ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ




Μοναχικός Περίπατος Στην Πολιτεία (απόσπασμα)

Τώρα τι θέλω; Τι θέλουμε;
Κι είμαστε δίπλα δίπλα όπως οι σκιές και δε μπορούμε
ν' αγγίξουμε τα χέρια των άλλων,
στους ώμους των άλλων τα κομμένα φτερά.

Σταυρωμένα τα χέρια, σταυρωμένα τα βλέμματα.
Και πόσοι αποχαιρετισμοί στα μάτια - κοιτάζουμε:
Τι κρατάς από μένα, τι κρατώ από σένα;

Τι ονειρεύομαι διπλωμένος σε μια σειρά από νύχτες κι ημέρες
κι είμαι έτσι ανάμεσα περιπάτου και πόνου; Γιατί πονώ;
Γιατί πονούμε όταν υπάρχουμε; Γιατί μιλούμε;

Παραθέτω επίσης και μια μικρή επιλογή από μερικούς πολύ καλούς στίχους του:

- Υπήρχε η κάμαρα, τόση απογύμνωση. Στον τοίχο η λάμπα, φωτίζοντας πότε το πρόσωπο, πότε το ψέμα.

- Η γιορτή... Ύστερα όλα σβήνουν. Πιο πέρα η φωνή σου αμύνεται για το βράδυ. Και δεν υπάρχουν πουλιά. Σκουπίζεις τις αράχνες απ' τη χθεσινή γιορτή.

- Τόσες επινοήσεις! Κι όμως ξεκαρφώνονται σιγά σιγά τα στηρίγματα που κρατάνε το πρόσωπο στην κορνίζα.

- Τι μου έλεγες; Σ' ακούω να μιλάς και πριν έρθει η φωνή ναυαγήσανε κιόλας οι λέξεις... Κι άλλα ερείπια σωριάζονται τώρα στη μνήμη.

- Γυρεύαμε το θαύμα κι ήταν η απόγνωση.

- Παράθυρο που τ' άνοιξα να σου φωνάξω και δεν υπήρχες... μετρώντας πόσος Θάνατος περίσσευε και πριν, και μετά από κάθε ποίημα.

- Έγραφα κάθε μέρα σαν τρελός. Και τα 'σκιζα τρελός την άλλη μέρα...

- Λοιπόν αυτή η πόρτα με δαιμονίζει. Πρώτη φορά τη βλέπω σε τούτη την κάμαρα. Κάποιος την έστησε την ώρα που έλειπα με σκοπό να κρυφακούει κρυμμένος, να κατασκοπεύει.

- Μέρα που χτυπηθήκαμε από τούτη τη μεριά κι από την άλλη... σακατεμένα οράματα...

- Κάθε ποίημα συναξάρι νεκρών.

- Η Ιστορία τελικά κατάντησε ένας σκουπιδότοπος, σύννεφο οι μύγες.

- Θα δώσω ότι γυρεύετε, θα μαρτυρήσω. Για τον κατήφορο και τους αμμόλοφους. Φοβάμαι και θα μαρτηρήσω. Και μη με...

- Όπου κοιτάξεις είναι το κακό. Κι εκείνο τ' άλλο, συνεχώς επινοείται. Για να μην ανασαίνεις.



Τάκης Σινόπουλος: Η σιγουριά δεν ήταν μάνα μου, μήτε και των γονιών μου μάνα

Τελικά με θρέψανε τρία ποτάμια. Ο Ερύμανθος (Ντουάνα), ο Λάδωνας, ο Αλφειός. Κάπου κοντά στ' Άσπρα Σπίτια και το Μπέλεσι τα ποτάμια σμίγουν, γίνονται Αλφειός που κυλάει έξω από τα Ολύμπια και παρακάτω χύνεται στη θάλασσα, κοντά στην Αγουλινίτσα - το χωριό που γεννήθηκα - το σπίτι που γεννήθηκα - η κυρία Ρούσα Βενέτα Σινοπούλου - ο καθηγητής κ. Γιώργης Σινόπουλος - τα κουνούπια της Αγουλινίτσας - το κρασί και το λάδι της Αγουλινίτσας - τα ψάρια και τα χέλια από τη λίμνη της Αγουλινίτσας - τώρα την ξέραναν, πάει κι αυτή.
==

Κατοικούσα τότε Αγίας Αναστασίας 7, Περισσός. Το σπίτι περίπου ισόγειο, γωνία. Επάγγελμα γιατρός. Οικονομική κατάσταση, μετριότατη. Απασχόληση: η ποίηση κι όλα τα σχετικά. Και είναι Αύγουστος. Μεσημέρι Αυγούστου. Τα ψιθυρίσματα δύο ανθρώπων έξω από το παράθυρο, ο αέρας του Αυγούστου σηκώνει χώματα και σκόνη, οι απέναντι λεύκες στο μικρό κήπο σαλεύουν άσκημα, το κρεβάτι κακοφτιαγμένο, η ντουλάπα απέναντι από το κρεβάτι, ο σκοτωμένος ύπνος. Η σκόνη μιας Τετάρτης μεσημέρι - απομεσήμερο καλοκαιριού, βουλιάζεις στη ζέστη, διαλύεσαι. Το καλοκαίρι ένας καθρέφτης του κενού.
==

Σάββατο όλη τη μέρα με ψιλή βροχή, νυχτερινή περιπλάνηση στους έρημους δρόμους.
Καταβύθιση σε θολά συναισθήματα, μνημονικές αναδρομές ανεξέλεγκτες, στο απροσδιοόριστο άπειρο-μηδέν, ή στο για μένα δεν υπάρχει τόποτα. Σκέψη μιας γρήγορης αυτοκαταστροφής, που ξύνει το μυαλό και φεύγει. Αργότερα επιστροφή στο σπίτι, στην αδιατάραχτη ησυχία. Μονάχα ένα λάθος τηλεφώνημα και τίποτ' άλλο. Ύστερα το βιβλίο, Borges, Blanchot, καμιά παρηγοριά. Η σόμπα, η παγωνιά του Μάρτη μήνα. Η Κυριακή την άλλη μέρα γιομάτη πνιγμένες κραυγές, ωστόσο άγριες απ' το πρωί ως το βράδυ. Ακατάπαυστα.
==

Από αρκετόν καιρό έχω κουφαθεί (ή μισοκουφαθεί) από το δεξί μου αυτί. Το αριστερό, για την ώρα δουλεύει καλά. Στις παρέες, στις συζητήσεις, στη δουλειά μου δεν έχω καμιά δυσκολία. Όταν όμως κοιμάμαι δεν ακούω πολλές φορές μήτε το τηλέφωνο, μήτε το ξυπνητήρι. Στο διάστημα της ημέρας δεν ξεχωρίζω τα λόγια της Μαρίας, όταν μου μιλάει από το άλλο δωμάτιο. Ωστόσο μου φαίνεται πως τώρα ακούω καλύτερα από πριν τις λεγόμενες "εσωτερικές" φωνές. Φαίνεται πως στο κορμί μου ανοίγονται καινούργιες διαρκώς / στοές ακοής. Έτσι το λέει κάπου η Ελένη Βακαλό.
==

Βράδυ ώρα 8 συνάντηση με τον κ. Άγγελο Τερζάκη, διευθυντή του περιοδικού "Εποχές", στο γραφείο του, 3ος όροφος, αριστερά προτού φτάσεις στην πόρτα του "Ταχυδρόμου". Χτυπάω με γωνία το δάχτυλο. Εμπρός. Μπαίνω. Χειραψία. Καθίστε. Κάθομαι. Το θέμα είναι ν' αναλάβω την κριτική της ποίησης στο περιοδικό, εναλλάξ ή ταυτόχρονα με τον κ. Κώστα Στεργιόπουλο. Όλα αυτά μετά την παραίτηση του Αλεξ. Αργυρίου. Ο κ. Τερζάκης σοβαρός - όπως πάντα. Στο "σοβαρός" περιλαμβάνεται και το "αγέλαστος". Διευκρινίζει ορισμένες λεπτομέρειες. Φροντίστε, λέει, αυτό, τούτο, εκείνο. Κατά τα άλλα είστε απολύτως ελεύθερος να διατυπώνετε τη γνώμη σας. Υποχρέωση καμία, προκατάληψη καμία. Ο κ. Τερζάκης σηκώνεται. Ευθυτενής. Από σήμερα κ. Σινόπουλε σας θεωρούμε ταχτικό συνεργάτη των "Εποχών". Χειραψία.
Χαίρετε.
Χαίρετε.
==

Προχτές τη νύχτα, ώρα 10, ταξίδι στον Πύργο με το λεωφορείο, για να ψηφίσω. Το λεωφορείο γεμάτο, πήχτρα. Γέλια, καυγάδες, φασαρία, φωνές. Έφτασα στον Πύργο χαράματα. Περπάτησα στους έρημους δρόμους, στο Σταθμό, στο Επαρχείο, στην Παλιόβρυση, στην Αγορά, στη γειτονιά τους Άι-Θανάση, Χαλικιάτικα, Κοκκινόχωμα. Ακατοίκητα σπίτια, πολλοί που φύγανε, περίεργες καταστάσεις, ανακατέματα στο βυθό της μνήμης.

Όταν βγήκε ο ήλιος πήγα και ψήφισα. Ύστερα στο σπίτι, κοιμήθηκα 2-3 ώρες, πολύ κουρασμένος. Μεσημέρι φαγητό στον Αγιαντρέα κι η θάλασσα ήσυχη να λάμπει στον ήλιο, απόγευμα ώρα 5 έφυγα. Έφτασα στην Αθήνα περίπου μεσάνυχτα. Κάθε ταξίδι εκεί κάτω ταυτόχρονα και ταξίδι στο παρελθόν. Ένας ολάκερος ξεχασμένος κόσμος έρχεται και συνωστίζεται στο προσκήνιο. Πολλή συλλογή, πολλή θλίψη και κάτι μικρά σπαράγματα, κάποτε βγαίνουν άγρια στην επιφάνεια.
==

Απόψε στο σπίτι έρχεται ο Σεφέρης με την Μαρώ. Κι ο Σαββίδης με τη Λένα. Κι ο Αργυρίου. Πρόχειρες κοφτές κουβέντες, ζωηρές, πράγματα μισοειπωμένα, άλλα αποσιωπημένα. Ο Σεφέρης δεν κάθεται. φυρίζει, κοντοστέκεται, κοιτάζει, ξανάρχεται, το μάτι του ψάχνει, σκαλίζει τα πάντα. Κοιτάζει τους πίνακες που έχω φτιάξει, ρωτάει. Δε λέει γνώμη καμία, παρατήρηση καμία. Κατεβάζω έναν πίνακα απ' το καρφί. Αυτός είναι για σας, του λέω. Ήτανε εκείνο το άλογο, το κεφάλι του βγαίνει παλεύοντας μέσα από ένα πλήθος ανάκατες φόρμες που δένουν το κορμί του αιχμάλωτο. Το κεφάλι είχε μια τρομαχτική προσπάθεια να ξεφύγει, μια δυνατή απόγνωση. Ο Σεφέρης έχει αλλάξει κουβέντα. Η βραδιά συνεχίζεται. Έφυγε νωρίς χωρίς να πάρει τον πίνακα.
==

Όσο θυμάμαι, η σιγουριά δεν ήταν μάνα μου (αυτό το κατάλαβα κάπως νωρίς) - μήτε και των γονιών μου η μάνα (πράγμα που το 'ξερα πολύ νωρίς).
Τάκης Σινόπουλος (1917-1981)



* Αποσπάσματα από το βιβλίο του Τάκη Σινόπουλου Νυχτολόγιο
Εκδ. Κέδρος, 1978
* φωτογραφίες και σκίτσο: yousouroum.gr, ekebi.gr,
zonews.gr

Links:
Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος - Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης
- Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος: Aνθολόγιο
- IONIANET: Χρίστος Ρουμελιωτάκης: Μερικές σκέψεις, με αφορμή
τα 25 χρόνια από το θάνατο του ποιητή Τάκη Σινόπουλου

(αναδημοσίευση από την Αυγή/28.5.2006)
- yousouroum.gr: Τάκης Σινόπουλος "Ο καιόμενος"





ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (1917-1981)
Ο καιόμενος

 Κίκα Ολυμπίου,
Καίτη Χρίστη

περιεχόμενα
Α Εισαγωγή στην ποίηση του Τάκη Σινόπουλου
Β. Το ποίημα
Γ. Η ποιητική συλλογή Μεταίχμιο Β
Δ. Η ποιητική γραφή του Τάκη Σινόπουλου
Ε. Μια τελευταία περιδιάβαση
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ο καιόμενος

Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας από το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.
 αρχή σελίδας
Α Εισαγωγή στην ποίηση του Τάκη Σινόπουλου
Ο Τάκης Σινόπουλος θεωρείται ο πιο σημαντικός ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Με επίπονο αγώνα διαμόρφωσε την ποιητική του μυθολογία σε δεκατρείς ποιητικές συλλογές και ένα αφήγημα σε μορφή ποιητικής αυτοβιογραφίας (Νυχτολόγιο). Σαφώς επηρέασαν την ποιητική του κοσμολογία ο Όμηρος, ο Δάντης, ο Σολωμός, ο Έλιοτ, ο Πάουντ, ο Σεφέρης. Ιδιαίτερα στενή υπήρξε η σχέση του με τον Σεφέρη, που εκτείνεται σε πολλά επίπεδα, από το ύφος, το ρυθμό του λόγου ως τα κοινά μυθικά θέματα. Οι «σεφερικοί κώδικες» στην ποιητική του Τάκη Σινόπουλου έχουν επισημανθεί από ερευνητές του έργου του1.
Μιαν ουσιαστική συνιστώσα του έργου του αποτελεί η σχέση του με το θάνατο2. (Ο θάνατος αφορά συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, την Κατοχή-Αντίσταση και τον Εμφύλιο). Οι κριτικοί μιλούν για «τοπίο θανάτου εν προόδω», από το στίχο του πρώτου ποιήματος ως το τελευταίο. «Σχεδόν ολόκληρο το ποιητικό έργο του Σινόπουλου ήταν μια συνεχής «μελέτη θανάτου» ενός «επιζώντος», μια Νέκυια «εν προόδω» με ζωτικό πυρήνα τον Ελπήνορα»3 Αυτή η συναναστροφή με τους χαμένους φίλους αναδεικνύει τραγικές μορφές ανδρών, Ιάκωβος, Φίλιππος, Πέτρος, Κωνσταντίνος κ. ά., και ωραίες γυναίκες, ινδάλματα του έρωτα, Σοφία, Ιωάννα, Μαρία και προπαντός η Ελένη, στην οποία αφιέρωσε μια ποιητική συλλογή του. Η Ελένη επανέρχεται στην ποίησή του «ωραία, ανίδωτη μέσα στον ουρανό του ποιήματος…γεμάτη μ’ άστρα…ζώντας μονάχη στις πελώριες εποχές των μύθων» και προβάλλει ως όραμα του ανέφικτου, ως αρχέτυπο της θηλυκότητας. Η Ελένη απευθυνόμενη στον ποιητή του λέει: «με ντύνεις με στροφές και ποιήματα για να ‘μια απρόσιτη στις γέφυρες του χρόνου».4
Αυτή η επικοινωνία με τους νεκρούς μνημειώνεται στην επικολυρική σύνθεση του Νεκρόδειπνου: «εδώ ώριμος πια ο Σινόπουλος, απόλυτος κυρίαρχος μιας σίγουρης, λιτής, άψογης τεχνικής, χωρίς τα δεσμά μιας δεδομένης μορφής, έχοντας στο μεταξύ και ο ίδιος συναντηθεί με τον προάγγελο των επέκεινα, ξεδιπλώνει (μέσα από τη σύναξη για δείπνο όλων των χαμένων συντρόφων) μιαν ολόκληρη τοιχογραφία με τα πάθη του τόπου, επιτυγχάνοντας εν τέλει την πιο άρτια και πιο μοντέρνα ποιητική του σύνθεση».5
Ο Νεκρόδειπνος είναι η Νέκυια του έρωτα και του θανάτου. Ο έρωτας είναι κυρίαρχος στο ποιητικό του σύμπαν. Σκηνοθετείται κυρίως στο Άσμα της Ιωάννας και του Κωνσταντίνου, στην Ελένη, αλλά και σ’ όλο του το έργο.(«Η αγάπη σε κάνει ένα εκατομμύριο χορδές»).
Παράλληλα η απόλυτη μοναξιά, η βαθιά αίσθηση της υπαρξιακής, οντολογικής μοναξιάς συνθέτει μαζί με τον έρωτα και το θάνατο ένα σταθερό τρίπτυχο στο έργο του. «Είμαι ένα όστρακο πεισματικά πιασμένο από τη μοναξιά/γυρίζοντας ξανά στη μοναξιά», θα πει στο «IX άσμα»(ποιητική συλλογή Άσματα). Μονάχος, καταμόναχος, άλλωστε καίγεται ο ήρωας στον Καιόμενο.
Ο Σινόπουλος είναι ποιητής που δημιουργεί μια ιδιάζουσα ατμόσφαιρα και χρησιμοποιεί μέσα κατ’ εξοχήν σκηνοθετικά. Από τα πρώτα του ποιήματα, με τον Ελπήνορά του, μας εισάγει στη θεατρικότητα του ποιητικού του λόγου, η οποία εμφαίνεται στη δραματουργική πλοκή, στο σκηνικό διάκοσμο της ποιητικής του, όπου εναλλάσσοντας διάφορα προσωπεία υποδύεται πλήθος ηρώων. «Η θεατρικότητα στον ποιητικό λόγο του Σινόπουλου ανελίσσεται με μια πελώρια ανθρωπομετρία»6, π.χ. στο Άσμα της Ιωάννας και του Κωνσταντίνου υπάρχουν μονόλογοι, διάλογοι και περιγραφή της σκηνοθεσίας.
Στην ποίηση του Σινόπουλου, παράλληλα με το δραματικό χαρακτήρα, οι κριτικοί επισημαίνουν και την κινηματογραφική τεχνική. Η ποιητική σύνθεση στην οποία κατ’ εξοχήν ο ποιητής έχει αφομοιώσει και ακολουθεί μια κινηματογραφική γλώσσα και μάλιστα του μοντέρνου κινηματογράφου, είναι ο Νεκρόδειπνος, όπου ο Βαγενάς7 βρίσκει θεματικές αντιστοιχίες με την ταινία Χιροσίμα, αγάπη μου του Αλαίν Ρεναί. Και τα δυο έργα αναφέρονται στον έρωτα και στον πόλεμο σε σχέση με το χρόνο. Η ηρωίδα της ταινίας, όπως και στο Νεκρόδειπνο το κύριο πρόσωπο, είναι καλλιτέχνις-ηθοποιός που έχει έρθει στη Χιροσίμα για το γύρισμα μιας ταινίας. Η κινηματογραφική τεχνική συνίσταται σε μια εναλλαγή των γεγονότων που δεν έχει σχέση με  το χρόνο και το χώρο όπου συνέβησαν. Το ποίημα συντίθεται από κομμάτια μνήμης που παρατίθενται συνειρμικά, χωρίς χρονική αλληλουχία. Στον Καιόμενο παρατηρούμε ότι η αφήγηση συντίθεται με εικόνες διαδοχικές και ο δραματικός πυρήνας του μύθου αποδίδεται κινηματογραφικά από διάφορες οπτικές γωνίες.
Ο Σινόπουλος έζησε την τραγωδία της εποχής του, την οδυνηρή και δραματική ιστορία της Ελλάδας. Με μια ιδιότυπη ποιητική σύλληψη απέδωσε τα βιώματα μιας επώδυνης μνήμης από υπαρξιακά αδιέξοδα, πάθη μιας τραγικής επαλληλίας γεγονότων, από τη δικτατορία του Μεταξά ως τον Εμφύλιο. Δηλώνει συναφώς σε μια διάλεξή του με θέμα: «Απόψεις για τον ποιητή και την ποίηση»: «Ο ποιητής σαν δημιουργός ζει με την εποχή του, τρέφεται βασικά από την εποχή του. Την αρμέγει, τη βυζαίνει σε ό,τι πρόχειρο και πρόσκαιρο αλλά και σ’ ό,τι ουσιαστικότερο και αποφασιστικότερο μπορεί να του προσφέρει. Όλα περνάνε και εγγράφονται μέσα από τη διαδικασία μιας άγρυπνης συνείδησης που συνεχώς εξελίσσεται και συνεχώς διαφοροποιείται».8
Επίσης συνήθη μοτίβα, κατά τον Φράϊερ,9 στην ποίηση του Σινόπουλου συνιστούν η μνήμη, φρικιαστικές αναμνήσεις, η νύκτα και το σκοτάδι, η σιωπή, οι κραυγές (όπως και στον Καιόμενο). Το φως, η φλόγα, η φωτιά είναι «τα χερουβείμ και τα σεραφείμ» που περιπολούν στη δική του Εδέμ. Ενδεικτικοί στίχοι από τη Συλλογή Ι:

Η γη μια μάζα μαύρη μες στα δόντια της φωτιάς

Ο κόσμος θα θρέψει τη φωτιά

Και ήρθε η Ελένη τότες
τρέχοντας ολοπόρφυρη πίσω από την Τρωάδα. Οι λόφοι
με φλογισμένες κορυφές την ακολούθαγαν κι η πόλη
γεμάτη στάκτη από τι πυρές που κάψανε τους τελευταίους νεκρούς.

Μες στα μαλλιά (της Ιωάννας) σέρνονταν μια κατακόκκινη φωτιά από φίδια

Η ενέργεια της φωτιάς, το κάψιμο, η πυρά, είναι έμμονο μοτίβο που διαπερνά την ποίηση του Σινόπουλου, που πυρπολεί τα πράγματα και το ανθρώπινο σώμα. Αλλά και η ψυχή και το πνεύμα φλέγονται από αγωνίες μεταφυσικές και παράφορα πάθη.

Το σώμα καίγεται με το αίμα

Μια σιγανή φωτιά κατατρώγει μέρα-νύχτα ανθρώπους κι ανθρώπους

Με κάψανε οι ίσκιοι της ψυχής

Σ’ αναγνωρίζω Ελένη μου μέσα στους μαύρους έρωτες
που κάψανε μ’ οράματα τα χρόνια μου.

Ο Καιόμενος, του οποίου σώμα και πνεύμα φλέγονται, είναι, προς τούτοις, το σύμβολο ενός ιδεαλιστή που θυσιάζει τον εαυτό του ως ιερό σφάγιο σε μια υπέρτατη ιδέα.
Το φως στην ποιητική οικουμένη του Σινόπουλου είναι «μεγάλο μαύρο φως, χρυσό, σκοτεινιασμένο, ποτάμι παγωμένο φως». Και ο ήλιος είναι «βάρβαρος, αδυσώπητος τύραννος, κατακόκκινος, ματωμένος, πέφτει απάνω στο μυαλό την ώρα που σκέφτεται, απανθρακώνει το μυαλό και τη σκέψη».
Σ’ ολόκληρη τη συλλογή Μεταίχμιο Β μαίνεται ανεξέλεγκτη η φωτιά, οι φλόγες, η πυρκαγιά, κάτω από ένα φλογάτο ήλιο που φωτίζει φρικιαστικά ενδεχόμενα σ’ ένα ξερό νησί, δίπλα στο κατάμαυρο διαμάντι που είναι η θάλασσα.
Αυτή η παντοκρατορία της φωτιάς, της φλόγας, της πυράς, του ήλιου παραπέμπουν στην Κόλαση του Δάντη και στο ερεβώδες τοπίο της Έρημης Χώρας του Έλιοτ.

 αρχή σελίδας
Β. Το ποίημα
«Ο Καιόμενος» είναι το πρώτο από τα δεκαεπτά ποιήματα της συλλογής  Μεταίχμιο Β, την οποία εξέδωσε το 1957. Περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα, κατά την ένδειξη του ίδιου του ποιητή, στο διάστημα 1949-1955. Σημειώνει ο ίδιος σχετικά: «γραφόταν έξι χρόνια και κλείνει μέσα της τις εμπειρίες του εμφύλιου και της ατμόσφαιρας μετά απ’ αυτόν»
Θέμα του ποιήματος είναι η πολιτική διαμαρτυρία, με αυτοπυρπόληση ενός απογοητευμένου ιδεολόγου και η αντίδραση του πλήθους και του ποιητή, ή «η συμβολική εικόνα του ανθρώπου που θυσιάζει τον εαυτό του σαν ιερό σφάγιο-μια πράξη στην οποία συμμετέχει κι ο ίδιος ο ποιητής».
Το ποίημα δεν αποτυπώνει ένα γεγονός αλλά εκφράζει μια ενορατική, προφητική επινόηση του ποιητή. Για τον «Καιόμενο» είπε ο ποιητής σε κάποια συνέντευξή του: «Κανείς δεν γίνεται ποιητής χωρίς να πληρώσει προσωπικά. Αυτό να το ξέρετε. Προπαντός μέσα στο δικό μας το χώρο, στην Ελλάδα, που δεν είναι πια δικός μας. Κάποτε στα 1957, έγινα προφήτης γράφοντας τον «Καιόμενο». Ύστερα ήρθανε οι αυτοπυρπολήσεις των βουδιστών καλόγερων10 στο Βιετνάμ, ύστερα του Πάλαντς στη Τσεχοσλοβακία και του Γεωργάκη στη Γένοβα. Τον Οκτώβρη του ’74 έγραψα το 16ο ποίημα του «Δοκιμίου»11 στο Χρονικό. Αργότερα σκοτώθηκε ο Αλέξανδρος Παναγούλης».
Στον τίτλο ο παροντικός χρόνος της μετοχής δηλώνει τη διάρκεια μιας πράξης εν ενεργεία που συμβαίνει στο παρόν και εξακοντίζεται στο μέλλον. Καιόμενος είναι ο μάρτυρας που θυσιάζεται, γιατί με τη θυσία του υπερβαίνει τα αδιέξοδα της ζωής και στέλνει ένα πυρίκαυστο μήνυμα καθάρσεως. Αλλά και  ο ποιητής που μετεωρίζεται ανάμεσα στα δυο, ίσως και ο καθένας από μας που, ενώ βιώνουμε τα ηθικά και υπαρξιακά αδιέξοδα, δεν έχουμε οδό διαφυγής.

Το ποίημα χωρίζεται σε δυο νοηματικές ενότητες:
στ. 1-13: ο αφηγητής ταυτίζεται με τον ποιητή.
στ. 14-16: σχολιασμός και φιλοσοφική αναγωγή του συμβάντος.

α ενότητα: στ. 1-13

Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! Είπε ένας από το πλήθος
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο  όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Η σκηνή του ποιήματος ανοίγει με μια καυγή12 γεμάτη θαυμασμό ενός από το πλήθος. Όλοι γύρισαν γεμάτοι έκπληξη τα μάτια να δουν το παράξενο και τραγικό θέαμα. Το ποιητικό μοτίβο της απορίας μπροστά στο παράδοξο γεγονός το βρίσκουμε και στο πρώτο ποίημα, τον «Ελπήνορα».

Κοιτάχτε ο Ελπήνωρ πρέπει να ‘ναι εκείνος
Εστρίψαμε τα μάτια γρήγορα13

Η αντίδραση του πλήθους είναι τυπική, δεν εκφράζει κάποιο συναίσθημα. Όμως αναγνωρίζουν το μάρτυρα, είναι εκείνος που οργισμένος είχε αποστρέψει το πρόσωπό του (θυμίζει ο στίχος το βιβλικό λόγιο «απόστρεψον το πρόσωπό Σου από των αμαρτιών μου») από τις επιλογές τους, τους ηθικούς συμβιβασμούς, τις αντιλήψεις του πλήθους. Είχαν μιλήσει μαζί του, ποιος ξέρει τι του είχαν τάξει, τι του είχαν υποσχεθεί «λάφυρα και σειρήνες», αλλ’ αυτός, όπως ο Φίλιππος, ο ήρωας του ομώνυμου ποιήματος από την ίδια συλλογή, ήταν «στραμμένος σ’ άλλα οράματα».
Οι πρώτοι στίχοι σκιαγραφούν κατά τρόπο ακαριαίο το μάρτυρα. Είναι μια όρθια παρουσία, μια ανένδοτη συνείδηση, ένας ιδεαλιστής που αντιτίθεται στο πλήθος, προσηλωμένος στο όραμά του. Αποστρέφεται τις φτηνές δοσοληψίες και συναλλαγές που μειώνουν την υπόσταση του ανθρώπου. Έχει πρόσωπο, εκεί που πολλοί άλλοι έχουν χάσει το πρόσωπό τους, που εμπορεύτηκαν τον ηθικό εαυτό τους. Ήδη με τη φράση «και τώρα καίγεται» έχει αρχίσει η τραγική περιπέτειά του, που από ελεύθερη βούληση επέλεξε ως το μόνο τρόπο αντίστασης και εναντίωσης, αποστασιοποιημένος από το πλήθος, βυθισμένος στη βαθυνόητη σιωπή του, την υπαρξιακή μοναξιά του. Στο σημείο αυτό ο ποιητής εκφράζει την απορία του γιατί δε ζητάει βοήθεια, δεν μιλά, δεν κραυγάζει (επομένως η απόφασή του είναι οριστική και αμετάκλητη), δεν επαναστατεί, όμως το φλεγόμενο σώμα του είναι η πιο διαπεραστική κραυγή, η έμπρακτη ομολογία, η πλήρης αποδοχή ενός ανέφικτου και δυσπρόσιτου ιδεώδους.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ο ποιητής αποχωρίζεται από το πλήθος και στο εξής δρα ως μεμονωμένη παρουσία. Εκείνος (ο ποιητής) είναι γήινος και δηλώνει ότι παραξενεύεται γιατί ο μάρτυρας υπερβαίνει το αίσθημα της αυτοσυντήρησης, την οξεία αίσθηση του σωματικού άλγους. Δύο εναγώνια ερωτήματα ανακύπτουν που ωθούν την ένταση και τη θεατρικότητα του μύθου στο υπέρτατο σημείο:

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Όπως οι τρεις παίδες εν καμίνω,14 οι μάρτυρες του Χριστιανισμού ή ο Γρηγόρης Αυξεντίου στο ολοκαύτωμα του Μαχαιρά, βιώνουν το πάθος του ολοκαυτώματος, αναιρώντας τη γήινη υπόστασή τους έτσι και ο καιόμενος ανάγεται σ’ ένα υπερούσιο σύμβολο που καταλύει τη δυναστεία της ανθρώπινης οδύνης.
Έτσι υφαίνει ο ποιητής-αφηγητής μια σπαράσσουσα μυθολογία του υπάρχειν, αποδίδοντας μια πρωτεϊκή πληρότητα της υπάρξεως, απ’ όπου αναθρώσκει κυρίαρχη η ουσία του τραγικού «ως έκδικα πάσχει».

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις μου είπαν.

Η αφήγηση του δράματος διακόπτεται προς στιγμήν για να δηλωθεί ο χώρος, όπου διαδραματίζεται το γεγονός, μια χώρα σκοτεινή και ανελεύθερη, ένας κεντρικός δρόμος, μια πλατεία μιας πολυανθρώπινης, καταδυναστευόμενης πολιτείας (ίσως η πλατεία του Πανεπιστημίου της Πράγας όπου αργότερα κάηκε ζωντανός ο Γιαν Πάλατς) διαγράφουν εναργώς τη σκηνοθεσία του μύθου. Σ’ αυτή τη σκοτεινή και δύσκολη χώρα ο αφηγητής εκφράζει το φόβο του που τον υποθάλπει η απαγορευτική παραίνεση του πλήθους. Οι άνθρωποι, ο πολύπαθος λαός έχει πικράν πείρα της απολυταρχικής, τυραννικής εξουσίας που θέλει τους πολίτες πειθήνια όργανά της, χωρίς αυτοβουλία, αλλοτριωμένους από τον αυθεντικό εαυτό τους. Ο αφηγητής σαφώς υπαινίσσεται την Ελλάδα τη συγκεκριμένη εποχή του εμφύλιου διχασμού και των μετέπειτα χρόνων.
Συναφείς αναφορές:
Τοπίο θανάτου
Το κατάμαυρο καράβι («Ελπήνωρ»)

Μαύρισε η γη την πήρε ένας κακός χειμώνας
μαύρισε το μυαλό ένα μακρύ ποτάμι το αίμα («Φίλιππος»)

Και βαδίσανε καταπάνου, στον έναν ο άλλος, μη γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο. Και σημάδευε κατά πατέρα ο γιος  και κατ’ αδελφού μικρού ο μεγάλος («Η αυλή των προβάτων», Άξιον εστί, Ο. Ελύτη)

Είναι μια εποχή, ζοφερό σκηνικό μιας διαιωνιζόμενης εθνικής τραγωδίας και μέσα από τα κολαστήριά της ο ποιητής συναρθρώνει την ποιητική του οικουμένη, συνθέτοντας μυθικές μορφές, πρόσωπα, προσωπεία με μια εκρηκτική εικονοπλασία, σκοτεινά χρώματα, «μεγάλο μαύρο φως».

‘Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Εκείνος πέρα και πάνω από τη δίνη των καιρών, τον ηδονοθηρισμό ή την καταναλωτική μεταφυσική, αλλιώς ωραίος, ολοκληρώνει τη θυσία του στην παντοκρατορία του πυρός. Βυθίζεται και αναλίσκεται στην οντολογική μοναξιά του.
Εάν δεχτούμε την εύστοχη παρατήρηση ενός μελετητή ότι βασική συνιστώσα της ποιητικής του Σινόπουλου είναι το τρίπτυχο έρωτας-θάνατος-απόλυτη μοναξιά, εδώ επαληθεύεται με έντονη προφάνεια, ο έρωτας της ελευθερίας, η αιώνια οντολογική μοναξιά του ανθρώπου, όπου φεγγοβολεί ο αστερισμός του θανάτου. Ο θάνατος όμως μεταστοιχειώνει το ακήρατο πρόσωπό του σε ήλιο. «Ολέθριο, αφανιστικό και ανελέητο που όμοιό του δεν υπάρχει σ’ ολόκληρη την ελληνική λογοτεχνία, από την αρχαία εποχή μέχρι σήμερα» κατά τον Φράϊερ. Το φως του ήλιου αφανίζει το φθαρτό σώμα, αλλά εξαγνίζει και αποθεώνει την ψυχή και το πνεύμα. «Του ήλιου το μέγα φως» εξαγγέλλει, προοιωνίζεται μιαν άλλη εποχή. Ο μάρτυρας μεθίσταται δικαιωμένος σε μεταφυσικό, υπερβατικό επίπεδο με το φωτοστέφανο του μαρτυρίου, «ένοικος τώρα του παντοτεινού κεκυρωμένος»15στο χώρο του πνεύματος. Παράβαλε το ευαγγελικό διακείμενο «Και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών και έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος»(Ματθ. ΙΖ, 1)

β ενότητα : στ. 14-16

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
Άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο16

Ενώ το δράμα του καιόμενου έχει συντελεστεί, ο ποιητής-αφηγητής προβαίνει σε μια φιλοσοφική θεώρηση, σ’ έναν καίριο σχολιασμό του. Από καταβολής κόσμου κάποιοι είναι μέσα στη φωτιά, μέσα στην καρδιά των εξελίξεων, που προσελκύουν με την ανυπόταχτη φύση τους τους κεραυνούς και τις θύελλες, όπως τα αιωνόβια, πανύψηλα δέντρα, είναι αυτοί που επιλέγουν αυτοπροαίρετα τον πιο δύσκολο δρόμο, ακολουθώντας την επιταγή της συνειδήσεώς τους και έρχονται σε σύγκρουση μ’ αυτά που άλλοι ασμένως αποδέχονται, που γεννιούνται με το άστρο του θανάτου στο μέτωπό τους, έτοιμοι να επωμισθούν τη μοίρα του έθνους και της ανθρωπότητας, να θυσιάσουν τον εαυτό τους.
Κάποιοι άλλοι χειροκροτούν, θαυμάζουν, απορούν, επικροτούν, αλλά από τις κερκίδες θεώνται τα δρώμενα στην αρένα της ζωής, τηρώντας απόσταση ασφαλείας.
Και ο ποιητής, ο στοχαστής, ο καλλιτέχνης διαμελίζεται, διχάζεται στα δυο. Ένας αιώνιος δυϊσμός που επαναλαμβάνεται εσαεί. Ο ποιητής αναντίρρητα τάσσεται με τους μάρτυρες, τους ιδεολόγους, τους στρατευμένους σ’ ένα μεγάλο σκοπό, αλλά δεν μπορεί να ταυτιστεί στην πράξη μαζί τους.17
Εν τέλει ο ποιητής-αφηγητής είναι τραγικό πρόσωπο, γιατί διχάζεται ανάμεσα σε δύο στάσεις του βίου, χωρίς να μπορεί να βρει τη λύτρωση στα εναγώνια ερωτήματα που τον ταλανίζουν. Συγκλονίζεται από την αυτοπυρπόληση του ιδεολόγου και θέλει να αποστασιοποιηθεί από το απαθές πλήθος, αλλά διστάζει, έτσι μετεωρίζεται και καίγεται με άλλον τρόπο και καθίσταται αυτόχρημα τραγικός.
Επομένως τα πρόσωπα του ποιήματος, το πλήθος, ο ποιητής που μετεωρίζεται ανάμεσά τους εκφράζουν τρεις διαφορετικές οπτικές του κόσμου, τρεις στάσεις ζωής.
Και στο ποίημα «Φίλιππος» ο ποιητής είναι ψυχικά διχασμένος ανάμεσα στους αγωνιστές-μάρτυρες που ενσαρκώνει ο Φίλιππος και στους άλλους «με τα ερειπωμένα πρόσωπα» που έχασαν το «αληθινό τους πρόσωπο» ή που μιλούν μόνο «περί σώματος».
Σημειωτέον ότι ο Τ. Σινόπουλος ήταν ανθυπίατρος στον Εθνικό Στρατό στη διάρκεια του εμφύλιου μέχρι το 1949. Συνεπώς έζησε εξ επαφής το αμοιβαίο, αδυσώπητο μίσος στη σκοτεινή χώρα, αθροίζοντας με δέος τα σπαράγματα της τραγικής γενιάς του. Άλλωστε δύο συλλογές του έχουν αυτό τον καίριο τίτλο: Μεταίχμιο (κρίσιμη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ανασυρμένα ξίφη, σε αντίνομες καταστάσεις), λέξη κλειδί στο σύστημα της ποιητικής του που αποτυπώνει εναργέστατα αυτό το μετεωρισμό, την αγωνιώδη έφεση για ισορροπία ανάμεσα στα διεστώτα. Η ποίησή του τοποθετείται στο μεταίχμιο παρόντος και παρελθόντος, στο μεταίχμιο καταστάσεων, δράστης και θεώμενος ανάμεσα στις συντεταγμένες του χρόνου και του χώρου, στο μεταίχμιο του έρωτα και του θανάτου. «Δεν ονειρεύομαι όταν λέω πως μ’ έκοψαν στα δυο τα σύννεφα και τα φαντάσματα».

Αισθητική αποτίμηση

Ο καιόμενος συνιστά μια τραγωδία εν συνόψει με κοινωνιολογικές προεκτάσεις. Με τη θυσία του εξαγνίζεται και καθαίρεται η εν πολλαίς αμαρτίαις φλεγμαίνουσα κοινωνία και η σκοτεινή χώρα προς στιγμήν καταυγάζεται από το υπερφυσικό φως του προσώπου του.
Επίσης, πρέπει να εξαρθεί η σοφή αρχιτεκτονική του ποιήματος. Ο ποιητής δομεί το μύθο σε επίπεδα, σε πλάνα (όπως φαίνεται από τη διαίρεση σε οκτώ ενότητες), με διάκενα μεταξύ τους που φορτίζουν τη δραματική ένταση, καθώς ενισχύεται από τα κενά της αφήγησης.
Το ποίημα λειτουργεί με τη μέθοδο μιας κινηματογραφικής απεικόνισης ενός «κινηματογραφικού ταυτοχρονισμού» που δίνει την ευχέρεια στον αφηγητή να αποδώσει ένα γεγονός εισάγοντας ταυτόχρονα τον αναγνώστη στο χώρο του ποιητικού υποκειμένου.
Επισημαίνουμε, προς τούτοις, την πολυπρόσωπη αφήγηση. Στο ποίημα συνυπάρχουν σαφώς πολλές αφηγηματικές φωνές.
Η αφήγηση αρχίζει in medias res. Κάποιος ξεχωρίζει από το πλήθος και φωνάζει «κοιτάχτε». Έπειτα ο κύριος αφηγητής που αποτελεί ένα τυχαίο άτομο του πλήθους χρησιμοποιεί πρώτο πληθυντικό πρόσωπο για να διηγηθεί όσα ως αυτόπτης μάρτυρας παρατηρεί («γυρίσαμε», «μιλήσαμε»), ενώ δίνονται σε ενικό πρόσωπο οι κινήσεις του καιομένου («ήταν», «απόστρεψε το πρόσωπό του»). Εν συνεχεία. Όπως ήδη αναφέραμε, ο αφηγητής αυτονομείται από το πλήθος, μιλώντας στο πρώτο ενικό πρόσωπο: «Διστάζω. Λέω να πάω εκεί…». Η συνύπαρξη των διαφόρων αφηγηματικών φωνών συναρτάται άμεσα με το δισυπόστατο ρόλο, το μετεωρισμό του ποιητή-αφηγητή σε δύο οπτικές του κόσμου.

 αρχή σελίδας
Γ. Η ποιητική συλλογή Μεταίχμιο Β
Το Μεταίχμιο, όπου εντάσσεται «Ο καιόμενος», είναι η τέταρτη συλλογή μετά τα έργα Μεταίχμιο (1951), Άσματα (1955), Γνωριμία με το Μαξ (1956). Περιλαμβάνει δεκαεπτά ποιήματα με έντονο δραματικό και αφηγηματικό στοιχείο, όπου και τα τρία γνωστά ποιήματα: «Ο καιόμενος», «Ο Φίλιππος», «Ο Οδυσσέας στο ποτάμι».
Μετά την ευτυχισμένη παρένθεση, το διάλειμμα χαράς της Γνωριμίας με το Μαξ, επιστρέφει ο ποιητής στο εφιαλτικό τοπίο, το ρημαγμένο από τον πόλεμο, όπως στις προηγούμενες συλλογές. Εδώ κυριαρχεί μια ζοφερή συνείδηση του θανάτου. Η νύχτα και το σκοτάδι πυκνώνουν, «καθώς απομακρύνεται το πράσινο φως, η πράσινη οργιαστική βλάστηση της αιωνιότητας». Ο κόσμος μοιάζει με νησί θανάτου (10ο ποίημα), όπου περιπολούν μοναχικές μορφές, νεκροί και επιζώντες κι ανάμεσά τους ο ποιητής που βασανίζεται από τα φαντάσματα των φίλων που δεν μπορεί να εξορκίσει

…και πέθαναν
τους πήρε το ποτάμι τον κατήφορο τους τσάκισε
τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό
κατόπιν μας βασάνιζε η ψυχή τους («Μαρία», Συλλογή Ι, σ. 16)

Στην ενδοχώρα της συλλογής ανιχνεύουμε ποιήματα, ονειρικούς εφιάλτες, όπως το εκτενές Συμπόσιο, όπου οι Μάγοι, άνθρωποι πανύψηλοι του Νόμου, τον άδραξαν και τον έσυραν (τον αφηγητή-ποιητή) έξω από την εκκλησιά, ολομόναχο, στο ανελέητο φως του κόσμου,

Χαμένο έρημο παλεύοντας χωρίς φωνή με τούτη την απέραντη
τυφλή παγκόσμια φρίκη.

Σ’ αυτό το απανθρακωμένο από οτν ήλιο, τη φωτιά, το θάνατο τοπίο συναντάμε τεράστια συρματοπλέγματα, προβολείς, πολυβόλα, σώματα γεμάτα πληγές, φύλακες και σκυλιά που ορμούν να κατασπαράξουν δεσμώτες, ανθρώπους-νούμερα που δολοφονούνται εν ψυχρώ, «μια θάλασσα κατάμαυρο διαμάντι», ‘του ήλιου το μέγα φως που καπνίζει στα χαλάσματα της θάλασσας» και «τα πουλιά σε στάλες αίμα στο φως». Και ψάχνεις μες στην ερημιά, στις πέτρες και στα χώματα εναγώνια να βρεις το ποτάμι την Ντοάνα, τον ποταμό Ερύμανθο, που αρδεύει όλη την ποίηση του Σινόπουλου και προβάλλει σαν δύναμη λυτρωτική.

Όμως
Έτσι μέσα στο φως τ’ απέραντο τ’ άσπρο ποτάμι
Δε θα ‘ρθει, πρόσμενε ποτέ δε θα ‘ρθει. («Ντοάνα», Συλλογή Ι, σ. 128)

Σ’ αυτή την ποιητική συλλογή, όπως άλλωστε σ’ όλη την ποιητική διαδρομή του, ο Σινόπουλος αναδεικνύει και εμφαίνει την τραγική διάσταση της ζωής, που μεταμορφώνεται σε υπαρξιακή αγωνία.

 αρχή σελίδας
Δ. Η ποιητική γραφή του Τάκη Σινόπουλου
Ο έντονος προβληματισμός για τη γλώσσα διατρέχει όλο το έργο του. Δηλώνει ρητά: «Η ποίηση είναι πριν απ’ όλα γλώσσα. Μια περήφανη, ανυπότακτη, ιδιότροπη, δύστροπη και ελεύθερη γλώσσα». Η γλώσσα για τον ποιητή δεν είναι απλό επικοινωνιακό διάμεσο, είναι το μέσο πρόσβασης της ουσίας, «του μύθου της πραγματικότητας». Με το πάθος του έμπειρου τεχνίτη πελεκάει και χτίζει με το δικό του τρόπο και πλάθει μια ιδιάζουσα γραφή με πολλαπλές εκφάνσεις, που στην εξέλιξη της ποιητικής του τέχνης φθάνει σε μια ποίηση του έσχατου βιώματος. «Κανείς δεν ξέρει ποια τρομακτική ανάσταση σχεδιάζουν αυτά τα νέα ποιήματα. Το αίμα τους καίει τα δάκτυλα και στάζει τώρα στα χώματα. Από τις πέτρες βγάζουν το κεφάλι τους ανεξήγητες εκκωφαντικές κραυγές».18 Υιοθετεί απροσδόκητες συζεύξεις λέξεων: «μεγάλο μαύρο φως», «η θάλασσα είναι ένα τείχος», «όσοι γκρεμίσανε σκοτείνιασαν την ιστορία».
Χρησιμοποιεί συχνά τις ίδιες λέξεις και λέξεις-σύμβολα, π.χ. φωτιά, νύχτα, θάνατος, μοναξιά, καίγομαι, αστράφτω, έρημος, μόνος κ. ά. Εξοβελίζει από την αρχή το κόμμα και είναι φειδωλός στα σημεία στίξεως (όπως και στον «Καιόμενο»), προσφεύγει στην ελλειπτική γραφή: «Μαύρο μενεξελί, μονόξυλο τους πήρε η νύχτα χάθηκαν». Και απορρίπτει διαρρήδην το φορμαλισμό. Στην Ποίηση της Ποίησης ανευρίσκουμε πολλές αναφορές στη γλώσσα., όπως οι εξής αφορισμοί που ταιριάζουν και στον Καιόμενο:
«Καμιά φορά μέσα στο όνειρο οι λέξεις φωτίζονται από ένα παράξενο φως, αλλάζουνε ρυθμό και σημασία ανοίγουν σα λουλούδια σκοτεινά γίνονται πόρτες για τον ουρανό και για τον κάτω κόσμο».19
«Οι πρώτες λέξεις μέσα στο ποίημα κραυγάζανε απειθάρχητες και βρισκόντανε σε διαδήλωση. Οι τελευταίες γονάτιζαν χαμένες στη σιωπή και την έκσταση».20
Η ποιητική γραφή του Καιόμενου είναι διαυγής, λιτή, απόλυτα εκφραστική  των νοημάτων. Οι λέξεις γυμνές από στοιχεία καλολογικά, χωρίς λυρικά επικαλύμματα. Αδέκαστες διασώζουν την αυθεντικότητα της γλώσσας αποκαλύπτοντας το μυστικό βάθος της πραγματικότητας, της αλήθειας. Ο λόγος κοφτός, ασθματικός, ακαριαίος, όπου τα ρήματα και τα επίθετα αποδίδουν με θαυμαστή ενάργεια το δράμα του μάρτυρα και τη βιωματική εμπειρία του αφηγητή-ποιητή, «οι λέξεις ματωμένες γεννηθήκανε ταιριάξανε τρέμοντας κοιτάζοντας η μια την άλλη»
Καθώς διαβάζεις το ποίημα έχεις έντονη την αίσθηση πως ο ποιητής «γράφει το ποίημα ισοζυγιάζοντας τη γλώσσα της συνείδησης με τη συνείδηση της γλώσσας του».

 αρχή σελίδας
Ε. Μια τελευταία περιδιάβαση
Αναδιφώντας το ποιητικό έργο του Τάκη Σινόπουλου (π.χ. από το πρώτο Μεταίχμιο, όπου η φρίκη αμβλύνεται με τα θέματα της κλασικής μυθολογίας, το Μεταίχμιο Β, όπου αναβιώνει η εφιαλτική ατμόσφαιρα της εποχής που συνέτριψε ιδέες και ανθρώπους, ή το Άσμα της Ιωάννας και του Κωνσταντίνου που θυμίζει το Άσμα Ασμάτων με τον αρχέγονο λυρισμό του, το κορυφαίο επίτευγμα, το Νεκρόδειπνο, μια συγκλονιστική ελεγεία για τους χαμένους συντρόφους, ως το Γκρίζο φως που επιστρέφει στο προσφιλές τοπίο της γενέθλιας γης, τον Πύργο, και το προσωπικό του Ρέκβιεμ, το Νυχτολόγιο), αναρωτιέσαι αν τελικά, όπως φιλοδοξούσε, έγραψε «το ποίημα που θα κατεδάφιζε τη φυλακή, με μιας όλο το χρόνο». Εννοώντας τις φυλακές των δικτατορικών καθεστώτων. Όμως ένα είναι βέβαιο, πως κατόρθωσε «μονάχος μες στη μοναξιά του και τις λέξεις του να βρει ένα πρόσωπο που να ταιριάζει στο πρόσωπό του» και ανεδείχθη «ένας σημαντικός δημιουργός που έθεσε μια ωραία, μεγάλη και καθαρή σφραγίδα στην ιστορία της ποίησης».
Μέσα από το ομιχλώδες, αχερούσιο τοπίο της ποίησής του μας εμπιστεύεται το όνομά του: «Ονειρεύομαι πως θα ΄ρθει κάποτε ο καιρός που ο λύκος και τ’ αρνί θα ξεδιψάνε από το ίδιο ποτάμι. Τότε θα λάμψει του Θεού το πρόσωπο. Τότε των ποιητών τα ποιήματα θα ‘ναι όπως οι λόφοι πάνω στα ορυχεία, όταν περνάει ο αέρας και σαλεύουν τα πουλιά και τα σπλάχνα τους». («Η ποίηση της ποίησης», Συλλογή Ι, σ. 324).
Και μια εικόνα που μας ανάγει στον αισιόδοξο υπερρεαλισμό του Ελύτη:

Και ένα πρωί,
Το δέντρο το πρωί που ξύπνησα ήταν όλο πράσινο,
Τόσο πολύ τα’ αγάπησα που ανέβηκε στον ουρανό.

Κι εκεί ήρθανε τα πουλιά, της ευφροσύνης, του ήλιου,
Γιόμισαν τον τόπο με φτερά και χρώματα, περλακαμοί
Κι άλλα παράξενα, σειράδες, τσιλαμήθρες, σκόρτσοι
Και νυφούλες και,
Δώρα του Θεού, χαρούμενα πουλιά, σπαθίζοντας
Συνέχεια το γλαυκό. («Νεκρόδειπνος», Συλλογή ΙΙ, σ. 76)

Εν τέλει, ο Τάκης Σινόπουλος φωτίζει την αντιποιητική μας εποχή «με τον καρποφόρο ήλιο των ποιητών».

 αρχή σελίδας
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ερατοσθένης Καψωμένος, «Σεφερικοί κώδικες στο Σινόπουλο», Τάκης Σινόπουλος,, ένοικος τώρα του παντοτεινού κεκυρωμένος. Αφιέρωμα έκδ. περιοδικού Αλφειός 1996, σσ 49-65
2. Γιατί τόσοι νεκροί στο έργο του Σινόπουλου; Ίσωςείναι μια βαθιά ψυχολογική και ηθική ανάγκη, γιατί δεν μπορεί να ξεχάσει τους σκοτωμένους.

Μνήμες δεσπόζουσες τυφλές μαινάδες μνήμες
Εντός μου κραυγάζουν ανάστατες.(«Η τελευταία κραυγή», Μεταίχμιο, Συλλογή Ι,σ.35)

Ή γιατί, όπως λέει κάπου πάλι ο ποιητής, «Το θέμα θάνατος μπαίνει σ΄ εμένα καταρχήν με μια διπλή φύση που έρχεται από το επάγγελμά μου, δηλαδή, είτε το θέλω είτε δεν το θέλω, σαν γιατρός βλέπω πολλούς νεκρούς…κι από την άλλη, το θάνατο στους πολέμους που βλέπω τραυματίες που πεθαίνουν ή σκοτωμένους. Δεν προσπαθώ να εξορκίσω τον θάνατο, διότι σαν γιατρός ξέρω πως ο θάνατος είναι κάτι το αναπόφευκτο, κι ούτε προσπαθώ διαμέσου του θανάτου να κερδίσω τη ζωή, διότι δε φοβάμαι το θάνατο ούτε είμαι απογοητευμένος από τη ζωή».
3. Γ. Σαββίδης, «Οι μεταμορφώσεις του Ελπήνορα στη νέα ελληνική ποίηση», Εποπτεία, αφιέρωμα στον Τάκη Σινόπουλο, τευχ.51, σ. 794.
4  «Η φωνή της Ελένης», Συλλογή Ι, σ. 145.
5. Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, «Ψίχουλα για τον Σινόπουλο», Τάκης Σινόπουλος, ένοικος…ό.π. σ. 117.
6. Βάσος Βογιατζόγλου, «Η θεατρική διάσταση του λόγου», Τάκης Σινόπουλος, ένοικος ,ό.π., σ. 176
7. Νάσος Βαγενάς, «Σχόλια στον Νεκρόδειπνο του Τάκη Σινόπουλου», Η ειρωνική γλώσσα, στιγμή, Αθήνα, 1998,σσ.141-142.
8. Τάκης Σινόπουλος, «Απόψεις για τον ποιητή και την ποίηση», περιοδ. Εποπτεία, αφιέρωμα στον Τάκη Σινόπουλο, τευχ. 51, Νοέμβριος 1980.
9. Κίμων Φράϊερ, Τοπίο θανάτου, Εισαγωγή στην ποίηση του Τάκη Σινόπουλου, Κέδρος, 1978, σσ.77-109.
10. Οι Βουδιστές μοναχοί επέλεξαν αυτό τον τρόπο διαμαρτυρίας εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ, εμπνεόμενοι από την Ομιλία της Φωτιάς του Βούδα. Ο Πάλαντς κάηκε ζωντανός, διαμαρτυρόμενος το 1968 για την εισβολή των Ρώσων στη Τσεχοσλοβακία και ο Γεωργάκης για τη στρατιωτική δικτατορία στην Ελλάδα.
11. Παρατίθεται ολόκληρο το ποίημα:

            7/10/74
 Η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια μέσα στην Ελλάδα ακο-
 λουθώντας το χυμένο αίμα το σπαταλημένο.

 Αίμα σταλαματιές κυλάνε στάζουν κάτω στον Άδη.

  Πέφτουν απάνω στους νεκρούς οι σκοτωμένο αλλά-
  ζουν θέση δεν ξυπνάνε.

  Μόνο το χέρι τους υψώνεται και δείχνει τη μεριά που
  Περπατάνε οι δολοφόνοι.

 Η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια ανάμεσα στους δολοφόνους.

Οι κραυγές, οι φωνές αγωνίας ακούγονται συχνά στην ποίηση του Σινόπουλου. Άραγε    
υποδηλώνουν τη μοναξιά, την εξάρθρωση του λόγου, την έλλειψη επικοινωνίας  ανάμεσα 
στους ανθρώπους;

Και τότε του εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Ελπήνορα
Δε γύρισε να δει. Δεν άκουσε. Και τότε πάλι εφώναξα
Βαθιά τρομάζοντας…(«Ελπήνωρ», Συλλογή Ι, σ. 11)

Φύγε, της φώναξα όλα καίγονται εδώ πέρα. Φύγε Ελένη («Άσμα  VII», Συλλογή Ι σ. 64)

Ιωάννα! Φώναξα μέσα στη νύχτα. Ιωάννα («Το άσμα της Ιωάννας και του
Κωνσταντίνου»), Συλλογή Ι, σ. 182).

Τώρα φωνάζοντας ανάμεσα σε δυο ήλιους φοβερούς
Μη ξέροντας γιατί φωνάζω τη νύχτα ποια φωνάζω τη νύχτα («Ο επιζών»,
Συλλογή Ι, σ. 187)

 «Ελπήνωρ», Συλλογή Ι. σ. 11
«Και οι τρεις ούτοι, Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, έπεσαν εις μέσον της καμίνου του πυρός της καιομένης πεπεδημένοι. Και περιεπάτουν εις μέσον της φλογός υμνούντες τον Θεόν και ευλογούντες τον Κύριον». (Παλαιά Διαθήκη, Δανιήλ, Κεφ. Γ, στ. 23.)
«Νεκρόδειπνος», Συλλογή ΙΙ, σ. 85.
Ο Κίμων Φράιερ σημειώνει: «Ενώ στο πρώτο Μεταίχμιο ο τρόμος εξουδετερωνόταν κάπως, καθώς παρουσιάζονταν κατά καιρούς με το ένδυμα της κλασικής μυθολογίας, στο Μεταίχμιο Β εμφανίζεται γυμνός. Πρόσωπα και χώροι μεταβάλλονται σε βίαια και διαφανή σύμβολα και, για πρώτη φορά, στην ποίησή του ο Σινόπουλος κοιτάζει τον πόλεμο και ό,τι ακολούθησε με σαφή πολιτική αντίληψη. Το κάψιμο, η φωτιά και η πυρκαγιά είναι από τις κύριες εικόνες αυτού του βιβλίου (…). Ο ίδιος ο ποιητής, περισσότερο ταλαντευόμενος ανάμεσα σε αντιφατικές ψυχικές καταστάσεις, κοιτάζει έναν άνθρωπο που καίγεται στη φωτιά, θέλει να τον βοηθήσει, φοβάται. Τελικά, παραμένει με το πλήθος σαν θεατής ενός δράματος, στο οποίο ωστόσο συμμετέχει ψυχικά και ο ίδιος(…). Ο κόσμος στην εποχή μας ΄χει γίνει παρανάλωμα του πυρός, αλλά και ταυτόχρονα θεατής που χειροκροτεί αυτή τη φωτιά, βλέποντας τηλεόραση, συμμετέχοντας, αλλά παραμένοντας στην απομόνωσή του, ενώ οι σπουδαστές της Πράγας και οι βουδιστές μοναχοί του Βιετνάμ μεταβάλλονται σε θυσιαστήριες δάδες διαμαρτυρίας, εναντίον ενός σχιζοφρενικού κόσμου, ο ποιητής, ως ο πιο ευαίσθητος παρατηρητής του και συμμέτοχος, έχει γίνει κι αυτός κατά κάποιον τρόπο σχιζοφρενικός. Προσβλημένος από την ασθένεια της εποχής μας, είναι μια ύπαρξη διχοτομημένη, όπως οι ερμαφρόδιτοι της Διοτίμας, που κομμένοι στη μέση, ύστερα από την ύβρη τους, από τον κεραύνιο Δία αγωνίζονται, μάταια, να ξανακερδίσουν τη χαμένη τους ακεραιότητα. (Κίμων Φράιερ, Τοπίο θανάτου, ό.π. σσ 27, 28-29)
 «Εμένα μ’ ενδιαφέρει ο πάσχων συγκεκριμένος άνθρωπος, αυτός που σκοτώνεται, αυτός που βασανίζεται, ο πεινασμένος, αυτός που πάει να σώσει τον άλλον από τη φωτιά και καίγεται κι αυτός μαζί. Εγώ σαν ποιητής μοιράζομαι στα δυο, υποφέρω, βλέποντάς τους ή δρώντας μαζί μ’ αυτούς», αναφέρει σχετικά ο Τάκης Σινόπουλος.
«Η ποίηση της ποίησης», Συλλογή Ι, σ. 319.
ό.π. σ.316
 ό.π.σ.323
Στο περιοδικό Κοχλίας Β΄, τευχ. 14, Φεβρ. ’47, ο Σινόπουλος γράφει για τον εαυτό του: «Σπούδασα Ιατρική που με κούρασε. Για αρκετόν καιρό μου έδωσε μια αίσθηση του πραγματικού ολότελα διαφορετική απ’ ότι τότες ένιωθα. Αργότερα κατάλαβα πως ήταν ψεύτικη. Κι αγάπησα την ποίηση. Ποιητές «δύσκολοι» με βασάνισαν κατά καιρούς ο καθένας με τη δύναμή του.
 Περιπλανήθηκα πολύ. Τώρα προσπαθώ να συναρμολογήσω τον εαυτό μου. Οι θεοί μ’ εγκατέλειψαν. Αισθάνομαι γυμνός. Ολότελα γυμνός. Μα δεν επιθυμώ καμιά βοήθεια.
Ό,τι έγραψα ήρθε κυρίως τις ώρες που ένιωθα το σώμα μου ξένο από μένα. Η «θεληματική» μνήμη  δεν έπαιξε κανένα ρόλο σ’ αυτή τη δημιουργία. Πρόσωπα μισό πραγματικά μισό φανταστικά, απαντημένα σε λίγο ή σε πολύ φως πέρασαν μέσα μου ξαφνικά, καθώς συργιάνιζα στο πάρκο, καθώς μελετούσα ή καθώς κοίταζα αφηρημένα το βλακώδες μούτρο κάποιου νοσοκόμου μ’ άσπρη μπλούζα σε μια γωνιά.
Άλλα ξεπήδησαν από μια οδυνηρή φράση τυχαία ειπωμένη, από ένα τυχαίο ήχο που δεν ήθελε να βυθιστεί, από ένα κοίταγμα πολύ προσωπικό. Τότε μέσα μου ένας Δαίμονας αγωνιζόταν και με πίεζε με δύναμη κοφτερή. Έπρεπε να υποταχτώ. Ό,τι δημιουργήθηκε χρωστιέται στη συνεργασία του δαίμονα. Αποδίδω στον Καίσαρα ό,τι του ανήκει. Δεν ξεύρω αν αυτό είναι ποίηση. Οι ορισμοί και οι άνθρωποι που ορίζουν μου είναι ξένοι.
Καιρό προσπάθησα να οικειωθώ με τις διαδοχικές εκείνες καταστάσεις που θα μπορούσα να τις ονομάσω : Κλίμακα Θανάτου. Γιατί αρνούμαι τον θάνατο σα σύνορο ή σα γεγονός οριστικό. Έρχεται πριν τον καταλάβουμε και τελειώνει - τελειώνει; - πολύ αργότερα απ’ ότι υποθέτουμε. Σε τούτο το Μεταίχμιο συνάντησα τον Ελπήνορα, την Ελένη, τον Ιάκωβο, τον Μπίλια, τον Φίλιππο, την Ιωάννα.
Ζώντας τη ζωή μου μοιράστηκα στα δυο. Ποιο κομμάτι ανήκει στη φθορά και ποιο στην αφθαρσία; Το πραγματικό ή το φανταστικό είναι αληθινό; Η σκέψη μου θεωρεί «λογικά», κι αυτό που λέμε φαντασία ή ασυνείδητο ή δαίμονα δεν υπακούει σε νόμους. Αγωνίζομαι για μια σύζευξη χωρίς να πετυχαίνω. Όποιος νιώθει ανάλογα ας αποδώσει το δίκαιο.
Έχω μια φτωχή εμπειρία. Κοιτάζω το πέλαγο, τα κύματα  έρχονται ακατάπαυστα σπάζοντας μιαν ασάλευτη μορφή που δεν χαμογελά. Κλείνω μέσα μου χαμούς, θανάτους αθεράπευτους, αθεράπευτα κέρδη. Μέσα μου υπάρχουν αμέτρητοι μύκητες που προκαλούν αλλεπάλληλες ζυμώσεις. Κάθε εργασία μου αλλάζει γεύση συνεχώς. Ως πότε; Κυνηγώ μια «τελειωμένη μορφή». Κι αυτή που σήμερα προσφέρεται δεν είναι, έστω κι αν ικανοποιήσει κάποιους πολύ επιεικείς αναγνώστες».

 αρχή σελίδας
              ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δέτσης Ν., Τάκη Σινόπουλου, «Ο καιόμενος», περ. Νέα Παιδεία, τευχ. 37 σσ 152-160
Κριτήρια αξιολόγησης και ανάλυση οδηγιών διδασκαλίας για κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Γ΄ Ενιαίου Λυκείου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2001 σ σ 9-15
Μυλωνά-Πιερή Θεοδώρα, «Τάκη Σινόπουλου, Ο καιόμενος, Δοκιμή για μια ανάγνωση», Μεταπολεμική ποίηση, εκδ. Τυποσπουδή, Ρέθυμνο 1990, σ σ 253-274
Προκόβας Κ., «Τάκη Σινόπουλου, Ο καιόμενος», περ. Νέα Παιδεία, τευχ. 33, σσ   109-118
Σινόπουλος Τάκης, Ένοικος τώρα του παντοτεινού κεκυρωμένος, εκδ. περιοδικού Αλφειός, 1996
Στεφανοπούλου Μαρία, Τάκης Σινόπουλος, Η ποίηση και η ουσιαστική μοναξιά, εκδ. Πορεία, Αθήνα 1992
Φράϊερ Κίμων, Τοπίο θανάτου, Εισαγωγή στην ποίηση του Τάκη Σινόπουλου, Κέδρος 1978
Περιοδικά
Εποπτεία, τευχ. 51, Νοέμβριος 1980 (Αφιέρωμα στον Τάκη Σινόπουλο
Η λέξη, τευχ. 9, Νοέμβριος 1981
Διαβάζω, τευχ. 46, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1981




Τάκης Σινόπουλος

Νέο βλέμμα: 25 χρόνια μετά τον θάνατό του
Του Γιώργου Λίλλη   




Η γενική εικόνα που αφήνει στα ποιήματα του ο Τάκης Σινόπουλος (1917-1981) είναι εκείνη ενός ανθρώπου που βίωσε οριακά τον έρωτα και τον θάνατο. Ποιητής έντονα δραματικός, αναζήτησε τις ρίζες του ανθρώπινου και με την επιμονή λεπτολόγου την ενέταξε στην ποιητική σκευή του. Βαθύτατα λυρικός, με περιγραφές και εικονοπλασία που εντάσσονται στον ευρύτερο χώρο του παράδοξου, η ποίηση του Σινόπουλου κυοφορεί την κορύφωση του αδιέξοδου, ενώ ο αφηγηματικός του λόγος ανυψώνεται πνευματικά σε μια δραστική γλώσσα, άμεση, καθόλου βερμπαλιστική, έντονα προσωποκεντρική. Το ταλέντο του Σινόπουλου να σκηνοθετεί τα ποιήματά του, καταγράφοντας συνήθως τραγικές ιστορίες οι οποίες κορυφώνονται σ' ένα ανοιχτό δραματικό τοπίο, δημιουργούν στα ποιήματά του ένα κόσμο που διανύει τη δική του αποκλειστική ιστορία έξω από τον χρόνο και τον χώρο. Η διαχρονικότητα των ποιημάτων αυτών έγκειται στο στοιχείο της ανατομίας του ανθρώπινου ψυχισμού κι όχι στα γεγονότα αυτά καθαυτά που το επηρέασαν.

Ο Σινόπουλος έζησε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μάλιστα υπηρέτησε ως στρατιωτικός γιατρός από το 1941. Λίγο αργότερα καταδιώχθηκε και φυλακίστηκε ως αντιστασιακός. Ακολούθησε ο Εμφύλιος. Θα ήταν αδιανόητο να περάσουν απαρατήρητα όλα αυτά τα γεγονότα από έναν ποιητή που ήταν προσκολλημένος στην καταγραφή του προσωπικού του δράματος, ενός ανθρώπου που «έχτισε» τα ποιήματά του με τα ίδια «υλικά» που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά του. Ο Σινόπουλος είναι ένας γήινος, αισθαντικός κι αυθεντικός. Επέλεξε να μιλήσει με τις εσωτερικές φωνές του, να φανερώσει ή μάλλον να εξοστρακίσει τους φόβους που τον βασάνιζαν, να τους εξανθρωπίσει, να τους ματαιώσει. Ομως, όσον αφορά τα γεγονότα που έζησε, τα οποία πολλές φορές παίζουν τον ρόλο σκηνικού στα ποιήματά του, δεν παραμένουν απλώς στιγμιότυπα ή αναπαραστάσεις της συλλογικής μνήμης, ειδικά σε σχέση με τον πόλεμο και τη βίωση της βίας και του θανάτου, αλλά μετουσιώνονται σε ποιητικές καταστάσεις. Οι λέξεις αντιστέκονται, μάχονται, εγκιβωτίζουν τη δύναμη του δημιουργού τους. Κι από αυτή τη σκοπιά αναλύει τον εαυτό του, μεταχειρίζεται την ποίηση ως κάτοπτρο.

Από την άλλη, τα ερωτικά του ποιήματα εντάσσονται επίσης σ΄ ένα περιβάλλον θλίψης, άρνησης και αυτοκαταστροφής˙ σ' έναν ερειπωμένο τόπο όπου το ερωτικό στοιχείο «διακοσμεί» το αναίτιο της ανθρώπινης ήττας απέναντι στην αληθινή αγάπη. Η φωνή του ποιητή, άλλοτε μελωδική, άλλοτε σκληρή ή τραχιά, κατακτά, στα οριακά της σημεία, μια λυρική κορύφωση που λιγοστές φορές έχει επιτευχθεί με τέτοιον έντονο τρόπο στα νεοελληνικά γράμματα. Η επινοητικότητα να εντάξει στη γραφή του έναν δραματικό τόνο που οδηγεί μέσω της εικονογραφίας του στην πιστή αναπαράσταση εξωτερικών καταστάσεων, συνάμα μ΄ έναν ονειρώδη ψυχισμό που καταγράφεται μ΄ έναν ιδιαίτερα λεπτό λυρισμό, αντιτιθέμενο στον ρεαλισμό, ο Σινόπουλος πλάθει έναν ετερόκλιτο ποιητικό κόσμο που αγγίζει το πραγματικό και το φανταστικό ενώνοντάς το με επιτυχία.

Η παρούσα ανθολογία δεν εξαντλεί την ποιητική παραγωγή του αλλ' αποτελεί κατευθυντήρια γραμμή, πάντοτε στο πλαίσιο του προσωπικού γούστου του υπογράφοντος ανθολόγου, για να εντοπιστεί η κοσμοθεωρία του ποιητή, οι εμμονές του, ο πυρήνας της δραματουργίας του, όπως και ο τρόπος με τον οποιο επεκτάθηκε στη συνολική συγγραφική παρουσία του.





Από το «ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ» (1951)

Ιωάννα (απόσπασμα)

Ι

Ο τοίχος ήτανε βαρύς άσπρος κάτω τ΄ αυλάκι
με το χορτάρι και το βρώμικο νερό κι απάνω
κοντά στο φοβερό καζάνι με τη σκοτεινή φωτιά
καθόταν η Ιωάννα. Πίσω σάλευαν αλλόκοτες
κι όμορφες σκιές. Μια μια περνούσε
μπροστά κι Αυτή με τη βαριά κουτάλα
εβούταγε κι εμοίραζεν αμίλητη. Ο αγέρας
πηχτός ακινητούσε ολόγυρα. Καμιά κραυγή
δεν έσκιζε το λασπωμένο φως μονάχα
ο αβέβαιος ψίθυρος από τις σκιές που πλήθαιναν
ολοένα και γιομίζανε το χώρο εκείνο.

Κι εγώ ήμουνα στο δρόμο. Που τον γνώρισα
το δρόμο αυτό κι ανατριχιάζω τώρα
που επήξανε μέσα μου ασάλευτες οι μνήμες;
Την κοίταγα βαθιά κι αχόρταγα μα Εκείνη
βασανισμένη από μια θλίψη ολότελα θανάσιμη
δεν ένιωθε δεν πρόσεχε κι όσο κι αν αγωνιζόμουν
ποτέ το βλέμμα μου δεν έσμιξε το βλέμμα της
το καυτερό. Τριγύρα στάλαζε αγωνία πηχτή
κι αιώνια. Ξάφνου - πόσος πέρασε καιρός;
τα χείλη της σαλέψανε κι άκουσα σα να γύρισα
σε χρόνια βυθισμένα μέσα σε τόσες καταχνιές
μουρμουριστή βαθιά όλο πάθος τη φωνή της:
Φίλε μου κοίταξε τη ζωή μοιράζω με τα χέρια μου
στις σκιές τη ζωή που ζώντας την εζύγιασα
στην πλάστιγγα και βάραινε στο μέρος της φθοράς.
Ετσι μίλησε κι όρμησαν φρικιαστικές μέσα μου οι μνήμες.
Ομως παράξενο τα μάτια της δεν κοίταγαν εμένα
μόνο πέφτανε δίπλα μου σαν νάταν κάποιος άλλος
κι εκείνον έκραζε με τέτοια σκοτεινή λαχτάρα: Φίλε.
Ωστόσο τίποτα δεν σάλεψε μες στην σιγή. Καμιά
δεν έφθασεν απόκριση για Εκείνη. Τότε γύρισα
με δύναμη να ιδώ ποιος ήταν που δε μίλησε.
Κανείς. Μήτε ίσκιος, μήτε σώμα δε φαινόταν.
Ο δρόμος έρημος εγώ καταμεσής. Η Ιωάννα
τυραννισμένη από έναν πόνο οξύ είχε σκύψει το κεφάλι
κι εβούταγε κι εμοίραζε κι οι σκιές
πληθαίνανε και προχωρούσανε και διάβαιναν
αδιάκοπα μπροστά της.

Ξάφνου αναπάντεχα σαν από μιαν αόρατη θύρα
πρόβαλε ο εφιάλτης του παλιού καιρού η φριχτή της μάνα
με τα φαρμακερά στενά και ρουφηγμένα χείλη
μυξιάρα ζαρωμένη κι άπλυτη καθώς συνήθιζε
κι έσκυψε πάνω απ΄ το κορμί της Ιωάννας και την κοίταγε
καθώς εκοίταγε άπληστα το καθετί. Και τότε
τρομάζοντας βαθιά και σκοτεινά φώναξα: Ιωάννα
Ιωάννα στρίψε τα μάτια σου τα οδυνηρά σε μένα.
Δεν άκουσε. Δεν γύρισε. Κι όταν απαυδισμένος
δοκίμασα να κράξω πάλε Ιωάννα δεν επρόφτασα.
Μεμιάς σκοτείδιασε και μες στο σκότος σβήσαν όλα
κι η Ιωάννα βρέθηκε στο δρόμο και κοντά της
ένα υποκείμενο ξεφύτρωσε που κάπου τόχα ιδεί
κάποτε που τριγύριζα σε συνοικίες φονιάδων
με μούτρο πράσινο και μαύρα λιγδερά μαλλιά.
Πέρασαν δίπλα μου τα μάτια μου γυρέψανε
τα μάτια της. Δεν έστριψεν η θλίψη ολοένα
και πιο βαθιά χαράκωνε το χλωμό πρόσωπό της.
Η νύχτα έπεφτε γύρα εφιαλτική κι όταν εφτάσανε
στου δρόμου την καμπή φάνηκε κάποιος τρίτος
-κάπου τον ήξερα κι αυτόν έμοιαζε καταδότης.
Τη βάλανε στη μέση και προχώραγαν και ξάφνου
καθώς ένα βαθύ μαύρο φτιασιδωμένο φως ερχόταν
από ψηλά και χύνονταν απάνω τους η Ιωάννα
ξάφνου σωριάστηκε μα πάλε αρπάχτηκε βαριά
στον ένα απάνου κι ύστερα ρυτιδωμένη ρυπαρή
κουβάρι μαύρο ολόμαυρο χωρίς ποδάρια πιά
με δύο ξύλινα δεκανίκια τρίκλιζε και προχωρούσε
μες στο πηχτό σκοτάδι εκεί που έστριβε ο δρόμος.
Και τότες έκραξα δε βάσταξα με τρομερή κραυγή:
Ιωάννα! και σφάλιξαν τα μάτια μου κι ο νους μου θόλωσε
κι όταν πια ο αγέρας με συνέφερε που εφύσαγε
πρώτη φορά πάνω στη γη τόσο ταχύς και διάφανος
ένα αγνό φως χλιαρό βαλσαμικό στάλαζε εντός μου
βοτάνι μαγικό για μια θανατερήν αρρώστια.



Ιάκωβος

Πότε ήρθε δεν κατάλαβα.
Κάποιοι κοίταγαν καθαρά μέσα στα οστά του
μα εγώ δεν έβλεπα άλλο από το πρόσωπο
λευκό σαν κιμωλία και φαγωμένο
από χιλιάδες χρόνια.

Η μνήμη μου παράξενο ανεβαίνει
στην ηλικία του. Ποιος μέτρησε
ποτέ τέτοιο ποσό. Τότε φορούσε
μια μάσκα από χαμόγελο.
Αργούσε να πεθάνει και το άφησα
μόνο μ΄ ένα κερί.

Τώρα είναι τυλιγμένος στο μαντύα μου
το στρατιωτικό. Μαύρος και τα ρουθούνια του
πρησμένα από χολή.
Φορές φορές μέσα σε τούτα τα χαρτιά
ακούω το βήχα του.
Καιρό δε σάλεψε από εδώ.
Το φως έχει χαθεί στα μάτια του.
Φαίνεται πως ο θάνατος του συνεχίζεται
χωρίς μεταλλαγή.

Ο Ιάκωβος είναι ένα μοιρασμένο σώμα.
Το ένα κομμάτι του το βλέπω
τ΄ άλλο χάνεται στη φθορά.
Μόνο το χέρι του τόσο ζεστό
θυμίζει πράγματα που επόθησα
και τ΄ αποχτήσανε άλλοι.

Θα φύγω με τον Ιάκωβο.
Πρέπει να συναρμολογήσω τόσα χρόνια.
Εσύ λοιπόν που θ΄ απομείνεις
δώσε παρακαλώ τούτο το μήνυμα
στους επιζώντες.



Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα (απόσπασμα)

                                         Του Νίκου Σταύρου

..................................................
Οταν πια κουρασμένος από το σοφό βιβλίο
τα μάτια ανύψωσα ξάφνου είδα γύρα
πλήθος βουβές μορφές που κοίταγαν ασάλευτα
βαθιά κι αυξάνανε ήρεμα κοιτάζοντας
ολοένα. Τότε ερώτησα με σοβαρή φωνή:
Φίλοι τι συναχτήκατε και τι γυρεύεται εδώ πέρα;
Δεν αποκρίθηκαν μονάχα κοίταγαν κατάματα
και πίσω ολοένα πλήθαιναν σαν άνεμος
που γιόμισε όλη η σάλα.
.............................................................
Κι ανάμεσα τους είδα με χακί τον Μπίλια
τον Μπίλια εκείνον που ήταν τόσο βρώμικος στο μέτωπο
κι απόρεσα βαθιά και τον ερώτησα με τρέμουσα φωνή:
Μπίλια πως βρέθηκες εδώ; πως ήρθες τέτοιαν ώρα;
Δε μίλησε μόνο που χαμογέλασε γλυκά
κι ύστερα σοβαρός εβάλθηκε να στρώνει το τραπέζι
μ΄ ένα μακρύ μαύρο τραπεζομάντιλο που ακούμπαγαν
τα κρόσσια του στο πάτωμα κι άναψε απάνου τρεις
λευκές λαμπάδες σε τρεις ασημένιους κεροστάτες.
Ο τρόμος τότε μούλυσε τα γόνατα κι η μνήμη
σαλεύοντας βαθιά μες στην υπόστασή μου ανάσυρε
καθώς ο δύτης από του πελάγου το βυθό κάποια παλιά
λησμονημένη υπόσχεση στο νεκρό φίλο Ελπήνορα.



Από τα «ΑΣΜΑΤΑ» (1953)

Ασμα ΙΙΙ


Είναι καιρός πολύς.
Οι κάμποι μου χλωροί κάτω απ΄ τον ήλιο τα χωράφια μου
χλωρά ρίζες αχόρταγες μες στην ακίνητη γαλήνη.
Ομως οι νύχτες μου ένα μαύρο αυλάκι πυρετού κι οι μέρες μου
πυρακτωμένες πέτρες πέφτοντας η μια πίσω απ΄ την άλλη.

                                                                                  Κι ήρθε
με τις πορφυρές του και με τη δύναμή του όλος αστράφτοντας
ο Μέγας μου Αδερφός και μούδειξε
με φωτισμένο δάχτυλο το μέρος της σποράς:
Ιδού το χόρτο θαλερό κι η χώρα σου βυζαίνοντας βαθύν αγέρα
μετά τις εύκρατες βροχές όταν θεριέψουν τα κλαδιά
και οι γαίες σου βάρυπνες δείξουν τη γονιμότητα
η σάρκα τότε θα σκορπίσει και θα ξεραθεί το κόκαλο
το χόρτο σου δε θα προλάβει για το θερισμό των Βασιλιάδων είπε.
Ιδού η φωτιά θα ορμήσει.

Καιρό κοιμήθηκα σε καυτερές βροχές ακούγοντας
τον ήχο του νερού όταν επιστρέφει απ' την βροχή.
Κοίταξα το πλατύ φεγγάρι πάνω από το χαμηλό φθινόπωρο. Ανεμοι
τινάζοντας μ΄ ορμή τα πρώτα σπέρματα χτυπούσανε
τη γη σαλεύοντας ένα χειμώνα απέραντο. Κι υπόφερα
κι ο Μέγας μου Αδερφός παραμερίζοντας τη θλίψη μου ήρεμα
χωρίς κανένα στίγμα στο βαθύ του στοχασμό:
Δε θαρθεί η βλάστηση είπε. Εδώ η φωτιά θα ορμήσει.

Τώρα αναπαύεται αινιγματικός δείχνοντας έτσι
πιο δυνατή την ανεξήγητη αίγλη της οργής του.
Τα γόνατά του διπλωμένα πίσω από τις καθαρές
παλάμες στάζουν ησυχία και φως. Κι εγώ είμαι εδώ
στο ύψος του πόνου μου. Κι ο λαός μου κάτω
πληθαίνοντας στις αγορές πουλώντας ή αγοράζοντας
μολέβοντας με πλάνες το μυαλό.
                                                   Μ΄ αν ξάφνου
σ΄ ώραν αμφίβολη στήσεις τ΄ αυτί με προσοχή κι ακούσεις
έρημους γέροντες στην αγορά να προφητεύουνε
με συλλογή κοιτάζοντας τη μυρωμένη πόλη
σκέπασε το κορμί σου θα το κάψει η άνοιξη
και τη φωνή σου κρύψε θα την πνίξουν αναρίθμητες φωνές
μουρμούρισμα από ανάσες πυρωμένες
κάτω απ΄ τον άνεμο χόρτο και ξερολίθαρο.
Διότι η γη μου πάσα θέλει ερημωθεί
και φως δεν θέλει υπάρξη επ΄ αυτής
κι ο χόρτος θέλει ξηρανθή.
                                         Στου πόνου μου
το σκότος κάθισα. Δεν έχω πια κυρίαρχα χέρια.

Ο ήχος ακούστηκε μες από τις φυλλωσιές που ανάδευαν
ώρα πρωινή μονάχος ήχος λαμπερός σε κοιμισμένη ακοή.
                                                                             Ο ήχος δυνάμωνε
κι ερχότανε μ΄ όλη την ασυνήθιστη ευωδιά της γέννας του
πάνω από την αιθέρια βλάστηση που συνεχώς ανέβαινε.
Κι ύστερα μ΄ ανοιχτές αρπαγές η φωτιά γυρόφερνε
τη χώρα μου αφανίζοντας τάφους και κόκαλα
κι έρημες εκκλησίες κι ο κόσμος μου απανθρακωμένος κι ο ήλιος
με φλογισμένα νύχια ψάχνοντας βαθιά τη γη βαθιά
κι ο λαός μου κάτω αλλοπαρμένος ρώταγε μ΄ επιμονή
δεχότανε τον πανικό σε φόβο γαντζωνότανε σε φήμες ακατάπαυστες
σμίγοντας εύκολα φήμες και πανικό. Κι ήμουν εκεί.
Γερόντιο εγώ με σάρκα χάρτινη γύρω από το μυαλό
την πράξη του Αδερφού πώς να ζυγιάσω;

Μονάχος τώρα συνδαυλίζοντας την αρχική ρίζα του πόνου μου
γεύομαι το πικρό νόημα του καθαρμού. Κρατήθηκα
καιρό καιρό ήμουν Βασιλιάς. Δοκίμασα
χαρά κι αποστροφή. Δίπλωσα την οργή και το θυμό μου εσύναξα
στη θήκη του τη μεταμέλεια γεύτηκα
ψηλάφισα το καύκαλο του πιο φτωχού νεκρού
τις στάχτες ανασκάλεψα και το σβησμένο κάρβουνο
μέτρησα οφέλη και ζημιές χτύπησα και χτυπήθηκα.
Κι είπα να παραδώσω τα κλειδιά ξέρω από φυλακές
γιατί η δολοφονία σαν πυρετός κατάκαψε τα μάτια μου.
Ωστόσο εσείς παρακαλώ σηκώστε τα λυχνάρια και
διαβάστε τις γραφές όταν έρθει ο καιρός.
Τα έργα μου πάνε πια. Κι εγώ
με τόσην ένταση πεινώντας και διψώντας κι υποφέροντας
την ώρα τη φριχτή που τα όνειρα πέφτουν απάνω μου
και καίνε καίνε καίνε. Ω, άγραφη οδύνη λαέ μου κι αν ακόμα
πάνω στη γη μου ταπεινός πλανήθηκα
πυρ επιρρίψω εις πάντα τόπον και σιωπήν
κι η σιωπή δυναμώνοντας το έργο της φωτιάς
κι η σιωπή δυναμώνοντας το έργο της σιωπής
                                                            πυρ επιρρίψω. Ιδού
ο αιθέρας τώρα ανοίχτηκε ψηλά ένα φως ανθίζει.

Κανείς υπαινιγμός ακόμα. Ομως εσύ με χέρια οκνά
τ΄ αστραφτερά μαλλιά ανασήκωνες γυρεύοντας τη γονιμότητα
με ανήσυχη βιασύνη. Υπαινιγμός κανείς.
Οχι στην επιφάνεια μα στην εσωτερική συναρμογή του σώματος.
Κοίταξε πόση καθαρότητα στο βάθος του νερού
γωνιές με φως εικόνες του νερού. Τοπία του αγέρα
διάφανα μόλις γράφονται πρώτη φορά στην όραση.
Κι η λέξη η πρώτη λέξη τρέμοντας από τη γέννα προχωρεί
σκαλί σκαλί στο λάρυγγα.  Κοίταξε ακόμα
την πρώτη νύχτα και τον πρώτο αστερισμό
μια φλούδα φωτισμένη φλέβα δροσερή ψηλάφησε
με τα δειλά σου δάχτυλα τη βλάστηση του δέρματος
κι αυτό το σάρκινο κλαδί που τώρα ανθίζει.
                                                                  Εσύ ζώντας την αρχική
φρίκη της νέας Σποράς όταν οι προπατορικές
βροχές απάνω στους αγρούς του κόσμου σκοτεινιάζουν
δέξου τη γονιμότητα και δώσε τον καρπό
πριν σε κερδίσει η αθόρυβη έλευση και εν γη ακαθάρτω τελευτήσεις
βλαστάρι δώσε για τη θερινή συγκομιδή
πριν έρθει το βαθύ σου μήνυμα και εν γη
και πάλιν απελεύσει.



Από το «ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Β΄» (1957)

Αφθονη μέρα


6.30 π.μ.

Κάπου πιο εδώ στοχάζομαι θάναι τα κόκκινα νησιά.
Ελαμπε τ΄ ακρογιάλι μυτερό. Κανείς δε συμβιβάζονταν
με τις οξύτητες με τα γυμνά με τ΄ απερίσκεπτα χαμόγελα.
Τα πρόσωπα χανόνταν απ΄ τα μάτια μου -
δεν ήμουν σίγουρος - σ΄ ένα σκοτάδι με κοιλότητες.
Ο ήλιος ήρθε μακρύς μακρύς κατάπινε όλο το τοπίο.
Υστερα πνίγηκε χορτάτος στη φωτιά
με μια σπουδαία κίνηση. Τότε μεμιάς κολύμπησα
κι εβρέθηκα γυμνός πάνω στους ώμους της αυγής.

8.30 π.μ.

Ηρεμη λησμονιά. Σίγουρο λίκνισμα στην ύλη
πρώτη φορά ιδωμένη σήμερα σε τόσο φως. Ο δρόμος
αίθριος άνοιγε τη διχάλα του περνούσαν ίσκιοι.
Μετά από τόση ταραχή κόσμος περιστρεφόμενος
γύρω από το νερό. Αρμολογημένη η σάρκα μου
με τα κατάλοιπα της νύχτας και με τ΄ αρχικά
στοιχεία της σύνθεσής μου ισοδυναμεί με 8.30΄.
Αρχίζοντας πάντα τελειώνουμε την ώρα τούτη -
συγκέντρωση και διασπορά ένα νόμισμα με δύο πλευρές.

2.30 π.μ.

Α, προπαντός δροσιά! Και στόχαση μέχρι θανάτου.
Ο θάνατος και το νερό γεννήθηκαν την ίδια μέρα.
Κι εγώ είμαι εδώ για να μιλώ να γίνομαι ορατός.
Τα σώματα που με βασάνισαν λάμπουν εξόριστα έξω.
Μα το δικό μου τόκλεισα στων γεγονότων τη σειρά
και το λησμόνησα. Το βρέχουν όμως τα όνειρα. Και πρέπει
με κάθε τρόπο να κωπηλατήσω. Να υπολογιστεί
το ανέβασμα και το κατέβασμα από τ' άλλο μέρος
του σκοταδιού - σωσίβια και στόχαση περί θανάτου.
Α, προπαντός δροσιά και στόχαση περί θανάτου.
Κι ύστερα ας κρατηθούν ψηλά τα λόγια που επιπλεύσανε.

8.30 π.μ.

Ζήσε ξανά την όρασή σου την ακοή σου την αφή σου και τη γεύση
       σου.
Ξανά από την αρχή από την πρώτη νύχτα που γεννήθηκαν.
Γιατί το ξέρεις μέρα δεν υπάρχει είναι το δόλωμα
για να γλιστρήσεις πάλι προς τη νύχτα να αιχμαλωτιστείς
απ' την παγίδα τούτη που σε σφίγγει κι είναι η μοίρα σου.
Καμιά ξεκούραση και περισυλλογή καμιά δε σου προσφέρεται
όπως μετατοπίζοντας το παρελθόν και το παρόν μέσα στο μέλλον σου
οι αισθήσεις σου έρχονται ξανά γυμνές και τερατώδεις έννοιες
αχόρταγες η αφή σου η γεύση σου η όραση κι η ακοή σου.

12.30 μ.μ.

Η λάμπα με φωτίζει απ΄ τόνα μέρος και τα πρόσωπα
στο βάθος θορυβούν φοβούνται τα όνειρα δε συμμετέχουν.
Τεμαχισμένος γύρεψα να μπούνε στη σειρά να γαληνέψουν.
Θα ξανασυνδεθώ μαζί σας είπα όταν θα με πλημμυρίσει η αυγή.
Τώρα ανεβαίνουν μέσα μου και κατεβαίνουν τούτοι οι αμίλητοι
φρουροί που με φωνάζουν άγγελο και δαίμονα.
Ετσι διαχωρισμένος δεν μπορώ. Τα λάθη με πεθαίνουν.
Ακίνητος κοιτάζω το αίμα μου ν΄ ανάβει σιγανές πυρές
και ξάφνου να φωτίζονται φρικιαστικά ενδεχόμενα. Και δεν αντέχω.
Η ανάσα μου πνιγμένη από αριθμούς προσθήκες και σβησίματα
πρέπει να ξαναβρεί τους πνεύμονές μου ορθούς όταν ξυπνήσει.



Από την «ΕΛΕΝΗ» (1957)

2

Τότε αναπήδησες από τη χαίνουσα
καρδιά μου πάνοπλη
με σάρκες και με φώτα.
Το αίμα μου ένα σκοτάδι ακίνητο κι ιδού.
Εσύ χυμώδης άνοιξη.
Εγώ σιαγόνα τρέμουσα
σε πείνα μαύρη.
Και τα όνειρα μου ορμήσανε - σκυλιά και πειρατές.
Και το κορμί μου - η σκόνη.



8

ποίημα για την Ελένη

Ωραία εσύ η ανίδωτη
μέσα στον ουρανό του ποιήματος
καυτερή θρησκεία γυναίκα αγέρινη
ντυμένη χαραυγές ένα άστρο σύμβολο
με τ΄ όνομά σου δένοντας των εποχών τις γέφυρες.
Ωραία εσύ
νυχτερινή του απείρου εξαίσιο του θανάτου λάφυρο
από τη σκόνη του θανάτου αναγεννώμενη.
Σ΄ αναγνωρίζω Ελένη μου μέσα στους μαύρους έρωτες
που κάψανε μ΄ οράματα τα χρόνια μου. Ω, ποτέ
ποτέ μη φύγεις για τους τόπους του χαμού
στις χώρες τις απάνθρωπες μη σπαταλήσεις
τούτη τη σάρκα σου από σμάλτο κι από κρύσταλλο.
Σε περιμένω.
Κοίταξε σούφερα καπνούς κι αρώματα από τα βουνά
πετράδια από τη θάλασσα
ήλιους και φύλλα σούφερα κατηφοριές κι ανέμους
καλάμια από τις ποταμιές βράχια και πέτρες κι όνειρα
και καταχνιές κι αφρούς για σένα προσφορά.
Με χέρια και με γόνατα σπασμένα παραμόνεψα
γυμνός πλανήθηκα πάνω στη γη σε κάθε στρίψιμο
του κόσμου παραμόνεψα. Σε περιμένω.
Είμαι νεκρός τα βράδια κάτω απ΄ το λυχνάρι μου
κι όμως ακόμα ζωντανός αστράφτοντας απ΄ τη δική σου δύναμη.
Κοιμάμαι σε κρεβάτι φορτωμένο με γεννήτορες
που μου γυρεύουν να μιλήσω. Κι ανυμνώ τη χώρα μου
κι εσένα και τη βλάστηση
γίνομαι μνήμες όνειρα και βλάστηση
και χώμα αιώνιο απ΄ τη δική μας γη
προπάντων χώμα χώμα Ελένη.

Και τούτο τ΄ ονομάζω προσμονή. Η γέννηση του ποιήματος.

Τάχα θαρθείς;
Μια νύχτα Ελένη τάχα θα σε συναντήσω
όταν ο χρόνος θάναι ακίνητος από τα θαύματα
στεφανωμένη υποταγή κι ανάσταση τρεμάμενη;
Μες στην πελώρια πόλη του ύπνου θα συναντηθούμε
σάμπως σε μια αυτοκρατορία νεκρών ποιητών
κατάμεστη από σταλαχτίτες - ποιήματα
και τάχα θα μιλήσουμε θα κοιταχτούμε
λουλουδισμένοι κι άφωνοι με τη χωμάτινη καρδιά
να ζωντανεύει και να γίνεται
ξανά ένα ρόδο πορφυρό ξανά μια πυρκαγιά απαράμιλλη
τάχα θα σμίξουμε άλλη μια φορά
μια νύχτα που η σιωπή θάναι μια απέραντη σιωπή
εγώ γεμάτος διάστημα
εσύ γεμάτη μ' άστρα
πάντα άφθαρτη παρθένα ανέγγιχτη
μεταρσιωμένη;



Από τη «ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΣΤΙΞΗ» (1959)

Χώρος αναμονής


Εδώ δεν είναι τόπος για περηφάνια.
Εδώ δεν είναι τόπος για έκσταση.
Ενα μακρύ ποτάμι ημέρες αργοκίνητες.
Η νύχτα ο φόβος και το κάθισμα.
Εσύ γυρεύοντας τη σκάλα για τον ουρανό.
Εγώ ψάχνοντας με τα νύχια το πρόσωπο
ανάμεσα στα σιωπηλά ερείπια της πείνας
στον τόπο τούτο με την παγωμένη φωτιά
τι περιμένω;

Τι περιμένω εδώ που ο πυρετός παροξύνεται;
Αν κάποιος φωνάξει βοήθεια απ΄ το δρόμο
αν κάποιος χτυπήσει τον τοίχο
αν έρθουν απέναντι να καθίσουν
όλα τα παιχνίδια που κερδίζονται χωρίς το θεό
η συνέχεια του σκοταδιού
η λάμπα που έφαγε το πετρέλαιο
τ΄ αποτσίγαρα χάμου στο πάτωμα
τα ξένα ρούχα
ακόμη ζεστά
αν έρθει το θαύμα με τα γέρικα χέρια
η πράξη
που γυρίζει ξάφνου σε φόνο;

Γιατί να επικαλούμαι την άσπιλη γυναίκα
που  καθόριζε ολημέρα το βασίλειό της;
Γιατί να θυμηθώ την περηφάνια που την έφθειρε ο καιρός
την ησυχία στην κάμαρη τη ζέστα και την άρνηση;
Το στόμα ήταν ακόμα ζωντανό
η αλήθεια καρφωνόταν στο ψέμα και σφάδαζε
η λευτεριά πηδούσε από πόλη σε πόλη
έσταζε το αίμα
η γύμνια ντυνόταν με προσχήματα
κι εγώ κρύωνα
όπως τώρα κρυώνεις εσύ και τρομάζεις και κρύβεσαι
μες στο σπίτι όπου τρίζει η σιωπή
κι ανασαίνει βαθιά στο σκοτάδι.

Σε τούτη την κάμαρα έγιναν οι φανταστικοί βιασμοί
η επινόηση του έρωτα και της απόγνωσης
εδώ εφευρέθηκε το ψέμα κι ο ουρανός
υπάρχει μια τρύπα στο κάθισμα
υπάρχει η σιωπή και ο χρόνος
υπάρχουν κι άλλες επινοήσεις ομοιώματα σχέσεων
ομοιώματα επαφών συναρτήσεων
πίσω απ΄ τον τοίχο η νύχτα υφαίνει έναν κόσμο σκιές
εξόριστα διαστήματα μετατοπίζονται
οι πιθανότητες κοιμούνται μες στο δίχτυ τους
η ώρα ενεδρεύει στο εκκρεμές
μ΄ ένα κρύο χαμόγελο τα φαντάσματα σαλεύουν ακίνητα
πλησιάζουν και είναι ακίνητα
στην κάμαρα τούτη που είμαι ακίνητος και περιμένω
τι περιμένω;

Ισως κατέβεις παραπαίοντας εκεί που τα σπίτια χάνονται
εκεί που η αυγή ανάβει ένα εκατομμύριο χαλίκια
ίσως κατέβεις πιο χαμηλά
εκεί που το σκοτάδι σκάβει το χώμα ακατάπαυστα
εκεί που στροβιλίζονται μισοφώτιστα πρόσωπα
εκεί που η μοναξιά σχεδιάζει
ατελείωτα συμπλέγματα ατελείωτα έργα
στον ατελείωτο χώρο που υπάρχει πίσω από τα πράγματα
όπου το σχήμα χάνεται κι η κίνηση χάνεται
εκεί που είσαι ωστόσο
σκοτεινά τα μάτια τσακισμένα τα χέρια
το καμπύλο κορμί μες στο χρόνο
μες στη νύχτα που καίει
εκεί που είμαι ακίνητος και κοιτάζω και περιμένω
τι περιμένω;



Αντίστιξη

2.

Σαν ένας σπόρος ζοφερός
από τον κάλυκα του μακρινού ουρανού
απόψε ο θάνατος θαρχόταν
θάχε πάνω στην πολυάστερη σάρκα του
ένα τοπίο με σκέψεις τόσο σφιχτές
που αλήθεια θ΄ απορούσες πόσο απέραντος
τις ανηφορικές ετούτες νύχτες γίνεται
ο πόθος του απαράμιλλου
και του συγκεκριμένου.


10.

Τα ζοφερά βιβλία όπου αρμενίζει η βλάστηση
των μαύρων αισθημάτων
δάση στοχαστικής πυκνότητας
ολάκερα βουνά
ώ σκόνη κι έρημος του νου.

Ελα
το δίκαιο δόντι το αυστηρό μαχαίρι
υγεία τσουχτερή
τρομαχτικά τοπία γέννας.

Και τότε νά
ποίηση θερμή πατρίδα αφανισμένη.



Περί χρόνου

Του Ν.Γ. Πεντζίκη

Ενα ακαθόριστο ταξίδι στην ανάμνηση
η αποκεφαλισμένη μέρα
μια χώρα μακρινή
τα μάτια που μιλούν
και του κορμιού τις αίθουσες
ο ατελείωτος καιρός
συνωστισμένος χρόνος.



Το σώμα και το μηδέν

Ονειρο διπλωμένο στ΄ όνειρο
η μέρα στάχτη η νύχτα τίποτα
η πέτρα που σκοντάφτεις και ξυπνάς
σιγά σιγά τα βήματα σε πάνε ως τα βουνά
φεγγάρι ασύγκριτο
περνώντας των δασών τα αινίγματα
τις αίθουσες των δέντρων.

Ναι μοναξιά
κι ένα κορμί
γεμάτο με ησυχία και μηδέν.



Από το «ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ» (1961)

Η εκδοχή της Ιωάννας

Θέλω να καταλάβετε πως μ΄ έχτισαν.
Κι αυτός. Κι η μάνα του. Κι οι πράξεις μου.
Με πέτρες και με βράχια απανωτά. Διψούσα. Τούλεγα
δώς μου νερό. Δεν άκουγε. Μου κοίταζε
το πρόσωπο άφωνος. Πονούσε. Τόψαχνε μ΄ απόγνωση
λες κι ήταν έρημο. Πες μου τι γύρευε από μένα και
τα λόγια του μοιάζανε μ΄ απειλές σα νάχα μόνο εγώ
το μόλεμα μες στο αίμα μου. Δεν καταλάβαινα.
Κι είχα αποκάμει πια με τους ατέλειωτους αγώνες. Τούλεγα.
Φυλάξου Κωνσταντίνε! Οπως το φως
του λύχνου συντηρείται ακόμα στο φυτίλι αφού
στεγνώξει όλο το λάδι στο βυθό. Ή σαν τους ήχους
που έφυγαν από τ΄ όργανο κι όμως ακούγονται
πολύν καιρό μες στην ακοή. Του τόλεγα.
Κάτι θα τρίξει όταν ξεντύνεσαι και βγάζεις το πουκάμισο.
Κάτι θα σπάσει στο εσωτερικό. Μια αθέατη κραυγή
το απόγευμα θα σβήσει στης καμπάνας το αντίλαλο.
Του τόλεγα. Μεγάλα νύχια μαύρα αμετακίνητα
θα κρεμαστούν πάνω στον ύπνο σου. Και δε θα φύγουνε
ποτέ.

Είχε πεθάνει τότε το παιδί μας. Το κοιτάζαμε
στα μάτια να κρατήσουμε την τελευταία του κίνηση. Κι εκείνο
απομακρύνονταν σαν αύρα νόμιζες
εξατμιζόταν όσο το κοιτάζαμε. Την άλλη μέρα και
την άλλη ο Κωνσταντίνος βασανιζόταν από παράξενα
τινάγματα σαν ένα
πουλί που κάθεται στην καπνοδόχο κι ο καπνός
το διώχνει. Ωσπου φαγώθηκε το πρόσωπό του απ΄ το χαμόγελο
το ασάλευτο. Κοίταξε τώρα
μ΄ ακούει και κρύβει τα μεγάλα σύννεφα τα μάτια του.

Τα επίπεδα τ΄ απανωτά όπου ζούσε
τον σακατεύανε. Κι όμως ταξίδευε μονάχος στον αέρα.



Η εκδοχή του Κωνσταντίνου

Είμαι ένας άντρας μέσα στο κορμί μου περιέχω τον εαυτό μου που
με περιέχει ταυτότητά μου το μηδέν γυναίκα μου η Ιωάννα ανά-
μεσα μας η νύχτα μια νύχτα ο κήπος έλαμπε κάτω απ΄ τα πόδια μας
και τούτο έμοιαζε τόσο αληθινό πιο αληθινό όταν ο κήπος έσβησε
το φως αντέχει μέσα μας συνέχεια της Ιωάννας η βλάστηση το
κεφάλι της βαρύ αστερωμένο πάντα μ΄ απειθάρχητα μαλλιά τόσο
πικρό

                                      για να σωπαίνει
                                      και να θυμάται.

Ητανε μια απειλή που δεν την έγραφε ο κανόνας. Οπως την πρώτη
φορά που αρχίνισε ν΄ ασπρίζει γιατί φωνάζει γιατί σέρνεται μες
στην αυλή μου ο γείτονας καμιά μέθη πιά και το κορμί της έρημος
και το κορμί ξερό κι η κάθε μέρα που έφευγε καλύτερα να μου ξε-
ρίζωναν

                                     ένα κομμάτι
                                     κρέας.

Ετσι πήγα με πέντε μονάχα φτιασιδωμένες αισθήσεις μέσα στ΄ αφώ-
τιστα χαλάσματα ολοένα ψάχνοντας πονώντας και γυρεύοντας δι-
ψώντας και διψώντας από το πάτωμα έσταζαν νερά και το κακό
δυνάμωνε και το μυστήριο γλίστραγε απ΄ τα δάχτυλα πως είναι κα-
μιά φορά τα χείλια στη λασπουριά της λίμνης ψάρευα κάποτε στην
πατρίδα μου ακόμα νέος και λαμπερός μαύρα μονόξυλα, γκρίζο νερό
τα μπράτσα αχνίζοντας όπως έσκαγε ο ήλιος έλα μου φώναξες ένα
τεράστιο ζωντανό φυτό σαλεύοντας
       
                                   μέσα στη μήτρα
                                       του πρωινού.

Κι εκεί κοντά παραμόνευε ο θάνατος η αιχμή του μπαίνοντας κάθε
μέρα μολεμένη στο κορμί όμως το μυριζόμουν και πάλευα να ξεφύγω
τόξερα εκεί δε θάτανε κανείς μονάχα πέτρες και σιωπή στο σκούρο
φως κοίτα με Κωνσταντίνε είμαι όλη φως.

                                        ως πότε
                                        θα ξέφευγα;

Τότες η Ιωάννα αναδεύονταν στρέφοντας το κορμί της απ΄ το μέγα
στόμα του ύπνου πουλιά πετούσαν απ΄ τα χέρια της ένα μακρύ ποτάμι
από πουλιά πάνω στο ρεύμα κράζοντας γιομάτα με ήλιο δυνατές φτε-
ρούγες λάμπανε και φεύγανε γιατί μου σφίγγεις έτσι τα όνειρά μου
φώναζε μες από τις καταπαχτές άκουγα τη φωνή κι ανέβαινα με-
μιας αδύνατο να μείνω άλλο είπα άσε στην άκρη τα αίματά σου
τώρα σκοτίστηκα.

                                 Ο ίσκιος στο σώμα
                                  μισοϊδωμένος
                                απρόσιτος.

Είσαι ένας ανόητος παπαγάλος μουρμούρισε εκείνη ξανακοιμήθηκε
ας μπούμε καλύτερα στον πρώτο μας κόσμο είκοσι χρονώ και περπα-
τήσαμε και σταθήκαμε δεν είχαμε καιρό έλα μου φώναξες κοίτα μου
φώναξες είμαι όλη φως. Βοσκήσαμε έκτοτε σε δύστροπο δάσος πολ-
λές φορές το μαύρο μάτι πάνω μας πολλές φορές
                                       ο θάνατος
                                       η ακατανόητη νύχτα.

Ετσι η Ιωάννα κόπηκε στα δύο μήτε κατάλαβε τίποτα το δικό μου
κορμί διπλωμένο σα φόδρα στο κορμί της μη δαιμονίζεσαι έλεγε
δεν αποκρίθηκα όχι ήθελα να πάω έξω από τούτο το σπίτι κάτω
στην αυλή δεμένα τα σκυλιά δε γαύγισαν και πήγα και νά με τώρα
                                            μαύρος
                                            και φαγωμένος.

Μάζεψε το κορμί της κι έφυγε. Υστερα ο χτύπος της καμπάνας
ράγισε τ΄ απομεσήμερο. Νάτην εδώ μ΄ όλα τα σύνεργα του σώματος
ίσκιοι θηλών μικρές φωνές μέσα στη νύχτα όπως διαβαίναμε την άλ-
λην όχτη τα χαλίκια το νερό κι οι ζάρες του νερού και το κλαδί το χέ-
ρι της  το νιώθω ακόμη σήμερα στον ώμο μου τη μοναξιά ετοι-
μάζοντας έφυγε και λυτρώθηκε τάχα από τι; πες μου να μάθω.
Απ΄ το κορμί; από μένα; από το θάνατο; Νυχτώνει. Ακόμη μια φορά.
Κι η γνώση μου μηδέν
                                      από τούτο
                                      το όνειρο.



Από τις «ΠΕΤΡΕΣ» (1972)

Το ταξίδι


Στα σπλάχνα μου υπάρχει τώρα ένας μύλος, αλέθει το σκο-
τάδι της ηλικίας μου και δε σου λέω για τις φωνές που περ-
πατάνε στο μυαλό, μήτε για κείνο το ποτάμι που περάσαμε
προχτές και τα νερά του πλημμυρίζοντας από παντού τη
μνήμη - εσύ,

κοιμόσουν και κυλήσανε χιλιάδες χρόνια που σε κράταγα
κι ήμουν φτωχός και παγωμένος και κουράστηκε, ξερά-
θηκε το χέρι μου -

ή ξαφνικά ένα τίναγμα στο κατακάθι της ψυχής,

τι γύρευα, τι κράταγα από σένα;



Απολογισμός

Τι μας περίσσεψε απ΄ το σκηνικό; Το κάθισμα και τ΄ άλλο
κάθισμα, η απότομη στροφή του αέρα.

Ή, ας πούμε, ο μακαρίτης ήλιος με τα τζάμια του και τα
πουλιά του.

Πως προχωρούμε και συγκατανεύουμε, ναι, θα συναντη-
θούμε κάποτε, θα σε θυμάμαι.

Ο,τι μετακινείται, ό,τι περνάει δίχως ν΄ ακούγεται, μόλις
ακούγεται μέσα στις λέξεις.

Μεταστροφές, επαναλήψεις, χάσματα, η παραίτηση, προ-
πάντων η παραίτηση.

Εκείνο που έφυγε δίχως να φύγει, ο τοίχος ανασαίνει, η
πέτρα έχει σκιά, τ΄ αγκάθι έχει φεγγάρι,

ο φτωχός θησαυρός απροστάτευτος απ΄ τα δόντια του δά-
σους,

η μικρή ξεχασμένη κοιλάδα στη σκάφη της σιωπής, με μια
στάλα μαύρο νερό.

Τι νομίζεις λοιπόν πως μας έχει απομείνει;



Περί προσώπου

Τι σκέφτεσαι;

Τι σκάβεις συνέχεια το πρόσωπό σου στον καθρέφτη;
όπως η μέρα φεύγει ή κάποτε
στη μνήμη ακούς τον ήχο των παρωχημένων.

Τόσα χρόνια περπατάς, ονειρεύεσαι στο ίδιο κορμί.
Στο ίδιο σκοτάδι τη νύχτα χωνεύεις. Μα απόψε,
τα σημάδια που ψάχνεις και βρίσκεις,
απ΄ το πρόσωπο πέφτει ο ασβέστης

και το πρόσωπο τρίζει. 



Από τον «ΝΕΚΡΟΔΕΙΠΝΟ» (1981)

Σοφία και άλλα

Ανεξιχνίαστη, μεσουρανούσα ανάμεσα στα διψασμένα
δέντρα του Ιουνίου κυμάτιζε, νύχτες και νύχτες η Σο-
φία, πέθανε ο πατέρας τη σε φοβερό

δυστύχημα πριν έξη μήνες, μαύρο φόρεμα, μαύρο μαλ-
λί, και το κορμί ψημένο επίμονα τα μεσημέρια στο
Σαρωνικό, το στήθος σκύβοντας,

τόντις ωραία, περήφανα τα δυό της στήθια, κι ο Λευ-
τέρης ήξερε, μονάχα αυτός, κλειστή Σοφία, κι ας
έπαιζε, τα πόδια της ανήσυχα στο κάθισμα, καθώς

βραδάκι δροσιζόμαστε Φωκίωνος Νέγρη, μίλαγαν εδώ
κι εκεί με τη Φανή, χαχάνιζαν κρυφά, κι όταν γυρί-
ζαμε, τ΄ ωραίο σώμα εσάλευε όπισθεν.

Από κοντά ο Λευτέρης και στο αφτί τον ρώταγα, γε-
λούσε, φίνος πάντα, ένα σκαστό γελάκι, το μουστάκι
του ξανθό στο απάνου στο χείλος, όμορφο παιδί.

Ερεθιζόμουν τότες, έγραφα συνέχεια ποιήματα, σή-
μερα τα κοιτάζω πίνοντας καφέ, βαριέμαι, ωστόσο
βυθισμένος στα γραφόμενα,

χτυπάει η πόρτα, ο αδερφός μου ο Γιάννης, δανεικά
και τούδωκα, κοίταξε, λέει, να παντρευτείς, καιρός
σου πια.

Γιάννη, Γιαννάκη μου, τι κέρδισες; η Λόλα σε παρά-
τησε, σούμεινε βάσανο το παιδί, πολύ γρινιάρικο, σκα-
τένιο, κλώτσαγε.

Μου τόχε φέρει προ καιρού να του κοιτάξω το λαιμό,
κάτι καρύδια αμυγδαλές, του λέω βγάλτες, θάχεις φα-
σαρίες μ΄ αυτά τα κέρατα.

Και που να πάω μου κλάφτηκε - στο διάβολο - του
σύστησα τον Πάστρα, κλινική Αχαρνών.

Δε φάνηκε ο αυτάδερφος, μου λέει ο Πάστρας, λόγια
ανόρεχτα, πομπώδη, να μη φαίνεται από μέσα η νύστα,
η ερημιά, πιο πίσω η Μάγδα εκοίταζε.

Σωστό καθάριο κυπαρίσσι η Μάγδα, αριστερά, παρά-
θυρο και φως και κάτι μάτια ποταμοί, νόμιζες ανηφό-
ριζαν πουλιά.

Ελα βρε Μάγδα, εκοίταζε, χαμογελώντας αόριστα,
απούσα ολάκερη, κατάλαβα δε σήκωνε, σίγουρα ο Πά-
στρας βολευότανε περίφημα,

γουρούνι παρά θίν΄ αλός. Στο βάθος ο καθρέφτης, σι-
γυρίστηκα, δεν ήμουν κι άσκημος, παρά τα χρόνια,
κι έλεγα,

τέτοιο κορίτσι, θέ μου, έφυγε η Μάγδα, στα μαλλιά
της πίσω φέγγος ορφανό, κι ήτανε λιόγερμα, μονάχος
πήγαινα, πλημμυρισμένος πράσινο,

δέντρα, χωράφια, λαχανόκηποι κι από το φράχτη μέσα,
Ελένη, φώναξαν.

Ηρθε η Ελένη, σούρτα φέρτα, νεύριαζα, κοντά κανιά,
ανυπόφορη, φίνο κουστούμι εθάμαξε - κι ο ράφτης
μου ξυνίστηκε, δεν είχα να του δώκω κι ο πατέρας
του στο μπάγκο αμίλητος,

ψάλτης στον Αγιαντρέα, κυρ Δημητρό, καλά τη βό-
λεψες, μα τι δουλειά είναι αυτή, καλοκαιριάτικα κερί-
λιβάνι κι άσε πια το ράσο να συγκαίγεσαι

με τέτοια ζέστη. Κι ήμουν

εκεί στον ξεροπόταμο, πεσμένος μπρούμυτα, διαβολε-
μένος άνεμος από τη λοξή χαράδρα, απάνου κάθετα
βουνά,

τα πολυβόλα θέριζαν, αντίλαλοι, χιλιάδες πέτρες σκά-
ζοντας σ΄ εκατομμύρια πέτρες, ήλιος ασάλευτος ψηλά,
γεννώντας ήλιους, κι ούδε

χορτάρι, ούδε νερό, δίψα μονάχα, μύγες τύραννοι, κα-
ταραμένη η φάρα τους, και ξέχασα ασιχτίρ, να κάνω
τηλεφώνημα στη Λίτσα, Κυριακή

για Πόρο λέγαμε, θάτανε Λίτσα και Μαρίκα, ο Αν-
τώνης απ΄ τη Λάρισα - καθώς της άγγιζα το χέρι
στον καρπό, σκιρτούσε φεύγοντας, καράβι και νερό,

πιο πέρα ο άμμος, έκαιγε, και το κορμί στον άμμο,
ένα μεγάλο φως, πιο πάνω χώματα αν γυρίσεις, γέ-
φυρες, ίσια γραμμή

στο μάτι, η Λίτσα ανάσκελα, έψιλον χρυσό, το νύχι
κόκκινο, το δάχτυλο σαλεύοντας, το πόδι αργά, τεμπέ-
λικα, παίζοντας στο νερό,

φύκια, σχιστόλιθοι, άστρακα,

μεγάλη θάλασσα σπιθίζοντας, διαμάντια και

μεγάλο μαύρο φως.



Tο τραίνο

Δεν τα κατάφερνε να κοιμηθεί, ζέστη του κερατά, και-
γότανε το μεσημέρι, η κάμαρα μία κόλαση, πλάγιασε
πάλι, απέναντι η Φανή,

το μάτι της Φανής ασάλευτο στο κάντρο, χρόνια δε-
καεφτά που πέθανε, κι όξω απ΄ την κάμαρα ο σταθμός,
σακατεμένες μηχανές βουλιάζοντας στο σίδερο.

Τραίνο στις 12, τραίνο στις 3, τραίνο στις 4 και τέ-
ταρτο, τότε το τραίνο κίνησε νυστάζοντα, κι άκουγες
τους αρμούς τα κόκαλα, τροχοί και κόκαλα, κι από τα
σπίτια πίσω ο μέγας ουρανός, κι από τα δέντρα πίσω
ο μαύρος ουρανός, το τραίνο παίρνοντας

την κατηφόρα, χώματα ξερότοποι, κι αυτός σκυμένος
στο παράθυρο, μήτε ήρθε στο φυλάκιο της στροφής
εκείνη η ανώνυμη γυναίκα, στάχτη κι ερημιά το μού-
τρο της, να σύρει τη βαρειά αλυσίδα, ο δρόμος ανοιχτός
και η άσφαλτο, κι ο σκύλος μήτε σάλεψε, χωμένος στη
γαρουφαλιά, το τραίνο παίρνοντας

την άλλη κατηφόρα, ίσια γραμμή, δεξιά το πεύκο βύ-
ζαινε το φως, και κάτω δέκα μέτρα η θάλασσα, σωστό
γυαλί στον ήλιο αστράφτοντας, η αρμύρα από τη θά-
λασσα, κι ο λίγος άμμος, το νερό σε μια φανταστική
συνέχεια, ο λίγος άμμος το κορμί του καίγοντας, στον
ήλιο καίγοντας.

Ετσι γυμνός ανάσκελα, χωμένος μες στο καλοκαίρι,
βούιζε το κεφάλι του, γιομάτο κυπαρίσσια και τζιτζί-
κια το κεφάλι του πριζότανε.

Χιλιάδες σπίθες στο εσωτερικό και σκοτεινιά κι αντί-
λαλοι, κι όξω στον άμμο ένα μεγάλο φως, πλατύ χω-
ράφι αθέριστο, γιομάτο φως, κι εκείνος,

έτσι πρησμένος και γυμνός, ανάσκελα, σε τούτη την
απίστευτη εκμηδένιση, το μάτι του άδειο γράφοντας
τα γεγονότα τ΄ ουρανού, τα κυπαρίσσια ακίνητα και
μια σειρά πουλιά, μαύρα, λοξεύοντας,

χιμώντας πάνω στο κουφάρι του, με πείνα αρπάζοντας
τα σπάραχνα, σκουντώντας τόνα τ΄ άλλο, κράζοντας,
και τρώγανε ανυπόμονα κι ακούγονταν μέσα στο φως
οι φοβερές φτερούγες που χτυπούσανε.

Κατέβηκε παντού η σιωπή.

Κατέβηκε με τ΄ άροτρο ο Θεός.

Ασπρο το ρούχο του, πελώριος έκατσε, κι έκατσε δίπλα
στο σκαμνί, τα ρούχα του τον άμμο σκοτεινιάζοντας,
και φαρδύ του  χέρι εσκάλισε, τ΄ άσπρα του δά-
χτυλα κοσκίνισαν τον άμμο, κι ο Θεός

είπε, σηκώνοντας αργά το χέρι του, να φύγουν τα που-
λιά, κι εκείνα φύγανε, ξαφνιάστηκαν, πήραν το δρόμο
ανάμεσα στα κυπαρίσσια, εφύγανε, σκεπάσανε την ά-
κρη τ΄ ουρανού.

Κι είπε ο Θεός.

Κι ήρθε η Φανή, κατέβηκε, σκούρα κι αμίλητη στην
πέτρα του γιαλού.
Ηρθε κι ο θυρωρός κουτσαίνοντας,
ο Νίκος από το περίπτερο και το πλατύ
ποτάμι πέρα από τη Λάρισα, κι η γέφυρα ύστερα, κι ο
δρόμος όξω απ΄ την Κοζάνη, και τα πολυβόλα, κι η
κραυγή του λοχαγού στη σκοτεινή χαράδρα, ήρθε η
Φανή,

στο απέραντο νοσοκομείο, διάδρομοι και φως, και πιο
ψηλά κόκκινοι λόφοι, οι λόφοι κόκκινοι, κοκκινοκόκκι-
νοι, μαύροι καθώς ενύχτωνε και περπατούσαν με φα-
νάρια ανάμεσα στα ξύλα, βλαστημώντας το Χριστό
σας ο Ζαφόγλου κι ήρθανε

χιλιάδες έγγραφα, χαρτιά σφραγίδες και χαρτόσημα
κι υπογραφές, η επιτροπή στη σύναξη κι ο σκούρος
τοίχος πίσω τους με το σημαδεμένο χάρτη, μυγοχέ-
σματα, τσιγάρα, σκύβοντας κάτι σκυφτές φωνές.

Κι εφάνηκε απ΄ τους άμμους, περπατώντας ήσυχα, ήρ-
θε η γυναίκα στο φυλάκιο της στροφής, πήρε την α-
λυσίδα αργά, την πέρασε στο γάντζο, και το χέρι της
κομένο απ΄ τον καρπό, ξερό σαν ξύλο, κάψαλο το χέρι
της.

Και πέντε φορτηγά στην άσφαλτο σταμάτησαν, τόνα
με τ΄ άλλο, ο σκύλος τότε ανασηκώθηκε, πάνω στο
τραίνο εχίμηξε αστραπή, καθώς το τραίνο εκίναγε, κι
αρχίνισαν τα κόκαλα, τροχοί και κόκαλα, σίδερα - κό-
καλά, κι ο σκύλος τότες ούρλιαξε.

Κι εκείνος άκουσε, μέσα στη βύθιση, άκουσε.

Κι είπε να σηκωθεί, σηκώθηκε, ξανάπεσε μεμιάς.

Τον πήρε η θάλασσα, σκοτάδι χαμηλά σκοτείνιαζε και
πάγωνε από το παράθυρο, τον πήρε η θάλασσα, βρά-
χια νερό και πέτρες χάθηκαν,

η αλυσίδα, η άσφαλτο, τα πέντε φορτηγά,

τα βράχια κόκκινα, πέτρα χαλίκι κι άμμος κι ουρανός,

μονάχα ο κούφιος ουρανός.




Τάκης Σινόπουλος
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο Τάκης Σινόπουλος (17 Μαρτίου 1917-25 Απριλίου 1981) ήταν ποιητής και συγγραφέας.
Γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας και ήταν πρωτότοκος γιος του φιλολόγου Γιώργου Σινόπουλου και της Ρούσας-Βενέτας Αργυροπούλου. Σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο Αθηνών και αποφοίτησε το 1944. Το1934 δημοσίευσε το ποίημα «Προδοσία» και το διήγημα «Η εκδίκηση ενός ταπεινού» στην Πυργιώτικη εφημερίδα «Νέα Ημέρα» με το ψευδώνυμο Αργυρός Ρουμπάνης. Το 1941 επιστρατεύτηκε ως λοχίας υγειονομικού ενώ κατά τη διάρκεια της κατοχής δημοσίευσε μεταφράσεις Γάλλων ποιητών καθώς και μερικά δοκίμια για την ποίηση. Το 1942 φυλακίστηκε για μικρό χρονικό διάστημα από τους Ιταλούς ως αντιστασιακός ενώ την περίοδο του εμφυλίου ήταν γιατρός σε τάγμα πεζικού. Με το τέλος του εμφυλίου άρχισε να εργάζεται ως γιατρός στην πρωτεύουσα. Το 1951 κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «το Μεταίχμιο». Ο Τάκης Σινόπουλος επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τους Τ.Σ. ΈλιοτΣεφέρη και Έζρα Πάουντ. Γενικά η ποίηση του είναι λυρική, επιγραμματική και κυριαρχείται από τραγική αυτογνωσία και απαισιοδοξία. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του παρατηρήθηκε μια μεταστροφή στη χρήση του γλωσσικού υλικού προς έναν αντιποιητικό, επιθετικό και συχνά ειρωνικό λόγο. Μεγάλο μέρος της βιβλιοθήκης του το είχε δωρίσει στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Έγραψε επίσης τις ποιητικές συλλογές «Το άσμα της Ιωάννας και του Κωνσταντίνου», που τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης το 1961, «Γνωριμία με τον Μαξ», «Νύχτα και αντίστιξη», καθώς και διάφορες μελέτες και δοκίμια όπως την «Στροφή» για το έργο του Σεφέρη.
Απεβίωσε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 1981 (παραμονή του Πάσχα του 1981), και ήταν παντρεμένος με την Μαρία Ντότα, η οποία το 1995 δώρισε το σπίτι που έμενε στον δήμο Νέας Ιωνίας με σκοπό την στέγαση του ιδρύματος «Τάκης Σινόπουλος». Επίσης προτομή του ποιητή υπάρχει στην πλατεία, έξω από το σπίτι του, στην οδό Τάκη Σινόπουλου στον Περισσό.

Εξωτερικές συνδέσεις 

Nuvola apps kaboodle.png Πύργος-Τάκης Σινόπουλος (Αρχείο ντοκιμαντέρ της Ε.Ρ.Τ.)




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ