ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ - Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ


Tο 1883, γεννήθηκε στη Βουλγαρία ο Κώστας Βάρναλης, Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Ήταν αγαπημένος «δάσκαλος» για μία ολόκληρη γενιά προοδευτικών ανθρώπων και λογοτεχνών, ενώ για την τέχνη του τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης του Λένιν το 1959.



O Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας, όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Έδειξε σε νεαρή ηλικία την κλίση του προς τα γράμματα, καθώς τελειώνοντας τις σπουδές του στο Ελληνικό Σχολείο ήρθε στην Ελλάδα, όπου φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έλαβε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών.

Εργάστηκε για χρόνια ως καθηγητής στη δημόσια μέση εκπαίδευση σε Βουλγαρία και Ελλάδα και το 1919 έλαβε υποτροφία για μετεκπαίδευση στο Παρίσι. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γαλλία παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας, κοινωνιολογίας και αισθητικής, ενώ ήρθε σε επαφή με τα προοδευτικά ιδεολογικά ρεύματα του μαρξισμού και του διαλεκτικού υλισμού και τον επαναστατικό αέρα του μεσοπολέμου.



μπαλάντα το κυρ-Μέντιου

Δ λυγνε τ ξεράδια
κα ποννε τ ρημάδια!
Κούτσα μία κα κούτσα δυ
τς ζως τ ρημαδιό!

Μεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ολοι: φέντες, δολοι,
ολοι: δολοι, φεντικ
κα μ᾿ φήναν νηστικό.

Τ παιδιά, τ καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στν παίδεια
μ κοτρόνια στ ψαχνά,
φοχτες μγα στ᾿ χαμνά!

νωχώρι, Κατωχώρι,
νηφόρι, κατηφόρι,
κα μ κάμα κα βροχή,
σπου μο βγαινε ψυχή.

Εκοσι χρον γομάρι
σήκωσα λο τ νταμάρι
κι᾿ χτισα, στν μπασι
το χωριο, τν κκλησιά.

Κα ζευγάρι μ τ βόδι
(λλο μπόι κι᾿ λλο πόδι)
ργωνα στ ρέματα
τ᾿ φεντς τ στρέμματα.

Κα στν πόλεμ᾿ «λα γι λα»
κουβαλοσα πολυβόλα
ν σκοτώνωνται ο λαο
γι τ᾿ φέντη τ φαΐ.

Κα γι᾿ ατόνε τν ρίφη
κουβάλησα τ νύφη
κα τν προκα της βουνό,
τν τιμή της ορανό!

λλ μένα σ μία σφήνα
μ᾿ δεναν τ Μάη τ μήνα
στ χωράφι τ γυμν
ν γκαρίζω, ν θρην.

Κι᾿ παπς μ τν κοιλιά του
μ᾿ παιρνε γι τ δουλειά του
κα μο μίλαε κουνιστός:
«Σ καβάλησε Χριστός!

Δούλευε γι ν στουμπώσει
λ᾿ Χώρα κι᾿ ο καμπόσοι.
Μ ρωτς τ πς κα τί,
ν ζητς τν ρετή!

βαστάω! Θ πέσω κάπου!
-Ντράπου! Τς προγόνοι ντράπου!
-ντραλίζομαι!... Πειν!...
-Σούτ! θ φς στν ορανό!»

Κι᾿ λεα: ταν μίαν μέρα
παρασφίξουνε τ γέρα,
θ ξεκουραστ κι᾿ γώ,
το θεο τ᾿ βασταγό!

Κι᾿ ταν να καλ βράδυ
θ τελειώσει μου τ λάδι
κι᾿ μολήσω τν πνο
(να ποφ εν᾿ ζωή),

ψυχή μου θ ν δράμ
στ ζεστ γκαλι τ᾿ βράμη,
τ᾿ σπρα, τ᾿ χερένια του
ν φιλάει τ γένια του!

Γέρασα κι᾿ ς δ φελοσα
κι᾿ χαΐρευτος κυλοσα,
μ πετάξανε μακρι
ν μ φνε τ θεριά.

Κωλοσούρθηκα κα βρίσκω
στ σπηλι τν η-Φραγκίσκο:
«Χαρε φς ληθινν
κα προστάτη τν κτηνν!

Σσε τ γέρο κυρ Μέντη
π᾿ τν δικι τ᾿ φέντη,
σ πο δίδαξες ρν
τν κυρ λύκο ν γεν!

Τ σκληρν φέντη κνε
π λύκο νθρωπο κνε!...»
Μ μ τν κουβέντα ατ
πόρτα μο κλεισε κι᾿ ατί.

Τότενες τ μαρο φίδι
τ διπλό του τ γλωσσίδι
πίσω π τν στοιβι
βγάζει κα κουνάει μ βιά:

«Φς ζητνε τ χαϊβάνια
κι᾿ ο ραγιάδες π᾿ τ οράνια,
μ θεο κι᾿ ξαποδ
κε δν εναι παρ δ.

ν τ δίκιο θές, καλέ μου,
μ τ δίκιο το πολέμου
θ τ βρς. που ποθε
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Μ χτυπς τν δερφό σου-
τν φέντη τν κουφό σου!
Κα στν δρο τ δικ
γίνε σ τ᾿ φεντικό.

Χάιντε θμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αώνιο!
ν ξυπνήσεις, μονομις
θά ρτη νάποδα ντουνις.

Κοίτα! Ο λλοι χουν κινήσει
κι᾿ χ᾿ πλάση κοκκινήσει
κι᾿ λλος λιος χει βγ
σ᾿ λλη θάλασσ᾿, λλη γς».




Oι αριστερές ιδέες έγιναν έκδηλες στην ποίησή του, κάτι που αργότερα του κόστισε τη δουλειά του στο δημόσιο, απ’ όπου τον απέλυσε η δικτατορία του Πάγκαλου το 1925. Χωρίς προοπτική ακαδημαϊκής καριέρας στρέφεται στη δημοσιογραφία, μελετώντας παράλληλα όλα τα φιλοσοφικά ρεύματα και μεταφράζοντας έργα της κλασικής ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας (Αριστοφάνης, Ευριπίδης, Μολιέρος κ.α.).

Βέβαια είχε κάνει την εμφάνισή του στα γράμματα πολύ νωρίτερα, το 1905 με την έκδοση της πρώτης του ποιητικής συλλογής «Κηρήθρες». Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ. Από τα πιο σημαντικά έργα του είναι «Το φως που καίει» (το οποίο εξέδωσε το 1922 στην Αλεξάνδρεια, με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας), η συλλογή αφηγημάτων «Ο λαός των μουνούχων» (1923), το κριτικό δοκίμιο «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική» (1925), το ποιητικό «Σκλάβοι πολιορκημένοι» (1927), το αφηγηματικό «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη» (1931) κ.α. Τη διετία 1956-1958 κυκλοφόρησαν τα άπαντά του σε τρεις τόμους και έκτοτε η παραγωγή του περιορίστηκε στο ελάχιστο.

Ο μοιραοι

Μς στν πόγεια τν ταβέρνα,
μς σ καπνος κα σ βρισιές,
(πάνου στρίγγλιζε λατέρνα)
λη παρέα πίναμε ψές,
ψές, σν λα τ βραδάκια,
ν πνε κάτου τ φαρμάκια.

Σφιγγόταν νας πλάι στν λλο
κα κάπου φτυοσε καταγς,
! πόσο βάσανο μεγάλο
τ βάσανο εναι τς ζως!
σο κι νος ν τυραννιέται
σπρην μέρα δ θυμιέται!

(λιε κα θάλασσα γαλάζα
κα βάθος το σωτου ορανο,
! τς αγς κροκάτη γάζα
γαρούφαλλα το δειλινο,
λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,
χωρς ν μπετε στν καρδιά μας!)

Το νο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος - διο στοιχει
το λλου κοντόμερη γυνακα
στ σπίτι λιώνει π χτικιό,
στ Παλαμήδι γυις το Μάζη
κ᾿ κόρη το γιαβ στ Γκάζι.

-Φταίει τ ζαβ τ ριζικό μας!
-Φταίει θες πο μς μισε!
-Φταίει τ κεφάλι τ κακό μας!
-Φταίει πρώτ᾿ π᾿ λα τ κρασί!
«Ποις φταίει; Ποις φταίει;... κανένα στόμα
δν τβρε κα δν τπε κόμα.

τσι, στν σκοτειν ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σν τ σκουλήκια κάθε φτέρνα
που μς ερει, μς πατε:
δειλοί, μοιραοι κι βουλοι ντάμα!
προσμένουμε, σως, κάποιο θάμα!



Κώστας Βάρναλης θεωρείται μοναδικός κοινωνικός ποιητής και συγγραφέας: πουθενά στο έργο του δεν υπάρχουν τα ίχνη ενός διανοουμενισμού, πού συχνά συναντάται σε ανάλογες περιπτώσεις. Το ισχυρό ταλέντο του μετέβαλλε σε καθαρή «λαϊκή» τέχνη και σπαρταριστό υλικό οποιαδήποτε ιδέα ή ιδεολογία βρισκόταν στην αφετηρία της δημιουργίας του, μιλώντας στις καρδιές και των πιο απλών «προλεταρίων». Η ασυμβίβαστα κοινωνική στρατευμένη τέχνη του ήταν ο λόγος που τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης του Λένιν το 1959.

Έγραφε στη δημοτική, με καλά επιμελημένη μορφή και πλαστικότητα στην έκφραση. Το έργο του χαρακτηρίζεται από θερμή λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση με ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η ποίηση του, ιδιαίτερα, χαρακτηρίζεται από έντονο «διονυσιασμό», παιχνιδιάρικη διάθεση και βαθύ μουσικό αίσθημα που συνδυάζεται άριστα με τη σάτιρα.

Παντρεύτηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου το 1929, ενώ πέθανε το 1974 πλήρης ημερών και έχοντας δρέψει τις δάφνες του, που δεν ήταν άλλες από την αγάπη του λαού. Αξίζει να σημειωθεί η καλλιτεχνική σημασία των μεταφράσεων του, του Αριστοφάνους, με τον όποιο τον συνέδεε μια πηγαία αγάπη προς τις άσεμνολογίες, ή όπως έλεγε ο ίδιος, τις ελευθεροστομίες.

κείμενό από το: http://tvxs.gr



Πρόλογος (Σκλάβοι Πολιορκημένοι)

Πάλι μεθυσμένος εσαι, δυόμιση ρα τς νυχτός.
Κι ν τ γονατά σου τρέμαν, κρατιόσουνα στητς
μπρς στ κάθε τραπεζάκι.«-Γειά σου Κωσταντ βαρβτε!»
«-Καλησπερούδια, φεντικά, πς τ καλοπερντε;»

νας σοδινε ποτήρι κι λλος σοδινεν λιά.
τσι πέρασες γραμμ τς γειτονις τ καπελιά.
Κι ν σ πείραζε κανένας - χ κενος Τριβέλας!-
κανες πς δν νιωθες κα πάντα γλυκογέλας.

Χτς κα σήμερα δια κι μοια, χρόνος μπρός, χρόνια μετά...
παρξή σου σ σκοτάδια λο πηχτότερα βουτ.
Τάχα θελησή σου λίγη, τάχα πόνος σου μεγάλος;
χ, ποσαι νιότη, ποδειχνες πς θ γινόμουν λλος!



ρχ σοφίας

«Φρόνιμα κα ταχτικ
πάω μ κενον πο νικ».

νας
Λίγη δροσιά, ορανέ μου,
κα χάηδεμα τ᾿ νέμου,
κελάηδημα πουλιο,
ξανάνιωμ᾿ πριλιο!

νάσ᾿, νάσα λίγη!
Χρόνια θελι μς πνίγει.
Λίγη χαρ σ᾿ φτ
τ σκοτειν γραφτά!

Σο πήρανε, λαέ μου,
τ δίκιο το πολέμου
πατριδοκαταλύτες,
ξένοι κα ντόπιο λτες!

λλος
ν θέλεις ν χαρες
τ λεφτεριά, νωρς
γίνε προδότης, γίνε!
Τιμή, ντροπ δν εναι.

Θά ναι μαζί σου ο νόμοι
κι πλερωμένη γνώμη!
Πέτα τν νθρωπιά σου
κι π᾿ τν φέντη πιάσου!

Κι μα σ φτύνει φτός,
ν κάθεσαι σκυφτς
κα θά χεις τ πρωτεα
στ σάπια πολιτεία.

λαός
ξω το φέντη ρμάδα
φυλάει, μ μπούκα ρθή,
τ λείψανό σου, λλάδα,
μν ξάφνου ναστηθε!



νάσταση

Ν τ᾿ μεγάλη νύχτα! Καλ νύχτα!
Ψηλ τ κυπαρίσσι σ καλε.
- λα, δν χεις τίποτα ν χάσεις
μάιδε ν θυμηθες κα ν ξεχάσεις.

Πατρίδα; Πουλημένη στ σφυρί!
Λεφτεριά; Μ χαλκδες δν μπορε!
Παιδιά; Πο τ χε ς κλαίει μέχρι θανάτου,
θά ναι σκλαβ᾿ προδότες τ ρφανά του!

Εσ᾿ δειος σκιος μέσα σ᾿ λα τ᾿ δεια.
Δν εναι τόσο μάβρα τ σκοτάδια
το τάφου, σο τ φέγγ τς μέρας,
τ φέγγ τς σκλαβις κα τς φοβέρας.

Πι σίχαμ᾿ π᾿ τ κάθε γς σκουλκι,
ο θεόμορφοι δυνάστες σου κα λύκοι.
Μ λς φανισμ τ θάνατό σου,
φο δ ζοσες γι τν αφτό σου.

ν κανες τ χρέος σου στ λαό,
σν ξεχυθε μ πάθος παλαι
τν πσαν τιμία ν συνεπάρει,
μ᾿ λλους πολλος θά χει κ᾿ σ μπροστάρη.



Πρωτοχρονιάτικο

Σαράντα σβέρκοι βωδινο μ λαδωμένες μποκλες
σκεμπέδες, σταβροθόλωτοι κα βρώμιες ποδαροκλες
ξετσίπωτοι, καμάτηδες, τσιμπούρια κα κορέοι
ντυμένοι στ μαλάματα κ᾿ πίσημοι κι ραοι.

Σαράντα λύκοι μ προβι (γι᾿ ατος χτυπ καμπάνα)
καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!
Κι π ρεβάμενοι βαθι ξαπλώσανε στ τζάκι,
κι βάσταγες νιώσανε φαγορες στ μπατζάκι.

ξ᾿ κοσμάκης φώναζε: «Πεινμε τέτοιες μέρες»
γερόντοι κα γερόντισσες, παιδάκια κα μητέρες
κ᾿ ο τν πίγειων γαθν σφιχτο νοικοκυρέοι
νοξαν τ παράθυρα κα κράξαν: «Εστε θέοι».



Μάνα το Χριστο

Πς ο δρόμοι εωδνε μ βάγια στρωμένοι,
λιοπάτητοι δρόμοι κα γύρω μπαξέδες!
χαρ τς γιορτς λο πιότερο ξαίνει
κα μακριάθε βογγάει κα μακριάθε νεβαίνει.

Τ χαρά σου, Λαοθάλασσα, κμα τ κμα,
τν λλνε τ μίση καιρ τήνε θρέφαν
κι᾿ ν μαύρη σου κάκητα δίψαε τ κρμα,
ν πο βρκε τ θμα της, κακο θμα!

! πς εχα σ μάνα κι᾿ γ λαχταρήσει
(ταν νειρο κι᾿ μεινεν, χνα κα πάει)
σν κα τ᾿ λλα σου δέρφια ν σ᾿ εχα γεννήσει
κι᾿ π δόξες λάργα κι᾿ λάργα π μίση!

να κόκκινο σπίτι σ᾿ αλ μ πηγάδι. . .
κα μία δράνα γιομάτη τσαμπι κεχριμπάρι. . .
νοικοκύρης καλς ν γυρνς κάθε βράδι,
τ χρυσό, σιγαλ κα γλυκ σν τ λάδι.

Κι᾿ μ᾿ νοίγς τν πόρτα μ πριόνια στ χέρι,
μ τ ροχα γεμάτα ψιλ ροκανίδι,
(σπρα γένια, σπρα χέρια) συμβία περιστέρι
ν᾿ νασαίν βαθι τ᾿ λο κέδρον γέρι.

Κ᾿ φο λίγο σταθς κα τ σπίτι γεμίσ
τν καλό σου τν σκιο, Πατέρα κι᾿ φέντη,
κριβή σου ν βγάν νερ ν σο χύσ,
νυπόμονος δεπνος μ γέλια ν᾿ ρχίσ.

Κι᾿ κατόχρονος θάνατος θφτανε μέλι
κα πολλ φύτρα θ᾿ φηνες τέκνα κι᾿ γγόνια
καθενο κα κοπάδι, χωράφια κι᾿ μπέλι,
τ᾿ ργαστήρι κεινο, πο τν τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στ μάτια τ μάβρην μπόλια,
γι ν πάψη κι᾿ νος μ τ μάτια ν βλέπ. . .
Ξεφαντώνουν τ᾿ ηδόνια στ γύρω περβόλια,
λεϊμονις σ κυκλώνει λεφτ μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνου στν νοιξη, γιέ μου, καλέ μου,
νοιξή μου γλυκιά, γυρισμ πο δν χεις.
μορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δ μιλς, δν κοιτς, πς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθς κλαίει, σν τς παίρνουν τ τέκνο, δαμάλα,
ξεφωνίζω κα νόημα δν χουν τ λόγια.
Στύλωσέ μου τ δυό σου τ μάτια μεγάλα.
Τρέχουν αμα τ᾿ στήθια, πο βύζαξες γάλα.

Πς δύναμη στάθηκε, τόσο καρδιά σου
στ λαμπρ Γεροσύλυμα Καίσαρας ν μπς!
ν τ πλήθη λαλάζανε ξώφρενα (λιά σου!)
δν ξεραν κόμα οτε ποι τ᾿ νομά σου!

Κε στ πλάγι δαγκάναν ο χτροί σου τ χείλη. . .
Δολερ ξεσηκώσανε τ᾿ γνωμα πλήθη
κι᾿ σο γήλιος ν πέσ κα νρθ τ δείλι,
τ σταυρό σου καρφώσαν ο χτροί σου κι᾿ ο φίλοι.

Μ γιατί ν σταθς ν σ πιάσουν! Κι᾿ κόμα
σ ρωτήσανε: «Ποις Χριστός;» τί πες «Νά με!»
χ! δν ξέρει τί λέει τ πικρό μου τ στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δ σ᾿ μαθ᾿ κόμα!



Μαγδαληνή

Μέσ᾿ σ παλάτια, πο σ σπήλια ντήχαν π᾿ τς μουσικς
κι᾿ στράβαν π᾿ τ μέταλλα κα τ δεμένα φτα,
στ μάγουλά μου, πο κανες δν τ εδεν λιος, ο μοσκς
γλίστρααν μ λάγγεμα πολ κα τ δάγκωναν σν χις
στν κρουσταλλένια μου φων θαμπ γλιστροσε νότα.

Στν τεσσεροβασίλεφτη Γιουδαία γώ μουν Πηγή:
το κόρφου μου τ᾿ μάραντα κα μοσκοβόλ κίτρα.
σν τ φλόγα το κορμιο μου λλη δ γνώρισεν Γ,
σν τς γκάλης μου μεστ καμι δν πρχε σιγή.
ρωτάς μου νίκαγε τ Ρώμη τ νικήτρα. . .

Σκοτάδια τανε μέσα μου, ξέρα μεγάλη κι᾿ μμουδι
κα στ γλυκ τ χείλια μου πικρ πολ τ γέλια.
Κα μο τινάζαν ξαφνα τ᾿ γνώστου φόβοι τν καρδι
κα μο κοβόταν ναπνι μέσ᾿ σ φορέματα φαρδιά-
π᾿ το θριάμβου τν κορφ μακρι βλεπα συντέλεια.

Δν ταν ξαφνη στραψιά. Τοτο συνέβη ργά, σιγά. . .
ραος δν σουν, τίποτα δν εχες πάνω σου ξο!
Κοίταγες χάμου τ χαλίκια, ς μίλαγες σιγ κι᾿ ργά.
Τν τρίτη τέταρτη φορν ρχισε νος μου ν ριγ,
κι᾿ ς σήκωσες τ μάτια σου, δ βάσταα ν κοιτάξω.

Κι᾿ νιωσα ρμ συγκράτητη στ πόδια σου ν κυλιστ.
Εδα ν σειέται μέσα μου ψυχ παρθένα ς τώρα.
Τν ετυχία τ γνώρισα στ δόσιμο χωρς μιστό,
τ λευτεριά-στ σκλάβωμα σ κάποιο δανικ σωστ
κα τν πέρτατ᾿ δον στν πόνον,-ξια γνώρα.

Κα στος φτωχος μοιράζοντας τ πάρχοντά μου (σημικά,
διαμαντικά, μεταξωτά, μπαξέδες κα παλάτια)
τ βήματά σου κλούθησα, πο κι᾿ ν τ σβηοσε ταχτικ
στν μμ᾿ γέρας το βραδιο, σ φτα μένανε γλυκ
γι πάντα σ᾿ μμο κα ψυχ κα σ᾿ κος κα μάτια.

Πράματα νέα δν λεγες κι᾿ οτε, μ λόγια νέα, παλιά.
π πολλος κι᾿ π καιρος λα ταν επωμένα.
Μά χες τ δύναμη ν᾿ κος τν ορανν τ σιγαλι
κι᾿ λα γι σένα (κι᾿ ψυχα κι᾿ νθρωποι) διάφανα γιαλι
κα διάφαν᾿ καρδι το Θεο γι σένα - κα γι μένα!

Κανες (κα πλήθη κα σοφο κα μαθητάδες κα γονιοί)
δν ξάνοιγε τ σπαραγμ στ θάματά σου πίσω.
Κι᾿ ν πρόσμενες τ λυτρωμό σου π τν δικη θανή,
γ μονάχα τό νιωσα, πο μουνα λάσπη κα κοινή,
πόσο, Χριστέ σουν νθρωπος! Κι᾿ γ θ σ᾿ ναστήσω!




Πρόλογος «Στ φς πο καίει»

Ν σ᾿ γναντεύω, θάλασσα, ν μ χορταίνω
π᾿ τ βουν ψηλ
στρωτ κα καταγάλανη κα μέσα ν πλουταίνω
π᾿ τ μαλάματά σου τ πολλά.

Νά ναι χινοπωριάτικον πομεσήμερο, ντας
μετ᾿ ξαφνη νεροποντ
χυμάει μς π᾿ τ σύνεφα θαμπωτικ γελώντας
λιος χωρς μαντύ.

Ν ταξιδεύουν στν γέρα τ νησάκια, ο κάβοι,
τ᾿ κρόγιαλα σ μεταξένιοι χνο
κα μ τος γλάρους συνοδι κάποτ᾿ να καράβι
ν᾿ νοίγουν ν τ παίρνουν ο ορανοί.

Ξανανιωμένα π᾿ τ λουτρ ν ροβολνε κάτου
τν κόκκινη πλαγι χορευτικ
τ πεκα, τ χρυσόπευκα, κι᾿ νθς το μαλαμάτου
ν στάζουν τ μαλλιά τους τ μυριστικά.

Κι᾿ ντάμα τους ν σέρνουνε στ φωτειν χορό τους
ς μέσα στ νερ
τ ρημικ χιονόσπιτα-κι᾿ ατ μς στ᾿ νειρό τους
ν τραγουδνε, ξύπνητα καιρό.

τσι ν στέκω, θάλασσα, παντοτειν ρωτά μου
μ μάτια ν σ χαίρομαι θολ
κα νά ναι τ μελλούμενα στν πλα σου μπροστά μου,
πίσω κι᾿ λάργα βάσανα πολλά.

ς ν μ πάρεις κάποτε, μαργιόλα σύ,
στος κόρφους σου ψηλά τους νθισμένους
κα ν μ πς πολ μακρυ π᾿ τ μαύρη τούτη Κόλαση,
μακρυ πολ κι᾿ π τος μαύρους κολασμένους ....



Τ ηδόνι

Μάννα, ζεστ γουροξυπνς μέσα σ χίλια ρώματα,
φτα πολλ κα χρώματα
κα μοναχ π᾿ τ γγίμα
τ᾿ γέρα δένουν μέσα σου κόσμοι κα κόσμοι χύμα!

ρωτοφύσημα κι᾿ γ τ λαμπερό σου φλούδι
τ σπάω μ τ τραγούδι,
πο τν πλ χαρά μου
ψώνει στ μεσούρανα πλέον ξια π᾿ τ φτερά μου.

Μες᾿ στ᾿ νθη τς ροδακινις, στς λεύκας τν κορφή,
που σκιωμα βαθ
κι᾿ που κρύες βρυσολες
πάω τς καρδις μου κα μετράω λαχτάρες κα τρεμολες.

Μ᾿ στροφεγγις λόβαθες, τριανταφυλλι χαράματα,
μ φεγγαρομαλάματα
κι᾿ ταν σιγ κι᾿ γάλι
βρέχει ορανς σ μι μερι κι᾿ λιοφωτάει στν λλη,

το λαρυγγιο δον ψηλά τη φουσκωμένη φλέβα
κι᾿ νέβα χς νέβα
λο κα πι μεστώνει
κα τν γέρα, ξέχειλον π δονές, ματώνει.

Κι᾿ ταν σωπάσ μου καρδι κα τ λαρύγγι σπάσ,
στ μαγεμένη πλάση
κα στν καρδιά, πο νιώθει,
καιρ βαστ ντίλαλος, καιρ ποννε ο πόθοι.

! δ θαμπώνει τ λαλιά μου θανάτου φοβέρα :
γς κα νερο κι᾿ γέρα
δν ξέρουνε τ γένη,
πς ,τι ζε κα χαίρεται, σύντομ᾿ ργ πεθαίνει.

χορτασμένος ρωτας, τς ζως ο γλυκάδες,
τς πλάσης ο μορφάδες
τσι βαθιά με ρίζουν,
πο τς καρδις τ ξέσπασμα λυγμό μου τ γυρίζουν!



Παράδεισος

Λεύτερος νά σαι δολος ποιανο,
λεύτερος ν μιλς, ταν κοιμσαι,
λεύτερος, χρόνια ν τ κυνηγς
τν Γιούρων τ ποντίκια μ σ φνε.

Στς πληγς τς ψυχς σου ν χιλιάζουν
τ ψέματα – τς μύγας τ σκουλήκια -,
νά σαι τς στορίας γελοιογράφος,
φέντης δίχως πιθαμ δικιά σου.

Σν τ στέρφα γουρούνα τ᾿ ι-ντώνη,
μισότυφλη π πάχητα κα νύστα,
ν νείρεσαι πς κολυμπς σ κάτουρα
κα ξερατά, γρυλίζοντας: «παράδεισος»!



Τυχερός

νεμοδέρνουν μέρα νύχτα πάνου
σ στύλους σταυροσήμαδα φτερά σου,
ν γελιέσαι πς εν᾿ λλάδα τόπος.
Μ δίπλα τ᾿ γκαλιάζει ν τ σπάσει
το ξένου στερομάτισσα κατάρα.
ν φαρμάκωνε μόνη τν έρα,
σως, ραγι ν ξύπναες κάποιαν ρα:
«Στ χώρ᾿ ατ πο τήνε λέω δικιά μου
ξένος εμαι κα τυχερς πο ζ



Τάκης Φίτσος

Μ τ πικρ χαμόγελο κα τ σφιγμένα χείλη
βουβ τν σκιο σου λιωνες στν πολιτεία τν τάφων.
δ σ θάβουν ζωντανν ν θέλεις νά σαι τίμιος.
Παιδ σ χτίσαν, γέρασες χωρς σταλι ν ζήσεις.
Μνες κα χρόνια μέτραγες, δεκάχρονα κατόπι,
κι λο πηγάδα βάθαινε κι ψήλωνεν τοχος,
παρηγορι κα μάθημα φτωχολαο δεμένου.
Κα μίαν αγ νοιξιάτικην, πο νάκραζεν γάπη,
τρυφερ σ᾿ γκαλιάσανε ο δερφομάχοι γγέλοι
κα σ φορτώσανε. Κανες δν κουσε τ βόλια.
Κα τώρα, μέσα στ σωρ τ κόκαλα, μν ψάχνεις
ν ξεχωρίσεις τ δικά σου: εν᾿ λα καθενο!
χι συμπόνια, κλάμα, ργή. Ντροπή σου, μάνα λλάδα!



Ατονεκρολογία

Μισν αἰῶνα πάλευα κι πάνου
γι λευτερι δικιά μου κα τν λλων,
κι λο πιότερο μ᾿ πνιγεν βρόχος,
κι ο γενναοι, πο μ πνίγανε, πι δολοι.

Μ μπουκναν μωρ «Μεγάλη δέα»
κρύβοντάς μου τν πι αμοβόρο χτρό μου:
νά μαι το ξένου πάτος, ν μισ
κα ν καταφρον τ᾿ νόσιο πλθος.

Τ σκολειά μου τ κλείνανε τ μάτια.
Μο τ᾿ νοιγαν ζούγκλα τν λίγων
κα τ «καταραμένα» τ βιβλία.
Κι λάνοιχτ᾿ πομεναν ς τ τέλος.

σο τ χρόνια σπρίζαν στν κορφή μου,
τόσο βαθι μο μάτωνεν λπίδα.
Μάθαινα πς γάπη εναι δειλία
κι καλοσύνη γιάτρευτο κακό.

ρωας δν μουν, μ᾿ καμνεν φόβος
( θ σκοτώσεις θ σκοτωθες)
ν μεγαλώνω τ γλυκι πατρίδα
κα ν μικραίνω τ φτωχ λαό.

Ν γελιέμαι πς ζ, ξεπόρτιζα ξω.
Κάθε πατημασιά μου κα πληγή.
Πιανόμουν π κάγκελα κα πόρτες
μν πέσω – τ κουφάρι μου κι χι γώ!

Μ᾿ φησαν λοι στ κακ στερνά μου:
γυνακες, συγγενάδια, σπονδοι φίλοι.
Κανες ν μ βαστάει, νν το μιλάω.
Μιλοσα μοναχς δίχως ν᾿ κούω.

Μ βρήκανε στ τέλος ξυλιασμένον
τρες μέρες στ ντιβάνι μου πομόναχο,
μ τ μάτια νοιχτ κα στηλωμένα
κατ σένα, πως πάντα, νατολή.

Ο πεθαμενατζδες μεθυσμένοι
βλαστημοσαν, πως μ κατεβάζαν
τυλιγμένον σ μία παλιοκουβέρτα,
ροφοι πέντε κα σκαλι νενντα!

Κι ραχοκοκαλι ν μ λυγάει
γι ν τος εκολύνει στ δουλειά τους.
Δν τό μάθε κανένας. Τ᾿ νομά μου
μήτ᾿ γ δν τ λέω κα δν τ γράφω.

Τ μπουκωμένα στόματ᾿ λυχτσαν:
–καλότυχοι, νας Βούργαρος λιγότερο!
–κακότυχοι, πο δν τόνε προλάβαμε!
–κόβουμ᾿ ναν, φυτρώνουνε σαράντα!

Εχαριστ σας, γερατει κα πόνοι,
πο σες μ ξαποστείλατε, χι Νόμος
(δυ φορς «π᾿ σχάτ προδοσί»!).

Κι οτε μ πολτοποίησε στ λάσπη
να τρίκυκλο θο («τροχαον τύχημα»!).
Ρίχτε με τώρα στ βαθι τς θάλασσας.
Τ᾿ δούλωτα κορμι δ βρίσκουν οτε
μις πιθαμς λλάδα ν συχάσουν!

Νοέμβρης 1968

Εγ μονάχα τό νιωσα, πο μουνα λάσπη κα κοινή,
πόσο, Χριστέ σουν νθρωπος! Κι᾿ γ θ σ᾿ ναστήσω!



Πρόλογος

Ξαφνικ μο φασκιώνουνε τ μάτια
γι ν βλέπω τ φς τ ληθινό!
Μ καρυδώνουν, γι ν μ φωνάζω:
«ρσε, λλάδα Γραικύλων ντιχρίστων!»
χερα μ μπουκώνουν κάθε μέρα.
Κα ποιοί; Το σκλαβοπάζαρου σαβούρα.
Κα πς; χουν φέντη τ σκυλι
κα δαγκάνουν τ πόδια σου, στορία.

Πς θ σωθομε π᾿ τν «λευθερία»
τς σκλαβις μας κι π τν «πρ πατρίδος»
τν προδοτν; Κα πότε π᾿ τος θεος
τν θέων κα τν νθρωποφάγων;



«θνικ Παιδεία»

Γανιάσατε, δασκάλοι, ν ξεμάθω
νά μαι γώ, ν στοχάζομαι, ν θέλω -
ψέματα λο ν᾿ κούω, ν λέω, ν πράττω,
γι ψέματα ν ζ κα ν πεθαίνω.

Δν μπόρεσε σπουδ ν μ χαλάσει.
ντέξανε σαρκίο, ψυχ κα γνώση
μ κάθε τόσο θάνατος ν ξέρεις
τ᾿ εσαι πάντα πουλημένο κρέας.



Πς μς θέλει «ληθς δημοκρατία»

Ν μν κούω κα ν μ βλέπω ν πατ.
Ν μ νογάω κα νά χω τ στόμα βουλωτό.
Ν μ μ φαρμακών᾿ μπόχα το καιρο μου.
Χωρς ατι κα μάτια, μύτη κα μυαλό,
μουγκς ν πηαίνω, ποτε μο ρθει, πρς νερο μου,
κι μα τσινάει Γάϊδαρος ν μ γελ.
Κα σ μ καρυδώνουνε μουνοχο σκλάβο
ο μερικάνοι, γ ν βλαστημάω τ Σλάβο.



Στ γιό του

Στν κόσμο γιατί σ᾿ φερα; ν μο μοιάσεις
κυνηγημένος θά σαι λοζως
νύχτα σκοτωμένος (πέμπτος ροφος)
θ σαλτάρεις στ δρόμο «διαλαθν»
π᾿ τ παραθυράκι τ᾿ ποπάτου,

μ᾿ λλουνος «ες τν συνήθη τόπον»
θ σ καρφώσουν γνωστον μ᾿ γνώστους
μ χέρια λληνικ ντουφέκια ξένα,
χωρς νομα, πς κα πο. Ο προδότες
θ᾿ παγορεύουν κα τ κόλλυβά σας.

ν μως δ μο μοιάσεις, ντροπ
καταδικιά μου θά ναι, χι δικιά σου.
Καταδότης, τσολις κα μπλοκαδόρος,
σο βουλιάζεις στ σκατά, λλο τόσο
θ βγαίνεις καθαρς κα τιμημένος.

Κι μα τν κάνει χτρς τν Προδοσία
καθεστώς, θά σαι πρτος : κα Θρησκεία
κα Νόμος κι στορία κα Λόγος, Κι ταν
ο κανονις γιορτάζουν τν λλήνων
τν ρετή, σ θά σαι περέλλην!



Τ λοίσθια

λα μπροστά σου μαρα, κάθε μέρα
πι μαύρη π τ νύχτα. φωτόσφαιρα
σβησμένη χρόνια πίσου π᾿ τ βουνά.
Κι ν κάποτες τ μάτια σου γυρννε
πίσου, διπλ πονς, τι βλέπεις νά ναι
πι μαύρ᾿ π᾿ τ παλιά, τ τωρινά!

*

Τί καλ νά σαι πρτος! π σένα
μόλις τώρα ρχιν μεγάλη Τέχνη!
ν τ πιστεύεις, εναι λήθεια. Νόμος!
Τν κάθε μέρα πι θ μεγαλώνεις,
πο ν μ σ χωράει τουτ᾿ πατρίδα.
λλ᾿ ταν σ᾿ γκαλιάσει μάνα Γς,
--δ θ σο δώσει οτ᾿ ναν πόντο πιότερο
π᾿ τ μπόι σου. Μ τί σ νοιάζει σένα;
Χρόνια τήνε μετροσαν ο πατοσες σου!
Ν λυπσαι τν λλον, πο παιδεύεται
ν μ φανε μικρς στν αυτό του,
ν μ γελιέται κα ν μ γελάει,
ν μ στολίζει μ ν ξεγυμνώνει.
Κι ταν τν γκαλιάσει μάνα Γς,
θ φανονε τ σωστά του μέτρα.



Τρες θάνατοι

Ζηλεύω σου τ θάρρος, Καρυωτάκη,
ν σμπαραλιάσεις τν τραν καρδιά,
κα τν κακοτυχιά σου, λύμπιε Τάκη,
ν σ πάρουν τ κύματα βαθιά.

Μ πάει γελώντας Χάρος στ κατό μου,
σιχάθηκα τν χαρο αυτό μου.
Σπλαχνίσου με, καταραμένε Χάρε,
κι ν χι μέ, τ θύμησή μου πρε.

σο τ περασμένα νακαλ,
τόσο δ βρίσκω τίποτα καλό.
Πόνοι, ρρώστιες, μ κάναν μοιρασιά,
μ θ πάω μονάχα π σιχασιά.

29-7-73



Πάνθεον θνικοφροσύνης
(λοι με πιστοποιητικόν)

Φανέ, ταν τ λαιον σ λείψ, τί θ γίνς;
Τί; θ σβεσθς...
Δ. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Μεγάλη πόρτα ν χωρ Μεγάλος
πο διπλ μεγαλώνει μα ξαπλώσει.
ς τ κατώφλι Θάνατος κα Λήθη
κα μέσα Αώνια Μνήμη κα Χαρά!

θάνατοι σ μάρμαρο κα μπροντζο
λαμποκοπον ο χόρταγοι λαοφάγοι.
Τος προσκυν Πατρίδα «εγνωμονοσα»
κα τος φοβται «Σκώληξ κοίμητος».

Το κάνθινου στεφάνου κορονάτος
στν πίσσα ρίχνει τος πιστούς σου, Φτώχεια.
Δν μπορε ν χαρε το Παραδείσου
τ πλούτη, σο θυμται τ δικά του.

Καλαμαρς πο τύφλωνε τ᾿ ηδόνια
κα δάσκαλος πο βίαζε τν λήθεια,
γι ν᾿ νεβον σερνότανε στ λάσπη
κα τος φαε κι ατος κα τ χαρτιά τους.

Κα μία μεγαλουσιάνα, φραγη λάμια,
νά τανε, λέει, κάθε φορ παρθένα!
κα μία παρθένα πρώιμη, πο δν πρόλαβε
ν ξεπεράσει τ μαμ στ᾿ νάσκελα.

Τ᾿ γνά μας θνικόπουλα, ρκισμένα
τν γιον ρκο τν ρχαίων φήβων,
γράφουν στν πλάκα τν τουφεκισμένων
π τος Γερμανούς: « Καλ σς κάναν!»

Κα στν κορφν πάνου Μαρος λιος!
Τν κοιτς κα σαπίζουνε τ λούκια σου.
Διχτάτορας! λ᾿ κοπρι το αἰῶνα
κοιλοπονοσε γι ν τν ξεράσει!

Ατο Πατρίδα, για Γραφ κα Σπόρος!
Κι π᾿ τ ερά μας κόκαλα βγαλμένη
Προδοσία στ μασκοφόρο δίνει
σπαθ μ᾿ να χρυσ πουγκ γι φούντα!

Τν αμάτων σου ο ποταμοί, Λαέ,
δν κάνουν να ρόχαλο δικό τους.
Κι ν τ στερνή σου ρπάξανε μπουκιά,
σο φήσανε τ δόξα το Θανάτου.

Στ χώρα κάτω νύχτωσεν μέρα,
μαύρη καπνούρα κι ορλιαχτ κα θρνος.
Δικ κα ξέν᾿ γριόσκυλα, ζευγάρι,
σ μαγαρίζουν, κοσμογόνε Βράχε!

Πασκαλι στ βασίλειο τν Σκιν!
ναστημένα μάρμαρα κα μπροντζοι
κατηφορνε χορευτ μ πήδους
ν μοιραστον τ σάρκα σου, λαουτζίκο!



ρέστης

Σέλινα τ μαλλιά σου μυρωμένα,
λύσε τα ν φανες, ς εσαι, ραος,
κα διξε π τ νο σου πι τ χρέος
το μεγάλου χρησμο, μι κα κανένα
τρόπο δν χεις λλονε! Κα μ᾿ να
χαμόγελον δς πς σ᾿ φερ᾿ ως
στο ργους τν πύλη δρόμος σου μοιραος
τ σπλάχνο ν᾿ φανίσεις πο σ᾿ γέννα.
Κανες δ σ θυμτ᾿ δ. Κι σ μοια
τν αυτό σου ξέχανέ τον, κι με
στς χρυσς πολιτείας τ σταυροδρόμια
κα τ ργο σου σ ν ᾿ταν λλος κάμε.
τσι κι λλις, θ παίρνει σε π πίσου
γι τ αμα τς μητρός σου γι ντροπή σου.



Συμπόσιον

νοχτε στ τραπέζι᾿ πλοχωρι
γι τν ριά,
πο μ τ᾿ ψ
κορμ θ πεταχτε τ μελαψ
χορεύοντας· κι π στ φιδωτ
ψηφιδωτ
πλστε, νι
σκλαβόπουλα, τ φρέσκα γιασεμιά.
Κα φέρε σ κροντήρι ξομπλιαστ
κρασ λιαστ
κι λλο κρασί,
μ τ μικρ τ δαχτυλάκια σύ.
Κα στς κολόνες, πο πρασινωπ
κλαρι νωπά,
κισσο κλαριά,
μ τ κομμένα φύλλα κα τ᾿ ριά,
τς ζώνουνε γι τν καλ γιορτή,
ς μπονε ρτο
κα σιμωτ
καθρέφτες μ στεφάνι᾿ σημωτά,
ν χιλιάζουν τ κάλλι τς χν
μς στν χνό,
που γι᾿ ατ
θ βγάνει σο λιβάνι θ᾿ ναφτε!…
! ψστε τς φωνολες τς ψιλές!
Τς ψηλς
δάδες, νιοί,
χαμηλστε! Τ πέπλα της νοιε
κα τ πετάει, κα λάμπουν στ γερό,
τ λυγερ
κορμί, πο χε,
ο σκιές, πο μ νάρδο χουν βραχε.
Φουντσαν ο καπνο της κεφαλς.
–Φαλλής! Φαλλής!
Μ τν ρμή,
πο κράτητο μς κάνει τ κορμί,
ς πάρει ποιο κορίτσι κάθε νιός,
μορφονιός,
μ τ Γοργώ,
τ φλόγα τ χορεύτρα, μόνο γώ!




Κώστας Βάρναλης
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
‎ O Κώστας Βάρναλης (Πύργος Βουλγαρίας 1884Αθήνα 1974) ήταν Έλληνας λογοτέχνης. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις. Τιμήθηκε το 1959 με το Βραβείο Ειρήνης του Λένιν.

Βίος 

Γεννήθηκε στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας το 1884[1], όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το επίθετό του, αν όχι καλλιτεχνικό δηλώνει καταγωγή από τη Βάρνα όπου έμεναν πολλοί Έλληνες. (Το επίθετο του πατέρα του ήταν Μπουμπούς.) Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο και συνέχισε την εκπαίδευσή του στα Ζαρίφεια διδασκαλεία της Φιλιππούπολης και έπειτα με την υποστήριξη του Μητροπολίτη Αγχιάλου ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει Φιλολογία όπου και πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών. Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ, το οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη. Το 1908 πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και άρχισε να εργάζεται στην εκπαίδευση στην αρχή στο ελληνικό διδασκαλείο του Πύργου (Μπουργκάς) σε ηλικία δεκαοχτώ ετών και στη συνέχεια στην Ελλάδα (στην Αμαλιάδα) και μεταξύ άλλων στην Ανωτάτη Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος. Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση και ως το 1916 ολοκλήρωσε τους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, τον Αίαντα του Σοφοκλή, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Φλωμπέρ. Μετά το δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Γληνού.
Το 1919 πήγε στο Παρίσι με υποτροφία και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίαςφιλολογίαςκοινωνιολογίας και αισθητικής. Τότε προσχώρησε στον μαρξισμό και τον διαλεκτικό υλισμό και αναθεώρησε τις προηγούμενες απόψεις του για την ποίηση, τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Καρπός αυτής της στροφής στάθηκε το ποίημα Προσκυνητής. Το καλοκαίρι του 1921 έγραψε στην Αίγινα Το Φως που καίει, που εξέδωσε ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Το 1922 δημοσίευσε επίσης τους Μοιραίους στο περιοδικό Νεολαία και τη Λευτεριά στο περιοδικό Μούσα. Το 1924 δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία υπό τη διεύθυνση του Γληνού. Το 1926 παύτηκε από τη θέση του ως καθηγητή της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, με αφορμή ένα δημοσίευμα της Εστίας που δημοσίευσε ένα απόσπασμα από Το φως που καίει. Ο Βάρναλης στράφηκε στη δημοσιογραφία και έφυγε για τη Γαλλία ως ανταποκριτής της Προόδου. Το 1927 τύπωσε τους Σκλάβους Πολιορκημένους. Το 1929 παντρεύτηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Το 1932 εξέδωσε την Αληθινή απολογία του Σωκράτη. Το 1935 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος των Ελλήνων συγγραφέων στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα και μετά εξορίστηκε στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο. Στην Κατοχή έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ως μέλος του ΕΑΜ[2]. Tο 1956 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν. Είχαν προηγηθεί μεταξύ άλλων εκδόσεις των έργων του Ζωντανοί άνθρωποι, Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης, Ποιητικά, Διχτάτορες, Αισθητικά- Κριτικά (δύο τόμοι). Το 1965 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του με τίτλο Ελεύθερος κόσμος και το 1972 το θεατρικό έργο Άτταλος ο Γ΄. Υπήρξε συνεργάτης σε πολλά περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες μεταξύ των οποίων και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Πέθανε στις 16 Δεκεμβρίου 1974.

Έργο 

Το έργο του είναι γραμμένο στη δημοτική και έχει καλά επιμελημένη μορφή και πλαστικότητα στην έκφραση. Χαρακτηρίζεται από θερμή λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση με ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η ποίηση του, ιδιαίτερα, χαρακτηρίζεται από έντονο «διονυσιασμό», παιχνιδιάρικη διάθεση και βαθύ μουσικό αίσθημα που συνδυάζεται άριστα με τη σάτιρα, ενώ θεωρείται ένας από τους κυριότερους αριστερούς εργάτες της γλώσσας στην Ελλάδα. Ο Βάρναλης διατήρησε την ποιητική αλλά και την ανθρώπινη εγρήγορσή του μέχρι τα βαθιά του γεράματα.

Ποίηση 

«Οι μοιραίοι», χειρόγραφο του ποιητή

Ποιητικές συνθέσεις
Ο Προσκυνητής (1919)
Το Φώς που καίει (Αλεξάνδρεια 1922 με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας). Το 1933 επανατυπώθηκε στην Αθήνα με αναθεωρήσεις.
Σκλάβοι Πολιορκημένοι (1927)
Ποιητικές συλλογές
Κηρήθρες (1905)
Ποιητικά (1956)
Ελεύθερος κόσμος (1965)
Οργή λαού (1975)
Πεζά και κριτικά έργα
Ο λαός των μουνούχων (Φιλ.ψευδ. Δήμος Τανάλιας) (1923)
Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική (1925)
Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη (1931)
Αληθινοί άνθρωποι (1938)
Το ημερολόγιο της Πηνελόπης (1947)
Πεζός λόγος (1957)
Σολωμικά (1957)
Αισθητικά Κριτικά Α και Β (1958)
Ανθρωποι. Ζωντανοί - Αληθινοί (1958)
Οι δικτάτορες (1965)
Φιλολογικά Απομνημονεύματα (1980)
Θέατρο
Άτταλος ο Τρίτος (1972)
Μεταφράσεις
Αριστοφάνης - Βάτραχοι
Αριστοφάνης - Εκκλησιάζουσες
Αριστοφάνης - Ιππείς
Αριστοφάνης - Λυσιστράτη
Αριστοφάνης - Πλούτος
Ευριπίδης - Ιππόλυτος
Ευριπίδης - Τρωαδίτισσες
Κινέζικα τραγούδια
Μολιέρος - Μισάνθρωπος
Ευγένιος Ποτιέ - Η Διεθνής
Σημειώσεις [Επεξεργασία]
 Κατά τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, της οποίας υπήρξε συνεργάτης.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι 

Πώς δεν ήθελα να σπουδάσω του Κ. Βάρναλη από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
Δυσεύρετα και άγνωστα κείμενα του Κ. Βάρναλη από τις σελίδες του Νίκου Σαραντάκου
Nuvola apps kaboodle.png Κώστας Βάρναλης (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)









Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ