Αττίλα Γιόζεφ (Attila Jòzsef) - Ο μοιραίος ήρωας της Ουγγρικής ποίησης




ΩΔΗ

Να με, εδώ πέρα στους σπιθόβολους βράχους.
Ανάλαφρη πνοή
Του νέου καλοκαιριού απ’ τη γη ανεβαίνει
Σαν το ζεστόν αχνόν ωραίου δείπνου.
Στη σιγή συνηθίζω την καρδιά μου.
Δεν είναι, αλήθεια, δύσκολο πολύ –
Εδώ συνάζονται ξανά τα όσα διασκορπίστηκαν,
Γερμένο το κεφάλι, και τα χέρια
Αφήνονται ευπειθή.

Δεν είναι των οροσειρών η χαίτη –
Είναι το φέγγος του μετώπου σου
Που αντανακλούν όλα τα φύλλα.
Τον άνεμο βλέπω ν’ ανεμίζει
Το φόρεμά σου.
Και κάτω απ’ τα εύθραυστα φυλλώματα
Βλέπω την κόμη σου να γέρνει
Και ν’ αναβρύζουν τα γλυκά σου στήθη,
Κι όπως ο Ζίνβα ο ποταμός κυλά
Βλέπω ν’ αναπηδά
Πάνω σε βότσαλα λευκά και στρογγυλά
Στ’ άσπρα σου δόντια το φαντασμαγορικό χαμόγελό σου.

             *

Ω, πόσο σ’ αγαπάω εσένα,
Εσένα πούχεις κάνει να μιλήσουνε
Μες στης καρδιάς τα πιο βαθιά κοιλώματα
Η δολοπλόκα μοναξιά, η πανούργα,
Μαζί-μαζί μ’ ολόκληρο το σύμπαν.

Εσύ, που ως καταρράκτης απ’ τον ίδιο του το θόρυβο,
Αποσπάσαι από μένα, συνεχίζοντας τη σιωπηλή ροή σου,
Όταν εγώ, στις κορυφές της ζωής μου ανάμεσα,
Κατάντικρυ στο απόμακρο, κραυγάζω
Παλεύοντας πάνω στη γη και στους ουράνιους θόλους
Πως σ’ αγαπώ, γλυκιά μητριά μου, εσένα.

              *

Ω, σ’ αγαπώ, καθώς ένα παιδί τη μάνα του,
Καθώς οι σιωπηλές σπηλιές το ίδιο το βάθος τους.
Ω, σ’ αγαπώ, καθώς τα φώτα οι αίθουσες,
Καθώς το σώμα την ανάπαυση και τη φωτιά η ψυχή.
Ω, σ’ αγαπώ, καθώς επιθυμούν να ζήσουν οι θνητοί.
Ώς του θανάτου τους την ύστατη στιγμή.

Όπως η γη, ό,τι πέφτει πάνω της, έτσι κι εγώ φυλάω
Όλα σου τα χαμόγελα, τα λόγια, τις χειρονομίες.
Στο πνεύμα μου, καθώς τα οξέα στο μέταλλο,
Σ’ έχω χαράξει μ’ όλα τα ένστικτά μου,
Εσένα, θελκτική μορφή, πανέμορφη
Εκεί, που η ύπαρξή σου καθετί ουσιώδες συμπληρώνει.

Σε αέναο τριζοβόλημα οι στιγμές περνάνε
Όμως εσύ μέσα στην ακοή μου σιωπηλή απομένεις.
Τ’ αστέρια ανάβουνε και πέφτουν
Όμως εσύ μέσα στα μάτια μου σταματημένη λάμπεις.
Η γεύση σου, όπως η σιωπή μέσα σε σπήλαιο,
Δροσερή κυματίζει μες στο στόμα μου
Και πάνω στου νερού το κρύσταλλο
Αόριστα μου παρουσιάζεται το χέρι σου
Με των φλεβών του το λεπτότατο δίχτυ.

              *

Ω, από ποιάν ύλη λοιπόν είμαι πλασμένος
Που όλο με διαπερνά το βλέμμα σου και με μεταμορφώνει;
Ποιό πνεύμα και ποιό φέγγος,
Ποιό θαύμα
Μες από του μηδενός την πάχνη μού επιτρέπουν
Τις πράες πλαγιές του γόνιμού σου σώματος να περιτρέχω;
Κι όπως ο Λόγος σ’ ένα πνεύμα ολάνοιχτο
Δύναμαι στο μυστήριό σου να καταβυθίζομαι!

Το αίμα σου σα ροδόθαμνος
Πάλλεται ατέλειωτα
Το αιώνιο ρεύμα μεταφέροντας
Στα μάγουλά σου για ν’ ανθίζει ο έρωτας
Και να ωριμάζει, άγιος καρπός, η μήτρα σου.

Το ευαίσθητο έδαφος κεντάνε του στομάχου σου
Χιλιάδες μικρές ρίζες συμπλεκόμενες
Κόμπο τον κόμπο υφαίνοντας, ξυφαίνοντας
Το λεπτό νήμα τους
Για να συνάζει όλο το σμήνος των χυμών σου,
Και τα όμορφα δεντρύλλια των πνευμόνων σου
Να ψιθυρίζουνε την ίδια τους τη δόξα.

Η αθάνατη ύλη, μαγεμένη, ακολουθεί το δρόμο της
Εντός σου, μες στις σήραγγες των σπλάχνων σου
Και των απορριμμάτων ο σωρός, πλούσια ζωή
Κερδίζει πάλι
Μέσα στις αρτεσιανές πηγές των πρόθυμων νεφρών σου.

Εντός σου λόφων κύματα ανυψώνονται,
Αστερισμοί δονούνται,
Λίμνες μετακινούνται, φάμπρικες εργάζονται,
Έντομα – φύκια
Μερμηγκιάζουν
Η καλοσύνη κι η σκληρότητα·
Ο ήλιος λάμπει, ένα χλωμό βόρειο σέλας θαμποφέγγει –
Μέσα στην ύπαρξή σου
Περιπλανάται η αιωνιότητα ανεπίγνωστη.

             *

Καθώς αίματος θρόμβοι
Αυτά τα λόγια
Πέφτουν μπροστά σου.
Τραυλίζει η ύπαρξη,
Μιλούν καθάρια οι νόμοι μόνον
Όμως τα βιομηχανικά όργανά μου
Που από τη μια στην άλλη μέρα με ξαναγεννάνε,
Ετοιμάζονται τώρα να σιγήσουν.
Όμως τα πάντα, ώς τη στιγμήν εκείνη, θα καλούν εσένα,
Εσέ τη διαλεγμένη
Μες απ’ τα πλήθη δύο δισεκατομμυρίων –
Ω, εσύ μοναδική, ω εσύ
Λίκνο γλυκύ, τάφε πανίσχυρε, ζωντανή κλίνη,
Δέξου με εντός σου!

(Α, τί πανύψηλος αυτός ο θόλος ο αυγινός!
Στο μέταλλό του στρατιές ολόκληρες αστράφτουν
Λάμψη πλατιά τα μάτια μου θαμβώνει.
Θαρρώ πως αφανίζομαι.
Κι ακούω την ίδια την καρδιά μου να χτυπάει
Πάνω απ’ τον ίδιο εμένα πλαταγίζοντας.)

              *

        Άσμα επικουρικό

Το τραίνο με τραβάει. Σ’ ακολουθώ.
Ίσως και να σε φτάσω τώρα ακόμα,
Ίσως να σβήσω του μετώπου μου τον πυρετό,
Ίσως μου πει γλυκά τ’ ωραίο σου στόμα:

Δεν παίρνεις το λουτρό σου – το νερό είναι χλιαρό.
Πάρε και την πετσέτα σου, σκουπίσου.
Η πείνα σου ας πραΰνει, σούχω κρέας ψητό.
Κει που πλαγιάζω, η κλίνη είναι δική σου.



Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος.
Από το βιβλίο: Αττίλα Γιόζεφ, «Ποιήματα», Απόδοση Γιάννη Ρίτσου, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1975 (2η έκδοση), σελ. 22-25.





Αγνή καρδιά

Δίχως μητέρα και πατέρα
Και λίκνο ή κάσα, πάντα πέρα
Από θεό κι από πατρίδα,
Δίχως φιλί, φίλη δεν είδα.

Τίποτα τρεις ημέρες' τ' όντι
Ψωμί δε δάγκωσε το δόντι.
Τη δύναμη όλη βίου εντίμου
Πουλώ — τα χρόνια τα είκοσί μου.

Κανείς γι' αυτήν, κανείς πελάτης;
Μόνος ο διάβολος μπροστά της.
Η αγνή καρδιά μου πια εξοργίστη.
Φονιάς θα γίνω, μα την πίστη.

Με πιάνουνε και με κρεμάνε
Και στ' άγιο χώμα με πετάνε.
Τώρα η υπέροχη καρδιά μου
Λιπαίνει τα χορτάρια χάμου.
1925

απόδοση:
 Γιάννης Ρίτσος


Συνείδηση

1.
Έλυσε η αυγή τον ουρανό απ' τη γη
και στον καθάριον απαλό της λόγο
έντομα και παιδιά, σαν σπόρος ώριμος,
ξεχύθηκαν στο φως της μέρας.
Καν πάχνη δεν θολώνει τον αέρα
και πλέει παντού αυτή η διαύγεια απαστράπτουσα.
Χτες βράδυ, σαν σκώροι μικροσκοπικοί,
τα φύλλα κάλυψαν τα δέντρα.

2.
Στα όνειρά μου ήταν που είδα ζωγραφιές
πιτσιλισμένες με γαλάζιο, κόκκινο και κίτρινο
και συλλογίστηκα πως να! του κόσμου η τάξη,
ούτ' ένας κόκκος σκόνη που να μη βρίσκεται στη θέση του.
Τώρα σκιές αχνές τα όνειρά μου
στα μέλη μου. Κι ο σιδηρούς κόσμος ο κανόνας.
Όλη τη μέρα ένα φεγγάρι μέσα μου ανατέλλει
ενώ ένας ήλιος φέγγει εντός μου κάθε νύχτα.

7.
Κοίταξα ψηλά μέσα στη νύχτα
κι είδα τον οδοντωτό τροχό των άστρων.
Ο αργαλειός του παρελθόντος νόμους ύφαινε
από αστραφτερά νήματα αλλαγής.
Ύστερα, απ' τ' αχνισμένα μου όνειρα
ξανακοίταξα ψηλά τον ουρανό
κι είδα πως η ύφανση του νόμου
όπως και να 'ταν, θα 'χε και τα λάθη της.

6.
Βλέπεις πως υποφέρω μέσα μου βαθειά,
αλλά οι αιτίες βρίσκονται εκτός μου.
Πληγή σου είναι ο κόσμος, καίει και πάλλεται
και πυρετός στο δέρμα σου η ψυχή σου.
Είσαι σκλάβος, ενόσω χρειάζεσαι την επανάσταση.
Θα είσαι ελεύθερος σαν σταματήσεις
να χτίζεις ένα τέτοιο σπίτι
που οι άρχοντες θα ζήλευαν και θα ήθελαν να μείνουν.

8.
Άκουγε η σιωπή προσεκτικά καθώς χτυπούσε το ρολόι μία.
Έβλεπες τα παιδικά σου΄χρόνια μες στα μάτια.
Ακόμα και μέσ' απ' αυτά τα σπίτια τα υγρά
που 'ναι χαμένα στην αθάλη μπορείς να φανταστείς
κάποια ελευθερία, σκέφτηκα. Αλλά, όπως σηκωνόμουνα,
ο αστερισμός και τ' άστρα, ανάψαν,
λέει, σαν κάγκελα της φυλακής
πάνω από ένα σιωπηλό κελί.

9.
Άκουσα το κλάμα του σιδήρου.
Άκουσα το γέλιο της βροχής,
είδα να κλονίζεται το παρελθόν
και ξέρω πως μόνο οι ιδέες μπορούν να ξεχαστούν.
Τώρα το βλέπω πως το μόνο που μπορώ είναι ν' αγαπώ
και να λυγίζω κάτω από το βάρος του φορτίου μου.
Αλλά γιατί θα πρέπει να σφυρηλατήσω ένα όπλο
όλο φτιαγμένο από σένα, χρυσή συνείδηση!

10.
Ενήλικος είναι αυτός οπού δεν έχει
ούτε μάνα ούτε πατέρα στην καρδιά του,
αυτός που ξέρει πως δέχεται τη ζωή
σαν κάτι επιπλέον εκ μέρους του θανάτου
και, σαν κάτι που βρέθηκε τυχαία, μπορεί
να το επιστρέψει οποτεδήποτε - γι' αυτό και το κρατεί.
Δεν είναι κανενός θεός ή ιερέας,
μήτε του εαυτού του καν.

12.
Ζω κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές.
Βλέπω τα τραίνα να περνάνε.
Τη λαμπερή μύγα του παράθυρου
μες στο παλλόμενο, λιναρένιο σκότος.
Κι έτσι περνάνε βιαστικά
μες στο αιώνιο σκοτάδι οι φωτισμένες μέρες
και μόνο εγώ στου κάθε βαγονιού το φως
στέκομαι ακουμπώντας στους αγκώνες μου, χωρίς μιλιά.

μετάφραση:
 Ανδρέας Αγγελάκης



Έναν αναγνώστη μόνο

Ο στίχος μου έναν αναγνώστη μόνο θέλει,
Μονάχα αυτόν που μ' αγαπάει και με γνωρίζει,
Αυτόν που ενώ μέσα στο τίποτε αρμενίζει
Σα μάντης ξέρει ό,τι μες στ' αύριο ανατέλλει.

Γιατί η σιωπή παρουσιάστη στα όνειρά του
Συχνά μ' ανθρώπινη μορφή, κ' εκεί στα βάθη,
Πλάι-πλάι η τίγρις και το τρυφερούλι ελάφι
Αργοπορούνε πότε-πότε στην καρδιά του.
1937

απόδοση:
 Γιάννης Ρίτσος



Σύντομα πια θ' αφανιστώ

Σύντομα πια θ' αφανιστώ μ' όλο μου τ' άχτι
Όπως των ζώων τα χνάρια σ' ένα δάσος μακρινό.
Απ' τα δικά μου έχει απομείνει μόνο στάχτη
Μα κάποια μέρα θα 'πρεπε να κάνω το λογαριασμό.

Σα νέο βλαστάρι το παιδιάστικο κορμί μου
Από καυτές καπνιές έχει για πάντα ξεραθεί,
Η θλίψη έχει τσακίσει την όρθια ψυχή μου
Καθώς γυρνώ ξανακοιτάζοντας τη ζωή.

Κάποτε, ταξιδεύοντας σε παράξενα μέρη,
Ηεπιθυμία μού έμπηξε τα δόντια στο κορμί
Και τώρα η θλίψη, να, που μ' έχει φέρει.
Α, να μην είμαι ακόμη ένα δεκάχρονο παιδί.

Μου τάλεγε η μητέρα μου και τότε εγώ γελούσα,
Τα λόγια της δεν τα 'παιρνα στα σοβαρά,
Μετά, ορφανός, χωρίς αγάπη τριγυρνούσα
Κι ο αφέντης με κορόιδευε στη μύτη μου μπροστά.

Α, νιότη, πώς μου φάνταξες, πράσινη λάμψη, θε μου,
Δάσος αιώνια πράσινο μ' αστείρευτη ευωδιά
Και τώρα ακούω περίλυπος στο πέρασμα του ανέμου
Να βόγγουν, να τριζοβολούν τα ολόγυμνα κλαδιά.
1937

απόδοση:
 Γιάννης Ρίτσος


* Τα 4 ποιήματα σε απόδοση Γιάννη Ρίτσου, είναι από το βιβλίο Αττίλα Γιόζεφ, Ποιήματα - εκδ. Κέδρος, 1975

*
 Το ποίημα "Συνείδηση", σε μετάφραση Ανδρέα Αγγελάκη, είναι από το λογοτεχνικό περιοδικό η λέξη, τχ. 67, Σεπτέμβριος ΄87





Αττίλα Γιόζεφ: "Δεν είχα κανέναν που θα μπορούσε να με βοηθήσει με μια φιλική συμβουλή"

Γεννήθηκα στα 1905 στη Βουδαπέστη, είμαι ορθόδοξος. Ο πατέρας μου, ο μακαρίτης Ααρών Γιόζεφ, μετανάστεψε στην Αμερική όταν εγώ είμουν τριών χρονών. Το «Ίδρυμα Προστασίας των Παίδων» μ' έστειλε στο Έτσεντ, σε μια χωριάτικη οικογένεια να με κηδεμονεύει. Εκεί έζησα ως τα εφτά μου χρόνια. Από τότε άρχισα να δουλεύω - όπως κάνουν συνήθως τα φτωχά αγροτόπαιδα' - φύλαγα γουρούνια. Όταν είχα γίνει εφτά χρονών η μητέρα μου, η μακαρίτισσα Μπορμπάλα Πέτσε, μ' έφερε ξανά στη Βουδαπέστη και μ' έγραψε στη δεύτερη τάξη του δημοτικού. Η μάνα μου ξενοδούλευε - είταν πλύστρα και παραδουλεύτρα - κ' έτσι μας ζούσε εμάς, τις δύο μεγαλύτερες αδερφές μου και μένα. Η μάνα πήγαινε σε σπίτια και δούλευε απ' το πρωί ως το βράδι, ενώ εγώ, χωρίς την επίβλεψη των δικών μου, το 'σκαζα απ' το σχολειό και τριγυρνούσα στους δρόμους σα χαμίνι. Μα μια μέρα, μέσα στο Αναγνωστικό της Γ' τάξης βρήκα μια ενδιαφέρουσα ιστορία για το βασιλιά Αττίλα και από τότε ρίχτηκα με τα μούτρα στο διάβασμα.

Οι ιστορίες για το βασιλιά των Ούννων δε μ' ενδιέφεραν μονάχα επειδή και μένα με λέγανε Αττίλα, μα προ παντός μ' ενδιέφεραν επειδή οι «κηδεμόνες» μου στο Έτσεντ μ' έλεγαν Πίστα. Ύστερα από μια... σύσκεψη μαζί με τους γείτονες είχαν διαπιστώσει - είμουνα και γω μπροστά - ότι τ' όνομα «Αττίλα» είναι ανύπαρκτο. Αυτό με είχε εκπλήξει τόσο πολύ, σα να είχε αμφισβητήσει κάποιος την ίδια την ύπαρξή μου.

Η αποκάλυψη των παραδόσεων για το βασιλιά Αττίλα επηρέασε, νομίζω, αποφασιστικά κάθε προσπάθειά μου από κει και πέρα και, σε τελευταία ανάλυση, ίσως αυτό το βίωμα να με οδήγησε στη λογοτεχνία. Αυτό το βίωμα μ' έκανε άνθρωπο που σκέφτεται, που ακούει και τη γνώμη των άλλων, άλλα με κριτικό πνεύμα, - μ' έκανε άνθρωπο που ακούει και απαντάει βέβαια όταν τον φωνάζουν «Πίστα», ώσπου ν' αποδειχτεί σωστή η δική του πεποίθηση, ότι δηλαδή πρέπει να λέγεται «Αττίλα».

Όταν ήμουν εννιά χρονών, ξέσπασε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και η ζωή μας χειροτέρευε όλο και περισσότερο. Στεκόμουν ουρά μπροστά στα μαγαζιά από τις 9 το βραδύ ως τις 8 το πρωί και συχνά τύχαινα, όταν θα 'ρχόταν επί τέλους η δική μου σειρά, να 'χει σωθεί το χοιρινό λίπος. Βοηθούσα τη μάνα μου όσο μπορούσα. Πουλούσα νερό στον κινηματογράφο «Βιλάγκ». Έκλεβα ξύλα και κάρβουνο από το σιδηροδρομικό 
σταθμό του Φερεντσβάρος, για να ζεσταθούμε. Έφτιαχνα παιχνίδια από χρωματιστά χαρτιά και τα πουλούσα σε παιδιά που είχαν καλύτερη μοίρα απ' τη δική μου. Κουβαλούσα καλάθια, πακέτα κλπ. στις αγορές. Το καλοκαίρι του 1915 πέρασα τις διακοπές μου στην Αμπάζια, χάρη στο Ίδρυμα «Βασιλική Δράσις» που φρόντιζε για τις διακοπές των παίδων.

[....] Τα Χριστούγεννα του 1919 πέθανε η μάνα μου. Η «Υπηρεσία Περιθάλψεως Ορφανών» διόρισε για κηδεμόνα μου το γαμπρό μου, τον Δρ. Έντεν Μάκαϊ, που πέθανε πρόσφατα. Μια άνοιξη κ' ένα καλοκαίρι δούλευα σε μαούνες του Δούναβη που είχαν ονόματα, Βίχαρ, Τερέκ, Τατάρ, - ιδιοκτησία της ναυσιπλοϊκής εταιρείας Ατλάντικα. Αυτόν τον καιρό έδωσα εξετάσεις στην Δ' τάξη της Συμπληρωματικής Μέσης Σχολής, χωρίς να έχω παρακολουθήσει μαθήματα. Έπειτα ο κηδεμόνας μου, μαζί με τον Δρ. Σάντορ Γκίσβαϊν μ' έστειλαν στο Νιέργκεσουϊφαλου, στο σεμινάριο των Σαλησιανών Αδελφών, να σπουδάσω παπάς. Έμεινα εκεί δυο βδομάδες μονάχα, αφού δεν είμουν καθολικός, μα ορθόδοξος. Από κει πήγα στο Μακό, στο Κολλέγιο
DEMKE όπου δεν άργησα να πετύχω μια θέση δωρεάν. Το καλοκαίρι παρέδιδα μαθήματα στο Μεζοχιεγκες, για να κερδίσω έτσι το ψωμί μου. Τέλειωσα με άριστα την ΣΤ' τάξη του γυμνασίου, παρ' όλο που εξ αιτίας κάποιων διαταραχών της εφηβικής ηλικίας, επεχείρησα κάμποσες φορές ν' αυτοκτονήσω. Είναι αλήθεια ότι ούτε τότε μα ούτε και πρωτύτερα δεν είχα κανέναν που θα μπορούσε να με βοηθήσει με μια φιλική συμβουλή.

Την ίδια εποχή έχουν πια δημοσιευτεί τα πρώτα ποιήματά μου, στο λογοτεχνικό περιοδικό «Νιούγκατ». Η δημοσίευση έγινε όταν είμουν 17 χρονών. Με θεωρούσαν παιδί-θαύμα, ενώ δεν είμουν παρά μονάχα ένα παιδί ορφανό.




 Όταν τελείωσα την ΣΤ' τάξη του γυμνασίου, διέκοψα τις σπουδές μου, εγκατέλειψα το Κολλέγιο, γιατί ένιωθα φοβερά τη μοναξιά μου και την ορφάνια μου. Δε μελετούσα, μια και την ώρα της παράδοσης των καθηγητών είχα κιόλας μάθει τα μαθήματα. Αυτό μαρτυρούν, άλλωστε, και οι βαθμοί μου (όλοι άριστα) στο ενδεικτικό μου. [....] Ύστερα, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, είμουν πλασιέ βιβλίων στη Βουδαπέστη και τον καιρό του πληθωρισμού δούλεψα τραπεζικός υπάλληλος στην ιδιωτική τράπεζα Μάουτνερ. Μετά την εισαγωγή της μεθόδου Χιντς δούλευα στο λογιστήριο. Λίγο αργότερα, και προς μεγάλη αγανάκτηση των πιο ηλικιωμένων συναδέλφων μου, ανατέθηκε σε μένα ο έλεγχος των τραβηκτικών, που εκδίδονταν την ημέρα της πληρωμής. Εδώ οι συνάδελφοι μού κόψανε λιγάκι τα φτερά του επαγγελματικού μου ζήλου φορτώνοντας μου ένα μέρος και της δικής τους δουλειάς, και μην αφήνοντας ευκαιρία να με πειράζουν για τα ποιήματά μου, που δημοσιεύονταν σε εφημερίδες και περιοδικά. «Και γω έγραφα ποιήματα, όταν ήμουν στην ηλικία σου» - μου 'λεγε ο καθένας. Λίγο αργότερα η Τράπεζα χρεωκόπησε.

Επί τέλους, αποφάσισα να γίνω συγγραφέας και ν' αποκτήσω ανάλογο «αστικό» επάγγελμα, που να 'ναι στενότατα συνδεδεμένο με τη λογοτεχνία. Γράφτηκα στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Σέγκεντ. Οι κλάδοι που διάλεξα ήταν: ουγγρική και γαλλική φιλολογία, καθώς και φιλοσοφία. Πενηνταδύο παραδόσεις παρακολουθούσα τη βδομάδα και σε είκοσι μαθήματα έδωσα εξετάσεις με άριστα. Από τα συγγραφικά δικαιώματα που έπαιρνα με τη δημοσίευση ποιημάτων μου, έτρωγα μέρες 
ολόκληρες. Απ' αυτά πλήρωνα και το νοίκι μου. Ήμουν πολύ περήφανος που ένας από τους καθηγητές μου, ο Λάιος Ντέζι, μ' έβρισκε άξιο να κάνω επιστημονικές έρευνες μόνος μου. Έχασα όμως το κέφι μου όταν ένας άλλος καθηγητής μου, ο Άνταλ Χόργκερ, με κάλεσε στο γραφείο του και μπροστά σε δυο μάρτυρες - θυμάμαι ακόμα τα ονόματά τους, έγιναν και αυτοί τώρα πια καθηγητές - μου δήλωσε ότι, όσο είναι αυτός στη ζωή, εγώ δε θα γίνω ποτέ καθηγητής στη μέση εκπαίδευση, γιατί - όπως έλεγε — «δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε την διαπαιδαγώγηση της νέας γενεάς σε έναν άνθρωπο που γράφει τέτοια ποιήματα». Και μου έδειξε ένα φύλλο της εφημερίδας «Σέγκεντ». Πολλές φορές αναφέρουν την ειρωνεία της τύχης και δω πραγματικά πρόκειται για κάτι τέτοιο. Το ποίημα μου αυτό - «Καθαρή καρδιά» είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη, γράφτηκαν γι' αυτό εφτά άρθρα. Ο Λάιος Χάτβανυ είπε ότι αποτελεί ντοκουμέντο όλης της μεταπολεμικής γενιάς. Κι ο Ιγκνότους ότι «λίκνιζε, κανάκευε, γλυκομουρμούριζε μες στην ψυχή του» αυτό το «πεντάμορφο» ποίημα, όπως έγραφε στο περιοδικό «Νιούγκατ»' και στην «Ars poetica» του το ποίημα αυτό το χαρακτήρισε πρότυπο της νέας ποίησης.

Την επόμενη χρονιά, είμουν τότε 20 χρονών, πήγα στη Βιέννη, γράφτηκα στο Πανεπιστήμιο. Ζούσα πουλώντας εφημερίδες στην είσοδο του Ράτχαους-Κέλλερ και καθαρίζοντας τις αίθουσες της Ουγγρικής Ακαδημίας στη Βιέννη. Ο διευθυντής της Ακαδημίας, ο Άνταλ Λάμπαν, όταν έμαθε την κατάστασή μου, επενέβη και φρόντισε να μπορώ να τρώω στο
Collegium Hungaricum. Μου βρήκε μάλιστα και δυο μαθητές: Τους γιους του Ζόλταν Χάιντου, γενικού διευθυντή της άγγλο-αυστριακής Τράπεζας.

Από τη Βιέννη — από ένα φριχτό τενεκέ-μαχαλά, όπου δεν είχα ούτε καν σεντόνι — βρέθηκα κατευθείαν φιλοξενούμενος στον Πύργο των βαρώνων Χάτβανυ στο Χάτβαν. Η κυρία Άλμπερτ Χιρς, η οικοδέσποινα, μ' εφοδίασε με χρήματα για τα έξοδα του ταξιδιού μου κ' έτσι, κατά το τέλος του καλοκαιριού, πήγα στο Παρίσι, όπου γράφτηκα στη Σορβόννη. Το καλοκαίρι το πέρασα στην παραλία της Νότιας Γαλλίας, σ' ένα ψαράδικο χωριό.

Μετά ήρθα στη Βουδαπέστη και παρακολούθησα δύο εξάμηνα στο Πανεπιστήμιο
[....] Ύστερα βρήκα μια θέση αλληλογράφου στα γαλλικά και τα ουγγρικά, όταν ιδρύθηκε το Ινστιτούτο Εξωτερικού Εμπορίου... ... ...

Τότε όμως με βρήκαν τόσα απρόοπτα χτυπήματα της μοίρας, που - όσο κι αν είχα σκληραγωγηθεί στη ζωή μου -, δε βάσταξα παραπάνω και το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων μ' έστειλε σε σανατόριο με νευρασθένεια βαρείας μορφής. Έπειτα πήρα πληρωμένη αναρρωτική άδεια. Εγκατέλειψα λοιπόν τη θέση μου, γιατί κατάλαβα πως δεν είναι σωστό να επιβαρύνω με την αρρώστια μου ένα νεοσύστατο ίδρυμα. Από τότε ζω απ' τα γραφτά μου. Είμαι συντάκτης του λογοτεχνικού κριτικού περιοδικού «Σεπ Σο» (Ωραίος Λόγος)... ... ...
Attila József (1905-1937)






Ο μοιραίος ήρωας της Ουγγρικής ποίησης, που γενικώς θεωρείται ως ο μεγαλύτερος μοντέρνος Ούγγρος ποιητής, και για μερικούς σπουδαιότερος από τον ΄Εντρε Όντυ (Endre Ady, 1877-1919), τον πραγματικό πατέρα του Ουγγρικού λογοτεχνικού μοντερνισμού, είναι ο Αττίλα Γιόζεφ (Attila József, 1905-37). Γεννήθηκε στη Βουδαπέστη στις 11 Απριλίου, 1905, βαπτίσθηκε ΄Ελλην Ορθόδοξος, την θρησκεία του πατέρα του, και μεγάλωσε μέσα σε αξιοθρήνητη φτώχεια. Δίκαια τον αποκαλούν προλετάριο ποιητή αλλά, έχοντας επηρεασθεί από τον Όντυ, ξεπέρασε τον πρεσβύτερο ποιητή με το να συνειδητοποιεί τις ξένες επιρροές και να τις αφομοιώνει σ’ ένα εκπληκτικά πρωτότυπο, αν και άκρως Ουγγαρέζικο, στυλ.
Η δοκιμασίες της ζωής, και η χρόνια φτώχεια, εν τέλει τον εξάντλησαν. Αρρώστησε ψυχικά (κατάντησε μανιοκαταθλιπτικός) και αυτοκτόνησε πέφτοντας κάτω από τους τροχούς ενός φορτηγού τρένου. Με το να αφομοιώσει την λαϊκή ποιητική παράδοση και να την μετατρέψει σε κάτι πρωτότυπο και προσωπικό, δίκαια τον σύγκριναν μ’ αυτό που ο Μπέλα Μπαρτόκ (
Bela Bartok, 1881-1945) έκανε με την λαϊκή μουσική. 
[..]
Πάντως η ποίηση που έγραφε είχει ξεχωριστή οντότητα. Με υπερρεαλιστικές επιδράσεις μεν, αλλά όσο υπερρεαλιστική ήταν κι η ποίηση του Λόρκα, ο άνθρωπος που κατά καιρούς τον έχουν συγκρίνει, όχι για τις μουσικές του ιδιότητες, αλλά για την ιδιότυπη φύση του ποιητικού του κόσμου. Η δύναμή του είναι ότι κατάφερε να δημιουργήσει έναν άκρως αυτάρκη ποιητικό κόσμο: μια τέλεια έκφραση της εσωτερικής του κατάστασης, που η ίδια αντανακλά την αθλιότητα της χώρας του την περίοδο 1920-25. Η ποίησή του συγγενεύει με την Μαγιάρικη λαϊκή ποίηση από πλευράς μορφής και ρυθμού, αλλά το περιεχόμενό της συχνά φανερώνει το διάβασμα του Μαρξ και του Φρόιντ (το ενδιαφέρον του για τον τελευταίο είχε επισύρει την αποδοκιμασία πολλών συντρόφων του).
 
Οι μεταφράσεις των ποιημάτων του Γιόζεφ, τουλάχιστον στα αγγλικά, είναι ανεπαρκείς, διότι δεν δίνουν την πραγματική εικόνα του λεκτικού μεγαλείου της δουλειάς του. Έχει λεχθεί ότι δεν μεταφράζεται. Εν κατακλείδι, ο συναρπαστικός, μοντέρνος ποιητικός λόγος του Αττίλα Γιόζεφ ανατέμνει την κρίση του ανθρώπινου μυαλού και της ανθρώπινης κοινωνίας. Η ποίησή του είναι η εκπλήρωση μιας βασανισμένης ζωής που άρχισε με τόση αισιοδοξία και ζωντάνια, μόνο να καταλήξει σε καταστροφική φτώχεια και ψυχοπάθεια. Ο Γιόζεφ απεικονίζει μια αναδυόμενη κοινωνία, αν και σκοτεινά, με την παράξενη λεκτική του μουσικότητα. Ο σοσιαλιστικός ουμανισμός που υιοθέτησε και ο οίστρος της ποιητικής φωνής του είχαν ανυπολόγιστη επίδραση στα Ουγγρικά γράμματα.

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=194595.0#ixzz29dOg0dRn


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ