Πεσσόα: ο ποιητής με τα πολλά προσωπεία

Του Νίκου Ξένιου για το bookpress.gr

«Οι Θεοί έχουν πεθάνει και το Πεπρωμένο είναι βουβό»
Φερνάντο Πεσσόα, Ηρόστρατος

Ήδη στα έξι του χρόνια ο μεγάλος λογοτέχνης της Πορτογαλίας Φερνάντο Πεσσόα έγραφε με το ψευδώνυμο (ετερώνυμο, όπως επικράτησε να λέγεται) Ιππότης ντε Παθ. Κάποια από τα ψευδώνυμα της παιδικής του ηλικίας: Δόκτωρ Πανγκράθιο και Ντέιβιντ Μέρικ, κατόπιν αυτό του επινοημένου νεαρού Τσαρλς Ρόμπερτ Άνον και, στα 1905-7, ενόσω σπούδαζε στο πανεπιστήμιο της Λισαβόνας, το ετερώνυμο του Αλεξάντερ Σερτς: το τελευταίο ήταν το «μεταβατικό» ετερώνυμο της περιόδου προσαρμογής του στην πορτογαλική πολιτιστική ατμόσφαιρα, προϊόν της οποίας είναι το νεανικό κείμενο Ένα πολύ πρωτότυπο δείπνο (εκδόσεις Gutenberg, 2014, σε υποδειγματική μετάφραση και με πρόλογο κι επίμετρο του Κωνσταντίνου Αρμάου).



Αρχετυπικό δείπνο φυσικότητας και φαντασίας

Το μελαγχολικό ζεύγμα Φύση-Πολιτισμός εμπνέει στον νεαρό Πεσσόα την ιδέα την ιδέα μιας συνάντησης υψηλών γαστρονομικών επιδόσεων, όπου θα τεθούν υπό κρίσιν τα θέσφατα του δυτικού πολιτισμού και θα διασαλευθούν κάποιες βεβαιότητες

Το κείμενο ανήκει στο genre της Λογοτεχνίας Φαντασίας, αν και δεν στερείται φιλοσοφικού κι ανθρωπολογικού προβληματισμού. Αξιοσημείωτη είναι η διπλή σήμανση της λέξης original που επιστράτευσε ο αγγλομαθής Πεσσόα, τόσο για να υποδηλώσει τον βαθμό πρωτοτυπίας του υπό συζήτησιν δείπνου, όσο και για να το συνδέσει απευθείας με την υγιή, απρόσβλητη από taboo ανθρώπινη φύση. Δευτερεύοντα ζητήματα, όπως αυτό της διαδοχής στον επίγειο θρόνο της εξουσίας ή της βίαιης ανατροπής κάποιου προγενέστερου καθεστώτος πραγμάτων, αναφύονται παράλληλα με την κύρια προβληματική, που εστιάζει στον θρίαμβο της πρόκλησης και στην κλιμάκωση της αφηγηματικής αγωνίας.

Στο Ένα πολύ πρωτότυπο Δείπνο[1] ο συγγραφέας Αλεξάντερ Σερτς (εκδοχή του δεκαεννιάχρονου, τότε, Πεσσόα) στήνει μιαν αφήγηση «λογικής επαγωγής»: ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας, ένα μυστηριώδες υποκείμενο ονόματι Πρόζιτ, φέρει όλα τα ψυχοπαθολογικά γνωρίσματα της νοσηρής προσωπικότητας του δημιουργού του. Θέτει ένα πρόβλημα το οποίο ο Αλεξάντερ Σερτς καλείται να επιλύσει, αλλά ο γρίφος του παραλείπει σκόπιμα μία παράμετρο που, άμα τη αποκαλύψει της, θα του προσδώσει μεγαλύτερο σασπένς. Ο αναγνώστης βρίσκεται μπλεγμένος σε μιαν εξιστόρηση κορυφούμενης αγωνίας στο πλαίσιο της οποίας το χιούμορ καλείται να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο, αρκεί να διαφοροποιηθεί από την κρατούσα ηθική. Εορταστική ατμόσφαιρα, περιέργεια, πνεύμα άμιλλας, διονυσιασμός, σαρκαστική σκιαγράφηση ανθρώπινων τύπων, υποβόσκουσα σεξουαλικότητα, έως και αποχαλίνωση του ενστίκτου, όλα θα συνεργασθούν στην αποκάλυψη της βίαιας ανθρώπινης φύσης στην αρχέγονη εκδοχή της.

Ηροστράτειος φήμη

Ο Ηρόστρατος (γράφτηκε το 1925, εκδόθηκε το 1973) είναι ένα ημιτελές δοκίμιο του Φερνάντο Πεσσόα με θέμα την υστεροφημία και το πεπρωμένο του λογοτεχνικού έργου. Πώς φτάνει κανείς στην αναγνώριση του έργου του; Από ποιες ατραπούς πρέπει να περάσει; Ποιος είναι ο αποδέκτης του έργου καθενός και πώς ανανοηματοδοτείται η έννοια της φήμης; Τι είναι η φήμη[2] του ατάλαντου δημιουργού; Οι νοητικές κατηγορίες: ευφυΐα, ταλέντο, πνευματικότητα, αλληλοδιαπλεκόμενες με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, παράγουν –σύμφωνα με τις απόλυτες, δογματικές διαπιστώσεις του Πεσσόα– διαφορετικές ποιότητες του έργου τέχνης, σε μια κλίμακα που κυμαίνεται από το μέτριο μέχρι το αριστούργημα.




Βλασφημία εις βάρος της «θεότητας» και του «ιερατείου», που δεν είναι παρά αλληγορία της απουσίας πνευματικότητος από το έργο μιας πλειάδας διανοουμένων. Αλλά και, εκ μέρους του Πεσσόα, απομυθοποίηση των μεγάλων κλασικών της λογοτεχνίας –σαν να είναι η Λογοτεχνία ο ναός και ο Πεσσόα ο Ηρόστρατος–, αποθέωση της ατομικότητας που υπερβαίνει το πάθος του για τη θεότητα και εξασφαλίζει στον ποιητή την αιωνιότητα. Ο Τζωρτζ Μπέρναρ Σω, ο Έντγκαρ Ουάλας κι ένα σωρό άλλοι απεκδύονται της ιερότητάς τους, ενώ από την πυρά του Πεσσόα βγαίνουν σχεδόν αλώβητοι μόνο ο Μίλτον και ο Σαίξπηρ.


Ο Πεσσόα εκφράζει τη βεβαιότητά του πως η Πορτογαλία θα δημιουργήσει ένα συγγραφέα μεγάλου κύρους, έναν «υπερ-Camões», που θα αναλάβει να γίνει ο μεγάλος δημιουργός της χώρας του στον επόμενο αιώνα. Όμως το 1935 πεθαίνει σχεδόν άσημος, για να αναγνωριστεί, μετά θάνατον, ως ο μεγαλύτερος πορτογάλος ποιητής του εικοστού αιώνα. Διεκδικώντας προκαταβολικά για τον εαυτόν του τον ρόλο αυτόν, λέει προφητικά πως, αν δεχτούμε πως η μεγαλοφυΐα είναι προσαρμογή στο περιβάλλον, τότε ο μεγαλοφυής, ως καινοτόμος και ρηξικέλευθος που είναι, δεν αναγνωρίζεται από τους συγχρόνους του στον βαθμό που προηγείται της εποχής του. Η έκδοση του δοκιμίου από τον Gutenberg (Ηρόστρατος: Η αναζήτηση της Αθανασίας, Αθήνα, 2014) πλαισιώνεται από τη ζωντανή μετάφραση και το διεισδυτικό εισαγωγικό σημείωμα του Χάρη Βλαβιανού, καθώς και από ένα εξαιρετικό επίμετρο του Ρίτσαρντ Ζένιτ, μεταφρασμένο από τη Μαρία Παπαδήμα.



Επάλληλες διαστρωματώσεις ταυτότητας

Το πρώτο αμιγώς «εθνικό» ψευδώνυμο του Πεσσόα ήταν Άλβαρο δε Κάμπος, το όνομα ενός υποτιθέμενου ναυπηγού που σπούδασε τάχατες στη Σκωτία. Το σύνολο των ψευδωνύμων του Πεσσόα ανέρχεται στον αριθμό των ογδόντα ένα. Πρόκειται για συγγραφική επιλογή, απολύτως καθοριστική τόσο της ποικιλίας ύφους που παρουσίασε η λογοτεχνική του παραγωγή, όσο και της ανάγκης μεθόδευσης της υστεροφημίας του. Συχνά το ένα προσωπείο του τοποθετείται κριτικά και ανοίγει διάλογο με το άλλο σε δημόσια έντυπα και λογοτεχνικά περιοδικά, «σκηνοθετώντας», υπό μιαν έννοια, την αποδοχή ενός έργου του.

Σύμφωνα με τον ίδιον, τα τρία κυριότερα ετερώνυμά του ήταν οι Αλμπέρτο Καέιρο, Άλβαρο δε Κάμπος και Ρικάρντο Ρέις. Ο Καέιρο με τα μέτρια Πορτογαλικά δεν υποψιάζεται πως ο Πεσσόα γράφει υπογράφοντας με το όνομά του. Ο Ρικάρντο Ρέις παίρνει σάρκα και οστά στους στίχους μιας ωδής. Ο Κάμπος με τη βαθειά γνώση της Πορτογαλικής είναι το κύημα μιας παρόρμησης, ενός συγγραφικού δισταγμού. Το ημιετερώνυμο Μπερνάρντο Σοάρες ακολουθεί πορεία πλησίστια σ’ εκείνο του Άλβαρο δε Κάμπος, σε στιγμές διαισθητικής και ονειρικής γραφής. Όσο για τον Ρικάρντο Ρέις, αυτός είναι μια εξιδανικευμένη συγγραφική persona που φλερτάρει με την καθαρότητα του ύφους[3]:

Δεν έχω φιλοδοξίες δεν έχω πόθους
όπως να γίνω ποιητής
Η ποίηση είν’ ο τρόπος μου να είμαι μοναχός

Η ποίηση του Πεσσόα έχει αναφορές σε φιλοσοφικά ζητήματα, σε όνειρα και στον Εσωτερισμό του Έντγκαρ Άλεν Πόου και της Μαντάμ Μπλαβάτσκι. Κρίση ταυτότητας που επανέρχεται κατά διαστήματα, μελαγχολικό αίσθημα απόσυρσης από την κοσμική ζωή, αλλά και αίσθημα απώλειας και ματαίωση σχεδίων.

Έρωτας: το μελαγχολικό fado του ανεκπλήρωτου

Αυτοερωτισμό και λανθάνουσα ομοφυλοφιλία προδίδουν τα Γράμματα στην Οφέλια (εκδόσεις Gutenberg με εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια της Μαρίας Παπαδήμα): ο συγγραφέας στην αλληλογραφία του επιδόθηκε σε παιχνίδι επαναλαμβανόμενης κατάκτησης, απώλειας και ανάκτησης του αντικειμένου του ερωτικού του πόθου, της Οφέλιας Κεϊρός, η οποία, απ’ ό,τι μαρτυρούν οι επιστολές της πρώτης και της δεύτερης φάσης της σχέσης τους, απέβλεπε πολύ περισσότερο στον γάμο και την αποκατάσταση.

"Ο συγγραφέας στην αλληλογραφία του επιδόθηκε σε παιχνίδι επαναλαμβανόμενης κατάκτησης, απώλειας και ανάκτησης του αντικειμένου του ερωτικού του πόθου, της Οφέλιας Κεϊρός"



Αποσυρόμενος διαρκώς από το προσκήνιο αυτής της ανθρώπινης συνάφειας κι –επιπλέον– απευθυνόμενος στην Οφέλια σαν σε «αποπνευματωμένη», μη σαρκική εκδοχή της γυναίκας, ο Πεσσόα αναδιπλούται στα πολλά του προσωπεία επιβάλλοντάς τα ως κώδικα επικοινωνίας. Αξιοσημείωτος είναι ο βαθμός προσαρμοστικότητας της νεαρής Οφέλια σε αυτήν την παράλογη συνθήκη. Γράφοντας εκ του ασφαλούς, και με επιστολές φθίνουσας αφοσίωσης, ο Πεσσόα υπεκφεύγει να πραγματώσει τον σαρκικό ετεροφυλοφιλικό έρωτα.

Γνώρισμα όλων των πεζών και έμμετρων συνθέσεών του ήταν αυτό που οι Λατίνοι αποκαλούσαν taedium vitae: απαρέσκεια προς τη ζωή και τα φαινόμενά της, ένα είδος θανατολαγνίας, αίσθημα τελεσίδικης αποτυχίας και απιθανότητας απόκτησης των ποθούμενων αγαθών. Μεταξύ 1905 και 1912 ο Πεσσόα σχολιάζει τους κλασικούς φιλοσόφους και ποιητές, εγκαινιάζοντας ένα δοκιμιακό λόγο του οποίου ο ορίζοντας σημασιοδοτεί τις έννοιες μέσω της παράφρασης. Σπιριτουαλισμός που αποκηρύσσει την υλικότητα των ανθρώπινων –και των προσωπικών του– επιλογών πριμοδοτώντας το Πνεύμα εις βάρος της Ύλης: εγελιανή δομή σκέψης είναι το σήμα κατατεθέν των διαπιστώσεών του, που έρχονται σε απόλυτη συμφωνία με τις ποιητικές του απόπειρες. Ο Πεσσόα συνδύασε τη χαμηλότονη, σαφώς αντιλυρική του έκφραση, όπως και την αγάπη του για τον λαϊκό –δημώδη– ποιητικό λόγο με μια γενναία υπεράσπιση του φουτουρισμού, που γεννήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, επηρεάζοντας αποφασιστικά την ιστορία της σύγχρονης τέχνης.

[1] Πρωτοδημοσιεύθηκε από την Μαρία Λεωνόρα Ματσάδο δε Σούσα στο: FernandoPessoa e a Literatura de Ficcao, Λισαβόνα, εκδόσεις Novaera, 1978.
[2] Ο Ηρόστρατος, τύραννος της αρχαίας Εφέσου, επέλεξε να πυρπολήσει τον ναό της Εφεσίας Αρτέμιδος ώστε να εξασφαλίσει, έστω και αρνητικά, την υστεροφημία. Την πληροφορία έχουμε από τον Βαλέριο Μάξιμο (Αξιομνημόνευτα λόγια και έργα, VIII, 14, 5)
[3] Fernando Pessoa, "Letter to Adolfo Casais Monteiro", 13.01.1935




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ