Ποιητές

Ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις -
και γίνονται πουλιά.
Τάσος Λειβαδίτης

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΡ (Jacques Prévert) - ΠΟΙΗΜΑΤΑ




Η ποίηση του Ζακ Πρεβέρ διαμορφώνεται από την μποέμικη, άθεη, αντικληρικαλιστική και αναρχική στάση του για τη ζωή, καθώς επίσης και από το πηγαίο χιούμορ, την έντονη ειρωνεία και τον ανθρωπισμό του. Στα ποιήματά του ο Πρεβέρ καταδικάζει τον πόλεμο, την υποκρισία και την εκμετάλλευση. Ταυτόχρονα όμως, γίνεται τροβαδούρος του έρωτα, υμνεί την ειρήνη και συντάσσεται με τους απλούς λαϊκούς ανθρώπους. Ο παράγοντας που χαρακτηρίζει περισσότερο τα ποιήματά του είναι η καθημερινή ζωή, κάτι που υπογραμμίζεται και από τους ενδεικτικά καθημερινούς τίτλους των συλλογών του: Κουβέντες, Ιστορίες, Πράγματα και άλλα. Γι’ αυτό και η ποίηση του Πρεβέρ αποτελεί ύμνο στην καθημερινότητα που εκτυλίσσεται πότε σε μια πλατεία («Η Ωραία Εποχή», «Πλατεία Καρουζέλ») ή στον δρόμο («Μπαρμπαρά») και πότε σε ένα σπίτι μέσα στην μεγάλη πόλη («Πρώτη Μέρα»), στο νοσοκομείο («Το Μήνυμα») ή στο κοιμητήριο («Οικογενειακό»). Το γεγονός, όμως, ότι η ποίησή του είναι ποίηση της καθημερινότητας δε σημαίνει ότι πρόκειται για μια γραφή απλοϊκή. Αντιθέτως, η ανάλυση των ποιημάτων του Πρεβέρ αναδεικνύει πλούσια στιλιστική οργάνωση που έγκειται στα λογοπαίγνια, στις γρήγορα εναλλασσόμενες οπτικοακουστικές εικόνες, στις συνεχείς επαναλήψεις και στην έλλειψη σημείων στίξης. Στην αυτόματη γραφή του Πρεβέρ, η έντονη εικονοκλασία εκφράζεται με μεθόδους κινηματογραφικής φύσεως, όπως το φλας μπακ, ενώ ο πεζός λόγος μπερδεύεται μέσα στον ποιητικό και ο ελεύθερος στίχος εναλλάσσεται με τον ομοιοκατάληκτο.

Τα ποιήματα που ακολουθούν είναι όλα από την ποιητική συλλογή Κουβέντες (Paroles, εκδ. 1946) και δεν ανήκουν στα θυμωμένα αναρχικά ποιήματα του Πρεβέρ ούτε έχουν πολεμική διάθεση. Τουναντίον, καταγγέλλουν την αδικία με τρυφερότητα («Για Σένα αγάπη μου»), χαιρετίζουν τους εφήβους («Η Ωραία Εποχή»), τα παιδιά («Πρώτη Μέρα») και τους ερωτευμένους («Κινούμενες Άμμοι», «Μπαρμπαρά»), συμπαραστέκονται στους πληγωμένους («Πρωινό Γεύμα», «Η Ωραία Εποχή») και τραγουδούν την αγάπη («Paris at Night») και την ειρήνη («Οικογενειακό», «Μπαρμπαρά»).


Η ΩΡΑΙΑ ΕΠΟΧΗ

Νηστική χαμένη παγωμένη
Ολομόναχη άφραγκη
Μια κοπέλα δεκάξι χρόνων
Ακίνητη όρθια
Πλατεία Ομονοίας
Μεσημέρι Δεκαπενταύγουστου.

٭

ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Πήγα στην αγορά με τα πουλιά
Κι αγόρασα πουλιά
Για σένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα λουλούδια
Κι αγόρασα λουλούδια
Για σένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα σιδερικά
Κι αγόρασα αλυσίδες
Βαριές αλυσίδες
Για σένα
αγάπη μου
Και μετά πήγα στην αγορά με τους σκλάβους
Και σ’ έψαξα
Αλλά δε σε βρήκα
αγάπη μου

٭

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ

Η μητέρα πλέκει
Ο γιος πολεμά
Το βρίσκει πολύ φυσικό η μητέρα
Και ο πατέρας τι κάνει ο πατέρας;
Κάνει επιχειρήσεις
Η γυναίκα του πλέκει
Ο γιος του πολεμά
Αυτός επιχειρήσεις
Το βρίσκει πολύ φυσικό ο πατέρας
Και ο γιος και ο γιος
Τι βρίσκει ο γιος;
Δε βρίσκει τίποτα απολύτως τίποτα ο γιος
Ο γιος η μητέρα του πλέκει ο πατέρας του επιχειρήσεις αυτός πόλεμο
Όταν θα έχει τελειώσει ο πόλεμος
Θα κάνει επιχειρήσεις με τον πατέρα του
Ο πόλεμος συνεχίζεται η μητέρα συνεχίζει πλέκει
Ο πατέρας συνεχίζει κάνει επιχειρήσεις
Ο γιος σκοτώθηκε δε συνεχίζει πια
Ο πατέρας και η μητέρα πηγαίνουν στο νεκροταφείο
Το βρίσκουν πολύ φυσικό ο πατέρας και η μητέρα
Η ζωή συνεχίζεται η ζωή με το πλεκτό τον πόλεμο τις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις ο πόλεμος το πλεκτό ο πόλεμος
Οι επιχειρήσεις οι επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις
Η ζωή με το νεκροταφείο.

٭

ΠΡΩΙΝΟ ΓΕΥΜΑ

Έβαλε τον καφέ
Στο φλιτζάνι
Έβαλε το γάλα
Στο φλιτζάνι με τον καφέ
Έβαλε τη ζάχαρη
Στον καφέ με το γάλα
Με το κουταλάκι
Γύρισε
Ήπιε τον καφέ με το γάλα
Και ξανάφησε το φλιτζάνι
Χωρίς να μου μιλήσει
Άναψε
Ένα τσιγάρο
Έκανε δαχτυλίδια
Με τον καπνό
Έβαλε τις στάχτες
Στο τασάκι
Χωρίς να μου μιλήσει
Χωρίς να με κοιτάξει
Σηκώθηκε
Έβαλε
Το καπέλο του στο κεφάλι του
Έβαλε
Το αδιάβροχό του
Γιατί έβρεχε
Κι έφυγε
Μέσα στη βροχή
Χωρίς μια κουβέντα
Χωρίς να με κοιτάξει
Και ’γω πήρα
Το κεφάλι μου μέσα στα χέρια
Κι έκλαψα.

٭

ΚΙΝΟΥΜΕΝΗ ΑΜΜΟΣ

Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Κι εσύ
Σαν ένα φύκι απαλά χαϊδεμένο απ’ τον άνεμο
Στην άμμο του κρεβατιού δε βρίσκεις ησυχία καθώς ονειρεύεσαι
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Αλλά μέσα στα μισόκλειστά σου μάτια
Έμειναν δυο μικρά κύματα
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν.

٭

ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ

Λευκά σεντόνια μέσα σε μια ντουλάπα
Κόκκινα σεντόνια πάνω σ’ ένα κρεβάτι
Ένα παιδί μέσα στη μάνα του
Η μάνα του μέσα στις ωδίνες
Ο πατέρας μέσα στο διάδρομο
Ο διάδρομος μέσα στο σπίτι
Το σπίτι μέσα στην πόλη
Η πόλη μέσα στη νύχτα
Ο θάνατος μέσα σε μια κραυγή
Και το παιδί μέσα στη ζωή.

٭

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ

Η πόρτα που κάποιος άνοιξε
Η πόρτα που κάποιος ξανάκλεισε
Η καρέκλα που κάποιος κάθισε
Ο γάτος που κάποιος χάιδεψε
Το φρούτο που κάποιος δάγκωσε
Το γράμμα που κάποιος διάβασε
Η καρέκλα που κάποιος έριξε
Η πόρτα που κάποιος άνοιξε
Ο δρόμος που κάποιος ακόμα τρέχει
Το δάσος που κάποιος διασχίζει
Το ποτάμι που κάποιος ρίχνεται
Το νοσοκομείο που κάποιος πέθανε.

٭

PARIS AT NIGHT

Τρία σπίρτα αναμμένα ένα ένα μέσα στη νύχτα
Το πρώτο για να δω ολόκληρο το πρόσωπό σου
Το δεύτερο για να δω τα μάτια σου
Το τρίτο για να δω το στόμα σου
Κι ολόκληρη η σκοτεινιά για να μου θυμίζει όλο αυτό
Σφίγγοντάς σε στην αγκαλιά μου.

٭

ΜΠΑΡΜΠΑΡΑ

Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη εκείνη την ημέρα
Και περπατούσες χαμογελαστή
Χαρούμενη ευτυχισμένη μουσκεμένη
Μέσα στη βροχή
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Και σε συνάντησα στην οδό Σιάμ
Χαμογελούσες
Κι εγώ χαμογελούσα
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Εσένα που δεν σε ήξερα
Εσύ που δεν με ήξερες
Θυμήσου
Θυμήσου εκείνη την ημέρα
Μην ξεχνάς
Ένας άντρας προφυλαγόταν κάτω από ένα πρόθυρο
Και φώναξε το όνομά σου
Μπαρμπαρά
Κι έτρεξες προς το μέρος του μέσα στη βροχή
Μουσκεμένη ευτυχισμένη χαρούμενη
Και ρίχτηκες στην αγκαλιά του
Θυμήσου τό Μπαρμπαρά
Και μη μου θυμώνεις αν σου μιλάω στον ενικό
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπώ
Ακόμα κι αν δεν τους έχω δει παρά μια μόνη φορά
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπιούνται
Ακόμα κι αν δεν τους ξέρω
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Μην ξεχνάς
Αυτήν την ήρεμη κι ευτυχισμένη βροχή
Πάνω στο ευτυχισμένο πρόσωπό σου
Πάνω σ’ αυτήν την ευτυχισμένη πόλη
Αυτήν τη βροχή πάνω στη θάλασσα
Πάνω απ’ τον ναύσταθμο
Πάνω απ’ το πλοίο τ’ Ουεσάν[1]
Ω Μπαρμπαρά
Τι σαχλαμάρα ο πόλεμος
Τι απέγινες τώρα
Μέσα σ’ αυτή τη βροχή σίδερου
Φωτιάς ατσαλιού και αίματος
Κι αυτός που σ’ έσφιγγε στην αγκαλιά του
Ερωτευμένα
Μήπως είναι νεκρός εξαφανισμένος ή ακόμα ακόμα ζωντανός
Ω Μπαρμπαρά
Βρέχει χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Όπως έβρεχε πριν
Αλλά δεν είναι το ίδιο κι όλα καταστράφηκαν
Είναι μια πένθιμη βροχή τρομερή και λυπητερή
Δεν είναι πια η καταιγίδα
Φωτιάς ατσαλιού αίματος
Απλών νεφελωμάτων
Που ψοφάνε σαν τα σκυλιά
Σκυλιά που εξαφανίζονται
Στα νερά της Βρέστης
Και πάνε να σαπίσουν μακριά
Μακριά πολύ μακριά απ΄ τη Βρέστη
Που απ’ αυτήν δεν μένει πια τίποτα.

[1] Ουεσάν, βραχώδης νήσος βορειοδυτικά της Βρέστης, το δυτικότερο σημείο της Γαλλίας. Εκεί κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε ναύσταθμος, όπου τα γερμανικά στρατεύματα κατασκεύαζαν τα πλοία τους.


٭

ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΑΡΟΥΖΕΛ

Πλατεία Καρουζέλ
προς το τέλος μιας ωραίας καλοκαιρινής ημέρας
το αίμα ενός αλόγου
χτυπημένου και ξεζεμένου
έτρεχε
στο πλακόστρωτο
Και το άλογο ήταν εκεί
όρθιο
ακίνητο
στα τρία πόδια
Και το άλλο πόδι πληγωμένο
πληγωμένο και ξεριζωμένο
κρεμόταν
Δίπλα ακριβώς
όρθιος
ακίνητος
βρισκόταν ο αμαξάς
και μετά το αμάξι επίσης ακίνητο
άχρηστο όπως ένα σπασμένο ρολόι
Και το άλογο σώπαινε
το άλογο δεν παραπονιόταν
το άλογο δεν χλιμίντριζε
ήταν εκεί
περίμενε
κι ήταν τόσο όμορφο τόσο θλιμμένο τόσο απλό
και τόσο λογικό
που δεν ήταν δυνατόν να συγκρατήσει τα δάκρυά του

Ω
χαμένοι κήποι
ξεχασμένες κρήνες
ηλιόλουστα λιβάδια
ω πόνε
λαμπρότητα και μυστήριο της εναντιότητας
αίμα και φέγγη
χτυπημένη ομορφιά
Αδελφοσύνη.




Τα θαύματα της ελευθερίας

Ανάμεσα στα δόντια της παγίδας
Πόδι άσπρης αλεπούς
Κι αίμα στο χιόνι
Το αίμα της άσπρης αλεπούς
Ίχνη στο χιόνι
Ίχνη της άσπρης αλεπούς
Που φεύγει με τα τρία της πόδια
Ενώ ο ήλιος βασιλεύει
Κι η αλεπού
Ένα λαγό στα δόντια της βαστάει
Ακόμα ζωντανό.






Η σαύρα

Η σαύρα της αγάπης
Πάλι τό' σκασε
Αφήνοντας στα δάχτυλά μου
Την ουρά της
Όμως αυτήν κι εγώ
Ήθελα να κρατήσω.


Ο Γάμος

Μια γυναίκα πέφτει σ΄ένα ποτάμι
Και το ποτάμι χύνεται σ΄έναν μεγάλο ποταμό
Ένας άντρας πέφτει σ' αυτόν τον ποταμό
Κι ο ποταμός πέφτει στη θάλασσα
Κι η θάλασσα με τη σειρά της στέλνει στη στεριά
Ένα σιρίτι αφρού
Και η λευκή δαντέλα των κυμάτων
Που λάμπει κάτω από του φεγγαριού το φως
Κι είν΄η δαντέλα αυτή το φόρεμα της νύφης-
Απλό γαμήλιο δώρο της μεγάλης θάλασσας.


Αίμα και φτερά

Κορυδαλέ της θύμησης
Το αίμα σου είναι που κυλά
Κι όχι το αίμα μου
Κορυδαλέ της θύμησης
Ωραίο νεκρό πουλί
Δεν έπρεπε να' ρθεις
Από το χέρι μου να φας
Σπόρους της λήθης.





Το υψηλό πρόσωπο και ο φύλακας άγγελος

Φρουρέ
Μείνε εδώ
Έξω απ' την πόρτα του οίκου
Και περιφρούρησε
Την υπόληψή μου
Εγώ ανεβαίνω επάνω
Με τις κυρίες
Πρέπει κανείς να διασκεδάζει και λιγάκι!

Ο λογαριασμός

Ο ΠΕΛΑΤΗΣ
Γκαρσόν, το λογαριασμό!

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ
Μάλιστα. (βγάζει μολύβι και σημειώνει.) Έχετε... δυο αυγά σφιχτά, ένα μοσχάρι, αρακά, σπαράγγια, μια μερίδα τυρί με βούτυρο, αμύγδαλα, καφέ κι ένα τηλεφώνημα.

Ο ΠΕΛΑΤΗΣ
Και τα τσιγάρα!

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ
(Αρχίζει να λογαριάζει.) Μάλιστα... Και τα τσιγάρα... Όλ' αυτά μας κάνουν...

Ο ΠΕΛΑΤΗΣ
Μην επιμένεις, φίλε μου, είναι ανώφελο, δεν πρόκειται να το καταφέρεις.

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ
!!!

Ο ΠΕΛΑΤΗΣ
Δεν σου μάθανε στο σχολείο πως είναι μα-θη-μα-τι-κώς αδύνατο να προσθέσεις ανόμοια...πράγματα!

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ
!!!

Ο ΠΕΛΑΤΗΣ
(Υψώνει τη φωνή του.) Τελοσπάνων, ποιον νομίζουν πως κοροϊδεύουν; Πραγματικά πρέπει κανείς νά' ναι εντελώς ηλίθιος για να τολμήσει καν να προσπαθήσει να προσθέσει ένα μοσχάρι με τσιγάρα, τσιγάρα με καφέ, καφέ με αμύγδαλα, σφιχτά αυγά με αρακά και αρακά μ' ένα τηλεφώνημα... Και γιατί όχι τον αρακά μ' έναν αξιωματικό της Λεγεώνος της Τιμής; (Σηκώνεται.) Όχι, φίλε μου, πίστεψέ με και μην επιμένεις και μην κουράζεσαι, δεν οδηγείσαι πουθενά, καταλαβαίνεις, πουθενά, δε φτάνεις ούτε καν σ' ένα πουρμπουάρ!
(Και βγαίνει παίρνοντας μαζί του την πετσετοθήκη χωρίς να πληρώσει τίποτε.)


Η σοφία των εθνών

Η Αθηνά κλαίει
Το δόντι τής σοφίας της μεγαλώνει
Κι ο πόλεμος ξαναρχίζει
Πάλι και πάλι


Ο μετεωρίτης

Ανάμεσα απ' τα κάγκελα της φυλακής
Περνάει σαν αστραπή
Ένα πορτοκάλι
Και πέφτει στο αποχωρητήριο
Σαν πέτρα.
Κι ο φυλακισμένος
Που ξαφνικά ραντίζεται από τις βρομιές
Φωτίζεται
Λάμπει από ευτυχία:
Νάτην που δε με ξέχασε
Πάντα με σκέφτεται
Εκείνη.



Η αποστολή

Ένας άνθρωπος μ' ένα κουτί
Μπαίνει στο μουσείο του Λούβρου
Κάθεται σ'έναν πάγκο
Εξετάζει το κουτί
Προσεκτικά
Το ανοίγει
Μ΄ένα ανοιχτήρι
Και βάζει
Επίσης προσεκτικά
Σίγουρος για τον εαυτό του
Το ανοιχτήρι
Πάνω στα βάτα
Μέσα στο κουτί
Το κλείνει
Μ' ένα ειδικό εργαλείο
Το ακουμπάει απαλά
Πάνω στον πάγκο
Και φεύγει
Ήρεμος και χαμογελαστός
Κουτσαίνοντας
Φτάνει στον Σηκουάνα
Εκεί
Τον περιμένα
Ένα πλοίο φορτηγό
Κάτασπρο
Ανεβαίνει τις σιδερένιες σκάλες
Της γέφυρας του πλοιάρχου
Κουτσαίνοντας
Κι ενώ ανεβαίνει
Εξετάζει το ειδικό εργαλείο
Χαμογελάει
Και το ρίχνει στον Σηκουάνα

Την ίδια στιγμή
Ακαριαία
Το πλοίο εξαφανίζεται.


μτφ: Γιάννης Βαρβέρης




Ζακ Πρεβέρ
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο Ζακ Πρεβέρ (Jacques Prévert, 4 Φεβρουαρίου 1900 - 11 Απριλίου 1977) υπήρξε μια πολυσχιδής προσωπικότητα των γαλλικών γραμμάτων, με ιδιαίτερη συνεισφορά στο χώρο της ποίησης και του θεάτρου. Κατα τη διάρκεια τωv σχολικών του χρόνων στο Παρίσι έδειξε ιδιαίτερη αγάπη για το θέατρο, μια αγάπη που καλλιέργησε και ο πατέρας του που υπήρξε κριτικός θεάτρου. Ολοκλήρωσε μόνο την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και εγκατέλειψε το σχολείο μόλις έλαβε το Certificat d'études. Εργάστηκε στο παρισινό πολυκατάστημα Le Bon Marché μέχρι το 1918, οπότε κατετάγη στο στρατό για την εκπλήρωση της υποχρεωτικής θητείας του.

Ποίηση

Οι ποιητικές του συλλογές που έχουν εκδοθεί στη Γαλλία είναι:
Paroles (Διάλογοι, 1946)
Histoires (Ιστορίες, 1963)
Spectacle (1951)
La Pluie et le beau temps (Η βροχή και ο καλός καιρός, 1955)
Fatras (1971)
Choses et autres (Αυτά και άλλα, 1973)

Το ποίημα «Το Παρίσι τη νύχτα» 

Trois allumettes une à une allumées dans la nuit
La premiére pour voir ton visage tout entier
La seconde pour voir tes yeux
La dernière pour voir ta bouche
Et l'obscuritè tout entière pour me rappeler tout cela
En te serrant dans mes bras
Τρία σπίρτα ανάβουν το ένα μετά το άλλο μέσα στη νύχτα
Το πρώτο για να δω το πρόσωπό σου στην ολότητά του
Το δεύτερο για να δω τα μάτια σου
Το τελευταίο για να δω το στόμα σου
Και το σκοτάδι ολόγυρα για να μου θυμίζει όλα αυτά
Καθώς σε κρατάω μέσα στην αγκαλιά μου

Εργογραφία 

Paroles (Διάλογοι, 1946)
Contes pour enfants pas sages (Ιστορίες για άτακτα παιδιά, 1947)
Le Petit Lion (1947, 1984)
Des Bêtes (1950, 1984)
Spectacle (1951)
Grand bal du printemps (1951)
Lettre des îles Baladar (1952)
Tour de chant (1953)
La pluie et le beau temps (1955)
Histoires (1963)
Le Cirque d'Izis (1965, με καλλιτεχνική επιμέλεια της έκδοσης από τον Marc Chagall)
Fatras (1966)
Charmes de Londres (1999)


2 σχόλια:

  1. όλα τα ποιηματα του είναι υπέροχα ! μου άρεσε η εισαγωγή που έκανες ! μπράβο σου !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα! Σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Η εισαγωγή (αν και θα μου άρεσε) δεν είναι δικιά μου. Την πήρα από το http://surrealism9.blogspot.com

    ΑπάντησηΔιαγραφή