PERDUTO (Antologia Aperta 5 - INCERTI S.O.S. - bottiglie di naufraghi)


Perduto
Barca senza nome
Barca senza remi, senza vela
E sono dentro di lei senza bussola
Nel mare della tristezza
Mare griggio, calmo, funebre
ed io veleggio
Dove vado?

La melancolia come nebbia gelida
copre tutto.
Passa dai pori della pelle
e allaga il mio cuore
la mia anima
la mia mente.

Voglio gridare,
ma la voce non esce.
Anche lei è ghiacciata come tutto il mio corpo.

Incubi vivi dall’Iberia
Mi seguono
E nemmeno gli angeli con il dolce sorridente viso
che arrivano per aiutarmi possono calmare
il mio dolore.

Gli incubi sono presenti e
mi fanno impazire
Voglio togliere la mia testa e buttarla al mare,
così non dovrò più pensare...

‘La soluzione facile cerchi di nuovo’
una voce da nulla mi dice e continua
‘Lottare
Combattere
 Non devi avere paura di perdere’

rispondo
 ‘Fa freddo e c’è buio,
guarda le mie mani,
sono piccoli,
insanguinati dalle picchiate,
pieni di liquidi maschili.
Guarda il mio corpo,
pieno di lividi dalla violenza e dalla auto-punizione.
Guarda i miei polmoni,
neri dal fumo di erba
Non respiro.
E la mia anima
Quanto può resistere,
viva ma morta
dalla educazione dei genitori?’

‘Lottare
combattere
hai la forza.
Non devi avere paura se perdi
non perderai,
solo vincerai’
sempre la stessa voce..

‘Cosa vincerò?’ ho chiesto
‘Te stesso’ risponde
‘Il mio Angelo, lo avrò?
Devo condividerlo cogli incubi?
O me lo caccierano per sempre lontano da me?
Rispondi! Rispondi!
Non hai una risposta ora?
Non hai una risposta nella mia domanda più importante?
Dove sei?
Ti sei sparita?’

Solo
mi sento solo
nel mezzo del mare triste
cogli incubi che mi tolgono piano piano la vita
Kokologiannis Konstantinos

(ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ)

Χαμένος

Βάρκα χωρίς όνομα
Βάρκα χωρίς κουπιά, χωρίς πανί
Και είμαι μέσα της χωρίς πυξίδα
στη θάλασσα της θλίψης
Θάλασσα γκρι, ήσυχη, μακάβρια
και εγώ επιπλέω
Πού πάω;

Η μελαγχολία σαν ομίχλη παγωμένη
καλύπτει τα πάντα.
Περνάει μέσα από τους πόρους του δέρματος
και πλημμυρίζει την καρδιά μου,
ψυχή μου,
το μυαλό μου.

Θέλω να ουρλιάζουν,
αλλά η φωνή δεν βγαίνει.
και αυτή είναι παγωμένη όπως όλο το σώμα μου.

Εφιάλτες ζωντανή από την Ιβηρική
Με ακολουθούν
Και ούτε οι άγγελοι με το γλυκό χαμογελαστό πρόσωπο,
που έρχονται να με βοηθήσουν μπορούν να ηρεμήσουν
τον πόνο μου.

Οι εφιάλτες είναι παρόντες και
με τρελαίνουν
Θέλω να κόψω το κεφάλι μου και να το ρίξω στη θάλασσα,
έτσι δεν θα πρέπει να σκέπτομαι πια ...

«Την εύκολη λύση ψάχνεις πάλι»
μια φωνή από το πουθενά μου λέει και συνεχίζει
«Πάλεψε
Πολέμησε
 Δεν πρέπει να φοβάσαι να χάσεις »

Απαντώ
 «Κάνει κρύο και είναι σκοτεινά,
δες τα χέρια μου,
είναι μικρά,
ματωμένα από ξυλοδαρμούς,
γεμάτα αντρικά υγρά.
Κοίτα το σώμα μου,
μελανιασμένο από τη βία και την αυτο-τιμωρία.
Κοίτα τα πνευμόνια μου,
μαύρα από το χόρτο
Δεν ανασαίνω.
Και την ψυχή μου
Πόσο μπορεί να αντισταθεί,
ζωντανή, αλλά νεκρή
από την εκπαίδευση των γονέων;

«Πάλεψε
πολέμησε
έχεις τη δύναμη.
Δεν πρέπει να φοβάται αν χάσεις
Δε θα χάσεις,
μόνο θα νικήσεις »
πάντα η ίδια φωνή ..

«Τι μπορώ να κερδίσω;» ρώτησα
«Τον εαυτό σου» μου απαντά
«Τον Άγγελό μου, θα τον έχω;
Πρέπει να τον μοιράζομαι με τους εφιάλτες;
Ή θα τον απομακρύνουν για πάντα μακριά από μένα;
Απάντα! Απάντα!
Δεν έχεις μια απάντηση τώρα;
Δεν έχεις μια απάντηση στο πιο σημαντικό ερώτημά μου;
Πού είσαι;
Χάθηκες;»

Μόνος
Νιώθω μόνος
στη μέση της λυπημένης θάλασσας
Με τους εφιάλτες που σιγά-σιγά μου αφαιρούν τη ζωή 


Κοκολογιάννης Κωνσταντίνος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ