ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΑΣ ΚΟΙΤΑΞΟΥΜΕ

Ας κοιτάξουμε για μια στάλα αγάπη
όπως οι φτωχοί ψωνίζουν κουβέρτες στα πανηγύρια.

Η γαλήνη, είναι κάτι που δεν εξαγοράζεται,
και οι άνθρωποι έχουνε μια μοναξιά τέτοια, σου έλεγα,
όπως, δυο μαύρα βαπόρια φορτηγά
αραγμένα απόγευμα σε επαρχιακό λιμάνι.

Και ήταν που αγαπηθήκαμε μετά όπως κουλοί στα τρένα
σ' ένα κόσμο δικό τους πυρπολημένοι από το αδέξιο πλήθος.

Ύστερα πια, έφυγες, όπως γίνεται, κρυφά.
Σούρουπο παχύρευστο σερνόταν στους δρόμους.

Από κάπου ακούγονταν ένας δίσκος.
Η φωνή έπεφτε, σηκωνόταν, έπεφτε, σηκωνόταν,
σαν βιαστικός μεθυσμένος που τρέκλιζε.

Ο άνθρωπος της πάνω γειτονιάς
που λέγαν ότι του έφυγε η γυναίκα του
και η κόρη  της τρελής.

Κουρασμένα τραγούδια έπεσαν μάλλον σε πάτωμα
και έσπασαν σαν γυαλικά που τα έριξε κλέφτης.

Πώς να κάνω και πάλι ένα ποίημα για σένα.
Θέλει λέξεις ξεχασμένες
όπως το φουστάνι που πέταξες
στην τελευταία τάξη του γυμνασίου και έγινες γυναίκα.

Θέλει πέτρες πρωτόγονες, άγριες.
Και εγώ δεν είμαι θαλασσινός να ψάχνω στα ακρογιάλια.
Και ούτε που γνωρίζω από πέτρες.

από την ποιητική συλλογή: "Σύγχρονη Ερωτική Ποίηση" εκδόσεις Καστανιώτη



ΣΤΗΝ ΜΑΝΤΡΑ ΤΟΥ ΑΣΥΛΟΥ

Καθόμασταν μια Κυριακή
στην αντηλιά της μάντρας του ασύλου
ώσπου ξάφνου σηκώθηκε ένας και είπε:
"να μας πεις για εκείνη".

Και ο άλλος άρχισε:

"σπίτι εξοχικό η ψυχή της το χειμώνα
όπου έβλεπες κάθε πρωί τα πορτοκάλια στην αυλή
και έλεγες κάποιος θα έρχεται
κάποιοι κληρονόμοι θα τα κόβουν αυτά τα δέντρα.

Άνοιξα τότε και μπήκα.
Πυροβολεία εγκαταλειμμένα στα βουνά
από μιαν άλλη κατοχή συνάντησα.

Νεκροταφεία στην πτέρυγα των μωρών
με λαμπαδίτσες του Πάσχα
και μικρά στέφανα από λευκές και ροζ λεμονίτσες.

Και περνούσεν ο καιρός
κοινωνώντας πάντα μόνος τη βοήθεια μοναξιάς της
όπως τα θηρία το νερό στη δική τους πηγή
ώσπου μετά από χρόνια
βρέθηκα στο γάμο της.

Όλοι γλεντούσαν σε εκείνο το θλιμμένο πανηγύρι
και αυτός ο πατέρας της
διαρκώς έπλενε τα χέρια του
πριν παραδώσει τη σφαγμένη θέληση της
στο μεγάλο χρόνο
πανδαμάτορα των επιθυμιών.

Έμεινα από τη γωνιά να την κοιτάζω.

Ήταν σφαγμένη
με το στήθος γυμνό και τα μαλλιά της λυμένα.
Ωραιότατη κοιμωμένη για το τάφο της, φώναξα

Στον άλλο κόσμο
θέλω να γίνω ποτάμι και αυτή πηγή
o σκοτεινός Πηνειός και η μακρυνή Αρεθούσα
για να σμίγουν τα νερά μας
κάπου στα βάθη της θάλασσας.

Λεπτομέρειες δε συγκρατώ πια

Την άνοιξη μόνο
στα φωτεινά μου διαλείμματα
αμυδρά τη θυμούμαι".

Και μελαγχόλησαν όλοι και κανένας δε μίλησε.

Το σούρουπο μόνο
εκεί που πάλευε ο ήλιος με τη νύχτα
μού φώναξε ένας:
Περνάει στον ορίζοντα εκείνη που μας έλεγες".

Γύρισα και κοίταξα πέρα μακριά.

Καραβάνι περνούσαν οι άνθρωποι
γέροντες και νέοι του περασμένου κόσμου
με παλτά. Σκισμένοι. Με μια κομμένη ζώνη στη μέση.
Εξομοιωμένοι.

Και στο τέλος εσύ. Μόνη.
Με το ραβδί ανιχνεύοντας τον δρόμο όπως οι τυφλοί.

από την ποιητική συλλογή: "Σύγχρονη Ερωτική Ποίηση" εκδόσεις Καστανιώτη




φοβερ πατρίδα μου

θλιος καιρς στ φοβερ πατρίδα μου
κα λίβας νελέητος σκληρς το ουλίου!

Τν πεθαμένη ταξιδεύαμε τ μάνα μας
μ τ βαγόνι τς γραμμς
κόσμος πολς μέσα στ διάδρομο κα ποθήκη του γεμάτη
μ μπαολο, οκοσκευές,
κα νάμεσά τους, στ ψηλά, τ φέρετρό της
τσι καθς πηγαίναμε παλι κουτί, στν συγγενν μας,
μ κοκλες, τ παιδιά.

Τ κοιμητήριο συχο, ταν φτάσαμε μετά,
τς φοβερς πατρίδας μου,
κα πρόσχαροι ο συμπατριτες μας κα γελαστοί τους λοι
στς φωτογραφίες τους πάνω στος σταυρος
ο νεόκτιστες νάμεσα βεράντες καθισμένοι κα ρτανσίες
ν φυσοσε θάνατος στ μάντρα, λιος το σπιτιο
κι να κομμάτι π σμα ρπετο
μυρμήγκια τ τραβοσαν στ φωλιά, μυρμήγκια τ τραβοσαν.

Βιβάλντι κάποτε μικρ φερνε, κοριτσάκια, στ σαλόνι
(σταθήκαμε γι μία στιγμ λοι θυμούμενοι κα πάλι)
μ κρινολίνα στς μαργαρτες χόρευαν,
κα χωράφια τς παιδικς εφροσύνης
μ σύννεφα κα χιλιάδες ρκαδίες, Μπρέγκελ, κα ζα,
κα νάμεσά τους μι γελάδα ερηνικ
ν περν τ σούρουπο μόνη
μ τος μαστούς της δυ λάμπες φωτοφόρες
τν κατ κηρίων κάθε μία, κα κότες κα λίμνες,
κα σκάφες πλυσίματος μ χοντρς χωρικς φερνε.

κείνη πο κατέβηκε στν ποταμ
μ τ λευκ χιτνα της ν βαπτισθε
χει τ πόδια της γυμν κι χει λαιμ γι σφάξιμο
Τ παιδάκια τραγουδοσαν μ τ μαντολνα–
γόρια τρέχουν νυποψίαστα
ν πιάσουν στ νερ τ σταυρ
χρυσίζει σν ψάρι τ κρμα στν κοίτη,
ρθα ν σ πάρω, τς λέει κενος γνωστος,
μ εναι τ μάτια μου μπλ πως ορανς
κι πως ατς δν βλέπουν,
ο φωνς π τος ανους λάμψη τ μεσημέρι
κα προδότης χει νήσυχο τ μάτι
τς κρύες φακές του στ χάνι, τρώγοντας, τς σίας,
ο φλαμουρις ξω τν συντροφεύουν
κα τρέμουν ο λεκες σν τ κορμί του.»

Δύσκαμπτη πατρίδα, σικελική!

Βατομουρις σκονισμένες
κα σχοίνα πο τ παντελόνια τραβολογον!

Συναλλαγές, ψευτιές, ν «Πάντσο» δο
στν ταινία το παίθριου
ν χτυπήσει τ Νότο λέει τ βράδυ κατεβαίνει
σέρνει μαζί του τομάρια
π κενα πο τά χουν ο πόρνες σν δελφάκια τους
κι χουν ο διοι τ πιστόλι γι παιχνίδι,
χαροτρομάζουν κόμη κα ατν τν πατέρα τους,
τραυματίζουν τ μάνα τους γι πίδειξη
κα κάνουν τ γειτονόπουλό τους ν τρέχει σν τ κοκόρι,
βρωμνε τ χνότα τους πιοτό,
π αγουστιάτικους κάμπους πο κανε τ χυρο
κι π μικρ φιλέρημα μέσα νεκροταφεα, περνον.

Μι φωνή μου φώναζε χθς στν πνο
«λα ν δες τ στέκια σου
πο τρεξες –μο λεγε– παιδί»,
«γ δν μπορ ν δ τ στέκια μου
γιατ εναι καρδιά μου κάρβουνο –τς παντοσα–
«λα ν δες τ πρτα σου τ χρόνια
κα τς πηγς τς δροσερές, λα», μο ξαναέλεγε φωνή!

ναν τόπο ζητοσα που ρτοποις θ κάνει τ ψωμ
πως τότε πο φορνος μύριζε τ νύχτα,
τ ροχα θ πλένονται στν κπο
μ λες τς τέλειες πο φήνει τ χέρι
κα τεχνίτης το σίδερου
θ λιώνει τ μέταλλο μ πρωτόγονους τρόπους
–το γύρεψα ναν ναπτρα ατοσχέδιο γι νθύμιο,
ψαξε– «πρε –μο επε– ατν
μπορε κα ν τν χει φτιάξει θεος σου
δούλευε κάποτε δ, πέθανε κα δν τν γνώρισες»,
τ παιτούμενα το βαλε, τν ναψε,
τ πρόσωπό του μέσα στς τσακμακις παιξε, φωτίστηκε,
πως στραφτε, μικροί, τν κτώβριο,
πρν ρχίσουμε, δωδεκαετες, τ σχολεο.

πατρίδα, αώνια ταραχ τς πρώτης ρωμένης.

ζω κομμένη στ μέση,
κα νεότητα π τότε, τέλος, τραυματισμένη
σν να κοριτσάκι μ τ καλό του φόρεμα
πο σορροποσε πάνω στν γκαταλειμμένη
γραμμ το τραίνου, σορροποσε.




πατέρας μου θελε ν φτιάξει να σπίτι

πατέρας μου φαγε μιά ζω γι ν φτιάξει να σπίτι.
πογεύματα, Κυριακς στ κουζινάκι χωρς να γλυκ να καφενεο.
ταν πέθανε φησε να χορταριασμένο στρατ
να χτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια...
λλαξαν ο καιρο πο λέει κι λαός, γεγονότα συνέβησαν...
Χαθήκαμε μ τν δελφό μου, μάθαμε πς πέθανε κι πατέρας.

Γι᾿ ατ λοιπν τ βράδυ σ κοιτ βαθι στ μάτια.

Εναι μήπως ζήσω γ τν ταπειν θαλπωρ πο κενος δν ζησε.





Τραγούδι γι τος μοναχικος ντρες

Τ βράδυ, μαζεύεις ξύλα γι τ τζάκι.

Κα τ πρωί, τ πρωί, τί πικρ πο εναι ζω
λο μ τς στάχτες.




Γιώργος Μαρκόπουλος: Ο ποιητής της πλατείας Βικτωρίας

Εφθασε χαμογελαστός την ώρα που εξαφανίζονταν οι λεπτές νιφάδες του χιονιού και έβγαινε ο ήλιος. Μεσημέρι της περασμένης Τρίτης στην πλατεία Βικτωρίας. Ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος, από τους σημαντικότερους της γενιάς του 1970, έσερνε μαζί του τη «μαούνα», όπως έχει ονομάσει το μπλε καροτσάκι για τα ψώνια του. Είχε μόλις επιστρέψει στη γειτονιά του από τα γραφεία των εκδόσεων Κέδρος, όπου «πήγα να κεράσω τα παιδιά κασεροπιτάκια».

Αιτία ήταν το Βραβείο Ποίησης 2011 του Ιδρύματος Κώστα & Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του και πιο πρόσφατα το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Κρυφός κυνηγός (2010). «Καλοδεχούμενα βέβαια, μου φέρανε μεγάλη χαρά τα βραβεία, αλλά η δουλειά του ποιητή δεν είναι να περιμένει βραβεία, η δουλειά του είναι να γράφει ποιήματα» μου είπε στο φιλόξενο «Καφέ των Ποιητών».

Οι τοίχοι του μαγαζιού όπου συνήθως συναντιέται με τον Γιάννη Κοντό και τον Κώστα Παπαγεωργίου είναι διακοσμημένοι με τα πορτρέτα των μεγαλύτερων ποιητών μας. Η αυστηρή ματιά του Βάρναλη διασταυρωνόταν με την ανέμελη ματιά του Εμπειρίκου στο τραπέζι όπου ο 61χρονος ποιητής έπινε με αργές γουλιές τον καφέ του. «Η αγαπημένη μου συλλογή είναι "Οι πυροτεχνουργοί" (1979). Τα ποιήματα αυτά είναι παιδάκια με καλοκαιρινό μακό μπλουζάκι και φυσαρμόνικα, έτσι τα θυμάμαι. Στη συλλογή του 1998 "Μη σκεπάζεις το ποτάμι" (Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1999) τα παιδιά αυτά μεγάλωσαν και έγιναν καλοντυμένοι κύριοι. Στον "Κρυφό κυνηγό" έχουν γίνει πονεμένοι άνθρωποι με πιτζάμες στο νοσοκομείο» μου λέει ο ήπιων τόνων και εντάσεων ποιητής που γράφει ότι η σιωπή «είναι η αδικημένη αδελφή της ομιλίας/ που κάποτε θα βρει το δίκιο της».
«Αγαπώ καθετί καλό στην ελληνική ποίηση»


Το μόνο που μου είπε για το έργο του ήταν ότι «όλα τα ποιήματά μου είναι βιωματικά, είναι σκηνές από την πατρίδα μου, τις περισσότερες τις έχω δει ή τις έχω ζήσει». Ο Μαρκόπουλος μιλούσε συνεχώς για τους άλλους ποιητές και απήγγελλε από μνήμης στίχους τους. «Αγαπώ καθετί καλό στην ελληνική ποίηση, είναι πολύ δυνατή και έχω τραφεί από αυτήν. Από τον Σολωμό και τον Κάλβο, μετά τον Καβάφη που απελευθέρωσε την ποιητική μας γλώσσα, τη Γενιά του 1930... Αγαπώ τους λεγόμενους παρακμιακούς ποιητές του Μεσοπολέμου, απιθάνου τρυφερότητος ποιητές όπως ο Αγρας, ο Λαπαθιώτης, ο Καρυωτάκης».

Από την πρώτη μεταπολεμική γενιά αγάπησε ιδιαίτερα τον Δ. Π. Παπαδίτσα και τον Τάσο Λειβαδίτη για την ποίηση του οποίου έγραψε ένα βιβλίο (Εκάτη, 2009). «Ο Λειβαδίτης με συγκινεί αφάνταστα, η τρυφερότητα, ο βαθύτατος ανθρωπισμός, το κλίμα του. Επιπλέον με γοήτευαν ανέκαθεν οι ταπεινοί χώροι στους οποίους εκινείτο η ποίησή του, οι βροχεροί δρόμοι με τις μαύρες ομπρέλες, τα παλιά ραφτάδικα με τις ερειπωμένες μηχανές, τα παλαιά καφενεία. Μια φορά επιθύμησα να μπω - να ρίχνει έξω δυνατή βροχή - σε ένα παλαιό καρβουνιάρικο, να πιω άσχημο κρασί βαρελίσιο και να θυμηθώ στίχους του. Η τύχη τα έφερε έτσι και έγινε κάποτε αυτό, ύστερα από μια παράσταση, κάπου στον Κεραμεικό. Μπήκα σε ένα τέτοιο μαγαζί με τα καλά μου ρούχα αλλά γρήγορα κατάλαβα πως ήμουν τελείως ξένος προς αυτούς τους ταπεινούς ανθρώπους. Εκανα ότι τάχα κάποιον έψαχνα μα δεν τον βρήκα και έκλεισα πίσω μου την πόρτα φεύγοντας».

Οσο για τον Δ. Π. Παπαδίτσα, «με συγκίνησε η ρώμη του στίχου του, ιδιαίτερα κατά την πρώτη περίοδο του έργου του. Νομίζω ότι πιο ρωμαλέος ποιητής - χωρίς να είναι μεγαλόστομος, για μένα έχει σημασία - σε εκείνη τη γενιά δεν υπήρξε. Τον έχω διαβάσει άπειρες φορές δυνατά στο σπίτι μου. Τα ποιήματά του είναι ένα μουσικό όργανο, μόνιμα κολλημένο στα αφτιά μου, χωρίς κανένα φάλτσο». Αλλωστε «η αυθεντική ποίηση έχει μια εσωτερική μουσική που την ακούμε ανεξάρτητα από τη φόρμα του κάθε ποιητή».
«Βάφτισαν "λαό" τους εγκάθετους»
Ο Γιώργος Μαρκόπουλος μου είπε «ότι το μεγαλύτερο δώρο της φύσης προς τους ανθρώπους είναι η μνήμη» και ότι «η μοναξιά είναι μια γενετήσια ερημιά που ενυπάρχει στη φύση του ανθρώπου».
Η κρίση τον έχει κάνει απρόθυμο να γράψει, προτιμά να ακούει μουσική. «Οι κυβερνήσεις στη Μεταπολίτευση βάφτισαν "λαό" τους κομματικούς εγκάθετους και βρέθηκαν σε θέσεις-"κλειδιά" άνθρωποι τόσο απολίτιστοι που μέχρι προχθές σκουπίζανε τη μύξα με το μανίκι».
Μιλώντας για το πολιτικό σύστημα θυμήθηκε τον Σεφέρη: «Πεινούσαμε στης γης τα πλάτη/ σα φάγαμε καλά/ πέσαμε εδώ στα χαμηλά/ ανίδεοι και χορτάτοι». Τον ανησυχεί πολύ η ανεργία των νέων. Τότε επικαλέστηκε τον Νίκο Καρούζο - «μην του μιλάτε, είναι άνεργος» - και λίγο μετά, με έναν αναστεναγμό, «μην του μιλάτε, δε μιλούν στους καθρέφτες».


Μπάλα και εκκλησιαστικά κείμενα



Ο Κρυφός κυνηγός «είναι βεβαιότατα παρμένος από το ποδόσφαιρο», την άλλη μεγάλη αγάπη του Γιώργου Μαρκόπουλου. Ο γεννημένος στη Μεσσήνη ποιητής υποστηρίζει την ΑΕΚ, έχει γράψει μια «Ωδή στον παίκτη της ΑΕΚ και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου» και ένα βιβλίο (Εντός και εκτός έδρας, εκδόσεις Καστανιώτη, 2006) για τη σχέση των ποιητών με το ποδόσφαιρο από τη Γενιά του '30 ως σήμερα.

δ στον παίκτη τς ΑΕΚ κα τς θνικς
Χρστο ρδίζογλου

 π τ τι, ρμώμενος, τ χρόνια περνον γρήγορα
κα ατ τ βρίσκω πικρ κα δικο
κα π τ τι ποιητς παλαιότερα Δικταος ρης
κράτησεν ς φιλοκερδς τεχνίτης
στν πενιχρ θανασία του
τν λλοτε σπουδαο παίκτη τς ποδόσφαιρας
λία υἱὸν το φαντ -το λυμπιακο Πειραις-
τονίζοντας τ κάλλη του κα τν εμορφιά του
παράλληλα μ τν μακαρισμ ετυχισμένος (νά ν᾿) Πειραις
πο χει φορτώσει τόσες π᾿ τς λπίδες του
πάνω σ τέτοια γόρια
θ μνήσω κα γ μ τ φτωχ τν πένα μου
τν διόρρυθμο πλν μως φιλότιμο χαρακτρα
το παίκτου τς ΑΕΚ κα τς θνικς Χρήστου ρδίζογλου.

Θ μνήσω, γιατ τ παιδ ατ
π τς ταπεινς τς γειτονις το Περισσο προερχόμενο,
τς ιζουπόλεως κα τς Σαφράμπολης,
ταν τ μόνο π πολλος λλους
πο παρ τν περοψία τς νεότητάς του
κράτησεν νς λεπτο στα μυστικ σιγ
γι σους βετεράνους δν πέτυχαν τ γκλ σ κρίσιμη στιγμή
πορρίπτοντας τσι κόμη κα τν θάνατο
μι κα γνόησε λους ατος τος θλητς
πο τώρα βρίσκονται στο χμα.

Θ μνήσω.

Γιατ τ παιδ ατ κατεβαίνοντας - πως προεπα -
π τος καλύτερους έρηδες,
ταν τ μόνο που πάντα μ εστροφες κινήσεις
πετύγχανε τν κπόρθηση τς ντίπαλης στίας
σ ξένα γήπεδα προπάντων
κάνοντας τσι ν κουστε ν τν φήλιο
τ νομα τς μικρς πατρίδας μας
ν συνάμα χάριζε, λέγω χάριζε,
μ τν πράξη του ατ
μία λοφώτεινη νύχτα Χριστουγέννων
στος στέγους τς πλατείας μονοίας.

, δν μπορ ν φαντασθ τ γρας
στα λογίσια πόδια το παίκτου Χρήστου ρδίζογλου.

Δν μπορ ν φαντασθ τν ρα
πο τ παπούτσια του θ ν κρεμάσει θ φύγει π τ γήπεδα
θ σταδιοδρομήσει ς πιχειρηματίας χωροφύλαξ στω
κα θ βρεθε π μετάθεσιν στν ταλάντη.
Στν ταλάντη κα πάλι λέγω
που τ παιδί του μ γνωρίζοντας π γήπεδα, «στέγους»,
φιστίκια - στέρια στ πανέρια τν μικρν το σινεμ
θ γράφει στις κθέσεις του·
« πατέρας μου γεννήθη ες τν θήνα.
λθε δ λόγ τς φύσης τς δουλεις του
που μεγάλωσα κι γώ».
Τιμ κα δόξα στον παίκτη Χρστο ρδίζογλου,
πο θ σηκώσει γι λλη μι φορ τελεσίδικα πιά
πως ο τρελο τος πιταφίους τν νεκροταφείων
τν σήκωτη μοναξιά μας, κα θ φύγει.


«Οι περισσότεροι ήταν αρνητικοί με την μπάλα. Υποθέτω ότι αυτή η στάση πήγαζε από μια αίσθηση ότι το ποδόσφαιρο καταπολεμούσε την πνευματικότητα. Εγώ είμαι λαϊκών καταβολών άνθρωπος και επιπλέον, αν είσαι σφαιρικός και ισορροπημένος, τα συνδυάζεις όλα. Δεν είναι λίγοι και αυτοί που αγάπησαν και αγαπούν το ποδόσφαιρο βέβαια, όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Βασίλης Στεργιάδης, ο Σωτήρης Κακίσης, με τον οποίο μεγαλώσαμε μαζί στις εξέδρες, και ο Νάσος Βαγενάς».
Επίσης έχει επηρεαστεί από την κατανυκτικότητα της θρησκείας: «Ενα από τα πιο συγκλονιστικά ποιήματα που έχω διαβάσει σε αυτή τη ζωή είναι η Νεκρώσιμη Ακολουθία» και άλλα εκκλησιαστικά κείμενα, «τόσο σπουδαία γραμμένα που δεν έχεις το δικαίωμα ούτε να γυρίσεις βάναυσα τη σελίδα με το δάχτυλό σου».




Γιώργος Μαρκόπουλος
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο Γιώργος Μαρκόπουλος είναι Έλληνας ποιητής, γεννημένος στη Μεσσήνη Μεσσηνίας το 1951.

Βιογραφικά στοιχεία 

Σπούδασε οικονομικά και στατιστική στην Α.Σ.Ο.Ε.Ε. και είναι διευθυντής στο Υπουργείο Πολιτισμού. Το 1996 τιμήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου με το Βραβείο Καβάφη και το 1999 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Μη σκεπάζεις το ποτάμι», η οποία, στη συνέχεια, ήταν υποψήφια για το Ευρωπαϊκό Αριστείο του 2000. Επίσης το 2012 για δεύτερη φορά με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Κρυφός Κυνηγός». Την προηγούμενη χρονιά (2011) βραβεύτηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη) για το σύνολο του έργου του. Παράλληλα με την ποίηση γράφει λογοτεχνικές κριτικές και άλλα κείμενα σε περιοδικά και εφημερίδες. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων από το 1982, ενώ κατά το διάστημα 1984-1986 υπηρέτησε και ως μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου.

Εργογραφία 

Ποιητικά έργα 

Έβδομη Συμφωνία, Αθήνα 1968
Οκτώ συν ένα εύκολα κομμάτια και η κεφτουριά του κάτων κόσμου, Αθήνα 1973, εκδόσεις Κούρος
Η θλίψις του προαστίου, Αθήνα 1976, εκδόσεις Κέδρος
Οι πυροτεχνουργοί, Αθήνα 1979, εκδόσεις Εγνατία/Τραμ
Ποιήματα 1968-1976, συγκεντρωτική έκδοση Αθήνα 1980
Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης, Αθήνα 1987, εκδόσεις Υάκινθος
Ποιήματα 1969-1987, συγκεντρωτική έκδοση Αθήνα 1992
Η φοβερή πατρίδα μου, Αθήνα 1994
Μη σκεπάζεις το ποτάμι, Αθήνα 1998, εκδόσεις Κέδρος.
Κρυφός Κυνηγός, Αθήνα 2010, εκδόσεις Κέδρος.

Δοκίμια 

Εκδρομή στην άλλη γλώσσα Α', Αθήνα 1991, εκδόσεις Ρόπτρον
Εκδρομή στην άλλη γλώσσα Β', Αθήνα 1994, εκδόσεις Νεφέλη
Λευτέρης Ιερόπαις - Μια παρουσουσίαση, Αθήνα 1999, εκδόσεις Γαβριηλίδης
Ιστορικό κέντρο, Αθήνα 2005
Η ποίηση του Τάσου Λιβαδίτη, Αθήνα 2009, εκδόσεις Εκάτη












Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ