ΟΣΙΠ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ (О́сип Мандельшта́м) - Μία από τις πλέον τραγικές μα και συνάμα λυρικές μορφές της ρωσικής ποίησης των αρχών του 20ού αιώνα




Σύγχρονος κανενός δεν ήμουνα ποτέ,

δεν μου εδόθη αυτή η χάρη

αντιπαθώ όσους τ' όνομά μου φέρουν,

απλή συνωνυμία, δεν είμαι εγώ.

Βαριά έχει τα βλέφαρα ο άρχοντας αιώνας

και στόμα πήλινο λαμπρό,

όμως στο χέρι το ρικνό του γερασμένου γιού του

πεθαίνοντας θαρρώ πως θα προσπέσει.

Τ' αρρωστημένα μάτια μου άνοιξα μαζί με τον αιώνα,

πελώρια μήλα νυσταγμένα,

όμως τα βροντερά πατάμια μου ιστόρησαν

την κρίση και τη δίκη του αιώνα.

Εκατό χρόνια πριν με τα λευκά προσκέφαλα

ένα κρεββάτι άσπριζε εκστρατείας

Παράξενα τεντώθηκε το πήλινο κορμί

ο αιώνας τελείωσε το πρώτο του μεθύσι.

Ανάμεσα στην πανανθρώπινη, που τρίζει την πορεία

πόσο ανάλαφρο κρεββάτι.

Μα τι να γίνει; Αν για να φτιάξουμε άλλο δεν μπορούμε,

ας ζήσουμε κατά τον τρόπο του αιώνα.

Ζεστό κρεββάτι μου, τροχόσπιτο ή σκηνή,

πεθαίνει ο αιώνας και μετά

δυο νυσταγμένα μήλα τα δυο μάτια μου

κι η φτερωτή τους φλόγα καίει βαθιά.

1924


O ΑΙΩΝΑΣ

Αιώνα μου θεριό μου, ποιός θα μπορέσει ποτέ

μέσα απ' τις κόρες των ματιών σου να κοιτάξει

και με το αίμα του να ενώσει

τους σπόνδυλους των δυο εκατοντάχρονων;

Αίμα, δημιουργικό αίμα, πώς πάλλεις στο λαιμό

των εγκόσμιων πρσγμάτων,

κι η ραχοκοκκαλιά να τρίζει

στο κατώφλι των καινούργιων καιρών.


Τα πλάσματα σου, ως εκεί που φτάνει η ζωή

πρέπει να ξαπλώσει τη σπονδυλική του στήλη,

καθώς τ' αόρατο το κύμα παίζει

με το δικό σου ραχοκόκκολο.

Σαν τρυφερός παιδιάστικος χόνδρος

μοιάζει ο νεαρός της Γης μας ο αιώνας.

Σαν πρόβατο για τη σφαγή

τον φέρνουνε ξανά.


Και για να χτίσουμε το νέο κόσμο

απ' τα δεσμά να τον αρπάξουμε πρέπει

τα τσακισμένα του τα γόνατα

με φλάουτα να τα ενώσουμε.

Ο αιώνας τούτος στο κύμα λικλνίζει

τον καημό των ανθρώπων.

Ως κι η οχιά πια θ' ανασαίνει

στο χρυσό το δικό του ρυθμό.


Μετά θ' ανοίξουν τα μπουμπούκια

θα πρασινίσει κι όλη η γης.

Όμως είναι σπασμένη η ραχοκοκκαλιά σου,

θλιμένε μου , πανέμορφε αιώνα.

Και μ' ένα ασημένιο χαμόγελο

θωρώντας προς τα πίσω προχωρείς

σαν το αυκίνητο θεριό

στ' αχνάρια απ' τις δικές του τις πατούσες.


Αίμα, δημιουργικό αίμα, που χτυπάς

στο λαιμό των εγκόσμιών πραγμάτων

και σφαδάζεις σαν ψάρι

στα ζεστά τ' ακρογιάλια.

Απ' των πουλιών το πέταγμα

στο θανάσιμο τραύμα σου, αιώνα μου,

αδιάφορο τρέχει το αίμα.

1922

.

Μέσα μου κρύβομαι κλειστός,

γύρω μου πλέκομαι κισσός,

τον εαυτό μου ανυψώνω.


Εμένα θέλω και πετώ

στον ίδιο μου τον εαυτό

και τις φτερούγες μου απλώνω.


Αητός, επάνω απ' τα νερά

βλέπω συντρίμμια τη φωλιά

μέσα στην άβυσσο χαμένη.



Και λούζομαι τον κεραυνό

την αστραπή παρακαλώ

το σύννεφο με περιμένει.


1911


Πού να κρυφτώ ετούτο το Γενάρη
Η πόλη παραλόγιασε, γαντζώνει, στο κορμί.
Απ' τις κλειστές τις πόρτες μέθυσα θαρρείς
κι ανάμεσα απ' τις κλειδωνίες μού 'ρχεται να ουρλιάξω.


Οι κρεμασμένες κάλτσες στ' αδιέξοδα γαυγίζουν
και σκεβρώσαν τα μαγαζιά στους δρόμους
και στη γωνιά οι ζήτουλες κρυμμένοι
να μην τους δεις ξεφεύγουν βιαστικά.

Σε παγωμένο λάκκο με νερά
το σπυριασμένο χώνω το κεφάλι,
νεκρόν εισπνέω αγέρα, πνίγομαι,
μαύρα πουλιά πετούν στον πυρετό μου,

κι εγώ τα κυνηγώ και χάνομαι
σα μέσα από βαρέλι να φωνάζω:
"Τον αναγνώστη! Το φίλο! Το γιατρό"
Στη σκάλα την αγκαθερή να κουβεντιάσω.
Γενάρης - Φλεβάρης 1937.

http://sinneforain.blogspot.com/




Όσιπ Μάντελσταμ, Η αυγή του ακμεϊσμού


I.

Παρ’ όλη την συγκίνηση που νιώθουμε μπροστά στα έργα τέχνης, καλό θα ήταν οι κουβέντες για την τέχνη να γίνονται με συγκρατημένο ύφος. Για τον περισσότερο κόσμο το έργο τέχνης είναι ελκυστικό μόνο και μόνο επειδή αντανακλά την κοσμοθεωρία του καλλιτέχνη. Ωστόσο, ενώ η κοσμοθεωρία για έναν καλλιτέχνη – όπως το σφυρί στα χέρια ενός τεχνίτη – είναι και το μέσον και ο τρόπος, το μόνο πραγματικό είναι το ίδιο του το έργο.

Να υπάρχει – ιδού το ύψιστο φιλότιμο του καλλιτέχνη. Δεν θέλει άλλο παράδεισο εκτός από την ύπαρξη, και όταν του μιλάνε για πραγματικότητα, εκείνος περιορίζεται να χαμογελάει πικρά, μια και γνωρίζει μια πραγματικότητα απέραντα πιο πειστική: την τέχνη.

Το θέαμα ενός μαθηματικού που με ευκολία βρίσκει το τετράγωνο κάποιου δεκαψήφιου μας κάνει αρκετή εντύπωση. Όμως πολύ συχνά αγνοούμε πως και ο ποιητής βρίσκει την δέκατη δύναμη ενός φαινομένου, ενώ η σεμνή εμφάνιση ενός έργου τέχνης όχι σπάνια μας ξεγελά όσον αφορά στη φοβερά πυκνή πραγματικότητα που περιέχει.

Αυτή η πραγματικότητα στην ποίηση είναι ο λόγος καθ’ εαυτόν. Αυτή τη στιγμή, για παράδειγμα, αναπτύσσοντας τη σκέψη μου σε όσο δυνατόν πιο ακριβή και καθόλου ποιητική μορφή, χρησιμοποιώ κατ’ ουσίαν σύμβολα και όχι λέξεις. Οι κωφάλαλοι συνεννοούνται άριστα και οι σιδηροδρομικοί σηματοφόροι κάνουν την αρκετά πολύπλοκη δουλειά τους χωρίς τη βοήθεια λέξεων. Έτσι, αν εκλάβουμε το νόημα ως περιεχόμενο, τότε όλα τα υπόλοιπα τα οποία υπάρχουν σε μια λέξη μπορούν να θεωρηθούν ένα απλό μηχανικό συμπλήρωμα, που το μόνο που κάνει είναι να δυσκολεύει την γρήγορη μετάδοση της σκέψης. Σιγά σιγά ένα προς ένα τα συστατικά της λέξης χωρέσανε στην έννοια της μορφής, και μόνο το συνειδητό νόημα, ο Λόγος, μέχρι τώρα λανθασμένα και αυθαίρετα θεωρήθηκε ως περιεχόμενο.
Από αυτή την περιττή τιμή ο Λόγος έχει μόνο χάσει. Ο Λόγος διεκδικεί την ισοτιμία με τα άλλα συστατικά στοιχεία. Ο φουτουριστής, στην αδυναμία του να χειριστεί το συνειδητό νόημα ως δημιουργική ύλη, το πέταξε ελαφρά τη καρδία στη θάλασσα επαναλαμβάνοντας κατ’ ουσίαν το μεγαλύτερο σφάλμα των προκατόχων του.

Για τους ακμεϊστές το συνειδητό νόημα, ο Λόγος, είναι η ίδια η ωραία φόρμα, όπως η μουσική για τους συμβολιστές. Και αν στους φουτουριστές «ο Λόγος καθ’ εαυτόν» ακόμα μπουσουλάει, στον ακμεϊσμό για πρώτη φορά σηκώνεται όρθιος και μπαίνει στη λίθινη εποχή της ύπαρξής του.

II.

Η αιχμή του ακμεϊσμού δεν είναι στιλέτο, δεν είναι κεντρί της ντεκαντάντσιας. Ο ακμεϊσμός, για εκείνους που είναι συνεπαρμένοι από το πνεύμα της δημιουργίας, δεν απαρνείται λιγόψυχα το φορτίο του αλλά το δέχεται χαρούμενα για να ξυπνήσει και να αξιοποιήσει αρχιτεκτονικά τις δυνάμεις που κοιμούνται μέσα του.

Ο αρχιτέκτονας λέει: χτίζω, άρα έχω δίκιο. Η Συνείδηση του δίκιου μας είναι εξαιρετικά πολύτιμη στην ποίηση, και, αφού απαρνηθήκαμε με περιφρόνηση  τα παιδιαρίσματα των φουτουριστών, για τους οποίους δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευχαρίστηση από το να πιάνουν με τη βελόνα του πλεξίματος την κάθε δύσκολη λέξη, εισαγάγαμε την γοτθική μέθοδο στις σχέσεις των λέξεων – όπως την εδραίωσε στη μουσική ο Sebastian Bach.

Ποιος τρελός θα δεχόταν να χτίζει αν δεν πίστευε στην πραγματικότητα του υλικού, την αντίσταση του οποίου θα έπρεπε να υπερνικήσει. Η άμορφη πέτρα κάτω από τα χέρια του αρχιτέκτονα μεταμορφώνεται σε ουσία – και δεν είναι γεννημένος να χτίζει εκείνος για τον οποίον ο ήχος της σμίλης που σπάει την πέτρα δεν είναι απόδειξη μεταφυσική. Ο Βλαντιμίρ Σολοβιέφ αισθανόταν έντονο προφητικό δέος μπροστά στους άσπρους φινλανδικούς ογκόλιθους. Η βουβή ευγλωττία του γρανίτη τον συγκινούσε σαν κακή μαγεία. Όμως η πέτρα του Τιούτσεφ, που «κύλησε από το βουνό κι έμεινε στην κοιλάδα, πεσμένη από μόνη της ή σπρωγμένη από ένα σκεπτόμενο χέρι» είναι ο Λόγος. Η φωνή της ύλης σ’ αυτό το απρόσμενο πέσιμο ακούγεται σαν έναρθρος λόγος. Σ’ αυτήν την πρόκληση μπορείς να απαντήσεις μόνο με την αρχιτεκτονική. Οι ακμεϊστές σηκώνουν με ευλάβεια την μυστήρια πέτρα του Τιούτσεφ και την τοποθετούν στα θεμέλια του οικοδομήματός τους.

Η πέτρα σαν να έχει λαχταρήσει μιαν αλλιώτικη ύπαρξη. Αποκάλυψε από μόνη της την ίσως κρυμμένη μέσα της  ικανότητα της δυναμικής – σαν να ζήτησε να την τοποθετήσουν στο σταυροθόλιο του ναού για να συμμετέχει εκεί στην χαρούμενη αλληλεπίδραση των ομοίων της.

III.

Οι συμβολιστές κάθε άλλο παρά σπιτόγατοι ήταν, τους άρεσε να ταξιδεύουν, όμως δεν ένιωθαν καλά, ένιωθαν άβολα στο κλουβί του οργανισμού τους καθώς και σε εκείνο το παγκόσμιο κλουβί, που έχτισε ο Κάντ με την βοήθεια των κατηγοριών του.

Πρώτος όρος για εκείνους που θέλουν να χτίσουν με επιτυχία είναι ο ειλικρινής σεβασμός στις τρεις διαστάσεις του χώρου. Δεν πρέπει να τις βλέπουν σαν βάρος ή σαν ατυχές γεγονός, αλλά σαν ανάκτορο, δουλεμένο από τον ίδιο τον Θεό. Και πράγματι, τι θα λέγατε για έναν αχάριστο επισκέπτη, που τρώει και πίνει σε ξένο σπίτι, κάνει κατάχρηση της φιλοξενίας του οικοδεσπότη του, ενώ την ίδια στιγμή μέσα στην ψυχή του τον περιφρονεί, λογαριάζοντας συνεχώς πώς να του τη φέρει. Μπορείς να χτίσεις μόνο εν ονόματι των τριών διαστάσεων, διότι είναι ο όρος οποιασδήποτε αρχιτεκτονικής. Να γιατί ο αρχιτέκτονας πρέπει να είναι σπιτόγατος – και οι συμβολιστές ήταν κακοί αρχιτέκτονες. Να χτίζεις – σημαίνει να παλεύεις με το κενό να υπνωτίζεις τον χώρο. Το κακό βέλος του γοτθικού κωδωνοστασίου είναι ταυτόχρονα μοχθηρό, διότι όλη η έγνοια του είναι να τρυπήσει τον ουρανό, να τον μεμφθεί για το κενό του.

IV.

Η ιδιομορφία του ανθρώπου, εκείνο που τον κάνει είδος, είναι κάτι που υπονοείται από μας και ταυτόχρονα χωράει στην πολύ πιο ευρεία έννοια του οργανισμού.

Την αγάπη τους για τον οργανισμό και την οργάνωση οι ακμεϊστές την μοιράζονται με τον Μεσαίωνα και την φυσιολογική ευφυΐα του. Στο κυνήγι της εκλέπτυνσης ο 19ος αιώνας έχασε το μυστικό του αληθινά περίπλοκου. Εκείνο που τον 18ο αιώνα φαινόταν σαν λογική εξέλιξη της έννοιας του οργανισμού – ο γοτθικός ναός -, σήμερα ενεργεί αισθητικά σαν κάτι το τρομερό – η Notre Dame -, ενώ είναι πράγματι γιορτή της φυσιολογίας, η διονυσιακή της κραιπάλη. Δεν θέλουμε πια να διασκεδάζουμε με την βόλτα «στο δάσος των συμβολιστών» μια και έχουμε δάσος πιο παρθένο και πιο πυκνό: την θεία φυσιολογία, την απέραντη περιπλοκή του σκοτεινού μας οργανισμού.

Ο Μεσαίωνας ορίζοντας με τον δικό του τρόπο το ειδικό βάρος του ανθρώπου, το αναγνώρισε και το αισθανόταν για τον καθένα άσχετα από την αξία του. Ο τίτλος του «μαιτρ» εχρησιμοποιείτο πολύ πρόθυμα και χωρίς πολλές σκέψεις. Ο πιο ταπεινός βιοτέχνης, ο τελευταίος γραφιάς είχε το μυστικό της σπουδαιότητας, της ευλαβούς αξιοπρέπειας – τόσο χαρακτηριστικής γι’αυτή την εποχή. Ναι, η Ευρώπη πέρασε από το λαβύρινθο μιας διάφανης, εκλεπτυσμένης κουλτούρας, όταν την αφηρημένη ύπαρξη, την χωρίς πολλές περιπλοκές ιδιωτική ζωή, την εκτιμούσαν ως άθλο. Από κει και η αριστοκρατική οικειότητα που έδενε όλους τους ανθρώπους, τόσο αντίθετη με το πνεύμα της «ισότητας και αδελφότητας» της Μεγάλης Επανάστασης. Δεν υπήρχε ισότητα, δεν υπήρχε ανταγωνισμός, υπήρχε η συνωμοσία εκείνων που υπήρχαν εναντίον του κενού και της ανυπαρξίας.

Να αγαπάτε την ύπαρξη του αντικειμένου πάνω από το ίδιο το αντικείμενο, και την ύπαρξή σας πάνω από τον εαυτό σας – να η ύστατη εντολή του ακμεϊσμού.

V.

Α=Α : Τι ωραίο ποιητικό θέμα! Τον συμβολισμό βάραινε και βασάνιζε ο νόμος της ταυτότητας, ο ακμεϊσμός τον κάνει σύνθημά του και τον προτείνει αντί για το αμφίβολο a realibus ad realiora.

Η ικανότητα να εκπλήσσεται – είναι η μεγαλύτερη αρετή του ποιητή. Μα τότε πως μπορεί να μην εκπλήσσεται μπροστά στον ποιο καρποφόρο απ’ όλους τους νόμους – το νόμο της ταυτότητας; Όποιος συγκινείται ευλαβικά μπροστά του – είναι αναμφίβολα ποιητής. Έτσι, αναγνωρίζοντας την κυριαρχία του νόμου της ταυτότητας, η ποίηση έχει στην ισόβια κατοχή της όλα τα υπάρχοντα αντικείμενα χωρίς όρους και περιορισμούς. Η λογική είναι το βασίλειο του απροσδόκητου. Το να σκέφτεσαι λογικά σημαίνει να εκπλήσσεσαι διαρκώς. Αγαπήσαμε την μουσική των αποδείξεων. Η λογική σχέση για μας δεν είναι το τραγουδάκι «δυο πουλάκια κάθονται», αλλά συμφωνία με αρμόνιο και χορωδία, τόσο δύσκολη και εμπνευσμένη που ο διευθυντής της ορχήστρας αναγκάζεται να εντείνει όλες τις ικανότητές του για να εξουσιάζει τους μουσικούς του.

Πόσο πειστική είναι η μουσική του Bach! Τι δύναμη των αποδείξεων! Να αποδεικνύεις και να αποδεικνύεις χωρίς τελειωμό: στην τέχνη το να αποδέχεσαι κάτι καλή τη πίστει είναι ανάξιο του καλλιτέχνη, ανάλαφρο και βαρετό… Δεν πετάμε, ανεβαίνουμε μονάχα σ’ εκείνους τους πύργους που μπορούμε να χτίσουμε.

VI.

Ο Μεσαίωνας μας είναι  πολύτιμος, διότι είχε σε μεγάλο βαθμό την αίσθηση των πλευρών και των χωρισμάτων. Ποτέ του δεν μπέρδευε διαφορετικές οπτικές γωνίες και το επέκεινα το αντιμετώπιζε με μεγάλη επιφυλακτικότητα. Το ευγενικό κράμα της λογικής και του μυστηρίου και η αίσθηση του κόσμου ως ζωντανής ισορροπίας μας ενώνει μ’ αυτήν την εποχή και μας παρακινεί ν’ αντλούμε δυνάμεις απ’ τα έργα που γεννήθηκαν στο ρωμανικό έδαφος γύρω στα 1200.

Ας αποδεικνύουμε το δίκαιό μας έτσι ώστε ως απάντηση να συνταράσσεται ολόκληρη η αλυσίδα των αιτιών και αιτιατών από το άλφα ως το ωμέγα, ας μάθουμε να κουβαλάμε «πιο ελαφρά και ελεύθερα τα κινητά δεσμά της ύπαρξης».

Μετάφραση: Ευγενία Κριτσέφτσκαγια




О́сип Мандельшта́м (Οσίπ Μαντελστάμ)
Ερανίσματα από την ποίησή του
Του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη   




Μία από τις πλέον τραγικές μα και συνάμα λυρικές μορφές της ρωσικής ποίησης των αρχών του 20ού αιώνα ήταν ο Οσίπ Εμιλιέβιτς Μαντελστάμ.

Γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1891 στη Βαρσοβία, αλλά την παιδική του ηλικία και τα πρώτα χρόνια της νεότητάς του τα πέρασε στην Πετρούπολη, όπου ζούσε η οικογένειά του και στο Πετροπάβλοσκ, όπου πήγαιναν διακοπές τα καλοκαίρια.

Ο πατέρας του ήταν ένας Εβραίος αυτοδίδακτος μικροαστός κύριο χαρακτηριστικό της ζωής του οποίου ήταν οι συνεχείς αποτυχημένες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Εκτός απ' αυτό, εκείνο που τον χαρακτήριζε ήταν η κακή γνώση και χρήση τόσο της ρωσικής όσο και της γερμανικής γλώσσας. Απεναντίας, η μητέρα του ήταν μια καλλιεργημένη γυναίκα που προσπαθούσε να μεταδώσει στον γιο της την αγάπη για τη λογοτεχνία.

Ο πατέρας του τον προόριζε για ραβίνο και για τον λόγο αυτό του απαγόρευε να διαβάζει «κοσμικά» βιβλία, γι' αυτό και ο Οσίπ σε ηλικία 14 ετών έφυγε από το σπίτι και κατέληξε στην ανώτατη ιερατική σχολή ταλμουδικών σπουδών στο Βερολίνο. Αντί όμως να μελετάει το ιερό βιβλίο των ομοφύλων του, προτιμούσε να ασχολείται με τα κείμενα του Σίλερ και των άλλων Γερμανών φιλοσόφων του 18ου αιώνα.

Οσον αφορά τα βιογραφικά στοιχεία του Οσίπ Μαντελστάμ που αναφέρονται στην προεπαναστατική Ρωσία ότι διαθέτει σήμερα ο ερευνητής είναι ελάχιστα και συνήθως θησαυρίζονται είτε στο αυτοβιογραφικό του δοκίμιο «Ο θόρυβος του Χρόνου», είτε στις αναμνήσεις ανθρώπων του περιβάλλοντός του.

Συνεχείς αλλαγές του τόπου διαμονής, προφανώς εξαιτίας των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε ο πατέρας του αλλά και η φοίτηση στην ανώτατη εμπορική σχολή, ένα από τα πλέον προοδευτικά εκπαιδευτική ιδρύματα της εποχής εκείνης, είναι μερικές από τις εικόνες που έχουμε για τον Μαντελστάμ. Το 1907 φεύγει για το Παρίσι λόγω της γοητείας που ασκούσαν πάνω του οι Γάλλοι συμβολιστές. Το 1910 θα φοιτήσει για δύο εξάμηνα στο Πανεπιστήμιο της Χαϊλδεβέργης, ενώ το 1911 θα αρχίσουν οι σπουδές του στο τμήμα της Ρωμανογερμανικής Γλώσσας της Ιστορικής και Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Πετρούπολης. Σπουδές τις οποίες δεν θα ολοκληρώσει, παρ' όλο που διάφορες μαρτυρίες επιβεβαιώνουν αυτό που θα φανεί αργότερα περίτρανα στη τέχνη του, τη γοητεία που ασκούσε πάνω του η ελληνική γλώσσα και ιστορία.

Τα πρώτα του ποιήματα τα έγραψε το 1908 και είναι συνδεδεμένα με την κυκλοφορία του περιοδικού «Απόλλων», στα τέλη του 1909. Την περίοδο αυτή γνωρίστηκε με τον Ν. Σ. Γκουμιλιόφ, μια φιλία που κράτησε μέχρι τον θάνατό του. Ταυτόχρονα εισέρχεται στον κύκλο του ποιητή Βιατσεσλάβ Ιβανόφ, στον οποίο είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση το πάθος του νεαρού Οσίπ. Το 1913 κυκλοφορεί ιδίοις αναλώμασι η πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Λίθος» από τον εκδοτικό οίκο «Ακμή». Με την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ο Μαντελστάμ γράφει μερικά ποιήματα επηρεασμένος από την πρωτόγνωρη φρίκη των πολεμικών συγκρούσεων. Το 1916 βρίσκεται για ένα χρονικό διάστημα στην Κριμαία, όπου γράφει ένα από τα καλύτερά του ποιήματα, το Tristia.

Ελάχιστα γνωρίζουμε για τη ζωή του Μαντελστάμ τα πρώτα μεταεπαναστατικά χρόνια. Μοναδικές μαρτυρίες τα άρθρα του σε αντικομμουνιστικές εφημερίδες και φυλλάδια μεταξύ 1917-1918. Την επόμενη χρονιά πηγαίνει από το Κίεβο στην Κριμαία με τα στρατεύματα των λευκών υπό τον στρατηγό Βράνγκελ, ενώ το 1920 καταφεύγει στη Γεωργία προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψή του από τους Κόκκινους. Από εκεί για ένα διάστημα βρίσκεται στη Μόσχα αλλά και στην Πετρούπολη, δίχως όμως να έχουμε σαφείς ενδείξεις για τον ακριβή χρόνο, παρά μόνο τις δικές του σημειώσεις στα ποιήματά του.

Το 1920 εγκαθίσταται στην Πετρούπολη. Το 1922 κυκλοφορεί η ποιητική του συλλογή «Tristia» με τον υπότιτλο «Πετρούπολη-Βερολίνο». Προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζειν κάνει μεταφράσεις από τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά. Την ίδια χρονιά, το 1922, παντρεύεται στη Ναντιέζντα Γιάκοβλεβνα Ζαζίνα, αδελφή του ποιητή Ευγένιου Χαζίνα.

Το 1925 κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ο θόρυβος του Χρόνου». Το 1928 κάνει την εμφάνισή της η πρώτη αναδρομική συλλογή έργων του, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφορεί και η συλλογή δοκιμίων του με τον γενικό τίτλο «Περί ποιήσεως». Μετά από τη χρονιά αυτή ο Οσίπ Μαντελστάμ δεν εκδίδει τίποτε.

Από τα τέλη της δεκαετίας του '20 και μετά ο Μαντελστάμ αρχίζει, μαζί με άλλους, να βιώνει τη σκληρότητα του νέου καθεστώτος. Πλήθος λογοτεχνών της εποχής του στρέφεται, καθ' υπόδειξη της κομματικής ιεραρχίας, εναντίον του. Πολλοί διακόπτουν κάθε επαφή μαζί του. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις δημόσιων προπηλακισμών.

Το 1934 ο Μαντελστάμ συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι είχε γράψει επικριτικούς στίχους και επιγράμματα κατά του Στάλιν και καταδικάζεται σε φυλάκιση τριών ετών στο στρατόπεδο Τσερντίν. Εκεί κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας πέφτοντας από το παράθυρο του νοσοκομείου. Από εκεί, σε χρόνο άγνωστο σε μας, μεταφέρεται στο Βαρόνεζ. Εικάζουμε όμως ότι πρόκειται για το 1935. Στοιχεία για τον βίο του ποιητή κατά τη διάρκεια αυτής της τριετούς εξορίας δεν υπάρχουν.

Για δεύτερη φορά συλλαμβάνεται στις 2 Μαΐου 1938 και εξορίζεται στο Μαγκαντάν, στην ανατολική Σιβηρία. Κατά τη διάρκεια της μεταγωγής του εκεί, τα όργανα της Κα.Γκε.Μπε. τού δημιουργούν τις υπόνοιες ότι θέλουν να τον δηλητηριάσουν. Φτάνοντας στο στρατόπεδο συγκέντρωσης αρχίζει και κλέβει το φαγητό των συγκρατούμενων του, οι οποίοι τον χτυπούν, τον χλευάζουν και τον αναγκάζουν, εν τέλει, να τρέφεται με σκουπίδια και να ζει έξω από τα παραπήγματα στο τρομερό σιβηριανό κρύο. Μετατρέπεται σε μια εξαθλιωμένη φιγούρα και παρά τις φροντίδες κάποιων εξόριστων γιατρών ο θάνατος τον βρίσκει στο Βλαδιβοστόκ στις 27 Δεκεμβρίου του 1938.

Τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου δεν τις γνωρίζουμε και προφανώς δεν θα τις μάθουμε ποτέ. Γνωρίζουμε όμως τις συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή εκείνη για κάθε ελεύθερο πνεύμα. Γνωρίζουμε τις θηριωδίες που διαπράχθηκαν στο όνομα ενός καλύτερου μέλλοντος για τον άνθρωπο. Γνωρίζουμε το συλλογικό έγκλημα που έγινε στο όνομα του ανθρωπισμού. Η ζωή και το έργο του Οσίπ Μαντελστάμ δεν θα μας αφήσουν ποτέ να τα λησμονήσουμε.







*

Τίποτα δε 'ναι πιο γλυκό
Από το πρόσωπό σου,
Κατάλευκο και ξέξασπρο
Το χέρι σου είναι,
Κι εσύ από τον κόσμο
φεύγεις μακριά
Κι ύπαρξή σου ολάκερη
Γέννημα  μοίρας είναι.

Της μοίρας
Είν' η θλίψη σου
Και τα ζεστά σου χέρια,
Η ήρεμη φωνή
Των θαρραλέων λόγων σου,
Και των ματιών σου
Το μακρινό το βάθος



Silentium

Αυτή δεν έχει ακόμη γεννηθεί,
Αυτή, είναι η μουσική κι ο λόγος
Είναι ο ακατάλυτος δεσμός
Ολάκερης της πλάσης

Του στήθους ήρεμα αναπνέουν τα πελάγη
Και σαν η μέρα φωτίστηκε καλά
Κλαδιά μιας πασχαλιάς χλωμής
Μέσ' το γαλάζιο βάζο είναι.

Τη δύναμη τα χείλη μου θα βρουν
Τον πρώτο δισταγμό να ξεπεράσουν
Νερό κρυστάλλινο να πιουν
Γιατί αυτό, αγνό γεννήθηκε στον κόσμο!

Ακίνητη στάσου Αφροδίτη
Στη μουσική επέστρεψε τον λόγο,
Των άλλων τις καρδιές να λυπηθείς
Με την αρχέγονη ζωή ενώσου!


*

Ισως να σου 'μαι άχρηστος,
Νύχτα - από τα βάθη του ωκεανού
Σαν όστρακο δίχως μαργαριτάρι
Ξεβράστηκα στην ακτή σου.

Κάνεις τα κύματα αδιάφορα ν' αφρίζουν
Κι αδιάλλακτα τραγουδάς -
Μα θ' αγαπήσεις κάποτε και τότε θα εκτιμήσεις
Τ' άχρηστο ψέμα αυτού του κογχυλιού.

Στην άμμο δίπλα της ξαπλώνεις
Φοράς τ' άμφια τα δικά της,
Μαζί της δένεσαι για πάντα
Μεγάλη της αποθαλασσιάς καμπάνα

Και οι λεπτοί του κογχυλιού οι τοίχοι,
Σαν έρημο σπίτι πλημμυρίζουν
Απ' τους ψιθύρους του αφρού,
Τ' αγέρα, της βροχής και της ομίχλης...



*

Μισώ των ομοιόμορφων
Αστεριών το φως.
Παραλήρημα - παλιέ μου γνώριμε,
Σε χαιρετώ από το ύψος της πολεμίστρας.

Γύρω μου πέτρες μοναχά
Και της αράχνης το λημέρι.
Αδειος ουρανός το στήθος μου,
Που μια λεπτή βελόνα το χαράζει.

Θε' να 'ρθει κι η δική μου η σειρά
Τ' άνοιγμα των φτερούγων δοκιμάζω.
Λοιπόν - σα βέλος ζωντανό
Η σκέψη δεν ξέρει πού να πάει

Ο χρόνος και ο δρόμος μου σα θα σωθούν
Θα επιστρέψω ξέρω:
Είτε εκεί όπου δεν μπόρεσα ν' αγαπήσω
Είτε εκεί όπου φοβάμαι ν' αγαπήσω



Η Αμερικάνα

Αμερικάνα, είκοσι χρονών,
Στην Αίγυπτο να φτάσει θέλει,
Του «Τιτανικού» το πάθημα λησμόνησε,
Οτι ο ύπνος στο βυθό πιο σκοτεινός κι από τάφο είναι.

Σειρήνες της Αμερικής ηχούν
Κόκκινων ουρανοξυστών, σάλπιγγες αντιλαλούν.
Σύννεφα ψυχρά σκεπάζουν
Τα καπνισμένα χείλη σου.

Σα λεύκα λυγερή τ' ωκεανού η κόρη
Στο Λούβρο στέκεται -
Πετώντας από την Ακρόπολη ένας σκίουρος
Ερχεται το κατάλευκο μάρμαρο να κομματιάσει

Τον «Φάουστ» στο βαγόνι ξεφυλλίζει
Μα δεν καταλαβαίνει τι διαβάζει
Η θλίψη την ψυχή της πλημμυρίζει
Που ο εραστής της το θρόνο του θρηνεί.



Αχμάτοβα

Γύρισες ω θλίψη
και τους αδιάφορους κοίταξες,
Πέτρωσες, πέφτοντας από τους ώμους
Ψευτο-κλασική εσάρπα.

Ψυχή κακιασμένη -μεθύσι πικρό-
Και να η ψυχή τα σωθικά της ξύνει.
Ετσι, κάποτε στεκόταν,
Η ανήμπορη Φαίδρα στο Ρασέλ.



*

Δίπλα στη φλόγα του κεριού
Γλυκά αναλογιέσαι
Την πρωτόγνωρη αυτή ελευθερία.

- Μαζί μου να 'σαι από την αρχή,

Η πίστη μέσ' τη νυχτιά θρηνούσε.

- Το στέμμα μου στεφάνι
Στο κεφάλι σου θα βάλω
Και με αγάπη η λεφτεριά
Θα σου υποταχθεί
Σα να 'σουν νόμος.

Ο νόμος με εδίκασε
Ελεύθερος να είμαι
Τούτο το στέμμα τ' αλαφρύ
Ποτέ μου να μην βγάλω

Στο διάστημα χαμένοι
Σε θάνατο δικασμένοι
Την πίστη και την όμορφη αιωνιότητα
Για πάντα θα πενθούμε.




Tristia

Του χωρισμού την επιστήμη σπούδασα
Στα αλλοπαρμένα της νύχτας τα παράπονα
Τα βόδια αργοσαλεύουν  κι αναμονή μακραίνει
Την ύστατη ώρα των νυχτεριτών της πόλης
Τιμώ την τελετή του πετεινού της νύχτας
Την στιγμή που το βάρος της θλίψης ένιωσα
Με μάτια δακρυσμένα κοίταξα μακριά.

Ποιος άραγε μπορεί να πει η λέξη χωρισμός τι να σημαίνει
Ποιος αποχωρισμός μας περιμένει
Ποιες υποσχέσεις κρύβει του πετεινού η κραυγή
Την ώρα που στην ακρόπολη η φωτιά ανάβει
Και στην αυγή μιας νέας ζωής
Oταν το βόδι τραβάει την άμαξα και μασουλάει βαριεστημένα
Γιατί ο πετεινός, αυτός της νέας ζωής ο κήρυκας
Ανεβασμένος στα τείχη της πόλης
Χτυπά τις φτερούγες του;

Μ' αρέσουν οι συνηθισμένες αγκράφες:
Ανεβοκατεβαίνει η σαΐτα, βουίζει το αδράχτι
Κοίτα, του κύκνου ένα φτερό να μας προϋπαντήσει έρχεται
Και η ξυπόλητη Ντέλια ήδη πετάει!
Ω, η ζωή μας έγινε και πάλι πληκτική
Η γλώσσα μας χαρά δεν ξέρει
Oλα είναι παλιά μα επαναλαμβάνονται ξανά
Πόσο γλυκιά είν' η στιγμή την ώρα που τη νοσταλγώ.

Ας γίνει κι έτσι: φιγούρα διάφανη
Ξαπλωμένη σε πιάτο καθαρό
Σα γούνα σκίουρου
Σκυμμένη η κόρη πάνω απ' το κερί κοιτά απορημένη
Εμείς δεν θα μαντέψουμε το Ερεβος των Ελλήνων
Αυτό που για τους άντρες είν' χαλκός
Κερί για τις γυναίκες είναι
Για μας στις μάχες πέφτει ο κλήρος
Ενώ αυτές μαντεύοντας πεθαίνουν.



*

Πάρε από την παλάμη χαρά να βρεις
Μια στάλα ήλιο και λίγο μέλι
Ετσι όπως μας πρόσταξε της Περσεφόνης το μελίσσι

Τη σάπια βάρκα μην ξεδένεις
Το δέρμα, που φοράει σκιές μην τ' ακούς,
Τον τρόμο μιας ζωής φοβισμένης να μην κατανικάς.

Το μόνο που απέμεινε είν' τα φιλιά
Σα χνουδωτό μικρό μελίσσι
Το δρόμο χάνει της επιστροφής από την κυψέλη σαν απομακρυνθεί

Θροΐζουν στις διάφανες της νύχτας λόχμες
Πατρίδα τους, το πυκνόφυτο δάσος
Τροφή τους, ο χρόνος, η πουλμοναρία και η μέντα

Πάρτο κι ας είν' πρωτόγονο το Δώρο μου αυτό
Χαρά για να βρεις
Το δύσμορφο στεγνό γιορντάνι
Που μέλισσες νεκρές τον ήλιο μέλι 'κάναν.



*

Αφού τα χέρια σου δεν μπόρεσα κοντά μου να κρατήσω
Και πρόδωσα τα τρυφερά σου χείλη, τ' αλμυρά
Στα ερείπια της ακρόπολης την αυγή θα προσμένω.
Πόσο μισώ την κλαίουσσα ξυλεία την αρχαία.

Ανδρες Αχαιοί μεσ' το σκοτάδι τ' άλογα ετοιμάζουν
Πριόνια οδοντωτά τα τείχη ροκανίζουν με μανία
Του αίματος η ταραχή δε λέει να κοπάσει
μηδ' όνομα έχεις, μηδέ ήχο, μηδέ μάσκα.

Τι θράσος να μπορέσω να σκεφτώ ότι θα επιστρέψεις!
Γιατί νωρίς απομακρύνθηκα από σένα!
Το λυκαυγές δεν φάνηκε κι ο πετεινός δε λάλησε ακόμη
Πάνω στον ξύλινο κορμό δεν έπεσε τσεκούρι.

Σα δάκρυ διάφανο πάνω στα τείχη το ρετσίνι φάνηκε
Η πόλη νιώθει τα ξύλινα πλευρά της
Το αίμα πλημμύρισε τις σκάλες και στο κατώφλι βγήκε
Και μια μορφή απατηλή οι άντρες απόψε ονειρευτήκαν.

Γλυκιά μου Τροία πού 'σαι; Πού 'ν το παλάτι και το σπίτι των παρθένων;
Του αψηλού του Πρίαμου η φωλιά θε' να καταστραφεί
Τα βέλη σα στεγνή ξύλινη βροχή πέφτουν
Κι άλλα βέλη φυτρώνουν στη γη σα στάχυα.

Το τελευταίο αστέρι μάταια σβήνει τον νυγμό
Και γκρίζο χελιδόνι χτυπά το παραθύρι το πρωί,
Αργόσυρτη η μέρα, σα βόδι που στ' άχυρα ξυπνά
Στις θημωνιές τις φουντωτές τεντώνεται από τον ύπνο.



*

Να σε υπηρετήσω επιθυμώ
Από κοινού με άλλους,
Μάγια να κάνω
Με ξεραμένα από τη ζήλια χείλη.
Οι λέξεις να δροσίσουν
Δεν μπορούν τα διψασμένα χείλη.
Πυκνός αγέρας γύρω μου
Μα εγώ μονάχος είμαι.
Εσύ, για άλλη μια φορά
Εδώ δεν είσαι.

Δεν σε ζηλεύω πια
Μα σε ποθώ.
Θυσία στον δήμιο
Τον εαυτό μου κάνω
Ούτε χαρά είσαι πια
Ούτε έρωτας για μένα.
Το αίμα πάγωσε
Σαν άγριο θηρίο.

Κάποια στιγμή
Θε' να σου πω
Πως βάσανα αντί χαράς
Μου δίνεις.

Το βυσσινί του, τρυφερό
Το στόμα, με τραβά
Σα να 'μαι εγκληματίας.

Γύρνα σε μένα
Δίχως εσένα δεν μπορώ.
Πιο δυνατός από ποτέ
Ολα τα θέλω τώρα.
Δεν σε ζηλεύω πια
Μα σε ποθώ.



Αιώνας

Αιώνα μου
Θηρίο μου
Στα μάτια ποιος μπορεί
Να σε κοιτάξει
Και με το αίμα του να δέσει
Των δυο αιώνων σπόνδυλους;
Το αίμα - τέκτονας αναβλύζει
Από των γήινων πραγμάτων τον λαιμό
Κι ο ρόγχος το σπαρτάρισμα αρχίζει
Στο κατώφλι των νέων ημερών.

Από τη ζωή αρπάζεται η πλάση
Τη ραχοκοκκαλιά θα πρέπει να μεταφέρει
Και κάτι το αόρατο παίζει
Με τον κυματισμό των σπονδύλων.
Σα γλυκό τράγανο παιδιού -
Ο αιώνας της παιδικής χώρας
Θυσία και πάλι σαν αμνός
Στο βρέγμα γίνεται της ζωής.

Από τη σκλαβιά για να βγει ο αιώνας
Κι ο νέος κόσμος να προβάλει
Του γόνατου οι ροζιασμένες μέρες
Με φλάουτο ας τυλιχθούν.
Είν' ο αιώνας που το κύμα καν' ν' αφρίζει
Με την ανθρώπινη τη θλίψη
Η Εχίδνα αναπνέει στο χορτάρι
Το μέτρο του αιώνα του χρυσού.

Πάνω π' ανθίζουν τα μπουμπούκια
Πετάγεται το βλαστάρι τρυφερό
Είν' όμως τσακισμένη η ραχοκοκκαλιά σου
Γλυκιέ, θλιμμένε μου αιώνα.
Μ' αμήχανο χαμόγελο
Κοιτάζεις προς τα πίσω, σκληρός κι αδύναμος
Σαν ένα ευλύγιστο θεριό,
Στα ίχνη π' άφησαν τα χέρια τα δικά σου.



*

Να μην μιλήσεις σε κανένα
Για όλα αυτά που είδες,
Για το πουλί, για τη γριά
Τη φυλακή ή ό,τι άλλο

Μόλις, σα ξημερώσει,
Τα χείλη θα σφραγίσεις
Η πρωινή δροσιά σα ρίγος
Απ' το κορμί σου θα διαβεί

Θα θυμηθεί στην εξοχή τη σφήκα
Την κασετίνα σου την παιδική
Ή μεσ' το δάσος το μυρτίλι
Που δεν το μάζεψες ποτέ



*

Τυφλίδα
Χάθηκα μεσ' τον ουρανό...
Δεν ξέρω τι να κάνω;
Εκείνος που γνωρίζει
Απάντηση ας δώσει.
Πιο εύκολο όμως θα 'ταν
Του Δάντη τους εννιά
Δίσκους αθλητικούς να σημάνει.

Στον ύπνο μου βλέπω τη ζωή
Μην με χωρίζετε απ' αυτήν.
Ο θάνατος μαζί με χάδια πάει
Στα μάτια, στις κόρες και στ' αυτιά
Η θλίψη της Φλωρεντίας θα χτυπάει.

Στο ουίσκι μην μου βάζετε
Δάφνη ηδύποτη να πιω -
Μόλις ο ήχος γαλανός σημάνει
Κάλλιο να ξεριζώσετε την καρδιά μου.

Και σαν πεθάνω, έχοντας
Τους ζωντανούς υπηρετήσει
Ας ακουστεί ψηλά, πλατιά, στον ουρανό,
Φίλε συνοδοιπόρε,
Στο στήθος μου το κάλεσμα του.



*

Ω, πώς θα ήθελα -
Δίχως κανείς να καταλάβει -
Ν' ακολουθήσω την αχτίδα
Να πάω εκεί όπου δεν είμαι.

Εσύ να ακτινοβολείς -
Η ευτυχία μου θα 'ναι
Στ' άστρα να δείχνεις
Φως τι θα πει.

Σε ποθώ
Να ψιθυρίσω θέλω
Στην αχτίδα
Εσένα θέλω, σε ποθώ.

Εκείνος είναι μόνο αχτίδα
Εκείνος είναι μόνο φως
Να ψιθυρίζει ξέρει μόνο
και να ζεσταίνει με αυτό.



ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://en.wikipedia.org/wiki/Osip_Mandelstam




Τα λόγια μου φύλαξε για πάντα



Τα λόγια μου φύλαξε για πάντα σαν γεύση δυστυχίας και καπνού,
Για την πίσσα της κυκλικής υπομονής, για το έντιμο κατράμι της δουλειάς . . .
Σα το νερό των πηγαδιών του Νόβγκοροντ που πρέπει να ‘ναι μαύρο και γλυφό,
Ώστε τα Χριστούγεννα να καθρεφτίζονται οι επτά θαλασσοπόροι τ’ αστεριού.

Και για τον πατέρα μου, τον φίλο μου και τον βοηθό μου τον τραχύ,
Εγώ – ο νόθος αδελφός, ο απόκληρος της οικογένειας του λαού –
Υπόσχομαι να φτιάξω τέτοιες πυκνές ξυλωσιές,
Ώστε σ’ αυτές, οι βρωμοτάταροι τους πρίγκιπες να κρεμούν.

Μόνο να μ’ αγαπήσουνε τούτα τα βρωμερά ικριώματα,
Όπως, στοχεύοντας τον θάνατο, οι πόλεις τα μπήγουνε στους κήπους -
Εγώ γι’ αυτό, όλη μου τη ζωή θα ζήσω, φορώντας την πράσινη πουκαμίσα
Και για τον απαγχονισμό του Πέτρου στο δάσος τσεκούρι να βρω.

3 Μαΐου 1931

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©



Osip Mandelstam
From Wikipedia, the free encyclopedia
Osip Emilyevich Mandelstam  (Russian: О́сип Эми́льевич Мандельшта́м) (January 15 [O.S. January 3] 1891 – December 27, 1938) was a Russian poet and essayist who lived in Russia during and after its revolution and the rise of the Soviet Union. He was one of the foremost members of the Acmeist school of poets. He was arrested by Joseph Stalin's government during the repression of the 1930s and sent into internal exile with his wifeNadezhda. Given a reprieve of sorts, they moved to Voronezh in southwestern Russia. In 1938 Mandelstam was arrested again and sentenced to a camp in Siberia. He died that year at a transit camp.

Life and work

Mandelstam was born in Warsaw (then part of the Russian Empire) to a wealthy Polish Jewish family. His father, a leather merchant by trade, was able to receive a dispensation freeing the family from the pale of settlement and, soon after Osip's birth, they moved to Saint Petersburg. In 1900, Mandelstam entered the prestigiousTenishevsky School. The writer Vladimir Nabokov and other significant figures of Russian and Soviet culture have been among its alumni. His first poems were printed in 1907 in the school's almanac.
In April 1908, Mandelstam decided to enter the Sorbonne in Paris to study literature and philosophy, but he left the following year to attend the University of Heidelberg in Germany. In 1911, to continue his education at the University of Saint Petersburg, from which Jews were excluded, he converted to Methodism and entered the university the same year.[1] He did not complete a formal degree.[2]
Mandelstam's poetry, acutely populist in spirit after the first Russian revolution in 1905, became closely associated with symbolist imagery. In 1911, he and several other young Russian poets formed the "Poets' Guild" (Russian: Цех Поэтов, Tsekh Poetov), under the formal leadership of Nikolai Gumilyov and Sergei Gorodetsky. The nucleus of this group became known as Acmeists. Mandelstam wrote the manifesto for the new movement: The Morning Of Acmeism (1913, published in 1919).[3] In 1913 he published his first collection of poems, The Stone (Russian: Камень, Kamyen); it was reissued in 1916 under the same title, but with additional poems included.

Marriage and family

Mandelstam was said to have had an affair with the poet Anna Akhmatova. She insisted throughout her life that their relationship had always been a very deep friendship, rather than a sexual affair.[4] In 1922, Mandelstam married Nadezhda Khazina in KievUkraine, where she lived with her family.[5] He continued to be attracted to other women, sometimes seriously. Their marriage was threatened by his falling in love with other women, notably Olga Vaksel in 1924-25 and Mariya Petrovykh in 1933-34.[6]

Career

In 1922, Mandelstam and Nadezhda moved to Moscow. At this time, his second book of poems, Tristia, was published in Berlin. For several years after that, he almost completely abandoned poetry, concentrating on essays, literary criticism, memoirs (The Noise Of Time, Russian: Шум времени, Shum vremeni; Феодосия, Feodosiya - both 1925; Noise of Time (1993 in English) and small-format prose (The Egyptian Stamp, Russian: Египетская марка, Yegipetskaya marka - 1928). As a day job, he translated literature into Russian (19 books in 6 years), then worked as a correspondent for the newspaper.

Mandelstam's non-conformist, anti-establishment tendencies were not heavily disguised. He opposed the increasingly totalitarian government under Joseph Stalin. In the autumn of 1933, he composed the poem "Stalin Epigram", which he read at a number of small gatherings in Moscow. The poem was a sharp criticism of the "Kremlin highlander" (or, in some translations, the "Kremlin mountaineer".) It was likely inspired by Mandelstam's having seen the effects of the Great Famine that year, during his vacation in the Crimea. This was the result of Stalin's collectivisation in the USSR and his drive to exterminate the "kulaks".
Six months later, Mandelstam was arrested. But, after the customary pro forma inquest, he was sentenced not to death or the Gulag, but to exile in Cherdynin the Northern Ural with his wife. It was considered nearly a miraculous event, usually explained by historians as owing to Stalin's personal interest in the poet's fate. After he attempted suicide, and following an intercession by Nikolai Bukharin, the sentence was lessened to banishment from the largest cities.[7] Otherwise allowed to choose his new place of residence, Mandelstam and his wife chose Voronezh.

This proved a temporary reprieve. In the next years, Mandelstam wrote a collection of poems known as the Voronezh Notebooks, which included the cycleVerses on the Unknown Soldier. He also wrote several poems that seemed to glorify Stalin (including "Ode To Stalin"). However, in 1937, at the outset of theGreat Purge, the literary establishment began to attack him in print, first locally, and soon after from Moscow, accusing him of harbouring anti-Soviet views. Early the following year, Mandelstam and his wife received a government voucher for a vacation not far from Moscow;[citation needed] upon their arrival in May 1938, he was arrested on the 5th May (ref. camp document of 12. October 1938, signed by Mandelstam) and charged with "counter-revolutionary activities". Four months later, 2 August 1938,[8] Mandelstam was sentenced to five years in correction camps. He arrived at the Vtoraya Rechka (Second River) transit camp near Vladivostok in Russia's Far East and managed to get a note out to his wife asking for warm clothes; he never received them. The official cause of his death is an unspecified illness.
Mandelstam's own prophecy was fulfilled: "Only in Russia is poetry respected, it gets people killed. Is there anywhere else where poetry is so common a motive for murder?" Nadezhda Mandelstam wrote memoirs about her life with her husband and the times in Hope against Hope (1970) [9] and Hope Abandoned [10] She also managed to preserve a significant part of Mandelstam's unpublished work.[7]
In 1956, during the Khrushchev thaw, Osip Mandelstam was rehabilitated and declared exonerated from the charges brought against him in 1938. On October 28, 1987, during the administration of Mikhail Gorbachev, Mandelstam was exonerated from the 1934 charges as well and thus fully rehabilitated.[11]1977, a minor planet 3461 Mandelshtam, discovered by Soviet astronomer Nikolai Stepanovich Chernykh, was named after him.[12]


Selected poetry and prose collections

1913 Kamen (Stone)
1922 Tristia
1923 Vtoraia kniga (Book Two)
1925 Shum vremeni (The Din Of Time) Prose
1928 Stikhotvoreniya 1921–1925 (Poems 1921-1925)
1928 Stikhotvoreniya (Poems)
1928 O poesii (On Poetry)
1928 Egipetskaya marka (The Egyptian Stamp)
1930 Chetvertaya proza, (The Fourth Prose). Not published in Russia until 1989
1930-34 Moskovskiye tetradi (Moscow Notebooks)
1933 Puteshestviye v Armeniyu (Journey to Armenia)
1933 Razgovor o Dante, (Conversation about Dante); published in 1967[13]
Voronezhskiye tetradi (Voronezh Notebooks), publ. 1980 (ed. by V. Shveitser)

Selected translations

Mandelstam, Osip and Struve, Gleb (1955) Sobranie sočinenij (Collected works). New York OCLC 65905828
Mandelstam, Osip (1980) Poems. Edited and translated by James Greene. (1977) Elek Books, revised and enlarged edition, Granada/Elek, 1980.
Mandelstam, Osip (1973) Selected Poems, translated by David McDuff, Farrar, Strauss and Giroux (New York) and, with minor corrections, Rivers Press (Cambridge)
Mandelstam, Osip (1977) 50 Poems, translated by Bernard Meares with an Introductory Essay by Joseph Brodsky. Persea Books (New York)
Mandelstam, Osip (1973) The Complete Poetry of Osip Emilevich Mandelstam, translated by Burton Raffel and Alla Burago. State University of New York Press (USA)
Mandelstam, Osip (1981) Stone, translated by Robert Tracy. Princeton University Press (USA)
Mandelstam, Osip (1976) Octets 66-76, translated by Donald Davie, Agenda vol. 14, no. 2, 1976.
Mandelstam, Osip (1973) The Goldfinch. Introduction and translations by Donald Rayfield. The Menard Press
Mandelstam, Osip (1993, 2002) The Noise of Time: Selected Prose, translated by Clarence Brown, Northwestern University Press; Reprint edition ISBN 0-8101-1928-5

Further reading

Coetzee, J.M. "Osip Mandelstam and the Stalin Ode", Representations, No.35, Special Issue: Monumental Histories. (Summer, 1991), pp.72–83.
Davie, Donald (1977) In the Stopping Train Carcanet (Manchester)
Freidin, Gregory (1987) A Coat of Many Colors: Osip Mandelstam and His Mythologies of Self-Presentation. Berkeley, Los Angeles, London
MacKay, John (2006) Inscription and Modernity: From Wordsworth to Mandelstam. Bloomington: Indiana University Press ISBN 0-253-34749-1
Nilsson N. A. (1974) Osip Mandel’štam: Five Poems. (Stockholm)
Platt, Kevin, editor (2008) Modernist Archaist: Selected Poems by Osip Mandelstam [14]
Riley, John (1980) The Collected Works. Grossteste (Derbyshire)
Ronen O. (1983) An Аpproach to Mandelstam. (Jerusalem)

References

^ Brown, C.; Mandelshtam, O. (1965). "Mandelshtam's Acmeist Manifesto". Russian Review 24 (1): 46–51. JSTOR 126351.
^ Feinstein, Elaine. Anna of All the Russias, New York: Vintage Press, 2007.
^ Morley, David (1991) Mandelstam Variations Littlewood Press p75 ISBN 978-0-946407-60-6
^ Clarence Brown, Mandelstam, Cambridge University Press, 1973
a b Ronen, O. (2007). "Mandelshtam, Osip Emilyevich.". In M. Berenbaum and F. Skolnik.Encyclopaedia Judaica. Detroit (2 ed.). Macmillan Reference USA. pp. 462–464.
^ Extract from court protocol No. 19390/Ts
^ Nadezhda Mandelstam (1970, 1999) Hope against Hope ISBN 1-86046-635-4
^ Kuvaldin, Y. (Юрий Кувалдин): Улицa Мандельштамa, повести. Издательство "Московский рабочий", 1989, 304 p. In Russian. URL last accessed 20 October 2007.
^ Freidin, G.: Osip Mandelstam, Encyclopædia Britannica, 2001. Accessed 20 October 2007.

External links

English translations of I returned to my cityThe bread is poisoned.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ