μυθικά κεριά

στων αρχαίων Θεών

τα ιερά


Βασίλης Μανουσάκης, Μιας σταγόνας χρόνος, εκδόσεις Πλανόδιον, Αθήνα 2009, σ. 38-39






Ο Βασίλης Μανουσάκης στο 
δείτε την εξομολόγησή του στο: http://www.confession-session.com/article.php?id=186




Πριζον-ίαση

O ΜΑΡΚ ­σβη­σε τν ­πο­λο­γι­στ στς 7 πα­ρ τέ­ταρ­το ­κρι­βς. Ε­χε σκο­τώ­σει τν Τε­τρα­κέ­φα­λο ­ρυ­γα κα ε­χε ­να­κτή­σει τ Δί­κο­πη Λε­πί­δα τς Α­θεν­τί­ας.
       Στς 8 κα τέ­ταρ­το κάρ­φω­σε τν χαρ­το­κό­πτη του στν λαι­μ το δι­ευ­θυν­τ του κα στά­θη­κε πά­νω ­π τ πτ­μα ψέλ­νον­τας ­κα­τά­λη­πτα μάν­τρα.
       Ο ­στυ­νο­μι­κο ε­παν πς στν δρό­μο γι τ τμ­μα, συ­νέ­χι­σε ν μουρ­μου­ρί­ζει κά­τι σχε­τι­κ μ τ Χώ­ρα τς Πρι­ζο­νί­ας, ­που βρί­σκε­ται θαμ­μέ­νο τ Στα­χτ Πε­τρά­δι τς ­πι­φοί­τη­σης.





Γκον­τ ­φτα­σε ρ­γά

O ΓΚΟΝ­ΤΟ ΞΥ­ΠΝΗ­ΣΕ ρ­γ ­κεί­νη τ μέ­ρα, ­πως κα κά­θε μέ­ρα. Ση­κώ­θη­κε, πλύ­θη­κε, κοί­τα­ξε τν ­μορ­φο πα­ρα­δει­σέ­νιο κ­πο του ­νοί­γον­τας τ πα­ρά­θυ­ρο κα στ συ­νέ­χεια κά­λε­σε τν πι­στό του ­πη­ρέ­τη, τν Πότ­ζο, γι ν τν ­νη­με­ρώ­σει γι τ πρό­γραμ­μα τς ­μέ­ρας. ­ταν πο­λυ­ά­σχο­λος κύ­ριος Γκον­τ κα­θώς, μο­λο­νό­τι βα­θύ­τα­τα πλού­σιος, ε­χε ­φι­ε­ρώ­σει τ ζωή του στς ­γα­θο­ερ­γί­ες κα τν ­κτι­βι­σμό, προ­σπα­θών­τας ν βο­η­θή­σει κά­θε πει­να­σμέ­νο φτω­χ πο ε­χε πραγ­μα­τι­κ ­νάγ­κη ν σώ­σει τ πε­ρι­βάλ­λον. ­τσι λοι­πόν, κά­θε πρω­ Πότ­ζο το ­φερ­νε τν τ­ζέν­τα μ τ πρό­γραμ­μα γι ν δον σ ποι­ς ­πι­σκέ­ψεις θ πή­γαι­ναν κα τ ποι­ν θ προ­σπα­θο­σαν ν σώ­σουν.
         ­λα τ προ­λά­βαι­νε κύ­ριος Γκον­τό. Ε­χαν ­λοι ν τ πον. Δν ­φη­νε κα­νέ­να πα­ρα­πο­νε­μέ­νο. ­μοια­ζε ν ε­ναι παν­τα­χο πα­ρών. Κα στν δρό­μο του φί­λευ­ε πάν­τα κα με­ρι­κ ζε­λε­δά­κια τ παι­δι πο τν πε­ρι­κύ­κλω­ναν ξέ­ρον­τας πς ­χει τς τσέ­πες του γε­μά­τες μ δα­τα. ­στε­ρα συ­νέ­χι­ζε τν δρό­μο του πρς τν ­πό­με­νη ­λε­η­μο­σύ­νη. Κα πάν­τα ­ταν ­λο χα­ρά. Μά­λι­στα ο ν­θρω­ποι ­λε­γαν πς δν τν ε­χαν δε πο­τ ν μ χα­μο­γε­λά­ει κα ­ρι­σμέ­νοι κα­κεν­τρε­χες συμ­πλή­ρω­ναν πς τ χα­μό­γε­λο α­τ ­ταν ­πλς ­να κου­σού­ρι ­π ­τύ­χη­μα πο ε­χε μι­κρός.
        Δν ε­χε ση­μα­σί­α ­μως για­τ τ χα­μό­γε­λο το κυ­ρί­ου Γκον­τ ­ταν με­τα­δο­τι­κ κα κό­σμος γύ­ρω του ε­τυ­χο­σε.
        Μό­νο πο ­κεί­νη τν ­πο­φρά­δα, ­πως ­πο­δεί­χτη­κε, μέ­ρα Γκον­τ ξύ­πνη­σε κά­πως ­δι­ά­θε­τος. Δν ­νι­ω­θε τ συ­νη­θι­σμέ­νη του φρε­σκά­δα, ο­τε τ συ­νη­θι­σμέ­νη του ε­θυ­μη δι­ά­θε­ση, ­πει­δ θ βο­η­θο­σε κι λ­λους ν­θρώ­πους σή­με­ρα. Ε­χε μι ­προσ­δι­ό­ρι­στη γκρί­νια κα ­ναν ­νε­παί­σθη­το ­ρε­θι­σμ ­ξαι­τί­ας ­νς σπυ­ριο στ δε­ξί του κω­λο­μέ­ρι πο τν ­τρω­γε κι­ό­λας προ­κα­λών­τας του πε­ρισ­σό­τε­ρη γκρί­νια.
         Πότ­ζο ε­χε προ­βά­λει τ κε­φά­λι του ­π τν πόρ­τα, τν ­ρα πο Γκον­τ ­τέ­νι­ζε ­πως πάν­τα τν κ­πο του, ξύ­νον­τας ταυ­τό­χρο­να μ μα­νί­α τν πι­σι­νό του. χ, σκέ­φτη­κε. Κα­κ μαν­τά­τα! Δν μς βλέ­πω ν πη­γαί­νου­με ο­τε σή­με­ρα.
        ­λως πα­ρα­δό­ξως τ ση­με­ρι­ν πρό­γραμ­μα ­ταν ­δει­ο σχε­δόν, ­κτς ­π μί­α μι­κρ ση­μεί­ω­ση μ ψι­λ γράμ­μα­τα στ πά­νω μέ­ρος μις λευ­κς κα­τ τ’ λ­λα σε­λί­δας. «Μς πε­ρι­μέ­νουν Ντιν­τ κα Γκογ­κό».
         Ντιν­τ κα Γκογ­κό, ο δυ­ ν­δρες μ τ ­στε­α ­νό­μα­τα πο πε­ρί­με­ναν τό­σα πολ­λ ­π τν κύ­ριο Γκον­τό. Τν ε­χαν ­νο­χλή­σει μ τ α­τη­μά τους πρν ­π 2 μέ­ρες ­κρι­βς. Ε­χαν στεί­λει ­να κου­ρε­λι­α­σμέ­νο πα­νί, μλ­λον τσέ­πη σα­κα­κιο, ­που πά­νω του ε­χαν γρά­ψει: «Δν ξέ­ρου­με τ ν κά­νου­με. ­λα ν μς πες.» Πότ­ζο τ ε­χε δι­α­βά­σει στν Γκον­τό, λ­λ ­κε­νος φά­νη­κε γι πρώ­τη φο­ρ στ ζω­ή του ν ­δι­α­φο­ρε. ­σω­σε δυ­ γρι­ο­λες, ­να μω­ρ κα ­κα­τ δέν­τρα ­π ξε­ρί­ζω­μα σ ­να κον­τι­ν λ­σύλ­λιο. Δν ε­χε και­ρ γι Ντιν­τ κα Γκογ­κ κα τ ­παρ­ξια­κά τους θέ­μα­τα.
        «­σ’ το γι α­ριο», ε­χε πε στν Πότ­ζο ­ταν το τ πρω­το­έ­δει­ξε κα ­κε­νος ­κα­νε ,τι τν πρό­στα­ξε ­φέν­της του. Ο­τε σή­με­ρα ­μως φαι­νό­ταν ν ­χει κέ­φια. Κα σν ν ε­χε μά­τια στν πλά­τη, Γκον­τ τν πρό­στα­ξε ν φέ­ρει κα τ σ­μα του μέ­σα στ δω­μά­τιο κα ν το πε τ ­χουν ν κά­νουν. Πότ­ζο ­κα­νε ,τι το ε­πε κα ­να­κοί­νω­σε μ ­λο­φά­νε­ρο δι­σταγ­μ στ φω­νή του πς ε­χαν μό­νο ν π­νε ν δεί­ξουν στος δύο ­λ­τες πο ν π­νε κα πς ν κά­νουν κά­τι. Α­τ ­φε­ρε φα­γού­ρα στν Γκον­τ κα ρ­χι­σε πά­λι ν ξύ­νε­ται μα­νι­ω­δς. ­στε­ρα δν κου­νή­θη­κε ­π τ θέ­ση του. ­μει­νε ­κε ς τ πέ­σι­μο τς νύ­χτας, μ τν Πότ­ζο δί­πλα του. Κά­θε φο­ρ το ­λε­γε ν ξε­κι­νή­σουν κι ­στε­ρα σκε­φτό­ταν κά­τι λ­λο κα ­με­νε στ θέ­ση του ρεμ­βά­ζον­τας. ­σπου νύ­χτω­σε πι κα ο δύο ν­δρες ­πο­κοι­μή­θη­καν στς πο­λυ­θρό­νες μπρο­στ στ πα­ρά­θυ­ρο.
        Τν ­πο­μέ­νη τ πρω­ί, Γκον­τ ­ταν σα­φς σ κα­λύ­τε­ρη κα­τά­στα­ση κα ξε­κί­νη­σαν πρω­-πρω­ ν π­νε στος ­λ­τες. ­ταν ­φτα­σαν στν σκου­πι­δό­το­πο, ε­δαν ­π μα­κρι δύο μα­ρες φι­γο­ρες ν α­ω­ρον­ται κρε­μα­σμέ­νες στ δέν­τρο. «Μ κα­λ γυ­μνο ε­ναι; Κρέ­μα­σαν τ ρο­χα τους στ κλα­διά;» σκέ­φτη­κε μ μι μι­κρ κ­πλη­ξη κύ­ριος Γκον­τό. «Τί σκα­ρώ­νουν πά­λι;» Κι ­ταν πι ­φτα­σε κον­τ στ μο­να­δι­κ δέν­τρο τς πε­ρι­ο­χς, ­τοι­μος ν τος ­πι­πλή­ξει γι τ βλα­κεί­α τους, ν­τί­κρι­σε τ ­σχη­μα σου­λού­πια το Ντιν­τ κα το Γκογ­κ κρε­μα­σμέ­να μ ­να σκοι­ν ­π τν λαι­μ στ γέ­ρι­κα κλα­δι το σκε­λε­τω­μέ­νου δέν­τρου.
        «Τε­λι­κ ο ­νό­η­τοι πρό­λα­βαν κα ­κα­ναν κά­τι χω­ρς ν τος τ π ­γώ», σκέ­φτη­κε κα το ξέ­φυ­γε ­νας καγ­χα­σμός.
        Κι ­στε­ρα γυρ­νών­τας στν Πότ­ζο ε­πε κυ­νι­κά, «Σή­με­ρα κα­τα­γρά­φη­κε πρώ­τη μέ­ρα πο δν πρό­λα­βα ν σώ­σω κά­ποιον» κα ξα­να­κάγ­χα­σε πι δυ­να­τ δι­α­σκε­δά­ζον­τας μ τ σκέ­ψη.
        Κι ­πει­τα ξε­μά­κρυ­ναν μ γορ­γ βή­μα­τα, ­φή­νον­τας τος δύο ­λ­τες ­κε που ­λοι ­λε­γαν πς ­νή­κουν.





Μανουσάκης, Βασίλης, λέκτορας συγκριτικής λογοτεχνίας/ποιητής




Ο Βασίλης Μανουσάκης έχει διδακτορικό στην αμερικανική ποίηση και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου (ακαδημαϊκή περίοδος 2011-2012), ενώ έχει επίσης διδάξει, στο παρελθόν, στο ίδιο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Γράφει και μεταφράζει ποίηση, πεζογραφία και δοκίμια και αρθρογραφεί και συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά της Ελλάδας και του εξωτερικού. Ανήκει στη συντακτική ομάδα του ηλεκτρονικού περιοδικού για την ποίηση .poema.. [www.e-poema.eu] και παράλληλα είναι επιμελητής σειράς άρθρων για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία στη βρετανική διαδικτυακή λογοτεχνική εγκυκλοπαίδεια [www.litencyc.com]. Είναι μόνιμος συντάκτης του λογοτεχνικού περιοδικού "Πλανόδιον" και συνεργάτης του περιοδικού "Poetix". Από το 2007, συμμετέχει ενεργά στη διοργάνωση του Ελληνοαμερικανικού Συμποσίου Ποίησης, που εγκαινίασαν οι ποιήτριες Susan Gevirtz και Σιαρίτα Κουκά, και είναι υπεύθυνος για τις ιστοσελίδες του [www.parossymposium.com] και [inotherwords-symposium-greece.blogspot.com]. Η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο "Μιας σταγόνας χρόνος" (2009), κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Πλανόδιον", και η συλλογή διηγημάτων του "Ανθρώπων όνειρα" (2010), από τις εκδόσεις Αντ. Σταμούλη. Ποιήματα και μεταφράσεις του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά "Πλανόδιον", "Poetix", [www.e-poema.eu], [www.poeticanet.com], "Little Red Leaves" και "New American Writing" και είναι υπό έκδοση στο περιοδικό "Drunken Boat".



Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ