ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ




Τς γάπης

Νά ξερες πς λαχτάριζα τν ρχομό σου, γάπη
πο σαμε τ σήμερα δ σ᾿ χω νιώσει κόμα,
μ πο νστικτα τ εναι μου σ᾿ ναζητοσεν, πως
τ γόνιμη ξαφνη βροχ τ στεγνωμένο χμα!

Πόσες φορς λίμονο! δ γιόρτασα, θαρρώντας
πς πιτέλους φτασες, σ πού χες ργήσει:
Σ μυγδαλιά, πο λιόλουστες μέρες το χειμνα
τ ξεγελνε, βιάζονταν κι μ ψυχ ν᾿ νθίσει.

Μ δν ρχόσουνα ποτς κα μέρα μ τ μέρα,
τ᾿ νθια σωριάζονταν στ γς π τν κρύο γέρα
κι εναι ψυχή μου πι γυμν παρ προτο ν᾿ νθίσει

κα σήμερα, πο Νιότη μου γέρνει ργ στ δύση,
το ρχομο σου σβήνεται κι τελευταία λπίδα:
-Φοβμαι πς πέρασες, γάπη κα δν σ᾿ εδα!...



να καράβι φεύγει

να μεγάλο τετρακάταρτο καράβι
φήνει γάλια τ λιμάνι πρς τ βράδυ.

νηνεμία τν νερν, καθς τ σχίζει,
μ᾿ ντιφεγγίσματα λευκν πανιν γεμίζει.

Εν᾿ να ξενικ καράβι, στ πλευρά του
μ κόπο συλλαβίζει κόσμος τ᾿ νομά του.

π ποι μακριν χει ρθει μέρη
κα τ πο πάει κανένας δν τ ξέρει.

Οτ᾿ να σπρο μαντήλι δν τ χαιρετάει,
τώρα πο π᾿ τ᾿ κρολίμανο σιγ περνάει.

Μόνο ο γυνακες τ κοιτν π᾿ τ μπαλκόνια,
σ ν᾿ πολησμονήθηκαν κε π χρόνια.

στόσο φήνοντας γι πάντα τ λιμάνι,
να τεράστιο ψυχρ κεν χει κάνει.

Κα τώρα πο στ πέλαγο ρμενίζει
κι δειλινς λιος τ φωτίζει,

-λάμπουν π χρυσάφι τ κατάρτια,
πορφύρες κυματίζουνε στ ξάρτια-,

ο νθρποι πο κοιτν στν παραλία
νοιώθουν πι δεια, πι στεν τν πολιτεία

κα πι γυμν καθένας τ ζωή του
ν κάτι ν τος φυγε μαζί του...




Κατοχή

λήθεια, δάση κα βουν
πάρχουνε στν κόσμο κόμη;
πάρχουν ο μεγάλοι δρόμοι
πο πν σ μέρη λαργινά;

νθίζουν πάντοτε ο βραγιές;
Στος κάμπους εναι φς κι ερήνη;
Κι μεινε λίγη καλοσύνη
μς τς νθρώπινες καρδιές;

πίστευτα μς φαίνονται λα
σ᾿ μς πο ζομε τώρα χρόνια
σν σ᾿ ρεινά φτωχ καλύβια
πο τ᾿ ποκλείσανε τ χιόνια...

Θ νρθει τάχα μιν μέρα
σν π τόπους μακρινος
νοιξη πο λαχταρμε;
Κα θ μς ερει ζωντανούς;



Νοσταλγίες

Μοιάζω τος γέρους ναυτικος μ τς ρυτιδωμένες
κα τς σφιγγώδεις τς μορφές, πο εδα στν λλανδία,
παράμερα στν λιμανιν τος φάρους καθισμένους
ν βλέπουνε, μίλητοι, ν φεύγουνε τ πλοα.
Τ μάτια τους, πο εχανε δε κυκλνες κα ναυάγια,
λαχταριστά, νοσταλγικ τ παρακολουθοσαν,
καθς σηκώναν τς βαρις πο τρίζαν γκυρές τους
κα μπρς στος φάρους ρεμα, πελώρια περνοσαν.
Σ λίγο τν πέραντη τ θάλασσα λαργεύαν
κα χάνονταν, φήνοντας στν πορφυρ τ δύση
ναν καπνό, πο αλάκωνε τν οραν πρν σβήσει:
κι μως ο γέροι ναυτικοί, κίνητοι στος φάρους,
μ τ μεγάλη πίπα τους σβησμένη πι στ στόμα,
πρς τ καράβια πού φυγαν κοίταζαν - κόμα...




Δν Κιχώτης

τσάλινος κα σοβαρς πάνω στ᾿ λογό του
τ χαμνό, το Θερβαντς ρωας περνάει,
κα πίσω του, τ στωικ γαϊδούρι του καβάλα
πποκόμος του χοντρς γάλια κολουθάει.
Αἰῶνες πο ξεκίνησε κι αἰῶνες πο διαβαίνει
μ σφραγισμένα πίσημα, ρμητικ τ χείλια
κα μ τ μάτια κστατικά, τ χέρι στ κοντάρι,
πηγαίνοντας στ γαλαν τς Χίμαιρας βασίλεια...
Στ πέρασμά του π᾿ τος πλατειος το κόσμου δρόμους, σοι
τν συντυχαίνουν, γι τρελλ τν παίρνουν, τν κοιτνε,
τν δείχνει νας το λλουνο - κι ερωνικ γελνε
ποιητή! παρόμοια στ διάβα σου ο κοινο
ο νθρωποι χασκαρίζουνε. σε τους ν γελνε:

ο Δν Κιχτες πν μπροστ κι ο Σάντσοι κολουθνε!



VITA NUOVA

Δν θέλω πι παρ ν ζ τσι πως να δέντρο,
πο θροΐζει νάλαφρα σ πρωιν το πρίλη
μέσ᾿ σ᾿ να κάμπο ερηνικό, γεμάτον φς γαλάζιο
κα παπαρονες κόκκινες κα σπρο χαμομήλι.
Δν θέλω πι παρ ν ζ τσι σν να ρόδο,
πο νθισε κατάμονο μέσα σ προ χειμώνα
σ᾿ να πεζούλι φτωχικ κι λιόφωτο, πο νχει
σβεστωμένο τοίχωμα ν το κρατάει τ χμα.
Θεέ μου! σε με ν ζ σν να π τ μύρια,
τ᾿ νώφελα τ ντομα πο π τ φς μεθνε
κα τ ζωή τους στος νθος νάμεσα περννε,
μακρι π᾿ τν κόσμο, μοναχ σ᾿ να λευκ σπιτάκι:
κα νχω μέσα στν ψυχ τν γέρων στν ερήνη
κα στν καρδιά μου τν φτωχν τν νθεη καλωσύνη.



Nel mezzo del᾿ cammin...

Νά μαι κ᾿ γ στ μέσο της ζως μου,
μ δάσο σκοτειν δ βλέπω μπρός μου
κι οτε τ φάντασμα το Βιργιλίου,
ν γίνει παραστάτης κι δηγός μου.

Οτε δάσο, οτε φάντασμα! Μονάχα
μι πένθιμη ρημία πο μ παγώνει.
σο βαδίζω, τόσο κα πλαταίνει
τς σιωπς κύκλος πο μ ζώνει...

Σν ξένη, σν πίθανη στορία
σ᾿ να παλι βιβλίο στορημένη
κα πο θαμπ τν κράτησεν μνήμη -
λη ζωή μου, τώρα, περασμένη.

Μήνυμα δ μο ρχεται κανένα
κι νοιξη πι καμμία δν περιμένω:
στ δρόμο τ γυμν πο περπατάω,
σότου ν πεθάνω - θ πεθαίνω!



Περαστικές

Γυνακες πο σς εδα σ᾿ να τρανο
τ στιγμ πο κινοσε γι᾿ λλα μέρη·
γυνακες πο σς εδα σ᾿ λλου χέρι
μ γέλιο ν περντε ετυχισμένο·
γυνακες, σ μπαλκόνια ν κοιττε
στ κεν μ᾿ να βλέμμα ξεχασμένο,
π να πλοο σαλπαρισμένο
μ᾿ να μαντήλι ργ ν χαιρεττε:
ν ξέρατε μ πόση νοσταλγία,
στ δειλιν τ βροχερ κα κρύα,
σς ξαναφέρνω στν ναμνησή μου,
γυνακες, πο περάσατε μίαν ρα
π᾿ τη ζωή μου μέσα -κα πο τώρα
κραττε μου στ ξένα τν ψυχή μου!



ρωτικ IV

Δν εμαι γ πο τ ζωή σου
ρθα σν λιος ν φωτίσω:
τ φς στ μάτια μου
πο λάμπει δικό σου
-κα σ᾿τ στέλνω πίσω!

Το μαγικο το κόσμου
ν χω νοίξει διάπλατη τ θήρα,
τ μυστικ χρυσ κλειδί της
π τ χέρι σου τ πρα.

Κι ν π᾿ τ βάθη νς ληθάργου
βγκα, σ᾿ σένα τ χρωστάω,
σ᾿ σένα τος χυμος πο νοιώθω,
τ νέα γλσσα πο μιλάω!



Πικραμένος ναχωρητής

Θ φύγω σ ψηλ βουνό, σ ριζιμι λιθάρι
ν στήσω τ κρεβάτι μου κοντ στ νερομάνα
το κόσμου πο βροντοχτυπον ο χοντρς φλέβες το λιου,
ν᾿ πλώσω κε τν πίκρα μου, ν λυώσει πως τ χιόνι.
Μν πιάνεσαι π᾿ τος μους μου κα στριφογυρίζεις
νεμε!
φεγγαράκι μου!
Καλέ μου!
Αγερινέ μου!
Φέξε τ ποροφάραγκο! Βοήθα ν᾿ νηφορήσω!
Φέρνω ζαλι στς πλάτες μου τ χέρια τν νεκρν!
Στ μι μερι χω τ νειρα, στν λλη τς λπίδες!
Κι νάμεσα στς δυ ζαλις τ ματωμένο στέφανο!
Μ μ ρωτς καλέ μου ϊτέ, μ μ ξετάζεις λιέ μου!
Ρίχτε στ δρόμο συννεφι ν μ γυρίσω πίσω!
Κυττάχτηκα μς στ νερό, κατσα κα λογάριασα,
ζύγιασα τ καλ κα τ κακ το κόσμου. Κι ποφάσισα,
ν γίνω τ μικρότερο δερφάκι τν πουλιν!



Γράμμα στν νθρωπο τς πατρίδας μου

Μν μ μαρτυρήσεις!
Κα προπαντς ν μν το πες πς μ᾿ γκατέλειψεν λπίδα!
Καθς κοιτς τν Ταΰγετο, σημείωσε τ φαράγγια
πο πέρασα. Κα τς κορφς πο πάτησα. Κα τ στρα
πο εδα. Πές τους π μένα, πές τους π τ δακρυά μου,
τι πιμένω κόμη πς κόσμος
εναι μορφος!



Ταξίδι στ Κύθηρα

Τ᾿ ραο καράβι τοιμο στ χαρωπ λιμάνι,
γιορταστικ μ γιασεμι κα ρόδα στολισμένο,
μ τς παντιέρες του λαφρις στν νοιξιάτικη αρα
κα τ᾿ νειρό μας στ χρυσ πηδάλιο καθισμένο,

μς πρε γι τ Κύθηρα, τ θρυλικά, που μέσα
σ δέντρα κα λούλουδα κα γάργαρα νερ
ψώνεται μαρμάρινος νας γι τ λατρεία
τς φροδίτης - το ρωτα τ θριαμβικ θεά.

Μ τ ταξίδι ταν μακρ κ᾿ χειμωνι μς βρκε!...
Ο φανταχτερς κι νάλαφρες παντιέρες μουσκευτκαν,
τ χρώματα ξεβάψανε κα τ᾿ νθη μαραθκαν

καί, κάπου π τος ξενους τος ορανούς, τ πλοο
πόμεινε κυβέρνητο στ κμα τ᾿ φρισμένο
μ τ φτωχό μας νειρο στν πρύμνη πεθαμένο.



γάπη

! Τί φελε ν καρτερς ρθιος στν πόρτα το σπιτιο
κα μ τ μάτια στος νεκρος τος δρόμους στυλωμένα·
ν εναι ν ρθε, θ νά᾿ ρθε, δίχως ν νιώσεις π πο,
κα πίσω σου πλησιάζοντας μ βήματα σβησμένα.

Θ ν σο κλείσει παλά, μ τ᾿ σπρα χέρια της τ δυό,
τ μάτια πο κουράστηκαν στος δρόμους ν κοιτνε,
κι ταν γελώντας ν τς πες θ σ ρωτήσει: «ποι εμ᾿ γώ;»
π᾿ τς καρδις τ σκίρτημα θ καταλάβεις ποιά ναι.

Δν φελε ν καρτερς... ν εναι ν ρθε, θ νά ρθε.
Κλειστ λα νά ναι, θ τ δες ξαφνα μπρός σου ν βρεθε
κι νοίγοντας τ μπράτσα της πρώτη θ σ᾿ γκαλιάσει.

Εδέ, κι ν χεις φωτεινό, τ σπίτι γι ν τ δεχθες,
κα σν φανε τρέξεις σ᾿ ατήν, κι μπρς στ πόδια της συρθες,
ν εναι ν ρθε, θ νά ρθε, - λλις θ προσπεράσει.



Ζωή

Κάποιες φορές, σ βράδιαζεν ργ στν κάμαρά μας,
τ᾿ χρ κεφάλι γέρνοντας στν γκαλιά μου πάνω
κα μ θλιμμένο νάβλεμμα στυλ κοιτάζοντάς με,
«θ μ ξεχάσεις;» ρώταγες «καλέ μου, σν πεθάνω;»

Δ σ᾿ παντοσα. Τ φων τν πνίγαν ο λυγμοί μου,
κι᾿ σφιγγα μ παροξυσμ τ᾿ δύνατο κορμί σου,
σ νά θελ μς στ ζω ν σ κρατήσω νάντια
στ Χάρο, γιά, ν δν μπόραγα, ν πήγαινα μαζί σου.

Γιατ᾿ σουν λη μου ζωή, χαρά της κα σκοπός της,
κι᾿ σο κι᾿ ν στρεφόμουνα πίσω στ περασμένα
δν βλεπα, δν νιωθα κοντά μου λλη π σένα.

Μο φαίνονταν δύνατο δίχως σ ν ζήσω.
Κα τώρα πο μ φησες, μ φρίκη ναλογιέμαι
τ θάνατό σου, γάπη μου, πς πάω ν συνηθίσω.



Τ φορτηγ καράβια συλλογίζομαι

Τ φορτηγ καράβια συλλογίζομαι
πο γέρασαν κ τώρα, λαβωμένα,
χωρς οτε μία βάρδια στ κατάστρωμα,
σαπίζουν στ᾿ κρολίμανα δεμένα.

Τ φορτηγ καράβια: πο ταξίδεψαν
στν πέντε τν πείρων τ πελάγη
-π᾿ το Μουρμνκ τ παγερ τ θάλασσα
σαμε το μαζόνα τ τενάγη.

Τος ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι
πο στ μεγάλα τν χειμώνων βράδια
μ᾿ πομον κι γάπη -γι τ γγόνια του
τε γι᾿ ατούς;-) μικρ φτιάχνουν καράβια,

κα δν μπορονε πι ν ταξιδέψουνε
μ κάθε μέρα ς τ λιμάνι πνε
καί, νεργοι, νώφελοι κα πένθιμοι
σν κάτι τς ν χάσανε κοιτνε.



Ο νέες τν παρχιν

Ι
Τς νέες συλλογίζομαι στς πομακρυσμένες
τς παρχίες, τ χλωμ κα κρύα δειλινά,
ταν πίσω π᾿ τ τζάμι τος κοιτν στηλ τ δρόμο
κι ναστενάζουνε, γιατ κανένας δν περν...

Τς συλλογιέμαι στς θαμπς το φθινοπώρου μέρες,
ταν κοιτνε τ βροχ ν πέφτει στν αλή τους
κι νασηκώνουν στος στενούς τους μους τους τ σάλι,
γιατ να ργος παγερ νιώθουν ς τν ψυχή τους...

ΙΙ
Συλλογιστήκατε ποτ τς νέες στς παρχίες,
πο περιμένουνε ν ρθε, τ βράδυ, φημερίδα,
γι ν διαβάσουν πληστα τ μυθιστόρημά της
κα ν μάθουν τί πόγινε μορφη ρωίδα;

Πο νταλλάσσουν κάρτ-ποστλ -«δίως τοπία κα νθη»-
κα διατηρον ρομαντική, κρυφά, λληλογραφία
μ᾿ να γνωστον, πο μ᾿ πειρα χαρίσματα τν πλάθουν
κι κενος εναι νας γραφες σ κάποια Δημαρχία;

Πο γράφουν καλλιγραφικ -κα μ᾿ νορθογραφίες-
«σκέψεις» μς σ λευκώματα παρμένες στ βιβλία
κα πο μ μελαγχολικ ψευδώνυμα πογράφουν,
πως: «νέραστος Ψυχή» «Θλιβερ Καρδία»;

ΙΙΙ
γ τς συλλογίζουμαι τς νέες ατές, πο εναι
τς μμας Μποβαρ δερφς -κα πάντα καρτερνε
τ Νέο τ ρομαντικό, τν πλούσιο, τν ραο,
πο θ τος δώσει τ λαμπρ ζω πο λαχταρνε...

Πότε θ ρθε; Πότε θ ρθεί π τ γαλαν
βασίλειο τς Χίμαιρας, μ᾿ ρωτικ νοιγμένη
τν γκαλιά, κα ν τν δον ν τος χαμογελ;
Τάχα γιατί τόσο πολ ν᾿ ργε; Τί περιμένει;

Δν ξέρει πς στν πένθιμη ατν ναμον
λιώνουν ο σπρες τους ψυχς σ μάταιες λαμπάδες;
Κα δ φοβται, σ θ ρθε μι μέρα, ν μ βρε
σβηστ τ φς κα -λίμονο- νεκρς τς στιάδες;

Πότε θ ρθε; Κατάμονες κα θλιβερς στ σπίτι
-στο φθινοπώρου τ χλωμ κα κρύα δειλινά-
ο νέες τν παρχιν κοιτν στηλ τ δρόμο
κι ναστενάζουνε, γιατ κανένας δν περν...



Koρίτσια το παλιο καιρο...

Κορίτσια το παλιο καιρο, θηναΐς, Ερήνη:
μορφές, μέσα στ μνήμη μου, χιμαιρικς κι ραες,
σ ρόδινες σ᾿ κίνητα βάλτων νερ νυμφαες,
ν τόπο φότου φήσατε, τί νά χετε πογίνει,
κορίτσια το παλιο καιρο, θηναΐς, Ερήνη;

Ποιο τάχα ν σς χαίρουνται, σ ποι ν ζετε ξένα,
σες πο μ μαγεύατε, παιδί, στν παρχία,
πως μαγεύουν ναστρης νυχτις τν συχία
γλυκις φωνς πο τραγουδν τραγούδια ετυχισμένα,
ποιο τάχα ν σς χαίρουνται, σ ποι ν ζετε ξένα;

Σ νά ρθαν κα σς πήρανε κουρσάρικα καράβια,
οτ᾿ να μήνυμα π σς δν ρθε τώρα χρόνια!
Ρημάξανε τ σπίτια σας -κι π᾿ τ ψηλ μπαλκόνια
μόνες ο γρις ο βάγιες σας κοιτνε πρς τ βράδια:
σ νά ρθαν κα σς πήρανε κουρσάρικα καράβια...



Τ κορίτσι τν δεκατριν χρονν

Σβέλτη, γοργ κα γλιστερ σ φίδι, λη τν ρα
πο ν τν πιάσω τέντωνα τ χέρια, ξεγλιστροσε
καί, πάντα προκαλώντας με κι λο ξεφεύγοντάς μου,
ετυχισμένη, - λόκαρδα κα ερωνικ γελοσε.

Μ᾿ πάνω στ κυνηγητ κι πάνω στ παιγνίδι,
κάθε πο σμίγαν τ κορμι κα κόλλαγαν στν πάλη,
κείνη πι δν γέλαγεν θα σν κα πρτα
κι μένα ς κμα νέβαινε τ αμα στ κεφάλι.

Καί, μι στιγμή, πο ρπαξα τ μέση της κα μ᾿ γρια
πιθυμία τν κράτησα μέσα στ γκαλιά μου,
σκλαβώνοντας τ πόδια της μέσα στ γονατά μου,

Τν εδα πο φέθηκε γλυκ στ σφιξιμό μου,
ν τ μάτια γλάρωναν κα τρέμανε τ χείλη:
κι νοιωσα τι μέσα της ξύπνησε τ θλυ.




ρωτικό

Δν μπορ ν ξέρω, δν μπορ ν π
ν θ σ᾿ γαπ
σαμε ν φτάσω στ στερν τν ρα
πως, κι σο, τώρα·

Οτ᾿ ρωτάς μου πο σ ρόδο νθε,
ν θ μαραθε
πάλι σν τ ρόδο πο τ καίει τ θέρο,
δν μπορ ν ξέρω.

,τι ξέρω εναι πώς, π᾿ τν μέρα
πού γινες δική μου
νοιξαν κλεισμένες πύλες -κα τ θαμα
μπκε στ ζω μου·

λα λλάξαν ψη π᾿ τ φς πο ντός μου
σκόρπισε χαρά,
σν στ βαλτοτόπια πο τ πλυμμυρίζουν
ζωνταν νερά.

χω πι ξεχάσει σα νοσταλγοσα
κι ,τι εχα ποθήσει:
Τώρα μ φτερώνει μία καινούρια νιότη
πο δν εχα ζήσει.

Τ ζω τ βλέπω σάμπως μέσ᾿ πό να
μαγικ γυαλ
κι π᾿ ,τι ζητοσα μο δωσ᾿ γάπη
τόσο πι πολύ,

πο ν λέω ν πως ρθε μίαν μέρα
φύγει πάλι πίσω
κι πομείνω μόνος, κι πως μουν πρτα,
-κάλλιο ν μν ζήσω.



Θ πεθάνω να πένθιμο...

Θ πεθάνω να πένθιμο το φθινόπωρου δείλι
μέσ᾿ στν κρύα μου κάμαρα, πως ζησα μόνος·
στ στερν γωνία μου τ βροχ θ ν᾿ κούω
κα τν κούφιο τν θόρυβο πο νεβάζει δρόμος.

Θ πεθάνω να πένθιμο το φθινόπωρου δείλι
μέσα σ᾿ πιπλα ξένα κα σ σκόρπια βιβλία,
θ μ βρον στ κρεββάτι μου. Θ νρθε στυνόμος
θ μ θάψουν σν νθρωπο πο δν εχε στορία.

π᾿ τος φίλους πο παίζαμε πότε-πότε χαρτι
θ ρωτήσει κανένας τους τσι πλά: «-Τν Οράνη
μν τν εδε κανείς; χει μέρες πο χάθηκε!...»
Θ᾿ παντήσει λλος παίζοντας: «-Μ᾿ ατς χει πεθάνει».

Μι στιγμ θ κοιτάξουνε καθένας τν λλον,
θ κουνήσουν περίλυπα κα σιγ τ κεφάλι,
θ ν πον: «Τ᾿ εν᾿ νθρωπος!... Χτς κόμα ζοσε!»
Κα βουβ τ παιγνίδι τους θ᾿ ρχινήσουνε πάλι.

Κάποιος θναι συνάδελφος στ «ψιλ» πο θ γράψει
πς «προώρως πέθανεν Οράνης στν ξένη,
νέος γνωστς ες τος κύκλους μας, ποχε κάποτ᾿ κδώσει
συλλογν μ ποιήματα πολλ ποσχομένην».

Κι ατς θναι στερνός της ζως μου πιτάφιος.
Θ μ κλάψουνε βέβαια μόνο ο γέροι γονιοί μου
κα θ κάνουν μνημόσυνο μ περίσιους παπάδες
που θναι λοι ο φίλοι μου κι σως-σως ο χτροί μου.

Θ πεθάνω να πένθιμο το φθινόπωρου δείλι
σ μία κάμαρα ξένη στ πολύβοο Παρίσι,
κα μία Κίττυ θαρώντας πς τν ξέχασα γι᾿ λλην
θ μο γράψει να γράμμα -κα νεκρ θ μ βρίσει.



ζωνταν νεκρή

Δν πέθανες! Στν κάμαρα κόμα τ᾿ ρωμά σου
εναι πλωμένο ς τώρα δ ν μ᾿ φησες, κι πάνω
στν καναπ τέλειωτο μένει τ κεντημά σου
κα τ κομμάτι πού παιζες εναι νοιχτ στ πιάνο.

πάνω στ τραπέζι μου πάντα δική σου εκόνα,
πο πάντα μ τν μερη ματιά της μ κοιτάζει,
κα δν εναι νεμος, μ εσαι σύ, τν πόρτα
πο μισανοίγεις γι ν μπες τν ρα πο βραδυάζει.

Δν πέθανες. Εσαι παντο κα εσαι μέσα σ λα:
στν ρόδων τ ξεφύλλισμα, στ στεναγμ το γέρα,
στ νέφη πο χρυσίζουνε σν πάει ν σβήσει μέρα
κι ς κα τς νύχτες δίπλα μου σ νοιώθω ξαπλωμένη...

Δν πέθανες. διάφορο ο μνες κι ν περννε:
τότε ο νεκρο πεθαίνουνε, ταν τος λησμοννε!



Τελευταα Σχεδιάσματα
(πόσπασμα...)

Καρπ δν κοψα κανένα
π τ δέντρο τς ζως,
μονάχα μάζεψα ,τι βρκα
νά ναι πεσμένο καταγς...

...

Τώρα γυρίζω κα κοιτάζω
κα τ ζω ναμετρ:
-πόσο μεγάλη ταν φόρα,
-πόσο τ πήδημα μικρό!



Ταΰγετος (πόσπασμα π τ βιβλίο «λλάδα»)

 Κανένα βουν π᾿ σα εδα στ ζωή μου - π τ Μν Μπλν μ τ - αώνια πάτητα χιόνια σαμε τς πι γριες σπανικς «σιέρρες» δέ μου κανε ποτ τν ντύπωση πο ασθάνθηκα, πο δέχθηκα, κατάστηθα θ πρεπε ν π, ταν π μία ψηλ καμπ το μαξιτο δρόμου πρς τ Σπάρτη ντίκρισα τν Ταΰγετο σ᾿ λο τοτο πιβλητικ ψος. Δ φανταζόμουν ποτ τι θ πρχε βουν μ τέτοιο χαρακτρα, τέτοιαν τομικότητα. εκόνα του ταν φθαστα μεγαλοπρεπής. Παρουσιάζεται στηριγμένος σ τεράστιες, συμπαγες πλαγιές, παρόμοιες μ στηρίγματα τειχν, χρώματος μβ κα μολυβένιου, κα «ο κορφές του, πο χουν σχήματα πυραμίδων ξεκόβονται στ γαλαν οραν κατακάθαρα κα σκληρά. Δν πάρχουν, πως συμβαίνει μ᾿ λλα ψηλ βουνά, μικρότερες βουνοσειρς ν τν μισοκρύβουν κα ν μποδίζουν ν᾿ γκαλιάσει κανες μ μι ματι λόκληρο τ ψος του. π τν κοιλάδα τς Σπάρτης, που κάνει φιδίσιους λιγμος Ερώτας, κα πο πλώνεται σ μι θάλασσα πρασινάδας, Ταΰγετος σηκώνεται νεμπόδιστος, σιος, ριμος κα δυνατς μ μία περήφανη νάταση - σαμε τ ψος τν χιονοσκεπασμένων κορυφν του. Καθς μφανίζεται τσι, δ δίνει μόνο μι ντύπωση μεγαλείου, λλ κα μία βαθι συγκίνηση.

Δν τν φαντάζεται κανες ψυχο: παγερ αωνιότητα λης. Καθς ψώνεται θεόρατος κα δυνατός, σκιάζοντας τ μεγάλη πεδιάδα, φαντάζει σ μι μψυχη παρουσία, σ ν εναι τιτανικς φρουρός της - κα δίνει πραγματικ τ μάθημα κενο τς νέργειας κα τς δύναμης, πο νοιωσε Μωρς Μπαρρές, ταν τν εδε κα μ τ ποο ξήγησε τ πολεμικ θαμα τς ρχαίας Σπάρτης. ληθινά, φο δε κανες τν Ταΰγετο, ννοε καλύτερα, ννοε ντελς, πς πρξε φυλ ατ περήφανη, ξαίσια νδρική, λιτή, αστηρ κα πολεμόχαρη, πο ζησε στν κοιλάδα ατ τς Σπάρτης χωρς ν νοιώσει ποτ τν νάγκη ν περιτειχίσει κροπόλεις γι ν καταφεύγει σ᾿ ατς σ ρες χθρικν πιδρομν. Ο νθρωποι πο ντίκριζαν καθημεριν τν Τιτνα ατν πο λέγονταν Ταΰγετος, πο νέπνεαν τν έρα πο κατεβαίνει π τς κορυφές του, πο ασθάνονταν χι τ βάρος του πάνω στν πεδιάδα τους, λλ τ γέρωχο ψος του, δν ταν δυνατό, στς ποχς κενες τν πολέμων κα τν στενν πατρίδων, ν μ ναπτυχθον σ χαλύβδινους κα περήφανους πολεμιστς κα ν μ θέσουν τ φυλή τους νώτερη κα π τν πολιτισμ τν θηνν ...

λλοτε, πρν δ κόμα τν Ταΰγετο, θεωροσα κι γώ, μαζ μ λους τος λλους, κατώτερη τ φυλ ατ πο χάθηκε π τ πρόσωπο τς γς χωρς ν φήσει στος αἰῶνες τίποτα γι ν θυμίζει τ διάβασή της: οτε ναό, οτε να ργο τέχνης. Τώρα ασθάνομαι τι oι Σπαρτιτες «φησαν» ς μνημεο τους τν Ταΰγετο γιατ, μπνεόμενοι π τν περήφανη παρουσία του, ψωσαν σν τν ψυχή τους σαμε τν ψηλότερη κορφή του κι γιναν να μ᾿ ατόν...

Όλα τα ποιήματα από το:http://users.uoa.gr 




ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ (1890 - 1953)

Βιογραφικό του Κώστα Ουράνη
Ποιήματα του Κώστα Ουράνη
Βιογραφία και εργογραφία από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου
Δημοσίευμα στο περιοδικό ΝΕΑ ΖΩΗ: "Λουίζα"
Δημοσίευμα στο περιοδικό ΝΕΑ ΖΩΗ: "Η γυναίκα του πάρκου"
Δημοσίευμα στο περιοδικό ΝΕΑ ΖΩΗ: "Πορτογάλλοι ποιητές - AUGUSTO GIL"
Δημοσίευμα στο περιοδικό ΝΕΑ ΖΩΗ: "Ύμνος στην Άνοιξη"
Δημοσίευμα στο περιοδικό ΝΕΑ ΖΩΗ: "Λυτρωμός"
Δημοσίευμα στο περιοδικό Ο ΝΟΥΜΑΣ: "Θα πεθάνω ένα πένθιμο του χυνοπώρου δείλι"
Δημοσίευμα στο περιοδικό Ο ΝΟΥΜΑΣ: "Απόλογος"
Δημοσίευμα στο περιοδικό Ο ΝΟΥΜΑΣ: "Δον Κιχώτης"
Δημοσίευμα στο περιοδικό ΓΡΑΜΜΑΤΑ: "ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΠΩΝΤΕΛΑΙΡ - Κριτική μελέτη"
Δημοσίευμα στο περιοδικό ΓΡΑΜΜΑΤΑ: "Η ψυχή του βορρά"

Αναρτήθηκε από ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΕΠΙΚΑΙΡΑ

Ο Κώστας Ουράνης, ποιητής και πεζογράφος, είναι  ένας απ' τους πρώτους και τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της σχολής του νεορομαντισμού. Το πραγματικό του όνομα  ήταν Κώστας Νιάρχος ή, όπως το άλλαξε ο ίδιος, Νέαρχος. Γεννήθηκε το 1890 στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του Νικόλαος Νιάρχος καταγόταν από την Κουνουπιά της Κυνουρίας και η μητέρα του Αγγελική Γιαννούση από το Λεωνίδιο. Στο Λεωνίδιο έζησε τα παιδικά του χρόνια και τελείωσε το δημοτικό σχολείο. Στη συνέχεια φοίτησε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου,  κατόπιν πήγε στην Κωνσταντινούπολη όπου συνέχισε στη Ροβέρτειο Σχολή και στο ιδιωτικό Λύκειο Χατζηχρήστου από όπου και αποφοίτησε. Σε ηλικία 18 χρονών ήρθε στην Αθήνα όπου εργάστηκε για λίγο στην εφημερίδα "Ακρόπολη". Κατόπιν, έφυγε στο εξωτερικό για σπουδές τις οποίες παραμέλησε λόγω της μεγάλης αγάπης του στα ταξίδια.

Ενώ βρισκόταν στο Παρίσι, αρρώστησε από φυματίωση και με συμβουλή  των γιατρών παρέμεινε δύο χρόνια στο Νταβός της Ελβετίας. Εκεί γνώρισε την Πορτογαλλίδα Μανουέλα Σαντιάγκο και την παντρεύτηκε. Μετά από λίγα χρόνια χώρισε. Στη συνέχεια ξαναπαντρεύτηκε με τη συγγραφέα και κριτικό Ελένη Νεγρεπόντη (γνωστή και με το ψευδώνυμο Άλκης Θρύλος). Το 1920 διορίστηκε γενικός πρόξενος στη Λισσαβώνα και το 1924 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα εξασκώντας τη δημοσιογραφία σαν χρονογράφος, συντάκτης, ανταποκριτής ή έκτακτος απεσταλμένος. Υπήρξε διευθυντής της εφημερίδας "Ελεύθερος Λόγος" και τακτικός συνεργάτης στις εφημερίδες "Ελεύθερος Τύπος", "Ελεύθερον Βήμα" και ταυτόχρονα στον "Εθνικό Kύρηκα" της Αμερικής.  Σαν ανταποκριτής και δημοσιογράφος ταξίδεψε σ' όλο τον κόσμο και με αναφορά τα ταξίδια του έγραψε ταξιδιωτικά βιβλία. Παράλληλα αντιμετώπιζε προβλήματα με την μόνιμα κλονισμένη υγεία του. Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε μετά την κατοχή. Από τότε, χρειάστηκε να νοσηλευθεί κατά καιρούς στο σανατόριο Παπανικολάου, στα Μελίσσια Αττικής. Στο  σανατόριο αυτό πέθανε στις 12 Ιουλίου 1953 από καρδιακή προσβολή.

Ο Ουράνης ασχολήθηκε με την ποίηση και με την ταξιδιωτική κυρίως πεζογραφία. Επίσης έγραψε διηγήματα, κριτικές μελέτες, μικρές πρόζες,  και δοκίμια, με ξεχωριστή επίδοση σε θέματα των εικαστικών τεχνών. Τέλος ασχολήθηκε με τη μετάφραση ξένων έργων. Το πρώτο του ποίημα  (εμπνευσμένο από την καταστροφή της Αγχιάλου) το έγραψε σε ηλικία 14 χρονών, όταν φοιτούσε στη Ροβέρτειο Σχολή. Πρωτοεδημοσίευσε ποιήματά του τον Δεκέμβριο του 1908 στο περιοδικό "Ελλάς". Στη συνέχεια συνεργάστηκε με το "Ημερολόγιον Ελλάδος" και με ένα μεγάλο αριθμό   περιοδικών: "Δάφνη", "Ο Νουμάς", "Καλλιτέχνης", "Γράμματα" και "Νέα Ζωή" της Αλεξάνδρειας, "Νέοι", "Μούσα", "Παναθήναια", (Αμερικής), "Μπουκέτο", "Οικογένεια", "Ημερολόγιον του Μπουκέτου", "Κυριακή του Ελεύθέρου Βήματος", "Ελληνικά Γράμματα", "Πειθαρχία", "Νέα Εστία", "Σήμερα", "Νεοελληνικά Γράμματα", "Ορίζοντες", στη "Φιλολογική Πρωτοχρονιά". Επίσης έγραψε και στις εφημερίδες: "Ακρόπολις", "Νέα Ελλάς", "Ελεύθερος Τύπος", "Ελεύθερος Λόγος", "Δημοκρατία", "Ελεύθερον Βήμα", "Πρωία", "Αθηναϊκά Νέα", "Η Καθημερινή" κ.α.

Το έργο του Κ. Ουράνη αποτελείται κύρια από τις ποιητικές συλλογές "Σαν όνειρα" (1909), "Spleen" (1912) και "Νοσταλγίες" (1920), την κριτική μελέτη "Κάρολος Μπωντλαίρ" (Αλεξάνδρεια 1918), τα ταξιδιωτικά βιβλία "Sol y Sombra" (1934), "Σινά, το Θεοβάδιστον Όρος" (1944), "Γλαυκοί Δρόμοι" (1947), "Ταξίδια στην Ελλάδα" (1949) και τη μυθιστορηματική βιογραφία "Αχιλλεύς Παράσχος".












Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ