Mανόλης Αναγνωστάκης «Επισκευαστής αναμνήσεων»

Η εύγλωττη σιωπή —της Ελένης Κεχαγιόγλου— από το dimart

Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη
«Από το 1971 δεν έχω γράψει τίποτα που να εντάσσεται σ’ αυτό που λέμε ποίηση. Από πολλούς αυτό θεωρείται σαν ακατανόητο. Μερικοί μου λένε ότι είναι μια προδοσία της ποίησης κλπ. Πρέπει να πω ότι […] προϊόντος του χρόνου το ενδιαφέρον μου για τον ποιητικό λόγο μειώνεται. Δεν ξέρω γιατί, δεν διαβάζω και πολλή ποίηση, δεν παρακολουθώ και, όπως είχα πει και σε μια συνέντευξη, δεν αισθάνομαι πια σαν αθλητής στον στίβο, αισθάνομαι περισσότερο σαν φίλαθλος στις κερκίδες και συχνά όχι καλός φίλαθλος. […] Η ποίηση σαν μια γλώσσα που δεν αφηγείται, που δεν περιγράφει, που δεν διδάσκει με αυτόν τον χρηστικό τρόπο της διδασκαλίας, αλλά που τείνει στην όσο γίνεται μεγαλύτερη συμπύκνωση, στο να βγάλει το απόσταγμα των πραγμάτων, έχει σαν κυριότερο εχθρό της τη φλυαρία, την πολυλογία, την περιττολογία. Ειλικρινά, θαυμάζω και σέβομαι τους πολυγράφους ποιητές, […] αλλά δεν πιστεύω πως ο ποιητής μπορεί να συγκινείται εξίσου από όλα. […] Η ποίηση είναι μια δυνατότητα έκφρασης. Θα μείνει κανείς μόνο σ’ αυτή τη δυνατότητα; ή θα επιχειρήσει να εκφραστεί και με άλλους τρόπους; ή θα φτάσει κάποτε σ’ ένα σημείο που δεν θα αισθανθεί την ανάγκη της έκφρασης − και αυτό όχι από αδιαφορία ή από παραίτηση, εντελώς το αντίθετο, από την οδυνηρή —αν θες— διαπίστωση της φτώχειας των εκφραστικών δυνατοτήτων, της φτώχειας δηλαδή των λέξεων να αποδώσουν την ουσία της ζωής. Τότε σταματά, τότε επιλέγει τη σιωπή, που και η σιωπή ορισμένες φορές και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι κι αυτή μια έκφραση, εγώ θα ‘λεγα πως είναι και μια πράξη» — λέει ο Μανόλης Αναγνωστάκης, το 1983 σε ντοκιμαντέρ του Λάκη Παπαστάθη το 1983 (του μόνου σκηνοθέτη σε εκπομπή του οποίου εμφανίστηκε ο μείζον ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς) ερμηνεύοντας ο ίδιος το πολυσχολιασμένο γεγονός της ποιητικής σιωπής του από το 1971 και εξής, καθώς το 1970 εκδόθηκε η τελευταία συλλογή του, Ο στόχος. Το δε 1971 συγκέντρωσε όλο το ποιητικό έργο του από το 1945 μέχρι το 1970, σε έναν τόμο, τα μόλις 88 ποιήματα του οποίου αποτελούν τα άπαντα του ποιητή από τις 7 όλες κι όλες ποιητικές συλλογές του˙ ποιήματα ο αριθμός των οποίων προσεγγίζει τα 100 εάν στα προηγούμενα προσθέσουμε τα περίπου 10 ποιήματα που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά χωρίς να περιληφθούν σε ποιητική συλλογή του..

Και τότε, στα 46 του χρόνια, ο ποιητής, αιφνιδιάζοντας συνάφι και αφοσιωμένους αναγνώστες, αποφασίζει ότι ολοκλήρωσε το ποιητικό του έργο – και ξεκινά η ποιητική σιωπή του, που συζητήθηκε και αναλύθηκε εκτενώς σε μπόλικα κριτικά κείμενα. Σιωπή, η οποία «έσπασε» το 1979 με την έκδοση του Περιθωρίου ’68-‘69, καθώς και το 1983 με το ΥΓ., δύο έργα τα οποία ο Αναγνωστάκης δεν τα συμπεριλαμβάνει στο βασικό corpus της ποίησής του. Ενδιαφέρον μεγάλο έχει μάλιστα η μαρτυρία του Λάκη Παπαστάθη (βλ. «Οι τρεις όψεις της σιωπής», Εντευκτήριο, τχ. 72, 2006) ότι η κοινή τους φίλη και νεοελληνίστρια φιλόλογος Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, επισκεπτόμενη τον ποιητή στον Ευαγγελισμό όπου νοσηλευόταν δεκαπέντε μέρες προτού πεθάνει, τον παρακαλούσε να δηλώσει ότι το ΥΓ. δεν είναι εκτός της ποίησής του, αλλά συνέχειά της. Πλην όμως εκείνος εσιώπησε…
Εξώφυλλο και οπισθόφυλλο·το όνομα του Αναγνωστάκη αναφέρεται μόνο μέσα, στην εσωτερική σελίδα εξωφύλλου. 













Στάση την οποία εξάλλου προοικονομούσε ο «Επίλογος» στην τελευταία ποιητική του συλλογή Ο στόχος:

Κι ὄχι αὐταπάτες προπαντός.

[…]

«Γιατὶ» ὅπως πολὺ σωστὰ εἶπε κάποτε κι ὁ φίλος μου ὁ Τίτος,
«κανένας στίχος σήμερα δὲν κινητοποιεῖ τὶς μᾶζες
κανένας στίχος σήμερα δὲν ἀνατρέπει καθεστῶτα»

Στο ίδιο αυτό θέμα, της πολυσυζητημένη σιωπής του,  αναφέρεται σε συνέντευξή το 1993 στον Μισέλ Φάις (βλ. Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά, πρόλογος: Παντελής Μπουκάλας, επιμ.: Μισέλ Φάις, Πατάκης 2011): «Το ’71 ουσιαστικά σταματάει η ποιητική μου παραγωγή. Δεν γράφω καθόλου ποιήματα. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράφω ποιήματα, καθόλου. Συνεχίζω όμως εντατικά την πνευματική μου προσφορά με δοκίμια, με άρθρα, με ορισμένες μελέτες, με πολιτική δράση – αυτό που εγώ θεωρώ δημόσια παρέμβαση». 

Επίσης, και στη συνομιλία του αυτή με τον Φάις εκφράζει την άποψή του ότι η ποίηση ανήκει στους νέους: «Δεν ξέρω, μου φαίνεται δύσκολο να γράψει ποίηση ένας άνθρωπος σε μεγάλη ηλικία, όταν περνάνε από το φίλτρο του μυαλού του η εμπειρία, όλες οι σκέψεις του, όλα αυτά όταν περνάνε, δεν μπορεί. Θέλει αυθορμητισμό, θέλει κάτι έξω από τον εαυτό σου η ποίηση, και το λέω εγώ που από νέος έγραφα ποιήματα αυτοστοχαζόμενα και ποιήματα εγκεφαλικά».

Την ίδια πεποίθηση, με άλλα λόγια, είχε εκφράσει και μπρος στην κάμερα του Λάκη Παπαστάθη, δέκα χρόνια νωρίτερα: «Πιστεύω τελικά πως η ποίηση είναι μια αισιόδοξη λειτουργία, κι αυτό άσχετα με το περιεχόμενό της, γιατί είναι αισιοδοξία το να πιστεύεις ότι μπορείς να εκφράσεις κάτι […]. Ή, αν θες, η ποίηση είναι μια γλώσσα που ανήκει σε μια χρονική περίοδο, σε μια περίοδο που λειτουργούν ακόμα οι ευπιστίες, οι αυταπάτες,[1] το όνειρο, η νεανικότητα, αν θέλεις, μια νεανικότητα που δεν έχει μεγάλη σχέση βέβαια με τη βιολογική νεανικότητα. Και πιστεύω ότι στους περισσότερους ποιητές, σχεδόν σε όλους, υπάρχει μια στιγμή κορύφωσης, που συμπίπτει με ένα χρονικό όριο μιας παρατεινόμενης νεανικότητας. Από κει και πέρα, ό,τι κι αν γράψει ή θα είναι επαναλήψεις ή θα είναι αντιγραφές του εαυτού του ή θα είναι πειραματισμοί πάνω σε τρόπους των νεοτέρων για να μην μείνει καθυστερημένος».

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο ακτινολόγος που καταγόταν από το Ρέθυμνο, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1925, και από το 1978 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, από τη νεαρή του ηλικία εντάχθηκε στην Αριστερά, πήρε μέρος στον Εμφύλιο, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο το 1949, ενώ την ίδια χρονιά τον διέγραψαν από το Κόμμα. Αντιτάχθηκε στη λογική της στρατευμένης λογοτεχνίας της Επιθεώρησης Τέχνης εκδίδοντας (1959-1961) το περιοδικό Κριτική, το οποίο συνέβαλε στη γνωριμία των ομοτέχνων του με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα. Το 1968, ύστερα από τη διάσπαση του ΚΚΕ, εντάχθηκε στις τάξεις του ΚΚΕ Εσωτερικού με το οποίο υπήρξε μετά τη μεταπολίτευση υποψήφιος βουλευτής και ευρωβουλευτής. Κι αν σιώπησε ποιητικά, η παρουσία του στα γράμματα, με τις δημοσιεύσεις του και τις παρεμβάσεις του σε εφημερίδες και περιοδικά, καθώς και στην πολιτική ζωή υπήρξε ηχηρή. Εκεί, όπου στηλίτευσε την «τόση κακότητα εν ονόματι του ανθρωπισμού» (ΥΓ.) και όπου μπορούσε να μην πιστεύει πια στα «ατσάκιστα ψυχικά ελάσματα» − κάτι που η ποίηση αισθανόταν πως δεν του το επέτρεπε.


Ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ποιητής-ορόσημο του μεταπολέμου, σε τηλεοπτική του συνέντευξη στον Πέτρο Κουναλάκη το 1993, αφότου ζήτησε από τον δημοσιογράφο να εγκαταλείψει τους χαρακτηρισμούς «μεγάλος ποιητής» κ.λπ., είπε: «Δεν θεωρώ τον εαυτό μου μορφωμένο ή καλλιεργημένο ή ειδικευμένο σε κάτι. […] Ενημερωμένος ήμουνα, ενημερωμένος ναι — αλλά διαβασμένος, συστηματικά διαβασμένος, δεν υπήρξα ποτέ» − και δείχνει την άβυσσο αισθητικής που τον χωρίζει από σημερινούς ομοτέχνους του, οι οποίοι ερίζουν για το ποιος είναι «πραγματικός διανοούμενος». Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.


[1] Σε μια εποχή, για την οποία ο ποιητής σημειώνει: «Τώρα μπορεί ο καθένας να μιλά και κυρίως να γράφει, για την αγωνία της εποχής, το αδιέξοδο, την απανθρωπία του αιώνα, τη χρεωκοπία των ιδεολογιών, τη βαρβαρότητα της μηχανής, για δίκες, για φράγματα, για ενοχές, για γρανάζια.

»Όλα έχουν κωδικοποιηθεί, ταξινομηθεί, αποδελτιωθεί, έχουν περάσει στα λεξικά και στις εγκυκλοπαίδειες, προσφέρονται έτοιμα σε πακετάκια αυτοσερβιρίσματος, σε κάθε βαλάντιο χωριστά.

»Θα ’ρθει ένας καιρός, που σε ζωολογικούς κήπους, σε τσίρκα και σε κέντρα παιδικής χαράς, θα συντηρούνται σε ειδικούς στεγανούς κλωβούς, άνθρωποι-δείγματα μιας περασμένης εποχής, προς ικανοποίησιν της περιεργείας του κοινού και προς χρήσιν των σχολείων και των επίδοξων συγγραφέων» — και δεν είχε προφτάσει να ζήσει την ανθρωποφαγία και τον παραλογισμό της εποχής του Διαδικτύου…

[2] Στο δε ΥΓ. αναφέρεται στη χρήση της αγαπημένης του παρένθεσης και (ενίοτε) των αποσιωπητικών ως εξής: «Μιλούσε συνεχώς με παρενθέσεις και αποσιωπητικά, σαν τυφλός που βάδιζε σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο έπιπλα».

[3] Διόλου τυχαία, στο Περιθώριο ’68-’69 ορίζει τη χρονική περίοδο κατά την οποία σιωπά ως εξής: («Τώρα πια μιλάμε χωρίς αυταπάτες, χωρίς ηθικολογικές προκαταλήψεις, χωρίς καμιά επιταγή άνωθεν ευθύνης – για μια σκέτη αξιοπρέπεια. Στην οριζοντίωση της εποχής μας να κρατήσουμε ισχνές καλαμιές. Είναι ο πιο αχάριστος και συγχρόνως γελοίος –για τους άλλους− αγώνας, γιατί είναι δύσκολο να φανταστείς τον Δον Κιχώτη ψύχραιμο, υπολογιστικό, χωρίς αισθηματολογίες, να γνωρίζει ότι οι ανεμόμυλοι είναι πραγματικοί και μολαταύτα να τους πολεμά. Μιλάμε χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς μίσος, χωρίς καν μαχητικότητα. Επαρχιακοί θεατρίνοι μπροστά σε μιαν άδεια αίθουσα χωρίς χειροκροτήματα.

»Ο μεγαλύτερος κίνδυνος: ο πειρασμός της έπαρσης, της περιφρόνησης των πρώην φίλων, των επιδεικτικών χειρονομιών αηδίας.

»Η μάχη να δίνεται μ ε τ ά την αηδία και την επίγνωση της ματαιότητας – μη συναντηθείς σε καμιά παρακαμπτήριο μαζί τους».

* * *

Μανόλης Αναγνωστάκης
[Εκεί…]
Εκεί θα τα βρεις.
Κάποιο κλειδί
Που θα πάρεις
Μονάχα εσύ που θα πάρεις
Και θα σπρώξεις την πόρτα
Θ’ ανοίξεις το δωμάτιο
Θ’ ανοίξεις τα παράθυρα στο φως
Ζαλισμένα τα ποντίκια θα κρυφτούν
Οι καθρέφτες θα λάμψουν
Οι γλόμποι θα ξυπνήσουν απ’ τον άνεμο
Εκεί θα τα βρεις
Κάπου — απ’ τις βαλίτσες και τα παλιοσίδερα
Απ’ τα κομμένα καρφιά, δόντια σκισμένα,
Καρφίτσες στα μαξιλάρια, τρύπιες κορνίζες,

Μισοκαμένα ξύλα, τιμόνια καραβιών.
Θα μείνεις λίγο μέσα στο φως
Ύστερα θα σφαλίσεις τα παράθυρα
Προσεχτικά τις κουρτίνες
Ξεθαρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλείφουν
Θα σκοτεινιάσουν οι καθρέφτες
Θ’ ακινητήσουν οι γλόμποι
Κι εσύ θα πάρεις το κλειδί
Και με κινήσεις βέβαιες χωρίς τύψεις
Θ’ αφήσεις να κυλήσει στον υπόνομο
Βαθιά βαθιά μες στα πυκνά νερά.
Τότε θα ξέρεις.
(Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, αλλά ο καλύτερος τοίχος να
κρύψουμε το πρόσωπό μας).

Μαν Αναγν Φυτοφαρ 1984

Ξεθαρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλείφουν… (1984, αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη)

* * *

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ