Ρόμπερτ Φροστ (Robert Frost) - Ποιήματα

Ο Ρόμπερτ Λι Φροστ (Robert Lee Frost, 26 Μαρτίου, 1874 – 29 Ιανουαρίου, 1963) ήταν Αμερικανός ποιητής. Τιμήθηκε τέσσερις φορές με το βραβείο Πούλιτζερ.

Αν και το όνομά του είναι κυρίως συνδεδεμένο με τη Νέα Αγγλία, ο Φροστ γεννήθηκε στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια. Η μητέρα του Ίσαμπελ Μούντι (Isabelle Moodie), είχε σκωτσέζικη καταγωγή και ο πατέρας του, Ουίλιαμ Πρέσκοτ Φροστ ο νεότερος, ήταν απόγονος των Φροστ από το Ντέβονσαϊρ, που εγκαταστάθηκαν στο New Hampshire το 1634. Ο πατέρας του, πρώην δάσκαλος, που αργότερα έγινε συντάκτης της εφημερίδας San Francisco Daily Evening Post, είχε πρόβλημα με τον αλκοολισμό και τον τζόγο, και εφάρμοζε σκληρή πειθαρχία στα παιδιά του. Είχε πάθος με την πολιτική και ασχολήθηκε ενεργά με αυτήν, όσο του το επέτρεπε η υγεία του.
Ο Φροστ έζησε στην Καλιφόρνια μέχρι τα έντεκά του χρόνια. Μετά το θάνατο του πατέρα του από φυματίωση το 1885, μετακόμισε με τη μητέρα και την αδερφή του στην ανατολική Μασσαχουσέτη, κοντά στους προγόνους του πατέρα του. Η μητέρα του προσχώρησε στην εκκλησία των Swedenborgian και τον βάπτισε σε αυτήν, αλλά ο Φροστ την εγκατέλειψε ως ενήλικας. Μεγάλωσε ως παιδί της πόλης και το πρώτο του ποίημα δημοσιεύθηκε στο Lawrence της Μασσαχουσέτης. Παρακολούθησε μαθήματα στο Κολέγιο Ντάρτμουθ (Dartmouth College) το 1892, για λιγότερο από ένα εξάμηνο. Ασχολήθηκε με διάφορες δουλειές, όπως η διδασκαλία, η διανομή εφημερίδων και η εργασία σε εργοστάσιο. Το 1894 πούλησε το πρώτο του ποίημα, My Butterfly, στην εφημερίδα The Independent για δεκαπέντε δολάρια. Υπερήφανος για το επίτευγμά του, έκανε πρόταση γάμου στην Elinor Miriam White. Ήταν συμμαθητές στο Λύκειο και είχαν διατηρήσει επαφή μέχρι τότε. Αυτή αρνήθηκε, λέγοντας πως ήθελε να αποφοιτήσουν πρώτα από το Κολέγιο πριν παντρευτούν. Ο Φροστ απογοητευμένος, ταξίδεψε στο Great Dismal Swamp στην Βιρτζίνια. Επέστρεψε αργότερα τον ίδιο χρόνο και επανέλαβε την πρόταση στην Elinor, αυτή δέχθηκε και παντρεύτηκαν το Δεκέμβριο του 1895.
Εργάστηκαν και οι δύο ως καθηγητές σε σχολείο μέχρι το 1897. Μετά ο Φροστ φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ για δύο χρόνια. Αν και τα πήγαινε καλά, ένιωθε ότι έπρεπε να γυρίσει πίσω λόγω της υγείας του και επειδή η σύζυγός του περίμενε το δεύτερο παιδί τους. Ο παππούς του αγόρασε μια φάρμα στο New Hampshire για το νεαρό ζευγάρι. Ο Φροστ έμεινε εκεί για εννέα χρόνια και έγραψε πολλά από τα ποιήματα που αποτέλεσαν τα πρώτα του έργα. Η απόπειρά του να ασχοληθεί με την ανατροφή πουλερικών απέτυχε και αναγκάστηκε να δεχθεί τη θέση καθηγητή στην Ακαδημία Πίνκερτον.
Το 1912, ο Φροστ ταξίδεψε με την οικογένειά του στη Γλασκώβη, και αργότερα εγκαταστάθηκε στο Μπίκονσφιλντ (Beaconsfield), έξω από το Λονδίνο.
Η πρώτη του ποιητική συλλογή, A Boy's Will, εκδόθηκε τον επόμενο χρόνο. Στην Αγγλία απέκτησε σημαντικές γνωριμίες, όπως ο ποιητής Έντουαρντ Τόμας (Edward Thomas) (μέλος της γνωστής ομάδας Dymock poets), ο T. E. Hulme, και ο Έζρα Πάουντ, ο οποίος ήταν ο πρώτος Αμερικανός που έγραψε ευνοϊκή κριτική για το έργο του Φροστ. Ο Φροστ συνέγραψε μερικά από τα καλύτερα δείγματα της δουλειάς του ενώσο βρισκόταν στην Αγγλία.
Ο Φροστ επέστρεψε στην Αμερική το 1915, αγόρασε μία φάρμα στην Franconia του New Hampshire και ξεκίνησε την συγγραφική του καριέρα, ενώ ταυτόχρονα ασχολήθηκε και με τη διδασκαλία. Από το 1916 ως το 1938 ήταν καθηγητής Αγγλικής Φιλολογίας στο Κολέγιο Άμχερστ (Amherst College). Ως καθηγητής, ενθάρρυνε τους μαθητές του να χρησιμοποιούν τον ήχο της ανθρώπινης φωνής στην τέχνη τους.
Κατά την τελετή εγκατάστασης του προέδρου Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι στο αξίωμα του το 1961, ο Φροστ απείγγειλε το The Gift Outright. Μερικά από τα πιο γνωστά ποιήματά του είναι τα Death of the Hired Man, Stopping by Woods on a Snowy Evening, Mending Wall, Nothing Gold Can Stay, Birches, After Apple Picking, The Pasture, Fire and Ice, The Road Not Taken, και Directive. Ο Φροστ τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ τέσσερις φορές, επίτευγμα μεγάλο για έναν ποιητή.
Από το 1921, και για τα επόμενα 42 χρόνια (με τρεις εξαιρέσεις), ο Φροστ κάθε καλοκαίρι δίδασκε στο Bread Loaf School of English του Κολεγίου Middlebury στο Ρίπτον, του Βερμόντ. Το Κολέγιο Middlebury έχει ακόμη στην κατοχή του τη Φάρμα του Ρόμπερτ Φροστ ως Εθνικό Ιστορικό Αξιοθέατο, κοντά στις εγκαταστάσεις του Bread Loaf.
Πέθανε στη Βοστώνη στις 29 Ιανουαρίου, 1963. Ο τάφος του βρίσκεται στο Παλαιό Κοιμητήριο του Μπένινγκτον, στο Μπένινγκτον του Βερμόντ. Ο κατάλογος αποφοίτων του Χάρβαρντ του 1965 τον αναφέρει ως απόφοιτο με τιμητική διάκριση. Ο Φροστ έλαβε επίσης πτυχίο με τιμητική διάκριση από το Κολέγιο Bates καθώς και από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και το Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ. Ενώ ήταν ακόμη εν ζωή, το σχολείο the Robert Frost Middle School στο Φέρφαξ της Βιρτζίνια, και η κεντρική βιβλιοθήκη του Κολεγίου Άμχερστ, πήραν το όνομά του.

πηγή: http://el.wikipedia.org/


Ούτε ο μισός 

Στράφηκα να μιλήσω στο Θεό
για την απελπισία του Κόσμου·
χειρότερο έγινε, όμως, το κακό
σαν ένοιωσα πως ήμουν μοναχός μου.

Στράφηκε –μη γελάσετε θνητοί–
ο Θεός σε μένα να μιλήσει.
Βρήκε, όμως, ότι έλειπα από κει
(αν όχι όλος) τουλάχιστο ο μισός είχα αναχωρήσει.


Αφοσίωση

Αδύνατο η καρδιά να βρει
κάπου αφοσίωση πιο πολλή
απ’ όση έχει ο γιαλός στο κύμα·
χρόνια και χρόνια ακίνητος
ατέλειωτα και πληκτικά
ν’ ακούει την ίδια πάντα ρίμα.

μετάφραση: Κώστας Βαλεοντής
πηγή: http://greekpoems.wordpress.com/


Προς τη γη

Στα χείλη μου άγγιξε  γλυκά ο έρωτας.
Τόσο όσο μπορούσα να αντέξω.
άλλοτε αυτό φαινόταν και πολύ
με τον αέρα τότε ζούσα.

Το κύμα γλύκας που με προσπερνούσε
ήταν μήπως μυρωδιά μόσχου
που ανέδυαν τα κρυμμένα κλήματα
από το λόφο το σούρουπο;

Με τύλιξαν και με πόνεσαν
κλαδιά από αγιόκλημα
που όταν τα κόβεις σου ποτίζουν
με δροσιά τους κόμπους των δαχτύλων σου

Ποθούσα έντονη γλύκα
αλλά στη νιότη μου έμοιαζε μονάχα τόσο έντονη.
Όμως το πέταλο του ρόδου
με τρύπησε κρυφά

Τώρα, χαρά που να της λείπει αλάτι δεν υπάρχει
Που να μην πάλεψε πολύ
με πόνο, κούραση και λάθη.
Αποζητώ την κηλίδα αυτή…

..από τα δάκρυα, το σημάδι
της πιο τρανής αγάπης
Το φλούδι του γαρύφαλλου που
γίνεται γλυκόπικρο όταν
το κρατάς στο στόμα

Όταν αποτραβώ το χέρι
είναι σημαδεμένο, μουδιασμένο
ακουμπώντας με δύναμη
πάνω απ” τα χόρτα, ή τα χαλίκια

Όμως δε μου φτάνει αυτός ο πόνος.
Χρειάζομαι βάρος και δύναμη πολλή.
Να νιώσω τη γη, όσο τραχιά είναι
σ” όλο μου πάνω το κορμί.

πηγή: http://www.eros-erotas.gr/


Σταματώντας στο δάσος ένα χιονισμένο απόγευμα

Ποιανού το δάσος είναι αυτό, νομίζω ξέρω.
Αν και το σπίτι του μακριά είν’ στο χωριό,
δεν θα με δει που σταματάω εδώ
να δω τα δέντρα του γεμάτα χιόνι σκοτεινό.

Το άλογο θα σκέφτεται περίεργο
να σταματάει εδώ, χωρίς ένα σπιτάκι αγροτικό
να υπάρχει ανάμεσα στα δέντρα και την παγωμένη λίμνη
το βράδυ του χρόνου, το πιο σκοτεινό.

Τα χαλινάρια του τινάζει με τις καμπανούλες
για να ρωτήσει ποιο το λάθος λες.
Το μόνο που ακούγεται τριγύρω να σαρώνει
είν’ ο αέρας και οι νιφάδες παχουλές.

Τα δέντρα είναι όμορφα, βαθειά και σκοτεινά
μα οι υποσχέσεις μου δεν με κρατάν κοντά
κι έχω μίλια να διαβώ πριν κοιμηθώ ξανά
κι έχω μίλια να διαβώ πριν κοιμηθώ ξανά.
μτφ.: θωμάς παπαστεργίου

πηγή: http://logocafe.blogspot.com/



Τίποτα χρυσό δεν παραμένει

Το πρώτο πράσινο της φύσης είναι  χρυσό
Η πιο δύσκολη απόχρωση της
Το πρώιμο φύλλο της λουλούδι είναι
αλλά μόνο για μια ώρα
Μετά το φύλλο πέφτει δίπλα σε φύλλο
Έτσι ο παράδεισος βυθίζεται στην θλίψη
έτσι η αυγή πνίγεται στην μέρα
Τίποτα χρυσό δεν παραμένει


Φωτιά και Πάγος 

Κάποιοι λένε πως με φωτιά θα τελειώσει ο κόσμος
Άλλοι πάλι λένε πως με τον πάγο το τέλος θα έρθει
Έχω δοκιμάσει από επιθυμία και τα δύο
και έτσι υποστηρίζω εκείνους που την φωτιά ευνοούν
Αλλά αν ήταν ο κόσμος δυο φορές να τελειώσει
Νομίζω πως έχω αρκετά το μίσος γνωρίσει
για να ξέρω ότι η καταστροφή από πάγο
είναι επίσης σπουδαία
και θ’ αρκούσε 

πηγή: http://www.sodeia.net/


Τώρα κλείσ' τα παράθυρα


Τώρα κλείσ' τα παράθυρα και κάνε τα λιβάδεια να σιωπήσουν:
Αν είναι ανάγκη για τα δέντρα, άσ' τα να πηγαινόρχονται-
Πουλί τώρα πια δεν κελαηδεί κι αν κελαηδεί
Ας πούμε πως έχασα.
Θα περάσει καιρός πριν φανούν και πάλι οι βάλτοι
Θα περάσει καιρός πριν απ' το πρώτο πουλί:
Κλείσε λοιπόν τα παράθυρα να μην ακούς τον άνεμο,
Μόνο κοίτα τα πάντα ν' ανεμοδέρνονται.
 
Ποίημα από την έκδοση Ρόμπερτ Φροστ: Εικοσιπέντε ποιήματα,
μτφρ.-σχόλ.: Νίκος Φωκάς, Δελφίνι 1997

πηγή: http://www.e-poema.eu/

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ