Τάσος Δενέγρης - Ποιήματα




ΠΙΚΡΗ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ

Μέσα σ' αυτό το μαρτύριο
Σφυρηλατούνται
Ολοι εκείνοι που πρόκειται
Να ξεπεράσουν το φόβο
Και να κοιτάξουν τον κόσμο
Από ψηλά
Αυτόν τον ίδιο
Που ταυτοχρόνως
Βρίσκονται μέσα του και παραδέρνουν.





Έξω απ' τα δόντια

Ο ξένος είναι πάντα ξένος
Μην το ξεχνάς
Κι αυτόν
Που σήμερα φιλία κιόλας κέρδισε
Πουλώντας σου φριχτές κοινοτυπίες
Για τον καιρό, για το κρασί
Την ομορφιά του τόπου

Κράτα τον σε απόσταση
Μην πέφτεις στην παγίδα
Όσο κι αν σου φάνηκε
Καλών προθέσεων, προσιτός.
Μην το ξεχνάς
Στο χαρτοφύλακά του
Μπορεί και να σου κουβαλά
Μακέτα φυλακής μ' ανεμιστήρες.

6 Απριλίου 1976

Από τη συλλογή
 Θειάφι και αποθέωση (1982)

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=36116.0#ixzz28mGxSSZW



Ο θάνατος στην πλατεία

Τέτοιες στιγμές παράλογης κι απόκοσμης χαράς
Μπορείς να ξεχωρίσεις τον θάνατο
Οι άλλοι περνούν κάτω ανύποπτοι στην Πλατεία Κάνιγγος
Κι ο θάνατος είναι πλάι, μαζί τους
Έχει μεταμορφωθεί σε λαχειοπώλη
Κι είναι ασήμαντος με μπεζ κοστούμι
Κι αναπηρικό σήμα στο πέτο
Μόλις καταλάβει πως κανείς
Ίσως κανείς τον υποπτεύτηκε
Μεταμορφώνεται σε θυρωρό.

Πρέπει να προλάβω
Να πω αυτά που είδα
Σήμερα το πρωί από το έβδομο πάτωμα.

Τώρα βλέπω πώς δημιουργήθηκαν τα μνημόσυνα κι οι προβλέψεις
Τα κοινά τροπάρια και τα ωράρια
Οι ευκατάστατοι κι οι δειλοί
Οι συνήθειες η ανοχή τα μπορντέλα
Γι' αυτό κανείς
Δεν μπορεί να διακρίνει
Τον θάνατο
Στην Πλατεία Κάνιγγος στις 11 το πρωί.

Εγώ πρόλαβα και την τελευταία μεταμόρφωση
Έχει ντυθεί πωλητής κι έχει μπροστά του
Ένα τραπέζι
Με κόκκινους ανεμόμυλους
Που περνούν δαιμονισμένα
Όταν σηκωθεί μικρός άνεμος.

Σ' αυτή την παράξενη χαρά
Σ' αυτή την κατάσταση που τα νεύρα δεν υπακούουν το μυαλό
Κι η μνήμη εξαρθρώνεται και περπατάει ελεύθερη
Σαλτιμπάγκος σ' εναέρια κόλπα
Σ' αυτήν την παράλογη χαρά
Με το σώμα νικημένο από τον ίδιο
Παντοδύναμο κι αυτοτελές
Μπορείς να δεις καθαρά στις υγρές φυλακές τής ερημιάς τής γυναίκας
Να συλλάβεις τους σπονδύλους τού ρυθμού
Και να πιάσεις τον θάνατο
Ανήμπορο και δειλό
Ν' αποφεύγει την σύγκρουση.

27 Ιανουαρίου 1966

Από τη συλλογή
 Θάνατος στην Πλατεία Κάνιγγος (1975)

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=36116.0#ixzz28mHqdhq6



Ζεν

Ας αφεθούμε λοιπόν
Σε συναισθήματα πιό ακαθόριστα
Σε περιδιάβαση στον ουρανό.

Σύννεφα στάσιμα με αυτοτέλεια
Δεν προμηνύουνε κάτι κακό
Μάλλον υπόσχονται και βεβαιώνουν
Μέρα που άρχισε με καυσαέρια
Πιέσεις συμφέροντα συμβιβασμούς
Ίσως τελειώσει
Με μιά προσήλωση στο πουθενά
Με το κεφάλι
Μαύρου θηρίου
Που για τη χάρη σου
Μεταμορφώθηκε
Σε κατοικίδιο
Και σου γελά.

Από τη συλλογή
 Η κατάσταση των πραγμάτων (Καστανιώτης, 1989)

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=36116.0#ixzz28mHyf6Ve




Ελεγείο για τους νεκρούς νέους

Τώρα θα πω το πιο βαρύ:

Εκείνοι που φύγαν πριν αισθανθούν
Τη χαρά του δέντρου που βλέπει να μεγαλώνει
Να βγάζει κλαδιά και φύλλα μέρα τη μέρα
Πριν κατοικήσουν το σπίτι, ένα ήσυχο σπίτι στο πλάι
Της θάλασσας

Εκείνοι που φύγαν πριν μιλήσουν
Αυτά που θα θέλαν να πουν
Εκείνοι που κόπηκε η σκέψη τους
Στη μέση απ’ την αρρώστια
Που σάπιζε το κρέας η χαλνά το αίμα
Ή εκείνοι που μείναν στα βαθιά φαράγγια της Ασίας
Δίχως την αφή της γυναίκας στα μέλη τους που τέλειωσαν
Εκείνη που προπορεύονταν εξακόσια φεγγάρια
Παχιά σύννεφα σκεπάζουν το πρόσωπό τους
Οι πράξεις τους κοιμούνται στη χώρα των λωτοφάγων





Τάσος Δενέγρης: είδα κάτι γκαζές ασυνήθιστα μεγάλες, άλλες θαμπές κι άλλες διάφανες.

Ήταν Μάρτης του 1942. Πείνα, Κατοχή. Χοντρή πείνα. Λίγο πριν από το μεσημέρι, ο πατέρας μου κι εγώ βγήκαμε απ' το σπίτι μας στους Αμπελοκήπους, διασχίσαμε τον μικρό κήπο με τα ελάχιστα λουλούδια γιατί ποιος είχε τότε όρεξη να καλλιεργεί λουλούδια, αν υπήρχε χώρος φύτευε πράγματα φαγώσιμα, όπως έκανε ο πατέρας μου που είχε φυτέψει ρόκα και κάρδαμο και ντοματιές. Άνοιξε λοιπόν τη βαρειά σιδερένια πόρτα, στρίψαμε δεξιά κι αρχίσαμε να περπατάμε. Τη σιδερένια πόρτα στην αναφέρω γιατί ήταν ασυνήθιστα βαρειά και συμπαγής για έναν τόσο μικρό κήπο αλλά και γιατί πολλές φορές στον ύπνο μου ακούω τον ήχο της, ένα χαρακτηριστικό τρίξιμο. Είχαμε να κάνουμε πολύ δρόμο κι ύστερα μην ξεχνάς πόσο ήμαστε εξαντλημένοι από την πείνα. Στην πρώτη γωνία, το πιο όμορφο σπίτι της περιοχής. Η έπαυλη ΠΥΡΡΗ. Τότε στεγαζόταν το Φρουραρχείο των Γερμανών. Ιστορικό κτίριο. Τον Δεκέμβρη του '44, έγινε Φρουραρχείο του ΕΛΑΣ. Ο κήπος είχε φοίνικες. Λίγο πιο κάτω, ήταν το Μαιευτήριο της Έλενας. Στο χώρο έξω από το Μαιευτήριο μαζευόμαστε πολλά παιδιά και παίζαμε μπάλα. Εκεί και τελείωνε η γνωστή περιοχή. Πέρα από αυτό το σημείο δεν είχα ποτέ ξεμυτίσει. Συνεχίσαμε λοιπόν στη Δεινοκράτους. Στα δεξιά μας κατέβαινε ο Λυκαβηττός. Τα δέντρα τότε ήταν για μένα πλάσματα ζωντανά που μιλούσαν μεταξύ τους αλλά και μαζί μου, έτσι ακολουθούσα τον πατέρα μου παραμιλώντας μέχρι που φάνηκε η Δεξαμενή. 

 Στα δεξιά του δρόμου ήταν ένα ψιλικατζίδικο κι εκεί στη βιτρίνα του, καθώς χάζευα τα βάζα με τις χρωματιστές καραμέλλες, είδα κάτι γκαζές ασυνήθιστα μεγάλες, άλλες θαμπές κι άλλες διάφανες. Υπήρχαν όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί χρωμάτων. Έχασα τον μπούσουλα. Προσπαθούσα να δω ποιαν θα διάλεγα αν μπορούσα ν' αποκτήσω μία. Ο πατέρας μου, που είχε λιγάκι προχωρήσει, γύρισε να δει τι κάνω. Ήρθε στο πλάι μου, κατάλαβε που κατευθυνόταν το βλέμμα μου και με τράβηξε απότομα. Διασχίσαμε την πλατεία Δεξαμενής, κατεβήκαμε τα σκαλιά και βρεθήκαμε στην πλατεία Συντάγματος. Μου είναι δύσκολο να σου περιγράψω τη σκηνή που ακολουθεί. Το συναίσθημα παραμένει ζωντανό, η απεικόνισή του όμως χωλαίνει. Ίσως γιατί χάθηκαν οι λεπτομέρειες. Στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη ήταν κόσμος μαζεμένος, άντρες και γυναίκες, δεκαοχτώ, είκοσι χρονώ. Πολλοί απ' αυτούς κρατούσαν ελληνικές σημαίες που τις ανέμιζαν, ενώ σε λίγο άρχισαν να τραγουδούν τον Εθνικό Ύμνο. Αυτό ήταν που μου έκανε και τη μεγαλύτερη εντύπωση. Υπήρχε πολύς ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα. «Είναι 25η Μαρτίου», λέει ο πατέρας μου, «κι ήλθαν οι φοιτητές να καταθέσουν στεφάνια». Κοντοσταθήκαμε λίγο και κοιτάζαμε. «Θα στείλουν τους μπουραντάδες να τους διαλύσουν. Ίσως χυθεί αίμα», ξαναλέει. Με πήρε απ' το χέρι και συνεχίσαμε τη διαδρομή. Θυμάμαι τη μακριά, ατελείωτη μάντρα της Χωροφυλακής και τις σκοπιές στου Μακρυγιάννη. Κάποια στιγμή ξέφυγα απ' το χέρι του κι άρχισα να μένω πίσω. Ένας κόμπος είχε σταθεί στο λαιμό μου, κάτι δυσάρεστο και σχεδόν ασφυκτικό, που δεν μ' άφηνε να χαρώ τη διαδρομή ούτε να συγκεντρωθώ στα παιγνίδια πού έπαιζα στο μυαλό μου.

[...] στο σημείο που ο Λυκαβηττός κατεβαίνει μέχρι το δρόμο έδωσα δυο δρασκελιές κι ανέβηκα στην πλαγιά. Μερικά μέτρα πιο πάνω. Ακούμπησα σ' έναν κορμό κι άρχισα να τοξεύω, να παριστάνω δηλαδή τις κινήσεις που κάνει ο τοξότης. Παράλληλα έβγαζα ήχους ανακατεμένους με λέξεις ακατάληπτες, που υποτίθεται πως ήταν ξενικές. Αυτό κράτησε μέχρι τρία λεπτά. Άρχισα να κατεβαίνω τρέχοντας, κάνοντας κινήσεις ξιφομαχίας με το αριστερό, με το οποίο κρατούσα το φανταστικό μου σπαθί, σαν να άνοιγα δρόμο ανάμεσα σε πολυπληθείς εχθρούς. Ο πατέρας μου περίμενε πιο κάτω. [...] Το θεώρησε φυσικό ότι ένα παιδί βαριέται και θέλει να εκτονωθεί. Όσο για την παντομίμα, όπως την λες, ήξερε ότι επρόκειτο για τη μάχη του
Azincourt 1415. [...] Από μικρός είχα μανία με την Ιστορία. Εκείνη τη χρονιά μου 'χε πέσει στα χέρια ένα παλιό γαλλικό βιβλίο Ιστορίας. Εγώ γαλλικά δεν ήξερα, αλλά το βιβλίο ήταν γεμάτο εικόνες. Μία από αυτές, πολύ εντυπωσιακή, απεικόνιζε μια μάχη κι από κάτω έγραφε Azincourt 1415. Ρώτησα τον πατέρα μου να μου εξηγήσει σχετικά κι εκείνος, αφού διάβασε το κείμενο, μου είπε πως επρόκειτο για μια μάχη που έγινε το 1415 στη βόρειο Γαλλία και ότι οι Άγγλοι με κόλπο νίκησαν τους Γάλλους. Δηλαδή παρέσυραν το βαρύ γαλλικό ιππικό σ' έναν βάλτο κι όταν άλογα και ιππότες κόλλησαν στη λάσπη, τότε Άγγλοι τοξότες, κρυμμένοι στα δέντρα απ' το απέναντι δάσος, τους έριξαν έναν καταιγισμό από βέλη. Επιτέθηκαν, στη συνέχεια, οι Άγγλοι πεζικάριοι και τους αποτελείωσαν. - Κι εσύ με ποιους ήσουν; ρωτάει ο Μάρκος. - Με τους Άγγλους, επειδή ανέτρεψαν τα προγνωστικά, αφού πολέμησαν 1 προς 5 και ενίκησαν. Στο γυρισμό λοιπόν, όταν φτάσαμε στον Λυκαβηττό, μου ήρθε στο νου μου το δάσος του Azincourt και θέλησα να παίξω τη μάχη σαν τελετουργία, για να μπορέσουμε κι εμείς να νικήσουμε αυτούς τους ξένους πανίσχυρους στρατιώτες που μας παίρνουν το ψωμί απ' το στόμα και δεν μας αφήνουν σε χλωρό κλαρί.
Τάσος Δενέγρης (1934-2009)



* Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το βιβλίο
SANTÉ - 15 συγγραφείς και ένα μυθικό τσιγάρο
(Τάσος Δενέγρης: Η μάχη του
AZINCOURT
)
εκδ. ύψιλον/βιβλία, 1998


= = = = = =

Ο ποιητής Τάσος Δενέγρης στον Σείριο

Από τον Γιώργο - Ίκαρο Μπαμπασάκη
Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας - 13/03/2009

Η απώλεια να μας χτυπάει βάναυσα την πόρτα, και μόνο βάλσαμο να είναι η άγρα αναμνήσεων και η απόπειρα να γράψεις για τον φίλο που έφυγε. Τούτη τη φορά ήταν ο Τάσος Δενέγρης, ο ποιητής που μας κέρδισε μέσα από τα τεύχη τού τόσο πρωτοποριακού για την εποχή του περιοδικού «Πάλι», και αργότερα με τις συλλογές που εξέδωσε στα αξέχαστα «Τραμάκια», τα τόσο περίκομψα και πολύτιμα, στον Άκμονα, στον Καστανιώτη, στον Πατάκη, στο ύψιλον/βιβλία, τα άπαντά του: Μιλάει ο Αγριόχειρος, ποιήματα, 1952-2008. Λίγες μέρες πριν από τον θάνατό του.

Κάναμε παρέα, και πάντα με εντυπωσίαζε με τη βαθιά τρυφερή φωνή του, με τη ροκ διάθεσή του, με τη βαθύνοιά του, που φρόντιζε να την εκφράζει με λιτά μέσα, με απλές λέξεις, μα καλοδιαλεγμένες, με μια σκυταλοδρομία από κοφτές φράσεις γεμάτες σημασία και πείρα. Βρεθήκαμε ν' απαγγέλλουμε μαζί ποιήματα του Νίκου Καρούζου, σε μιαν εκδήλωση προς τιμήν του μεγάλου μας ποιητή, και αναρρίγησα από τον τρόπο με τον οποίο ο Δενέγρης εξέφερε τους στίχους του: η ακρίβεια και η σαφήνεια αντάλλασσαν, στην απαγγελία του, χειραψίες με τη νύξη, με τον υπαινιγμό.

Και πριν από μερικές εβδομάδες, ένας κοινός μας φίλος να μου τηλεφωνεί και να με πληροφορεί ότι ο Τάσος Δενέγρης έφυγε για τους λειμώνες του ουρανού, πήγε εκεί να συναντήσει τους ποιητές που λάτρεψε. Κι εγώ να τον θυμάμαι πάντα ολοζώντανο, με το μελαγχολικό του βλέμμα και το μόνιμο μειδίαμα του ανθρώπου που έχει ζήσει πολλά και ξέρει καλά τον κόσμο. Να τον θυμάμαι πρωτίστως ως ποιητή αλλά, συνάμα, και ως έξοχο, ανεπίληπτο μεταφραστή του Μπόρχες, και του Τζον Ντος Πάσος, και του Κορτάσαρ, και του Οκτάβιο Πας. Να τον θυμάμαι επίσης ως πρωταγωνιστή στην τόσο άρτια ποιητική ταινία «Σχετικά με τον Βασίλη» του Σταύρου Τσιώλη, στα 1986, στον κινηματογράφο «Έλλη». Κι ακόμα να τον θυμάμαι ως συνταξιδιώτη του ποιητή Θάνου Σταθόπουλου σ' ένα περιπετειώδες ταξίδι-προσκύνημα στο παλιό καλό Βερολίνο. Ο Τάσος Δενέγρης, γεννημένος το 1934, έφυγε από τούτο τον κόσμο στις 9 Φεβρουαρίου του 2009, και τον αποχαιρέτησαν οι φίλοι του στις 11 Φεβρουαρίου, στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών. Ας θυμηθώ και πάλι την αγάπη του για τις γάτες, που τόσο τις τίμησε στην ποίησή του, ας θυμηθώ την αρχή από το Ποίημα Αχαλίνωτο, του 1996:
«Κι εγώ που ενόμιζα στο καφενείο
Πως το ποίημα
Ό,τι θέλω το κάνω
Σε ρυθμούς το υπάγω
Και σε ήχους εξαίσιους
Της ελληνικής
Αντιλήφθηκα ξάφνου
Πως εκείνο με πάει
Απ' εδώ κι από εκεί».
[....] Μετακινούμενος με ποιητική άνεση ανάμεσα στη μελαγχολία της καθημερινότητας και στην ανάταση ενός χρόνου που εκτείνεται πέρα από κάθε ορατό ορίζοντα, ο Δενέγρης επανακαθορίζει το νόημα των στιγμών, τις ανατέμνει και τις εμπλουτίζει ώστε να είναι ανθεκτικές απέναντι στην αναπότρεπτη φθορά. Τα ποιήματά του είναι ταυτοχρόνως φωτογραφίες και τραγούδια.

Ασπρόμαυρες φωτογραφίες και βραχνές μελωδίες των μπλουζ και του ροκ. Κι έτσι ανθίστανται κι αυτά στο βουητό του καταρράκτη του χρόνου, συνιστώντας το πνεύμα της άμυνας και την άμυνα του πνεύματος.






Τάσος Δενέγρης
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο Τάσος Δενέγρης (Αθήνα, 1934 - 2009) ήταν Έλληνας ποιητής και μεταφραστής.

Βιογραφικά στοιχεία 

Ο Τάσος Δενέγρης σπούδασε κινηματογράφο και κοινωνικές επιστήμες στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Ρώμης. [1] Οι πρώτες δημοσιεύσεις του έγιναν στο περιοδικό «Πάλι» το 1968, αλλά το πρώτο του βιβλίο εκδόθηκε το 1974. [2] Υπήρξε μέλος μιας ανήσυχης ομάδας Ελλήνων καλλιτεχνών (Γιώργος Μακρής, Παναγιώτης Κουτρουμπούσης, Αλέξης Ακριθάκης, Μαρία Μήτσορα κ.ά.), που δέχτηκαν ποικίλες επιρροές από τα ανατρεπτικά κινήματα της δεκαετίας του '60, κυρίως από τον απόηχο του αμερικανικού «μπιτ» κινήματος. Η μεγάλη αγάπη του στο σινεμά εκφράστηκε και με τον πρωταγωνιστικό ρόλο που είχε το 1986 στην ταινία του Σταύρου Τσιώλη «Σχετικά με τον Βασίλη». Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Απεβίωσε στις 7 Φεβρουαρίου[3] του 2009.

Εργογραφία 

Ποίηση 

  • 6 Ποιητές: Κατερίνα γγελάκη-Ρούκ, Τάσος Δενέγρης, Νανά σαΐα, Δημήτρης Ποταμίτης, Λεφτέρης Πούλιος, Βασίλης Στεριάδης, Αθήνα, Τυποεκδοτική, 1971
  • Θάνατος στήν πλατεα Κάνιγγος: Ποιήματα 1952-1969, θήνα, Τσαμπακόπουλου, 1975
  • Τό αμα το λύκου, Μέ πέντε σχέδια το Αλέξη Ακριθάκη, Θεσσαλονίκη, γνατία, 1978
  • Θειάφι και ποθέωση: Ποιήματα, Αθήνα: κμων, 1982
  • Ακαριαία: Ποιήματα, Αθήνα, Ύψιλον, 1985
  • κατάσταση τν πραγμάτων: Ποιήματα, θήνα, Καστανιώτης, 1989
  • Το πνεύμα της άμυνας. Ποιήματα, Αθήνα, Πατάκη, 1999
¨" Μιλαει ο αγριοχοιρος, Ποιηματα"Αθηνα, Υψιλον/βιβλια, 2008 (7η συλλογη και συγκεντρωτικη εκδοση)

Μεταφράσεις 

  • Julio Cortázar, Οκτάεδρο. Αθήνα, Ύψιλον, 1983
  • Jorge Luis Borges, Εβαρίστο Καριέγκο. Αθήνα, Ύψιλον, 1984
  • Jorge Luis Borges, Ο δημιουργός, με τον Δημήτρη Καλοκύρη,. Αθήνα, Ύψιλον, 1985
  • Jorge Luis Borges & Adolfo Bioy Casares, Αφηγήσεις του Μπούστος Ντομέκ. Αθήνα, Ύψιλον, 1989
  • Pedro Garcia Montalvo, Μια ιστορία από τη Μαδρίτη. Αθήνα, Καστανιώτη, 1992
  • Claude Esteban, Αϋπνία, ημερολόγιο, (συλλογική μετάφραση). Αθήνα, Ερατώ, 1992
  • Robert Louis Stevenson, Η λέσχη της αυτοκτονίας. Αθήνα, Άγρα, 1992
  • Michael Longley, Ποιήματα, συλλογική μετάφραση. Αθήνα, Ερατώ, 1992
  • Octavio Paz, Η πέτρα του ήλιου και άλλα ποιήματα. Αθήνα, Ίκαρος, 1993
  • John Dos Passos, USA 1919. Αθήνα, Οδυσσέας, 1999
  • Με τον τρόπο του Καβάφη (συλλογικό έργο και μετάφραση). Θεσσαλονίκη, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 1999
  • Francisco Brines, Ποιήματα της παλιάς ζωής. Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2000
  • Isaac Bashevis Singer, Ο σκλάβος. Αθήνα, Καστανιώτη, 2003
  • John Dos Passos, USA, συλλογική μετάφραση,. Αθήνα, Οδυσσέας, 2007

Παραπομπές 

  1.  Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας: Πρόσωπα - Έργα - Ρεύματα - Όροι, Αθήνα : Πατάκης, 2007
  2.  Τάσος Δενέγρης - Έκθεση βιβλίου της Φραγκφούρτης 2001 - Ελλάδα τιμώμενη χώρα
  3.  Ελευθεροτυπία, Πέθανε στα 75 του ο ποιητής Τάσος Δενέγρης, 9 Φεβρουαρίου 2009.


Σχόλια

  1. Εξαιρετικό αφιέρωμα. Πολύ δυνατή ποίηση που ακόμα χρειάζεται πολύ δουλειά για να την ανακαλύψουν οι φίλοι του χώρου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν το ξέρεις φίλε μου ότι οι πραγματικά καλοί ποιητές ζούνε στην αφάνεια και υμνούνται μετά θάνατο;

      Διαγραφή
    2. Ακόμα είναι θέμα δημόσιων σχέσεων. Αν έχεις καλές δημόσιες σχέσεις γίνεσαι όνομα ή τραγούδι. Εξαιρούνται βεβαίως ορισμένοι ιδιαίτεροι ποιητές (αλλά καθώς ανήκουν στην ολιγομελή μοντέρνα περίοδο, εξαιρούνται).

      Διαγραφή
    3. Για να σοκάρω λίγο...
      Ο Λειβαδίτης τώρα αναγνωρίζεται, ενώ...
      Σεφέρης και Ελύτης πήραν νόμπελ. (καθαρά υποκειμενικό και προσωπικό, αλλά αν το καλοσκεφτείς...)

      Διαγραφή
    4. Ο Λειβαδίτης και άλλοι της γενιάς του έγιναν γνωστοί στο τέλος της ποιητικής τους καριέρας ή μετά θάνατον (ακόμα κι οι αριστεροί). Εξαιρέσεις αποτελούν η κορυφή Ελύτης και ο Ρίτσος (που είχαν όμως το μοναδικό ευτύχημα να μελοποιηθούν και έτσι να τους μάθουν όλοι και εδώ σημειώνω ότι το νόμπελ του Ελύτη και το Λένιν του Ρίτσου ήρθαν πολύ μετά τις μελοποιήσεις -όρα δημόσιες σχέσεις και διεθνή προβολή). Του δε Σεφέρη η ποίηση (που δε μου αρέσει ιδιαίτερα) δεν είναι μακριά από τις διπλωματικές επαφές (όρα δημόσιες σχέσεις υψηλού επιπέδου) και την προσήλωσή του στο εθνικό μέτωπο κατά τον εμφύλιο και μετά (όρα δημοσιότητα δίπλα στους νικητές).

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ