Τοπία μιας νυχτερινής ψυχής - Φερνάντο Πεσσόα (Fernando Pessoa)

Του Νίκου Ξένιου 

από το http://www.bookpress.gr/, για τα ποιητικά βιβλία του Fernando Pessoa Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο καιΤα ποιήματα του Άλβαρο ντε Κάμπος  (Gutenberg).

«Οι μυστικιστές ποιητές είναι άρρωστοι φιλόσοφοι,
και οι φιλόσοφοι είναι άνθρωποι τρελοί» F. Pessoa


Το 1912, κι ενώ ο Φερνάντο Πεσσόα (1888–1935) επιχειρούσε να γράψει κάποια ποιήματα παγανιστικού περιεχομένου, γεννήθηκε ένα από τα πιο σημαντικά του ετερώνυμα[1]: Ο Αλμπέρτο Καέιρο, το όνομα του οποίου είναι παραφθορά του ονόματος του πορτογάλου ποιητή Σα-Καρνέιρο, με μιαν εικονική ζωή τοποθετημένη ανάμεσα στο 1889 (Λισαβώνα) και το 1915. Τον Μάρτιο του 1912, λοιπόν, ο Πορτογάλος ποιητής έγραψε τον Φύλακα των Κοπαδιών, αποδίδοντάς τoν στην πέννα του Αλμπέρτο Καέιρο και ανασύροντας, έτσι, ποιμενικές μνήμες από τις δέκα Εκλογές (Βουκολικά) του Βιργίλιου. Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο –μέρος αυτών πρωτομεταφράστηκε στην Ελλάδα από τον Φίλιππο Δρακονταειδή, το 1982– τώρα, σε μια συνολική παρουσίασή τους από τη Μαρία Παπαδήμα στις εκδόσεις Gutenberg, δίνουν την ευκαιρία στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό να απολαύσει μιαν ισορροπημένη, ομαλή μετάφραση με ποιητικές αξιώσεις, μαζί με δύο κατατοπιστικά κείμενα εισαγωγής, ένα της μεταφράστριας και ένα του ίδιου του Πεσσόα, υπό το προσωπείο του Ρικάρντο Ρέις.

Poesia pastorale: μια πολυπλοκότητα εν εξελίξει

"Ακολουθεί τη φωνή της συνείδησής του για τον κόσμο και υπακούει στην προοδευτική ανάδυση των αισθήσεων, που θα εδραιώσουν μιαν ιδιόμορφη, σχεδόν θρησκευτική, εικόνα της φύσης"

Αντι-διανοούμενος, αντι-ρομαντικός, αντι-ϋποκειμενιστής, αντι-μεταφυσικός, ο Καέιρο δεν είναι πια αυτός που ήταν ο Πεσσόα, είναι ένας άλλος: αυτός ο «Άλλος» είναι, στην προκειμένη περίπτωση, οιονεί βοσκός, φέρει όλα τα γνωρίσματα αθωότητας που έχει κάθε βοσκός, ακολουθεί τη φωνή της συνείδησής του για τον κόσμο και υπακούει στην προοδευτική ανάδυση των αισθήσεων, που θα εδραιώσουν μιαν ιδιόμορφη, σχεδόν θρησκευτική, εικόνα της φύσης και της ανθρώπινης παρουσίας μέσα σ’αυτήν:

«να με ξετυλίξω και να είμαι εγώ, όχι ο Αλμπέρτο Καέιρο, αλλά ένα ανθρώπινο ζώο που γέννησε η φύση».

Η ανάμνηση της αρχαίας ποιμενικής ποίησης ως αυτοβιογραφικής αλληγορίας έφτασε μέχρι την αναγεννησιακή Ισπανία (Σαντιλιάνα, Μποσκάν, Γκαρθιλάσο ντε λα Βέγκα) και στην Ιταλία του 16ου αιώνα (Αμίντα (1573), του Τορκουάτο Τάσο, Πιστός βοσκός (Pastor fides) του Γκουαρίνι). Την Αρκαδία του Σανατσάρο μιμήθηκαν, ένα αιώνα μετά, οι Ισπανοί συγγραφείς (Μοντεμαγιόρ, Λόπε ντε Βέγκα). Αυτά τα έργα παρήγαγαν ιδεοτύπους όπως εκείνοι των αμερικανών Ουίτμαν και Θόροου, στα τέλη του 19ου αιώνα: εδώ ο Πορτογάλος ποιητής, μόνος στο δάσος, αφουγκράζεται τους ήχους του ποταμού και των πουλιών, αποξενώνεται από την κοινωνική ζωή κι αναγνωρίζει τη ματαιότητα κάθε φιλοσοφίας. Ο ποιητής απαρνείται την ορθολογική σκέψη και στρέφεται στα ορμέμφυτά του:

«Θέλω να πω τι αισθάνομαι χωρίς να σκέφτομαι αυτό που αισθάνομαι». 

Οι ενότητες: Φύλακας των Κοπαδιών (Guardador de Rebanhos), Ερωτευμένος Βοσκός (Pastor Amoroso) και Ασύνδετα Ποιήματα (Poemas Inconjuntos) έχουν χαλαρή νοηματική σύνδεση, ωστόσο διατηρούν στιλιστική συγγένεια. Eνώ τα διέπει η αντίληψη του Πεσσόα περί καταγραφής της πραγματικότητας καθεαυτήν, στην ουσία χαρακτηρίζονται από απόλυτο υποκειμενισμό:

«Μου λες πως είσαι κάτι περισσότερο
από μια πέτρα ή ένα φυτό,
Μου λες πως αισθάνεσαι, σκέφτεσαι και ξέρεις
ότι σκέφτεσαι κι αισθάνεσαι.
Λοιπόν, οι πέτρες γράφουν στίχους;
Και τα φυτά έχουν ιδέες για τον κόσμο;»

Η αντίφαση συνιστά το κυριότερο υφολογικό γνώρισμα αυτής της επινοημένης περσόνας που φέρεται ως δημιουργός των ποιημάτων της συλλογής, και ο οποίος επιζητεί την κρίση του Μεγάλου Δημιουργού, ενώ μεταθέτει την αξία στο ποιητικό έργο, εξαφανίζοντας τον δημιουργό-υποκείμενο και αποποιούμενος τον τίτλο του ποιητή, σαν να επρόκειτο για μια διαδικασία που λαμβάνει χώραν ερήμην της βούλησής του. Επιστρατεύοντας θυμοσοφικό τρόπο σκέψης, ο «βοσκός» του Πεσσόα διαβεβαιώνει τον αναγνώστη του ότι η απλή παρατήρηση του κόσμου αρκεί, και μάλιστα είναι θεάρεστη:

«Moύ ’μαθε να κοιτάζω τα πράγματα.
Μου δείχνει όλα τα πράγματα που υπάρχουν στα
λουλούδια
Μου λέει πόσο οι πέτρες είναι χαριτωμένες
όταν τις κρατάμε στο χέρι
και τις κοιτάζουμε προσεκτικά».
Η απλότητα του ύφους δεν αντικρούει την ανάγκη για ενδοσκόπηση, αντιθέτως προϋποθέτει τον μυστικισμό ενός «ποιητή της φυσικότητας», που ανατρέχει στις γενεσιουργές αλήθειες του σύμπαντος και «παγώνει» τον χρόνο ύπαρξης των φυσικών στοιχείων σε ένα διηνεκές παρόν. Η στάση του πνεύματός του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «αντιμεταφυσική», γιατί αποποιείται τη συνείδηση των ίδιων του των σκέψεων και απολαμβάνει την αντιλυρική του διάθεση, προσηλώνεται σ’ ένα κόσμο αιώνιας νεότητας και δίνει την πρωτοκαθεδρία στα οπτικά και ακουστικά ερεθίσματα:

«Είμαι μυστικιστής, αλλά μονάχα με το κορμί,
Η ψυχή μου είναι απλή και δεν σκέφτεται».

Ένας «νατουραλιστικός πανθεϊσμός» σε απλό, καθημερινό ύφος, που κατακρίνει την παθογένεια του πολιτισμού με όργανά του τη στιχουργική ελευθερία, την απουσία ομοιοκαταληξίας, κάποιες καινοτομίες στην εναλλαγή των στροφών, με την κατάργηση των μεταφορών και με την υιοθέτηση ενός συνεχούς Ενεστώτα χρόνου. Ο Αλμπέρτο Καέιρο έζησε όλη του σχεδόν τη ζωή στην εξοχή ως βοσκός. Πρόκειται για την κατάργηση και ταυτόχρονα τη μυθοποίηση του ίδιου του υποκειμένου, την αποποίηση ή την απώλεια και ταυτόχρονα τον πολλαπλασιασμό του Εγώ.


Στο απόγειο της ετερωνυμίας

Στις 13 Ιανουαρίου του 1935 ο Πεσσόα έγραψε μια μεγάλη επιστολή στον συγγραφέα και λογοτεχνικό κριτικό Αντόλφο Καζάις Μοντέιρο, χρησιμοποιώντας τα ετερώνυμα του Αλμπέρτο Καέιρο και του Άλβαρο ντε Κάμπος, και διαβεβαιώνοντάς τον ότι η περσόνα του Κάμπος προέκυψε «από την επείγουσα ανάγκη του να γράψει». Στο ποίημα "Opiário", που δημοσιεύθηκε στο εναρκτήριο τεύχος του πορτογαλικού φιλολογικού περιοδικού «Orpheu» τον Μάρτιο του 1914, το ετερώνυμο αυτό μιλά για τον εαυτό του, ενώ ταξιδεύει. Τα Ποιήματα του Άλβαρο ντε Κάμπος είναι ένα ακόμη αξιόλογο μεταφραστικό πόνημα της Μαρίας Παπαδήμα, που ανθολογεί και προλογίζει η ίδια. Ο Κάμπος είναι από τα πιο συνεκτικά ετερώνυμα του Πεσσόα μετά τον Αλεξάντερ Σερτς. Υποτίθεται πως έχει σπουδάσει Μηχανικός και Ναυπηγός κι έχει επιχειρήσει ένα μεγάλο ταξίδι στην Ανατολή, πως έχει βαθειά γνώση της Πορτογαλικής. Είναι το αποκύημα μιας παρόρμησης, ενός συγγραφικού δισταγμού και η προσωπικότητά του διαγράφεται σε τρεις φάσεις της νοητικής και αισθητικής του εξέλιξης: στην αρχή ο Κάμπος εμφανίζεται ως «παρακμιακός», επηρεασμένος από το κίνημα του Συμβολισμού, στην ουσία όμως φέρει εν σπέρματι τα γνωρίσματα μιας φουτουριστικής ποίησης. Στη δεύτερη φάση, ο αισθησιακός (ή αισθησιοκράτης) Κάμπος παραπέμπει στο Song of Myself του Ουώλτ Ουίτμαν, καθώς ο απελευθερωμένος στίχος, ο ευφορικός λόγος και η αφθονία της ονοματοποιίας συνθέτουν έναν ύμνο στον σύγχρονο, τεχνολογικό κόσμο:

«Αμάξι που τρίζει ολοκάθαρα, βαπόρι που σφυρίζει,
γερανός που αρχίζει να γυρίζει στο αυτί μου,
ξερόβηχας πρόσφατος αυτού που βγαίνει απ’ το
σπίτι,
πρωϊνό ελαφρύ φρικίασμα στη χαρά της ζωής...»

Επηρεασμένος από τον Μαρινέττι, ο «τεχνολογικά παθών» Κάμπος αποκαλύπτει εδώ το υπαρξιακό αδιέξοδο, την απογοήτευση και τη βαθειά θλίψη, ορμώμενος από μιαν αρχετυπική παιδική ηλικία πλήρους, παραδείσιας ευτυχίας για να παραγάγει την έντονη αντίθεση προς το θλιβερό εκβιομηχανισμένο τοπίο του παρόντος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η πρώτη φάση του Κάμπος αντιστοιχεί στο «fin du siècle», η δεύτερη στη μοντέρνα εποχή[2] και η τρίτη, η πιο «ριζοσπαστική» και απαισιόδοξη, στον αρνητισμό και το υπαρξιακό άγχος της μεταβιομηχανικής εποχής. Η «Θριαμβική Ωδή» είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα ολικής συμμετοχής των αισθήσεων στη σύνθεση της παραληρηματικής αυτής ποίησης: ναυτία, νευρασθένεια, καταστολή των αισθήσεων που εκφράζει τον κόσμο της μηχανής, σε αντίθεση με την έξαρση των ήχων, των γεύσεων, των αρωμάτων και του υποκειμενισμού:

«Σας αγαπώ όλους, όλα, σαν θηρίο,
Σας αγαπώ σαρκοφαγικά,
διαστροφικά και καρφώνοντας το βλέμμα μου
σ΄εσάς, ω πράγματα μεγάλα, κοινά, χρήσιμα, άχρη-
στα, πράγματα εντελώς μοντέρνα»

Η εκφραστικότητα του ιδιολέκτου του Πεσσόα σε φωνητικό επίπεδο εντοπίζεται τόσο στα εκτεταμένα όσο και στα σύντομα ποιήματα, τόσο στους έμμετρους όσο και στους πιο πεζολογικούς στίχους, στην υπερβολική ονοματοποιϊα, στον εναλλασσόμενο ρυθμό «κρεσέντο» και «ντεσκρεσέντο» (αργός) στα απαισιόδοξα ποιήματά του, όπως το «Κατάστημα Ψιλικών»:

«Δεν είμαι τίποτα.
Ποτέ δεν είμαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να είμαι τίποτα.
Πέραν αυτού, έχω μέσα μου όλα τα όνειρα του κόσμου».

Σε μορφοσυντακτικό επίπεδο εντοπίζονται υπερβολικές απαριθμήσεις, επιφωνήματα, σπάνιες μορφές του ρήματος δύσκολα συντασσόμενες στην πρόταση, ποικιλία γλωσσικών επιπέδων που παράγει συναίσθημα αποξένωσης, νεολογισμοί, συντακτικά λάθη στα εξωστρεφή: αυτά, δηλαδή, τα ποιήματά του που θα τα χαρακτηρίζαμε αισιόδοξα:

«Ξαφνικά προχωρώ σίγουρος, αποφασιστικά,
Πέρασε όλος ο δισταγμός μου
αυτή η κωμόπολη των παιδικών μου χρόνων είναι
τελικά μια ξένη πόλη».

Τέλος, οι αποστροφές, ο διαρκώς αναφορικός λόγος, όπως και οι προσωποποιήσεις, οι υπερβολές, τα οξύμωρα, οι μεταφορές και τα πολυσύνδετα σχήματα είναι κύρια γνωρίσματα της στιχουργικής του. Με όλη αυτήν τη στιχουργική σκευή, ο Πεσσόα δημιούργησε ένα προσωπικό συγγραφικό ύφος, μια αναγνωρίσιμη γραφή κατάλληλη στο να ανακλά μια συνεκτική κοσμοθεωρία, αφήνοντας κείμενα 126 ετερώνυμων φωνών, σημαντικότερες από τις οποίες είναι ο Ρικάρντο Ρέις, ο Αλβάρο ντε Κάμπος, ο Αλμπέρτο Καέιρο και, φυσικά, ο ίδιος, με το ορθώνυμο Φερνάντο Πεσσόα.

Ένα αμιγώς πορτογαλικό συναίσθημα

"Oι απαρχές της πορτογαλικής ποίησης ανάγονται στον πρώιμο 12ο μ.Χ. αιώνα, όταν, στο βόρειο τμήμα της Ιβηρικής χερσονήσου, η Πορτογαλία αποσχίσθηκε από το βασίλειο της Γαλικίας".

Oι απαρχές της πορτογαλικής ποίησης ανάγονται στον πρώιμο 12ο μ.Χ. αιώνα, όταν, στο βόρειο τμήμα της Ιβηρικής χερσονήσου, η Πορτογαλία αποσχίσθηκε από το βασίλειο της Γαλικίας. Οι τροβαδούροι της περιοχής ύμνησαν τον έρωτα προς τη γυναίκα, έκλαψαν και θύμωσαν για τον προδομένο έρωτα, στα cantigas de amigo (τραγούδια του φίλου), όπου το ποιητικό υποκείμενο είναι μια γυναίκα, μια αφηγηματική περσόνα πίσω από την οποία κρύβεται ο άντρας ποιητής, και η οποία με τον φίλο της συζητά τη μοναξιά που νιώθει και νοσταλγεί τη μυστική συνάντηση με τον αγαπημένο της σε κάποιο αθέατο σημείο, συχνά δε απευθύνεται στη μητέρα της ή σε κάποια φυσικά στοιχεία, αξιοποιώντας τη μεγάλη ανιμιστική παράδοση της ιβηρικής χερσονήσου. Κάποια cantigas de amigo έγραψε και ο βασιλιάς Ντενίς δε Πορτουγκάλ. Έχουμε, επίσης, δείγματα επικής ποίησης κατά την περίοδο αυτήν (Gesta de D. Afonso Henriques, άγνωστου συγγραφέα). Επιρροές από την ιταλική ποίηση και θεματολογία από τις μεγάλες γεωγραφικές ανακαλύψεις εμφανίζονται μετά την Αναγέννηση στην πορτογαλική ποίηση: Ο Σα ντε Μιράντα εισάγει και καθιερώνει το σονέτο, διατηρώντας την παραδοσιακή ποιητική φόρμα. Ο Μπερναρντίν Ριμπέιρο ύμνησε με μοιρολατρικό τρόπο τον έρωτα στα βουκολικού χαρακτήρα ποιήματά του. Εκπρόσωπος της αμέσως επόμενης γενιάς, ο Αντόνιο Φερέιρα έγραψε διδακτικού χαρακτήρα ποιήματα, ενώ ο σύγχρονός του Αντόνιο Μπάνταρα ακολούθησε το δόγμα του «σεβαστιανισμού» πριν ακόμη γεννηθεί ο βασιλιάς Σεβαστιανός[3]. Η εξάπλωση της Πορτογαλίας προίκισε με νέα θέματα την επική ποίηση, βασικοί εκπρόσωποι της οποίας ήταν ο Χερόνιμο Κόρτε Ρεάλ και ο μεγάλος Λουδοβίκος Καμόενς (1525?-1580), που στις Λουσιάδες του καθιέρωσε την πλατωνική ματιά, τον σκεπτικισμό του έναντι της έννοιας της Δικαιοσύνης, τον θρήνο για τον Χρόνο που παρέρχεται και για την περιπλοκότητα του έρωτα. Ποιητές της «σκοτεινής» επικής ποίησης των επόμενων χρόνων ήσαν ο Λούις Μπρανδιάο, ο Ροντρίγκες Λόμπο, ο Βάσκο Μουζίνιο δε Κεβέδο, ο Σα δε Μενέσες, ο Γκαμπριέλ δε Κάστρο, ο Αντόνιο Μαθέδο και ο Μπρας Γκαρθία ντε Μασκαρένας. Η ποίηση του δέκατου έβδομου αιώνα επηρεάστηκε από την Ιερά Εξέταση, με αποτέλεσμα να παρακμάσει, μαζί με την αντίληψη για την «πορτογαλική» εθνική ταυτότητα, που οδήγησε στην «Arcádia Lusitânia», με κύριο εκπρόσωπό της τον Μανουέλ ντι Μποκάχε, καθώς και στον Ρομαντισμό. Ο Αλμέιδα Γκάρετ (1799–1854), στο ποίημά του «Camões», υιοθετεί ρομαντική νοσταλγία της εποχής κατά την οποία η χώρα του μετείχε στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, σύμπλεγμα κατωτερότητας που κληροδοτήθηκε και στους ρεαλιστές ποιητές του δέκατου ένατου αιώνα: ο Άντερο ντε Κουεντάλ (1842–1891), ποιητής της υπαρξιακής αγωνίας και αυτόχειρας, ο Γκουέρα Χουνκέιρο (1850–1923) και ο Χοάο ντε Δέους (1830–1896) είναι εκπρόσωποι του ποιητικού ρεαλισμού. Αργότερα, ο Συμβολισμός εκπροσωπήθηκε από τον Καμίγιο Πεζάνα (1867–1926) και ο Ιμπρεσιονισμός από τον Σεζάριο Βέρντε (1855–1886) του οποίου η absurda necessidade de sofrer («η παράλογη ανάγκη να υποφέρει) οδήγησε στον Μοντερνισμό: οι Τεξέιρα ντε Πασκοάες, Μάριο ντε Σα-Καρνειρο και Φερνάντο Πεσσόα είναι οι κύριοι εκπρόσωποί του.

Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο
Fernando Pessoa
Μτφρ. Μαρία Παπαδήμα
Εκδ. Gutenberg 2014
Σελ. 248, τιμή € 13,00
http://www.politeianet.gr/












Τα ποιήματα του Άλβαρο ντε Κάμπος
Fernando Pessoa
Μτφρ. Μαρία Παπαδήμα
Εκδ. Gutenberg 2014
Σελ. 376, τιμή € 16,00
http://www.politeianet.gr/












 * Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.

[1] Η μελέτη της «ετερωνυμίας»δεν είναι παρά η μελέτη ψευδοσυγγραφέων, επινοημένων δηλαδή προσωπικοτήτων, και όχι ψευδωνύμων. Ο συγγραφέας που επινοεί ετερώνυμα κρατά για τον εαυτό του το «ορθώνυμο». Το «ημι-ετερώνυμο» Bernardo Soares διατηρεί ιδιότητες, τόσο του συγγραφέα, όσο και της επινοημένης persona του. Άλλοι γνωστοί συγγραφείς «ετερωνύμων» ήταν ο James Macpherson (Τα τραγούδια του Όσιαν), ο Brian O'Nolan, ο Kent Johnson, ο Romain Gary, ο φιλόσοφος Soren Kierkegaard και ο Stephen King (το ετερώνυμό του ήταν ο Richard Bachman).
[2] Πρόκειται για μια δυναμική αποκάλυψη του θεϊκού στοιχείου: “nova revelação metálica e dinâmica de Deus”.
[3] Ο Σεβαστιανός ο Ποθητός (Sebastião o Desejado: 1554 –1578), γιος του Χοάν Εμανουέλ και της Ιωάννας της Αυστριακής και εγγονός του Καρόλου του Πέμπτου, ταυτίσθηκε με την ακμή της πορτογαλικής κυριαρχίας, που απλώθηκε από την Ανγκόλα έως τη Μοζαμβίκη, τη Μάλαγκα και το Μακάο στα 1557. Παρά την αυστηρή ιησουϊτική του μόρφωση και ηθική, παρά το γεγονός ότι κυκλοφορούσε με ένα βιβλίο του Θωμά Ακινάτη υπό μάλης, ο νεαρός πρίγκιπας Σεβαστιανός έπεσε θύμα βιασμού, στην ηλικία των δέκα ετών, από τον καλόγερο Λουίς δε Κάμαρα, που τον κόλλησε γονόρροια. Η Αικατερίνη των Μεδίκων, σε συνεργασία με τον θείο του Φίλιππο τον Δεύτερο της Ισπανίας, προόριζε για σύζυγό του τη Μαργαρίτα Βαλουά, όμως ο μισογυνισμός του νεαρού πρίγκιπα ακύρωσε το σχέδιό τους, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του για τη «μετριοπαθή» σύνθλιψη των Ουγενότων στη Γαλλία και τάχατες αναβάλλοντας την απόφασή του μέχρι νεωτέρας. Αργότερα μεταστράφηκε υπέρ του Οίκου των Βαλουά κι επιχείρησε να ανακινήσει αυτόν τον γάμο, ούτως ώστε ν’ αποτρέψει τη Μαργαρίτα από τον επικείμενο γάμο της με τον ουγενότο Ερρίκο της Ναβάρας, όμως αυτός ο γάμος ήταν ήδη προγραμματισμένος, και στα δεκαοκτώ του ο Σεβαστιανός παρέμεινε ανύπαντρος. Ο Μεγάλος Λοιμός του 1569 τού έδωσε την ευκαιρία να επιδείξει τα ανθρωπιστικά του αισθήματα, ιδρύοντας «καταφύγια» (recolhimentos) για αναξιοπαθούντες, θύματα της επιδημίας, χήρες και ορφανά. Επίσης, ίδρυσε τον θεσμό του δημοσίου υπαλλήλου και γενικώς συνέβαλε στη θεσμική ανασυγκρότηση του κράτους, του στρατού, της παιδείας και της υγείας. Οραματίστηκε σταυροφορία κατά του βασιλείου του Μαρόκου, ευκαιρία για την οποία του έδωσε η προσφυγή συμμαχίας του Αμπου Αμπνταλαχ Μοχάμεντ ι Σάαντι για την αναχαίτιση των Τούρκων που προήλαυναν. Το 1572 ο ποιητής Luís de Camões του αφιέρωσε το αριστούργημά του Os Lusíadas. Στο κλασικό αυτό ποίημα ύμνησε το θαλάσσιο ταξίδι του Βάσκο ντε Γκάμα από τη Λισαβώνα στην Ινδία, αποκαλύπτοντας τη βαρύτητα των γεωγραφικών ανακαλύψεων στη διαμόρφωση του νεώτερου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η σταυροφορία ξεκίνησε το 1578 με 17,000 άνδρες πορτογάλους, καθώς και πολλούς μισθοφόρους από την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους, τις Κάτω Χώρες, την Ισπανία και τα ιταλικά κρατίδια. Στη Μάχη των Τριών Βασιλέων (Alcácer Quibir) ο Σεβαστιανός έχασε τη ζωή του. Το 2001, η ιστορικός Maria Luísa Martins da Cunha υποστήριξε πως ο βασιλιάς είχε επιβιώσει της μεγάλης αυτής μάχης και πως επανεμφανίστηκε το 1598, για να συλληφθεί με ισπανική συνωμοσία και να δολοφονηθεί. Πάντως, η εκκρεμότητα η σχετική με το τέλος του βασιλιά παρήγαγε ένα ολόκληρο ρεύμα πεποιθήσεων «επιστροφής» του Σεβαστιανού που ονομάστηκε Σεβαστιανισμός. Ανάμεσα στη «σεβαστιανική» μυθολογία, κυρίαρχη δοξασία ήταν εκείνη που περιέγραφε τον “βαθύ ύπνο» του ποθητού πατριώτη βασιλιά, που περίμενε την «αφύπνισή» του για να επιστρέψει και να σώσει τη χώρα του στη δύσκολη ώρα. Ο σεβαστιανισμός είναι η ιβηρική παραλλαγή της περίπτωσης του Βασιλιά Αρθούρου της Βρετανίας, του Φρειδερίκου Μπαρμπαρόσα της Γερμανίας ή του βυζαντινού ύστατου βασιλιά Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ο Σεβαστιανός πήρε, έτσι, τις προσωνυμίες O Encoberto (ο Κρυφός) και O Desejado (ο Ποθητός). Δημώδους χαρακτήρα στίχους (trovas) με αυτήν τη θεματολογία έγραψε ο António Gonçalves de Bandarra. Το 1843 ο Ντονιτσέτι έγραψε την όπερα πέντε πράξεων “Dom Sébastien” και ο βέλγος συγγραφέας Paul Dresse του αφιέρωσε το έργο του Sébastien de Portugal (Le Capitaine de Dieu). Το λαϊκό τραγούδι"A Lenda de El Rei D. Sebastião" του λαϊκού συγκροτήματος Quarteto 1111 (1968) έχει ως θέμα τη ζωή του χαμένου βασιλιά.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ