ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ - Η ποιητική «λαλιά» της Κύπρου και των αγώνων της



"ΕΚΕΙΝΗ ΔΕΝ ΑΠΗΝΤΗΣΕΝ..."

Αλήτικη ζωή! δε σε βαρέθηκα,
μ΄ όλο που μ΄ έκανες ερείπιο.
(Γελώ και καμαρώνω, εδώ που βρέθηκα,
το παντελόνι μου το τρύπιο).

Κοιτάζω το σακάκι μου το νόστιμο,
και το θρηνώ, χωρίς αιτία.
(Το κλάημα μου προσφέρεται σαν πρόστιμο
για την αθλία μου αλητεία).

Κρατώ ένα μικρουλάκι ξεροκόμματο,
και μες στο δρόμο το σπαράζω.
Κινούμαι βλακωδώς, καθώς αυτόματο,
και με τον κόσμο διασκεδάζω.

Ιδού! κάποια μαντάμ κρατάει τη τσάντα της
κι ενώ με βλέπει, χαχανίζει.
Και γνέφει στον ηλίθιο τον άντρα της,
που κάπου εκεί κάτι ψωνίζει.

Γιατί, παρακαλώ, μαντάμ, γελάσατε;
Πως είμαι αλήτης σιωπηλός;
Αχ! φαίνεται ποτέ σας δεν πεινάσατε...
...Με συγχωρείτε... είμαι τρελός...

«Εκείνη δεν απήντησεν...», ως έγραψε
μια συγγραφεύς ρομαντική.
Γελούσε, ναι, γελούσε και δεν έπαψε,
ώσπου τραβήχτηκα από κεί.

Αλήτικη ζωή! δε σε βαρέθηκα,
μ΄ όλο που μ΄ έκανες ερείπιο.
(Γελώ και καμαρώνω, εδώ που βρέθηκα,
το παντελόνι μου το τρύπιο).



Από το βιβλίο: Τεύκος Ανθίας, "Τα σφυρίγματα του αλήτη", Αθήνα 1929, σελ. 61-62.



«Τα σφυρίγματα του αλήτη»

Επίλογος

Αλήτη! Απόψε είν’ η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.
Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ’ ένα παγκάκι αλήτη!
Πλάτυνε η σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,
πο ’κανε ο άνθρωπος τη γη κι όλο το σύμπαν σπίτι.

Δεν έχεις δάκρυα να θρηνείς, ούτε κουράγιο να πονείς,
ούτε κραυγές υστερικές να βγάνεις πέρα ως πέρα.
Είσ’ ένα κύμα σιωπηλό μιας τρικυμίας παντοτεινής,
Που γαληνεύει ανήσυχα στην ήσυχη εσπέρα.

Κι όταν θα βρεις το λυτρωμό σ’ ένα παγκάκι ξαπλωμένος,
Και θα σιγήσει ο σίφουνας κι η θύελλα της ζωής σου,
Αλήτη, δε θα πεις ποτέ πως ήσουν κουρασμένος,
Απ’ τον αγώνα το σκληρό της άρρυθμης ψυχής σου.

Αλήτη! Απόψε είν’ η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.
Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ’ ένα παγκάκι αλήτη!
Πλάτυνε η σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,
πο ’κανε ο άνθρωπος τη γη κι όλο το σύμπαν σπίτι.








Αλητισμός

«Τι τρομερός, τι τρομερός,
πούναι κι αυτός ο αλητισμός!»

Τέτια μιλώ, παραμιλώ,
την κάθε μέρα και γελώ
με τον ανόητο εαυτό μου,
πόχει πιστέψει στη ζωή και την ερμιά του κόσμου.


 
«Σήμερις έχουμε ψωμί,
κι αν δεν υπάρχει, θα βρεθεί!»

Με τέτια σκέψη τριγυρνώ
εδώ κι εκεί κι όλο περνώ
πάντα μες τ΄ όνειρο, στην πλάνη,
και το κουφάρι μου γερνά, κοντεύει να πεθάνει.



«Κάποιαν αγάπη καρτερώ
και θάρθει σύντομα, θαρρώ».

Φτωχή καρδιά, καρδιά τρελή,
πόχεις πεποίθηση πολλή
στα μαδημένα τα φτερά σου,
είν΄ ο αγέρας δυνατός κι ανάλαφρη η χαρά σου.


 
«Δεν ήρθε απόψε. Τι μ΄ αυτό;
Στη μοναξιά θ΄ αναπαυτώ».

Ίσως και νάρθει την αυγή,
εδώ στον πάγκο να με βρει,
μ΄ ένα φιλί να με ξυπνήσει.
Τάχα γιατί ν΄ απελπιστώ κι αν λίγο ακόμη αργήσει;



«Ω τι γλυκός, ω τι γλυκός,
πούναι κι αυτός ο αλητισμός!»

Τέτιον επίλογο θα πω,
σα μια νυχτιά θα κοιμηθώ
στον ουρανό από κάτου
και θ΄ απλωθεί τριγύρω μου το σκότος του θανάτου.-

Συλλογή Τα σφυρίγματα του αλήτη, Αθήνα 1929, σ. 7-8.




Κατρακύλημα

Όλο ξεπέφτεις – και ξεπέφτεις δίχως τέλος –
για τιποτένια πραγματάκια της ζωής.
(Είσαι παλιάτσος κι όμως δείχνεσαι για Οθέλος,
με τις αστείες προσωπίδες που φορείς).

Το ποιο φινάλε θάχει τέτια μια ιστορία,
το κατρακύλημά σου αυτό πού σε οδηγεί,
πάντα το σκέφτεσαι με πόνο και πικρία,
μα δε γιατρεύεις τέτια επίφοβη πληγή.

Πάντοτε λες : «Θαρθεί μια μέρα να ξεφύγω,
απ΄ των πραγμάτων το μηδέν να λυτρωθώ,
και με το πέρασμα του χρόνου, λίγο-λίγο,
κάπως ψηλά με περηφάνια να υψωθώ».

Κι όμως το χάος σα μαγνήτης σε τραβάει
και απειθάρχητος, στη σκέψη, πάντα ζεις,
το κατρακύλημα ποτές δε σταματάει,
για τιποτένια πραγματάκια της ζωής.-

Συλλογή Τα σφυρίγματα του αλήτη, Αθήνα 1929, σ. 11.



Optimisme


Πώς πέρασαν τα νιάτα μας, δίχως απόδοση καμμιά,
στις λεωφόρους τις πλατιές και στα σοκάκια τα στενά,
πώς σβύστηκε απ΄ τα στήθια μας η πρώτη αποθυμιά
για σερενάτες βραδινές και λυγμοτράγουδα ορθρινά.

Κι όμως ακόμη απόμεινε κάτω απ΄ τη στάχτην η φωτιά,
πυρώνοντας μερονυχτίς τη βουβαμένη μας καρδιά,
κ΄ έστω μιαν ώρα, μια στιγμή, στα φτωχικά μας γηρατειά,
θα μας κυκλώσει ο λυτρωμός, μιαν ανοιξιάτικη βραδιά.-

Συλλογή Τα σφυρίγματα του αλήτη, Αθήνα 1929, σ. 52.


Αντιθέσεις

Είναι μιαν ώρα, μια στιγμή, που με κυκλώνουνε οι λυγμοί,
και πάω να κλάψω δυνατά, να λυτρωθώ απ΄ τα βάσανα,
σ΄ αυτή την όμορφη βραδιά, να κλάψω για όλα τα παιδιά
που μες τους δρόμους τριγυρνούν, απόκληρα, πεντάρφανα.

Ιδού! ο μικρός μας Θοδωρής κι ο πιο μεγάλος ο Ριρής,
στο πεζοδρόμι κάθουνται, χαζεύουν και καπνίζουνε,
πιο πέρα ο Φάνης κι ο Τοτός, που τους παιδεύει ο πυρετός,
βρωμολογούν και βλαστημούν, γελούνε και δακρύζουνε.

Και κάποιος μορφινομανής, γιος της μαντάμας της Φανής,
– σκιάχτρο και φάντασμα χλωμό, σαράβαλο κ΄ ερείπιο –
περνάει μπροστά τους σιωπηλά, τους αντικρύζει και γελά,
με τ΄ άθλιο παντελόνι του και το πουκάμισο το τρύπιο.

Και μες τη σάλαν η κυρά, πλημμυρισμένη από χαρά,
παίζει Μπετόβεν και Σοπέν, πιανίσσιμο και φόρτε,
μερακλωμένη τραγουδά κ΄ έχει στο πλάι το λαδά,
που προσπαθεί πολύ κουτά να της σερβίρει κόρτε.-

Συλλογή Τα σφυρίγματα του αλήτη, Αθήνα 1929, σ. 45.


Οι καταφρονεμένοι

Τ’ άσπρα φτερά σας νάειχα,
τρελά της θάλασσας πουλιά,
τη λυγμική σας τη λαλιά,
που όλο αναλύεται σ΄ εξάηχα,
τρελά της θάλασσας πουλιά!

Να παίζω με τα κύματα,
που μέρα – νύχτα σας φιλούν
και σάμπως σκόρπια νήματα
πάνω στη θάλασσα κυλούν,
να παίζω με τα κύματα,
που μέρα – νύχτα σας φιλούν.

Νάν΄ η ζωή μου κάποια χίμαιρα
και σα σκοπός εαρινός,
νάν΄ η ζωή μου εσπερινός
σε φώτα αβέβαια κ΄ εφήμερα,
νάν΄ η ζωή μου κάποια χίμαιρα
και σα σκοπός εαρινός.

Μην πείτε τάχα πως κουράστηκα
το κάθε νέο να λαχταρώ,
τόσο φριχτά κι ας δοκιμάστηκα
μέσα στης Μοίρας το χορό,
μην πείτε τάχα πως κουράστηκα
το κάθε νέο να λαχταρώ.-

Συλλογή Τα σφυρίγματα του αλήτη, Αθήνα 1929, σ. 44.


Η προσευχή του αλήτη



Άγιος, άγιος, άγιος,
Κύριος Σαβαώθ,
πλήρης ο ουρανός
και η γη της δόξης σου.
Ωσαννά! ο εν τοις υψιστοις.

Χώνω τα χέρια μου στις τσέπες και κοιτώ
τον ουρανό, που συγνεφιάζει, ο αλιτήριος!
Θα ΄χει θυμώσει ο Θεός, ο άγιος Κύριος,
με κάποιον άγγελο, ασφαλώς λίγο κουτό.

Θα ΄ν΄ ο βοριάς καλός γιατρός, ω ναι, ασφαλώς·
και κάνει ενέσεις «θανατίνης» στο κορμί μου.
Το κόκκαλά μου ροκανίζουνται κι οι αρμοί μου...
– «Θεέ τρισάγιε! μην είμαι αμαρτωλός;

»Εγώ δεν έκλεψα ποτές –μ΄ όλο που θα΄ πρεπε–
δεν εγκλημάτησα, μαθές –καθώς ποιείται
υπό τα σήμερον κρατούντα ήθη και έθιμα. –
Γιατί, λοιπόν, αγαπητέ, με τιμωρείτε;  

»Χα χα! Γελάω, ναι, γελάω σατανικά,
γιατί δεν πας ν΄ αυτοχτονήσεις, αν υφίστασαι.
Αφού, φιλάνθρωπε δυνάστη, δεν εξίστασαι,
από του ύψους σου ορών... τόσα κακά».

Τρέμουν ακόμα δυο αλήτες στη γωνιά.
με μιαν ευλάβεια και πόνο τους σιμώνω.
Ω! μας κυκλώνει και τους τρεις η παγωνιά...
Θέλω να σφίξω τις γροθιές μου... αλλά... κρυώνω...-

Από το Τεύκρος Ανθίας : Μια παρουσίαση από τον Κώστα Νικολαΐδη,
Γαβριηλίδης 2002, σ. 45-46.


Προσευχή

Ελέησόν με, άγιε Σατάν, το βράδι αυτό,
κι άκουσε, αν θέλεις, της κοιλιάς μου το γουργουρητό.
Κλαρίνα, πίπιζες, ταμπούρλα, τα έντερά μου,
μια χλαλοή, ένα πανηγύρι διοργανώνουν.
Σαν εφιάλτες οι αναμνήσεις με κυκλώνουν,
γελούν, σα μέγαιρες, τριγύρω τα όνειρά μου...

Άνθρωπος ήμουνα κ΄ εγώ κάποια φορά
κ΄ έγινα ζώο, απ΄ των πραγμάτων τη φορά.
Ναι, κάποιο χτήνος, με τα πόδια του δεμένα,
που δε μπορεί μες το λειβάδι να βοσκήσει,
δεν ημπορεί τ΄ αφεντικό του να κλωτσήσει,
γιατί το σφίγγουν οι αλυσίδες του, ωιμένα!

Κόλαση γύρω μου η ζωή με τυραννεί,
πνίγοντας κάθε βογγητό μου και φωνή.
Μα, ως τόσο, κάτι περιμένω, που όταν φτάσει,
μέσα στο φως, μες τη χαρά θα ξεχυθώ,
μια νέα αυγή, μια μέρα ολόφωτη θα ιδώ.

Κάθε μου δάκρυ, που απ΄ τα μάτια μου έχει στάξει,
φωτιά θα γίνει, που ό,τι με σφίγγει θα ρημάξει.
Γαλάζια η νύχτα θα χορεύει ολόγυρά μου,
λαμπρά τ΄ αστέρια θα οργιάζουν μες το φως.
Άγιε Σατάν, τώρα που γέρασε ο Θεός,
οδήγει, Εσύ, οδήγει, Εσύ, τα βήματά μου.-

Από τη συλλογή ‘Αγιε Σατάν ελέησόν με, Αθήνα 1930, σ. 5-6.


Δίστηλο

Τα φρύδια σου : δυο τίτλοι στη σειρά,
με κεφαλαία αρχαϊκά στοιχεία·
υπότιτλοι με γράμματα μικρά :
Τα βλέφαρά σου.

Κι ακολουθούνε δυο προτάσεις,
που αρχινάνε και  τελειώνουν με στιγμές.
Στο μέσο κάθε μιας και μια τελεία.
Κείμενο με των 12 ελζεβίρ :
Τα μπιρμπιλά τα δυο σου μάτια.

Λίγο πιο κάτω δυο προτάσεις άλλες,
με κόκκινο μελάνι τυπωμένες –
– ρητορικές, μακρόσυρτες προτάσεις καθαρευουσάνου :
Τα μάγουλά σου.

Κ΄ η μύτη, σα λεπτότατη γραμμή, χωρίζει
τις δύο στήλες.
Υπογραφή : Σατάν και Σαβαώθ :
Τα σκανδαλιστικά τα δυο σου χείλη.

Την ώρ΄ αυτή, που ξενυχτώ στη συλλοή σου
κι έχω μπροστά μου την υπέροχη μορφή σου,
οι στοχασμοί μου με ενοχλούν.
Δίχως ελπίδα
γιατί μέσα στον πόνο σου να ρέβω;
– Αφήστε να διαβάσω εφημερίδα!
...Κι αγριεύω.-

Από τη συλλογή ‘Αγιε Σατάν ελέησόν με, Αθήνα 1930, σ. 23-24.


Ο πίνακας

Ο δάσκαλος στον πίνακα «τα ρήματα
εις –μι» και τα «υγρόληκτα» αραδιάζει.
Οι μαθητές, σα γηρασμένοι, γράφουνε,
και κάθε τόσο : «Προσοχή!»τους κράζει.

Τελειώνει. Τα «φυτά της Ινδοκίνας»
και τ’ άνθη των θερμών χωρών» διδάσκει.
Κάθε παιδί περίφοβο ακροάζεται
και νυσταγμένο, αφηρημένο, χάσκει.

Αρχίζει να διδάσκει περί «Πρόγονοι!»,
περί «Θεός!», και «τάφοι των αγίων!».
Κ΄ οι ψύλοι, τα κουνούπια, οι σκυλόμυγες,
οι ψείρες πλημμυρίζουν το σχολείον.

Ο πίνακας τα βλέπει σα φιλόσοφος,
τρομάζει και, μορφάζοντας, φωνάζει :
«Τον κακομοίρη! τον εφάγαν τα ζωΰφια
κι ακόμη τα υγρόληχτα αραδιάζει;»

Από τη συλλογή ‘Αγιε Σατάν ελέησόν με, Αθήνα 1930, σ. 16.



Το ιστιοφόρο

Σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε, στον πόνο μας πιστοί,
– ξένοι, που νοσταλγήσανε πατρίδα όλη τη γη –
κάποια αγωνία μάς έδερνεν από το βράδι ως την αυγή,
πως το κουράγιο μας γοργά σαν κύμα θα σβυστεί,
σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε, στον πόνο μας πιστοί.

Νύχτα ήταν τρισκότεινη, δίχως μια λάμψη έστω μικρή,
κ΄ είχε η ζωή μας αιστανθεί μεγάλο απαυδημό·
κ΄ είχε η καρδιά μας σφαλιχτό, σα φυλαχτό της τον καημό
και λέγαμε στενάζοντας : «Πότε θα φτάσουμε αντικρύ;»
Νύχτα ήταν τρισκότεινη, δίχως μια λάμψη έστω μικρή.

Μα, ως τόσο, κι αν γινήκανε κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά,
και το ιστιοφόρο μας επνίγη στο βυθό,
-ν- η τρικυμία εδιάβηκε –γιατί να λυπηθώ;–
και να! που φτάσαμε γεροί σε φως κι απανεμιά,
κι ας μείνανε στο πέλαγο κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά.

Δω πέρα θα ησυχάσουμε, συντρόφοι, τώρα μια στιγμή,
κ΄ ύστερα πια θα φτιάξουμε καράβι πιο γερό,
να μην τρομάζει κύματα βαριά κ΄ ενάντιο καιρό,
γιατί η ψυχή μας το ποθεί πάντα να πελαγοδρομεί,
προς νέες χαρές, νέους καημούς, προς νέους ωκεανούς.-

Από τη συλλογή ‘Αγιε Σατάν ελέησόν με, Αθήνα 1930, σ. 9-10.




ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ



Τόπος Γέννησης:         Κύπρος- Κοντέα
Έτος Γέννησης:           1903
Έτος Θανάτου:            1968


ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ (1903-1968)


Ο Τεύκρος Ανθίας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ανδρέα Παύλου Χατζημηνά) γεννήθηκε στην Κοντέα της επαρχίας Αμμοχώστου της Κύπρου. Φοίτησε στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας (1917-1922) και σπούδασε παιδαγωγικά στην Χοιροκοιτία (1922-1923). Εργάστηκε ως δάσκαλος σε σχολεία της Καρύστας, της Σπάρτης και του Σκλαβοχωρίου του νομού Λακωνίας. Από το 1927 έζησε για τρία χρόνια στην Αθήνα υπό άθλιες οικονομικές συνθήκες. Το 1930 επέστρεψε στην Κύπρο και οργανώθηκε στην κομμουνιστική παράταξη, ενέργεια που προκάλεσε δίωξη και φυλάκισή του κατά τη διάρκεια των Οκτωβριανών (1931, 1933). Το 1935 αφορίστηκε από την Ιερά Σύνοδο της Κύπρου με αφορμή την έκδοση της ποιητικής συλλογής του Η Δευτέρα παρουσία. Συνέχισε να υπηρετεί την κομμουνιστική παράταξη από την Αγγλία, όπου πήγε το 1948 και έμεινε ως το 1955, οπότε γύρισε στη γενέτειρά του για να πάρει μέρος στον αγώνα κατά των Άγγλων. Συνελήφθη, κλείστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και αφέθηκε ελεύθερος το 1957 μετά από καρδιακή προσβολή. Έφυγε ξανά στο Λονδίνο ως ανταποκριτής της εφημερίδας Το Βήμα, όπου έζησε ως το τέλος της ζωής του. Η σορός του μεταφέρθηκε στη γενέτειρά του. Παντρεύτηκε τη Λόλα Λεοντιάδη, με την οποία απέκτησε ένα γιο και μια κόρη και σε δεύτερο γάμο την Αναστασία Παγώνη, με την οποία απέκτησε ένα γιο και δύο κόρες. Στη λογοτεχνία στράφηκε από την παιδική του ηλικία και από τα δέκα ως τα δώδεκα χρόνια του εξέδωσε έξι ποιητικές φυλλάδες. Συνέχισε να γράφει κατά τη διάρκεια των σπουδών του, ενώ κατά την περίοδο της παραμονής του στη Σπάρτη εξέδωσε το περιοδικό Φλόγα, το οποίο τύπωνε με προσωπικά του έξοδα στον Πειραιά και συνέχισε την έκδοσή του στην Αγγλία, παράλληλα με την έκδοση του περιοδικού Σπίθα που είχε ξεκινήσει να εκδίδει στη Λευκωσία Γνωστός έγινε το 1929 με την ποιητική συλλογή Τα σφυρίγματα του αλήτη. Συνεργάστηκε με περιοδικά της Κύπρου και της Αθήνας, όπως τα Ελευθερία, Νέος Δημοκράτης, Χαραυγή, Φραγγέλιο και το Περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας, της Κύπρου και της Αλεξάνδρειας. Το συγγραφικό έργο του περιλαμβάνει επίσης ένα μυθιστόρημα, μια λαογραφική μελέτη για την Κύπρο και έργα για το θέατρο. Έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά.
1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Τεύκρου Ανθία βλ. Στεργιόπουλος Κώστας, «Τεύκρος Ανθίας», Η ελληνική ποίηση· Ανθολογία - Γραμματολογία· Η ανανεωμένη παράδοση, σ.452-456. Αθήνα, Σοκόλης, 1980, Αργυρίου Αλεξ., «Ανθίας Τεύκρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό1. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983 και Κουδουνάρης Αριστείδης Λ., «Ανθίας Τεύκρος», Βιογραφικόν Λεξικόν Κυπρίων 1800-1920. Λευκωσία, 1995 (έκδοση γ΄).

Ενδεικτική Βιβλιογραφία



• Άγρας Τέλλος, Κριτική για το Διψασμένοι στην Άβυσσο, Νεοελληνικά Γράμματα21, ετ.Α΄, 1/9/1935, σ.11 και 15.
• Αργυρίου Αλεξ., «Ανθίας Τεύκρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό1. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983.
• Βερνάλης Αδ., Ανθολογία κυπρίων ποιητών 1878-1934. Κύπρος, 1934.
• Ιντιάνος Αντ., «Τα ποιητάρικα και τα πρωτόλεια του Ανθία», Κυπριακά Γράμματα25, ετ.Β΄, 10/1935, σ.751-757.
• Ιωαννίδης Κλείτος, «Τεύκρος Ανθίας», Ιστορία της νεώτερης κυπριακής λογοτεχνίας, σ.153-158. Λευκωσία, 1986 (για βιβλιοκρισία του Ιωαννίδη βλ. Παναγιώτου Νίκος, Κριτική θεώρηση της «Ιστορίας της νεώτερης κυπριακής λογοτεχνίας» του Κλείτου Ιωαννίδη. Λευκωσία, 1986).
• Καμπάνης Άριστος, Κριτική για τη Δευτέρα Παρουσία, Εργασία73, ετ.Β΄, 23/5/1931, σ.527.
• Κ[οτζιούλας] Γ[ιώργος], Κριτική για τα Σφυρίγματα του αλήτη, Ελληνικά ΓράμματαΕ΄, ετ.Γ΄, 23/11/1929, αρ.75, σ.728.
• Κουδουνάρης Αριστείδης Λ., «Ανθίας Τεύκρος», Βιογραφικόν Λεξικόν Κυπρίων 1800-1920. Λευκωσία, 1995 (έκδοση γ΄).
• Λαπαθιώτης Ναπολέων, Κριτική για τα Σφυρίγματα του αλήτη, ΠειθαρχίαΒ΄, ετ.Α΄, 4/5/1930, σ.23.
• Λαπαθιώτης Ναπολέων, Κριτική για το Άγιε Σατάν ελέησόν με, ΠειθαρχίαΒ΄, ετ.Α΄, 29/6/1930, σ.16.
• Λαπαθιώτης Ναπολέων, Κριτική για το Η Δευτέρα Παρουσία, ΠειθαρχίαΓ΄, ετ.Β΄, 22/3/1931, σ.641.
• Μόντης - Χριστοφίδης, Κυπριακή ανθολογία ποιήσεως. Αθήνα, 1965.
• Προυσής Κώστας Μ., «Τεύκρος Ανθίας», Ελευθερία, 3/10/1940 (τώρα και στον τόμο Θέματα και Πρόσωπα της κυπριακής λογοτεχνίας, σ.95-108. Λευκωσία, Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, 1990).
• Προυσής Κώστας Μ., «Η ζωντανή Κύπρος του Τεύκρου Ανθία», Θέματα και Πρόσωπα της κυπριακής λογοτεχνίας, σ.109-111. Λευκωσία, Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, 1990.
• Προυσσής Κώστας, Θέματα και πρόσωπα της κυπριακής λογοτεχνίας, σ.63-65. Λευκωσία, Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τραπέζης Κύπρου, 1990.
• Πρωταίος Στάθης, «Τεύκρος Ανθίας», Λογοτεχνία2, 12/1978, σ.148-182.
• Πυλιώτης Αχιλλέας, Τεύκρος Ανθίας. Λευκωσία, έκδοση του περ. Νέα Εποχή, 1970.
Αφιερώματα περιοδικών
• Νέα Εποχή80, 12/1968.
• Νέα Εποχή131-132, 7-10/1978.

Εργογραφία


(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι.Ποίηση
• Λουλούδια της αγάπης. Σκάλα, 1922.
• Τα σφυρίγματα του αλήτη. Αθήνα, 1929.
• Άγιε Σατάν, ελέησόν με. Αθήνα, 1930.
• Η Δευτέρα παρουσία. Λευκωσία, 1931.
• Το Πουργατόριο. Κύπρος, 1931.
• Διψασμένοι στην άβυσσο. Κύπρος, 1936.
• Το χάος. Κύπρος, 1936.
• Η Έξοδος. Κύπρος, 1937.
• Η Άνοδος. Κύπρος, 1939.
• Ιντερμέδιο. Κύπρος, 1939.
• Το Β’ Ιντερμέδιο. Κύπρος, 1940.
• Βομβύκιο. Κύπρος, 1940.
• Σερενάτα. Κύπρος, 1941.
• Ηρωική Συμφωνία. Κύπρος, 1942.
• Σφυρίγματα του ερημίτη. Κύπρος, 1943.
• Εκ βαθέων. Κύπρος, 1945.
• Μουσικό εγκόλπιοΑ΄ - Β΄. Κύπρος, 1945.
• Ελλάδα· Επικολυρικό ποίημα εμπνευσμένο από την ελληνική αντίσταση. Λευκωσία, έκδοση Φλόγας, 1946.
• Το Ανθρώπινο Έπος. 1946.
• Κυπριακή ραψωδία. Κύπρος, 1947.
• Το τραγούδι της γης. Λονδίνο, 1951.
SOS. Λονδίνο, 1952.
• Το ημερολόγιο του CDP. Κύπρος, 1956.
• Ορατόριο. Λονδίνο, 1961.
• Ποιητικά Άπαντα 1928-1962. Λονδίνο, 1962.
• Κυπριακή τραγωδία (1964-1965). Αθήνα, Κέδρος, [1965].
• Λαμπρακιάδα. Λονδίνο, Anthias Publications, 1966.
• Σ’ Αγαπώ· Συμφωνικό ποίημα. Λονδίνο, Anthias Publications, 1966.
ΙΙ.Πεζογραφία
• Μπλακ Μαρία νο 1. Κύπρος, 1934.
• Καλότυχ’ οι νεκροί. Αθήνα, χ.χ.
ΙΙΙ.Θέατρο
• Σαράβαλο. 1932 (με το ψευδώνυμο Πέτρος Λιμπέρης).
• Η δημοπρασία. Λευκωσία, 1935.
• Ο Γιόκας μας. Λευκωσία, 1936.
• Ταξίδι στον ήλιο. Κύπρος, 1940.
• Ηρωικό εμβατήριο. Κύπρος, 1941.
• Το παλληκάρι της φακής. Κύπρος, 1942.
• Στάλινγκραντ. Κύπρος, 1942.
• Άμωμοι εν οδώ αλληλούια. 1943.
• Αρματωλοί και κλέφτες. Κύπρος, 1943.
ΙV. Μελέτες
• Η ζωντανή Κύπρος. Κύπρος, 1941.
• Η πολιτεία της νύχτας. 1943.
V. Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Ποιητικά Άπαντα 1928-1962. Λονδίνο, 1962.



Η ποιητική «λαλιά» της Κύπρου και των αγώνων της

H Φλόρα Ανθία, η οποία ζει στο Λονδίνο και έχει μελετήσει το έργο του πατέρα της.
* * *
«Θυμούμαι από μικρό παιδί, τρία πράγματα για τον πατέρα μου. Πρώτο, σπάνια τον είδα στο σπίτι δίχως την πένα στο χέρι, δίχως ένα χειρόγραφο, δίχως απασχόληση με κάποια ιδέα. Δεύτερο, ήταν τρυφερός πατέρας και σύζυγος. Σαν πατέρας ήταν γεμάτος από ιστοριούλες, σκίτσα και ζωγραφιές που σχεδίαζε όταν μας έλεγε τις ιστορίες του. Τρίτο, η ζωή του ήταν γεμάτη από ανθρώπους, συνεδριάσεις, φίλους, επισκέπτες. Κι όμως όσο διανοούμενος κι αν ήταν παρέμεινε λαϊκός, φίλος όλων και ειδικά της εργατικής τάξης (αφού κι αυτός ήταν γέννημα φτωχής αγροτικής οικογένειας). Πίστευε στο ρόλο της εκπαίδευσης ως εκπαιδευτικός. Δεν παρέμενε πίσω από το γραφείο, ανέβαζε θεατρικά έργα, του άρεσε η διασκέδαση.
Τον παρουσιάζω όπως τον είδα σε διάφορα στάδια της ζωής του, αλλά με στοιχεία από τη μητέρα μου, Αναστασία Ανθία, για τη ζωή του πριν μεταναστεύσει στην Αγγλία, το 1948, και από το έργο του, ένα από τα πιο σημαντικά στην κυπριακή και στην ελληνική λογοτεχνία. Τον Ανθία τον βλέπανε στην Κύπρο και στην Ελλάδα σαν τον ποιητή της Αριστεράς, μ' όλο που η ποίησή του είχε πλατιά εκτίμηση. Στην Κύπρο, παντού κάποιος - συνήθως άνω των 40 ετών - μπορούσε να απαγγείλει τουλάχιστον ένα ποίημά του. Από μικρό μαγαζάτορα, ως καφετζή, ως μουχτάρη μέχρι βουλευτές, διανοούμενους, ηθοποιούς και κυβερνητικούς εργάτες. Ο Ανθίας έχει αναγνωριστεί όχι μόνο ως ο ποιητής της Αριστεράς, αλλά της πονεμένης Κύπρου. Πρόσφατα συγκρίθηκε με τον Καζαντζάκη, τον Σαρτρ και άλλους ως ποιητής της υπαρξιακής ανησυχίας.


* * *
Δεν παρέμεινε, ωστόσο, στον υπαρξισμό. Πολιτικοποιήθηκε και χρησιμοποίησε την ποίησή του σαν καταδίκη των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών που απανθρωπίζουνε και αλλοτριώνουνε την ανθρώπινη ζωή. Τα κύρια θέματα ήταν η ζωή, η αγάπη, η αντίσταση - ήρωές του, οι φτωχοί και καταπιεσμένοι.
Ο ποιητής - όπως όλοι οι άνθρωποι- εξαρτούνται για την εξέλιξή τους από την κοινωνία και το στάδιο εξέλιξης της οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής της εποχής τους. Ο ποιητής, κάθε καλλιτέχνης, ξεχωρίζει από τους ανθρώπους με δύο τρόπους. Πρώτα, χρησιμοποιεί τα στοιχεία της εποχής του με τρόπο ανατρεπτικό - δηλαδή τα διαμορφώνει προς καινούριες κατευθύνσεις - και ξεπερνά τα όρια της εποχής δείχνοντας ξεκάθαρα το χαρακτήρα τους και συνειδητοποιώντας τα με δημιουργικό τρόπο. Ο καλλιτέχνης μιλά με τρόπους και μορφές που έχουν νόημα και για μελλούμενες γενιές. Δεύτερο δεν αντανακλά μονάχα την εποχή του, αλλά συνεισφέρει και στη διάπλαση και την αλλαγή της.
Συνδέω το έργο του πατέρα μου με τη βιογραφία του, δείχνοντας πως και ο ίδιος, κάτω από ειδικές κοινωνικές καταστάσεις της οικονομικής και πολιτικής ζωής της χώρας του, της Κύπρου, και μετά σαν μετανάστης στην Αγγλία, όπως και στην προσωπική του ζωή, δημιούργησε ένα έργο που έσπασε τα όρια της εποχής του και χάραξε μια καινούρια δημιουργική περίοδο.
* * *
ΟΑνθίας, γεννήθηκε ως Ανδρέας Παύλου στις 3 Απρίλη του 1903, στο χωριό Κοντέα της επαρχίας Αμμοχώστου. Ο πατέρας του ήταν γεωργός. Ο Ανθίας ήταν "ποιηταρούδιν νηστικό, παιδί της αλητείας", όπως λέει. Εγύριζε χωριά και πόλεις, τυπώνοντας και τραγουδώντας τα ποιητάρικά του για να συντηρήσει την οικογένεια. Ο πατέρας του, που είχε χάσει την περιουσία του, ήταν ντυμένος τη μαύρη βράκα με μάλλινη ζώνη στη μέση, με φουστανέλα κτλ. τραγουδούσε γεγονότα ή καταστάσεις που τον ενδιέφεραν και πρόσωπα σαν τον Βενιζέλο και τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Λέει σ' ένα ποιητάρικό του: "Σύναξα όλα αυτά τα χρήματα/για να πιάσω/να πάω στο γυμνάσιον σχολήν/για να σπουδάσω".
Μαθητεύει στο Εμπορικό Λύκειο της Λάρνακας το 1916-17, όπου τυπώνει και μεταδίδει ποιήματα σαν το "Ξύπνα λαέ", τα πιο πολλά δεκαπεντασύλλαβα, περιγράφοντας σκηνές πείνας, δυστυχίας, ορφάνιας κτλ. και έπειτα (1917-22) στο ιεροδιδασκαλείο Λάρνακας, όπου δημοσιεύει ποιήματα σε περιοδικά και εκδίδει την πρώτη ποιητική του συλλογή, τα "Λουλούδια της αγάπης".
Δουλεύει σαν δάσκαλος στη Χοιροκοιτία (1922-23) και μετά φεύγει για την Ελλάδα για να σπουδάσει φιλολογία. Λόγω οικονομικών δυσκολιών εργάζεται ως δάσκαλος στη Σπάρτη και μετά στο Σκλαβοχώρι (1924-1926). Στη Σπάρτη πρωτοβγάζει τα περιοδικά "Φλόγα" και "Σπίθα". Επιστρέφει στην Αθήνα (1926), όπου αρχίζει η "αλήτικη» ζωή. Γυρίζει τις ταβέρνες με την παρέα του Βάρναλη, του Βουρνά και άλλους. «Αλήτης» άστεγος, μπήκε γρήγορα στον κύκλο της νέας δημιουργικής κατεύθυνσης της Αθήνας. Αυτή η εμπειρία του καταγράφεται στα "Σφυρίγματα του Αλήτη" ( 1928). Μια συλλογή με καινούρια φωνή, που τράνταξε την εποχή της, που παραμένει σημαντικός σταθμός στη νεοελληνική ποίηση και είναι γραμμένη στα πλαίσια ενός φιλολογικού υπαρξισμού - ο "αλήτης" αναζητεί τον αληθινό εαυτό του, ένα σύμπαν έξω από την αλλοτρίωση, τη μιζέρια. "Ηρωας" δεν είναι ο παραδοσιακός λεβέντης, αλλά ένας "αλήτης", καταθλιμμένος, περίγελο δεσποινίδων και κυριών, που επισκέπτεται και πόρνες, βλέποντάς τις σαν θύματα. Υπάρχει πολύ κοινωνικό περιεχόμενο σ' αυτή τη συλλογή - κάτι που πολλοί κριτικοί περιφρόνησαν, όπως στο ποίημα"Οι καταφρονεμένοι":Φέρε μας, κάπελα, κρασί/κ' έλα με μας να πιεις και συ./Ηρθαμε τώρ' απ' τη δουλειά,/μάδειο μυαλό κι άδεια κοιλιά,/μες το πιοτό να ξεχαστούμε/(Ζωή που κάνουμε και μεις, μαρτύρια που τραβούμε!)(...)».
Υπάρχουν όμως και ποιήματα ερωτικά και πιο φιλοσοφικά, ενώ η μορφή των ποιημάτων είναι παραδοσιακή, πολύ λυρική. Ο "Αλήτης" δεν μπόρεσε ακόμη να ορίσει τον εχθρό του. Λέει μόνο εκείνα που υποφέρει σαν στο "Βάκχικο ": "Ηθελα απόψε να σου πως για τη λατέρνα/μα πού μ' αφήνουνε τα ντέρτια να σκεφτώ./Αν θέλεις όμως, έλα κέρνα ξανακέρνα/ίσως μπορέσω στο πιοτό να ξεχαστώ".
* * *
Θα το καταλάβουμε αυτό καλύτερα, αν προσέξουμε πως δεν υπήρχε εργατικό κίνημα στην Κύπρο πριν φύγει ο Ανθίας για την Ελλάδα. Η περίοδος 1920-1930 είχε φτώχεια. Εξαιτίας και της αποικιοκρατίας, αυτή την περίοδο νέοι εργάτες εμφανίζονται στις πόλεις αναζητώντας διέξοδο απ' τη μιζέρια της αγροτικής ζωής. Είναι στο δεύτερο εξάμηνο του 1920 που αναπτύσσεται η εργατική τάξη και οργανώνεται σε συντεχνίες - το ΚΚΚ ιδρύεται στη Λεμεσό το 1926.
* * *
ΟΑνθίας γυρίζει στην Κύπρο το 1930. Μπαίνει στο ΚΚΚ. Αφοσιώνεται στον αγώνα, χρησιμοποιώντας την πένα του σαν θαυμάσιο όπλο και αρχίζει να δημοσιογραφεί. Συμμετέχει στα Οχτωβριανά γεγονότα του 1931. Είναι ο πρώτος που συνέλαβαν (πυροβολήθηκε μάλιστα στο αριστερό χέρι και μας το έδειχνε ιστορώντας τα γεγονότα). Γράφει, από το 1930-1948, σε διάφορες εφημερίδες - συντάκτης της "Ελευθερίας" και μετά της "Πρωίας". Το 1930 εκδίδει το "Αγιε Σατάν, ελέησον με" -καταδίκη μιας εποχής όπου κυριαρχεί το κέρδος, ο πόλεμος, η εκμετάλλευση, η κοινωνική ανισότητα και η υποκρισία.
Το 1931 εκδίδει τη "Δευτέρα Παρουσία", που έγινε αφορμή να αφοριστεί από την Εκκλησία. "Ηρωές" του είναι άνθρωποι εκμεταλλευόμενοι, οργισμένοι, επαναστατημένοι - και μέσω αυτών κατηγορεί ο ποιητής το Θεό ως προσωποποίηση του κακού, της καταπίεσης και αδικίας. Ενα έργο κοινωνικό και φιλοσοφικό, που παρουσιάζει όλους τους καταπιεσμένους της Γης. Το 1931 εκδίδει το "Πουργατόριο" και το 1934 το "Διψασμένοι στην Αβυσσο".Στο "Χάος" (1936) ασχολείται με ανισότητες και τη νοοτροπία της σύγχρονης κοινωνίας. Στην "Εξοδο" (1937) καταδικάζει τις ψευδαισθήσεις της εποχής: "Μη μας μιλάτε για τη φρίκη των δραμάτων/που παίζονται στου κόσμου τη σκηνή".Στην "Ανοδο" (1939) εκφράζει παγκόσμια προβλήματα, αλλά και προσωπικά. Το 1939 και το 1940 εκδίδει το "Ιντερμέδιο" και το "Β Ιντερμέδιο" - το δεύτερο περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα και σε ελεύθερο στίχο - εκφράζοντας και την προσωπική του ζωή. Είναι η εποχή του πρώτου του γάμου που τον κάνει δυστυχισμένο. Το 1940 και '41 εκδίδει το "Βομβύκιο" και τη "Σερενάτα", από τα λυρικά ποιήματά του. Από το 1937 δουλεύει στην " Πρωϊνή", διδάσκει στο Μελκονάν (Αρμένικο Κολέγιο), κάνει ραδιοφωνικές εκπομπές, προγράμματα στο "Μαγικό Παλάτι" και εκδίδει τον "Πεννοφόρο" (εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό). το 1942 διαλύεται ο γάμος του και το 1943 παντρεύεται τη μητέρα μου, Αναστασία Ανθία, σύντροφό του ως το θάνατό του.
* * *
Το 1941 εκλέγεται στην ΚΕ του ΑΚΕΛ. Το 1945 εκδίδει τα περιοδικά " Φλόγα" και " Σπίθα" και δουλεύει στο " Δημοκράτη" του κόμματος. Με την "Ηρωική Συμφωνία" (1942) υμνεί την ανατροπή των κοινωνικών θεσμών - είναι η εποχή της Εθνικής Αντίστασης και της ελπίδας για μια σοσιαλιστική Ελλάδα - τάσσεται υπέρ της απελευθέρωση της γυναίκας - κάτι πρωτοποριακό για την κυπριακή ποίηση - εκφράζει επαναστατικές ιδέες, εμπνευσμένος από τη Ρωσική Επανάσταση.
Τα "Σφυρίγματα του Αλήτη" (1943) αισιοδοξούν, αλλά με μια μελαγχολία και πολλή λυρικότητα. Εκδίδει το "Εκ βαθέων" (1944), υμνώντας την απελευθέρωση. Στο "Ανθρώπινο έπος" (1945) υμνεί την ανθρώπινη ζωή. Είναι ένα επικολυρικό ποίημα, το πιο ώριμο ιδεολογικά. Λέγει: "αξίζουνε οι θυσίες για τα μεγάλα" και "ρίξε μέσα στον τάφο ό,τι πεθαίνει". Τώρα εκφράζεται σε ελεύθερο στίχο, θέλοντας να απαλλαγεί από τα δεσμά του παραδοσιακού.
Από το 1945 η ποίηση του Ανθία καταγράφει σύγχρονα γεγονότα, ειδικά την αντίσταση της Ελλάδας και Κύπρου, την ελπίδα για κοινωνική αλλαγή, την πάλη εναντίον της ξένης κυριαρχίας, για δικαίωση και ελευθερία. Στην "Κυπριακή Ραψωδία" (1946) λέει: "Μια πέτρα μέσ' στο πέλαγο είν' η γη μου" και "Ξένε, πατάς την πέτρα που δε σάλεψαν, τι φωνές θύελλες και τρικυμίες".
Από το 1930-1948 έγραψε πεζά, νουβέλες, θεατρικά έργα, διηγήματα, λαογραφικά κείμενα: "Μπλακ Μαρία" (1934), "Ο γιόκας μας" (1936), "Το ταξίδι στον ήλιο" (1940), "Ζωντανή Κύπρος" (1941). Εκδίδει το δίτομο " Μουσικό Εγκόλπιο" - Λαϊκά και επαναστατικά τραγούδια στη βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική. Το 1948 πηγαίνει στο Λονδίνο με την οικογένειά του - εκδίδει τη " Φλόγα" και " Σπίθα", κάνει εκπομπές στην Ελληνική Υπηρεσία του BBC με τον Μιχάλη Κακογιάννη και δουλεύει σαν ανταποκριτής του " Ταχυδρόμου" Αλεξανδρείας και συντάκτης στο "Βήμα" της παροικίας. Το 1953 είναι κύριος ιδρυτής της Ελληνικής Σχολής Λονδίνου, όπου δουλεύει τα βράδια σαν δάσκαλος.
* * *
Με το "Τραγούδι της Γης" (1951)και το "SOS" (1952) εκφράζει την ανησυχία του για το μέλλον της ανθρωπότητας. Το 1955 γυρίζει στην Κύπρο σαν συντάκτης στο " Νέο Δημοκράτη".Συλλαμβάνεται στις 14 Δεκεμβρίου με 134 άλλα στελέχη του ΑΚΕΛ και μπαίνει στα κρατητήρια της Δεκέλειας. Γράφει το "Ημερολόγιο του CDP" (αυτό βάλαμε στον τάφο του στην Κοντέα). Λόγω καρδιακής προσβολής απελευθερώνεται και ξαναδουλεύει στη " Χαραυγή". Το 1957 γυρίζει στο Λονδίνο και δουλεύει στο " Βήμα". Το "Ορατόριο" (1961), που αφιερώνεται στον αγώνα της Κύπρου για απελευθέρωση και σε ήρωες λέει: "Μια χούφτα χώμα είν' το νησί μου στην απέραντη τη γη".
Το 1962 εκδίδει τα Απαντά του και παρότι υποφέρει από την καρδιά του συνεχίζει την πολιτική και ποιητική του δραστηριότητα. Η "Κυπριακή Τραγωδία" (1965) είναι εμπνευσμένη από την Τηλλυρία και το διαχωρισμό Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων. Το 1966 εκδίδει την "Λαμπρακιάδα" για το Γρηγόρη Λαμπράκη, στενό φίλο του, που η δολοφονία του ήταν μια προσωπική πληγή για τον Ανθία. Το είχε καημό να του γράψει ένα τραγούδι, αλλά δεν έζησε να το χαρεί. Τον είχε συνοδέψει στο " Μαραθώνα της Ειρήνης" και του τραγουδά σαν υστερόγραφο, στους δίσκους που βγάζει στη μνήμη του: "Η δάφνη ως γίγαντας θα ζει/και θα φουντάρει η Νέα Ζωή/με το δικό σου το αίμα".
Οι τελευταίες του συλλογές είναι το "Σ' αγαπώ" (1966) και "Αγρυπνώ για Σένα Ελλάδα" (1967). Το "Σ' αγαπώ" ήταν εμπνευσμένο από την Αναστασία, μεγάλη συντρόφισσα της ζωής του, αλλά συμβολίζει και την αγάπη του για τη ζωή. Το "Αγρυπνώ..." καταδικάζει τη Χούντα. Η υγεία του χειροτερεύει. Πεθαίνει από καρδιακή προσβολή στις 8 Νοεμβρίου 1968 και κηδεύεται στο χωριό του Κοντέα, όπως επιθυμούσε.
* * *
Νομίζω πως ο Ανθίας κατατάσσεται με ποιητές σαν τον Μπρεχτ, που βλέπουν τη δημιουργία τους σαν "όπλο" - προσφορά στον αγώνα και τη μορφή της εξαρτημένη από το θέμα και το στόχο της. Ο Ανθίας ήταν πρωτοπόρος στη μορφή που διάλεξε. Ηταν πρωτοπόρο πνεύμα - και πνευματικά και επαναστατικά. Δε φοβόταν την πάλη με τα καθιερωμένα, δε φοβόταν τη φτώχεια. Ηταν αφοσιωμένος πάντοτε στο καλύτερο αύριο. Αγαπούσε την οικογένειά του, τους φίλους του, την τέχνη, τον αγώνα. Ηταν διανοούμενος, αλλά πάντα άνθρωπος του λαού. Γι' αυτό και η ποίησή του μιλά και στον απλό αγρότη και στον διανοούμενο. Τελειώνω, με την ανάμνηση όλων εκείνων που τακτικά μου απαγγέλλουν ποιήματά του - από τα κρασοχώρια ως τη Μεσαορία».




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ