Nα είσαι ο Danilo Kis σημαίνει ομορφιά.




Nα είσαι ο Danilo Kis σημαίνει ομορφιά.
[...] Από παιδί ακόμα είχα μια νοσηρή
υπερευαισθησία και η φαντασία μου
μετέτρεπε τα πάντα σε ανάμνηση,
και πολύ γρήγορα μάλιστα:κάποιες
φορές αρκούσε μία και μόνο ημέρα, το
διάστημα μεταξύ μερικών ωρών, μια
συνηθισμένη αλλαγή τόπου, ώστε ένα
καθημερινό γεγονός, του οποίου τη
 λυρική αξία
δεν ένιωθα όσο ζούσε μέσα μου,
να στεφανωθεί ξαφνικά με μια υπέροχη
ηχώ,με την οποία στέφονται μονάχα
οι αναμνήσεις που έχουν μείνει πολλά
χρόνια στον ισχυρό στερεωτή
της λυρικής λήθης.

Μέσα μου, αυτή η διαδικασία
γαλβανισμού, κατά την οποία τα
πράγματα και τα πρόσωπα αποκτούν
ένα λεπτό επίχρυσο στρώμα και
την αρχοντική καπνιά της πατίνας,
εκτυλισσόταν με μια αρρωστημένη ένταση
[...].Δύο μέρες, στην περίπτωσή μου,
ήταν αρκετές για να αποκτήσουν τα
πράγματα το έλεος της ανάμνησης.

Απόσπασμα από το: Ντανίλο Κίς,
Κήπος ,στάχτες

Διαβάζοντας την Εγκυκλοπαίδια των Νεκρών του Danilo Kis και ακούγοντας Chiamami Adesso Birkin Jane.




Είτε: «Αφέθηκε να παρασυρθεί από τα λόγια του και ακόμα περισσότερο από τη φωνή του και τη θέα του προσώπου του, και μάλιστα τόσο έντονα που έκανε πως τον πίστευε, ή ίσως νόμιζε ότι πίστευε τον λόγο του χωρισμού τους» (Γκ. Φλωμπέρ, Μαντάμ Μποβαρύ)
Αυτή η μόνη και μοναδική λέξη –«ίσως»- αποτελεί το πρώτο βήμα από το ψυχολογικό είδος προς τη μοντέρνα πρόζα. Η συγκεκριμένη λέξη γεφυρώνει το χάσμα που χωρίζει τον παντογνώστη από τον σκεπτικιστή (τον αβέβαιο) αφηγητή, είναι το πρώτο σύμπτωμα γήρανσης του είδους, η πρώτη άσπρη τρίχα στα πλούσια μαλλιά των κλασικών.
Αν ο Φλωμπέρ είχε συμπτύξει το τεράστιο υλικό του εξωτικό του μυθιστορήματος σε αφήγημα που εκθέτει το περιεχόμενο ενός φανταστικού και πολύπλοκου βιβλίου, του οποίου ο τίτλος είναι Ο πειρασμός του Αγίου Αντωνίου, ή εάν περιόριζε το Μπουβάρ και Πεκυσέ σε διήγημα το οποίο περιλαμβάνει, έτσι απλά, μέρος του υλικού για το Μπουβάρ και Πεκυσέ (που θα ήταν εύκολο να το φανταστεί, αφού ο Φλωμπέρ είχε ήδη την ιδέα του Μπόρχες να δίνει τις ψεύτικες βιβλιογραφικές ενδείξεις ως πραγματικές), η λογοτεχνία δεν θα ήταν υποχρεωμένη να περιμένει περίπου εκατό χρόνια μέχρι την εμφάνιση του Βιβλίου των φανταστικών όντων του Μπόρχες.
Ντανίλο Κις, Homo Poeticus, εκδόσεις Scripta, μετάφραση Ισμήνη Ραντούλοβιτς



Η λογοτεχνία ως ύστατο καταφύγιο

Στα μπουντρούμια της NKVD, στην παγερή έρημο του Μακρινού Βορρά, κάθε φορά που τα μαρτύριά μου, υπερέβαιναν κάθε ανθρώπινο όριο και οποιοδήποτε μέτρο, έκανα μέσα μου μία και μοναδική ευχή: να επιζήσω για να διηγηθώ σε όλον τον κόσμο, και κυρίως στους κομματικούς μου συντρόφους και φίλους, όλες τις φρικαλεότητες που ζήσαμε έγραφε ο Κάρλο Στάινερ, στον πρόλογο του περιβόητου βιβλίου του «7.000 μέρες στη Σιβηρία» (πολύτιμος οδηγός για τη συγγραφή του Ένας τάφος για τον Μπορίς Νταβίντοβις). Κι όμως μέχρι σήμερα το χειρόγραφο (διαρκώς εξαφανιζόμενο ως ανεπιθύμητο σ’ έναν κατεξοχήν γκογκολικό κόσμο) εκδόθηκε μόνο σε Γιουγκοσλαβία, Γερμανία και Γαλλία, δεκαετίες μετά την ολοκλήρωσή του. Στις άλλες χώρες «χανόταν» μυστηριωδώς.
Η συνάντηση με τον Στάινερ και την σύζυγό του Σόνια Μαρμελάντοβα, μια ζωντανή μεταφορά της «καθαρής ανθρώπινης οδύνης», με μάτια βαθιά σαν πηγάδι, που δεν τον απαρνήθηκε δημόσια (οι σοβιετικές εφημερίδες ήταν γεμάτες με δηλώσεις αποκήρυξης συλληφθέντων συζύγων ως «εχθρών του λαού») παρά περίμενε για 20 χρόνια την επιστροφή του από την εξορία πάνω από τον πολικό κύκλο συγκλόνισε τον Κις. Κάθε συσχετισμός με την γαλήνια, πολυθαυμασμένη Πηνελόπη είναι προσβλητική: η Σόνια στα μάτια του κόσμου υπήρξε πάντα η ταπεινωμένη «γυναίκα του εχθρού» («Μάρτυρας Κατηγορίας Κάρλος Στάινερ»).
Στον αντίποδα, ο Ναμπόκοφ κατάλαβε εγκαίρως τον μάταιο χαρακτήρα των πολιτικών παθών και της νοσταλγίας της εξορίας, αλλά και τον θλιβερό κόσμο της προσφυγιάς, που αδυνατεί να ενσωματωθεί στους τόπιους πληθυσμούς ή να κάνει οτιδήποτε σε πολιτικό ή πνευματικό πλαίσιο. Εάν αγνόησε το ουσιώδες γεγονός των 20ού αιώνα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, απομακρύνοντάς το ως ανάξια ύλη από την πένα του, αυτό δεν ήταν μόνο από άρνηση να σπαταληθεί σε μάταιες πολεμικές· κυρίως δεν ήθελε να στοιχηματίσει στη στιγμή αλλά στην αιωνιότητα. Διαφορετικά, θα ήταν «μισητός και δοξασμένος, μεσσίας και θύμα, Σολζενίτσιν πριν από τον Σολζενίτσιν, Κέσλερ και Παναΐτ Ιστράτι και Βικτόρ Σερζ συγχρόνως». Όλο το έργο του δεν είναι τίποτε άλλο από μια προυστική Αναζήτηση του χαμένου παράδεισου (της Ρωσίας των παιδικών του χρόνων) και μια ένθερμη υπεράσπιση του δικαιώματος για προστασία των πνευματικών αξιών. Και εάν η λογοτεχνία δεν έχει γίνει θεραπαίνιδα των ιδεολογιών αλλά παραμένει όνειρο και καταφύγιο, το παιχνίδι πνεύματος και φαντασίας, τότε το οφείλουμε κατά μεγάλο μέρος στον ίδιο («Ναμπόκοφ ή η νοσταλγία»).
Στον σύγχρονο συγγραφέα μένει μια και μοναδική έντιμη διαπίστωση: ότι κανένας από τους δρόμους που θα διαλέξει δεν είναι δίχως κινδύνου: κάθε επιδίωξη μιας παγκόσμιας λύσης οδηγεί στην απλοποίηση, ενώ ο εγκλεισμός σε «εύηχη σιωπή» αποτελεί εκμετάλλευση του ταλέντου του. «Ο συγγραφέας στέκεται σήμερα ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο επιλογές: να ριχτεί στον αγώνα για τις αρχές ή να καλλιεργήσει τον δικό του κήπο. Εάν διαλέξει το πρώτο, κατά κάποιον τρόπο προδίδει τη λογοτεχνία· εάν διαλέξει το δεύτερο, του απομένει η συνεχής πικρία ότι έζησε το ζωή του μάταια και ότι πρόδωσε το ταλέντο του».
Σε κάθε περίπτωση «η λογοτεχνία είναι – ή θα έπρεπε να είναι – το τελευταίο καταφύγιο της λογικής», γράφει ο Κις στο φερώνυμο δοκίμιο, εκφράζοντας την απέχθειά του στη λογοτεχνία που γράφεται για οποιαδήποτε μειονότητα· πολιτική, εθνική, φυλετική.«Η λογοτεχνία είναι μια και αδιαίρετη. Καλή ή κακή»(2). Η δεοντολογία της γραφής, η Κεντρική Ευρώπη, το γαλλικό διήγημα, ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ, ο Φλωμπέρ, οι Ασκήσεις ύφους του Καινώ κ.ά. συμπληρώνουν τη θεματολογία των 18 εξαιρετικών δοκιμίων, που αποτέλεσαν άρθρα σε εγχώρια και διεθνή περιοδικά, στην Nouvel Observateur, προλόγους σε βιβλία, συνέντευξη στον Κριστιάν Σαλμόν, ανακοινώσεις σε συμπόσια (όπως εκείνο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) κ.ά.
Εκδ. Scripta, 2011, μτφ. από τα Σερβικά Ισμήνη Ραντούλοβιτς, 151 σελ. [η πρωτότυπη έκδοση: 1993]. Με δισέλιδο βιβλιογραφικό σημείωμα.

Ο Κις γνωρίζει καλά την επικίνδυνη δημιουργική τάση του Γραφέα να αντιτάξει την ειρήνη και την τάξη στο χάος του κόσμου – όπως τη διατύπωσε ο Αντρέ Ζιντ, ομολογώντας ότι στη σύγχυση της Ιστορίας δολιχοδρόμησε μεταξύ δύο δυνατών ριζοσπαστικών λύσεων: του φασισμού και του κομμουνισμού – αλλά και το δημιουργικό πάθος που οδήγησε τον Σαρτρ και ολόκληρες γενεές διανοούμενων σε μια επικίνδυνη απλοποίηση και εντυπωσιασμό. Μπροστά στην αθώα ποιητική φαντασίωση αλά Ρεμπώ, σύμφωνα με την οποία η ποίηση, δηλαδή η λογοτεχνία, πρέπει να «αλλάξει τον κόσμο» και τον πειρασμό του μεσσιανισμού των Νοστογιέφσκι και Σολζενίτσιν.
Από την άλλη, έχοντας και ο ίδιος συνείδηση της διπλής υπόστασης της, όπως εκφράζεται από τους Όργουελ και Ναμπόκοφ αντίστοιχα (από τη μία: Εκεί που έλειπαν πολιτικά κίνητρα, αερολογούσα …από την άλλη: η τέχνη, από τη στιγμή που έρχεται σε επαφή με την πολιτική, υποβιβάζεται μοιραία στο επίπεδο της χειρότερης ιδεολογικής φτήνιας…), παραδέχεται πως όλα όσα γράφει κινούνται ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους. Το ερώτημα «της ευθύνης του συγγραφέα απέναντι στο κράτος» αποτελεί ουσιαστικά αποδοχή της αμηχανίας και της  αμφιβολίας μας για το νόημα της συγγραφικής πρακτικής μας: γιατί γράφουμε; για ποιον γράφουμε; («Ο γάιδαρος του Μπουριντάν ή ο συγγραφέας στο χάος του κόσμου»).
Ο Κις ανατέμνει και την αυτολογοκρισία, η μάχη με την οποία, σε αντίθεση με την λογοκρισία, είναι ανώνυμη, μοναχική και δίχως μάρτυρες. Είναι η ανάγνωση του ίδιου σας του κειμένου με ξένα μάτια, όπου εσείς οι ίδιοι γίνεστε εισαγγελέας εναντίον του ίδιου του εαυτού σας … γιατί στον ρόλο αυτό εσείς γνωρίζετε και εκείνο που ποτέ κανένας λογοκριτής δεν θα εντοπίσει στο κείμενό σας…Το υποκείμενο της αυτολογοκρισίας είναι ο σωσίας του συγγραφέας, με τον οποίον κανείς δεν μπορεί να τα βάλει: βλέπει τα πάντα, γεννημένος από το ίδιο μυαλό και τους ίδιους φόβους του αυτολογοκρινόμενου, και οτιδήποτε κι αν κάνετε, πάντοτε θριαμβεύει: αν τον αποκρούσεις γελάει με το φόβο, αν τον υπακούσεις, γελάει με τη δειλία σου. Είναι όμως δυνατό και να ξεγελαστεί ο σωσίας – βασανιστής μέσω της μεταφοράς, όπως συνέβη με πολλά έργα της ρωσικής πρωτοπορίας στη δεκαετία του ’20, με τίμημα βέβαια την ίδια σου τη ζωή («Λογοκρισία/Αυτολογοκρισία»).
(1): Ο Στάινερ το 1977 σε ερώτηση νεαρού αριστεριστή «κατά τη διάρκεια της εικοσαετούς εξορίας σας μείνατε πιστός στις ιδέες της νιότης σας;» απάντησε: Εμείς οι εξόριστοι ήμασταν απλούστατα μονάδες του ζωικού βασιλείου, άνθρωποι παραδομένοι στα πιο ταπεινά βιολογικά ένστικτα και τις πιο βασικές υπαρξιακές ανάγκες. Δεν υπήρχε κανένα περιθώριο για ιδεολογία·  η μόνη «ιδεολογία» ήταν ο αγώνας για την επιβίωση.(σ. 47)
(2) Βλέπω πώς ένα ολόκληρο έθνος αποτελούμενο από ανθρώπους των γραμμάτων πέφτει θύμα σοβαρής απάτης…Πόσοι και πόσοι δεν ακολούθησαν αυτόν τον παράδρομο στη διανόηση χωρίς κάποια αντίδραση, όπως ο άγιος Σαρτρ, η αγία Σιμόν και οι υπόλοιποι. Και πως εκείνοι που είχαν δίκιο – ο Καμύ – ούτε το δίκιο τους βρήκαν ούτε γνώρισαν την καταξίωση επειδή γνώριζαν και τόλμησαν να διατυπώσουν με ευθύτητα όλα όσα θεωρούνταν ανείπωτα έως τότε. (σ. 54)
Εκδ. Scripta, 2011, μτφ. από τα Σερβικά Ισμήνη Ραντούλοβιτς, 151 σελ. [η πρωτότυπη έκδοση: 1993]. Με δισέλιδο βιβλιογραφικό σημείωμα.

Danilo Kis "A Tomb For Boris Davidovich" by Aleksandar Kostic





Σχόλια

  1. Ντάνιλο Κίς: Από τις «Συμβουλές σε νεαρό συγγραφέα»
    http://aftercrisisblog.blogspot.com/2013/10/blog-post_5.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ