Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Πεσσόα: ο ποιητής με τα πολλά προσωπεία

Του Νίκου Ξένιου για το bookpress.gr

«Οι Θεοί έχουν πεθάνει και το Πεπρωμένο είναι βουβό»
Φερνάντο Πεσσόα, Ηρόστρατος

Ήδη στα έξι του χρόνια ο μεγάλος λογοτέχνης της Πορτογαλίας Φερνάντο Πεσσόα έγραφε με το ψευδώνυμο (ετερώνυμο, όπως επικράτησε να λέγεται) Ιππότης ντε Παθ. Κάποια από τα ψευδώνυμα της παιδικής του ηλικίας: Δόκτωρ Πανγκράθιο και Ντέιβιντ Μέρικ, κατόπιν αυτό του επινοημένου νεαρού Τσαρλς Ρόμπερτ Άνον και, στα 1905-7, ενόσω σπούδαζε στο πανεπιστήμιο της Λισαβόνας, το ετερώνυμο του Αλεξάντερ Σερτς: το τελευταίο ήταν το «μεταβατικό» ετερώνυμο της περιόδου προσαρμογής του στην πορτογαλική πολιτιστική ατμόσφαιρα, προϊόν της οποίας είναι το νεανικό κείμενο Ένα πολύ πρωτότυπο δείπνο (εκδόσεις Gutenberg, 2014, σε υποδειγματική μετάφραση και με πρόλογο κι επίμετρο του Κωνσταντίνου Αρμάου).



Αρχετυπικό δείπνο φυσικότητας και φαντασίας

Το μελαγχολικό ζεύγμα Φύση-Πολιτισμός εμπνέει στον νεαρό Πεσσόα την ιδέα την ιδέα μιας συνάντησης υψηλών γαστρονομικών επιδόσεων, όπου θα τεθούν υπό κρίσιν τα θέσφατα του δυτικού πολιτισμού και θα διασαλευθούν κάποιες βεβαιότητες

Το κείμενο ανήκει στο genre της Λογοτεχνίας Φαντασίας, αν και δεν στερείται φιλοσοφικού κι ανθρωπολογικού προβληματισμού. Αξιοσημείωτη είναι η διπλή σήμανση της λέξης original που επιστράτευσε ο αγγλομαθής Πεσσόα, τόσο για να υποδηλώσει τον βαθμό πρωτοτυπίας του υπό συζήτησιν δείπνου, όσο και για να το συνδέσει απευθείας με την υγιή, απρόσβλητη από taboo ανθρώπινη φύση. Δευτερεύοντα ζητήματα, όπως αυτό της διαδοχής στον επίγειο θρόνο της εξουσίας ή της βίαιης ανατροπής κάποιου προγενέστερου καθεστώτος πραγμάτων, αναφύονται παράλληλα με την κύρια προβληματική, που εστιάζει στον θρίαμβο της πρόκλησης και στην κλιμάκωση της αφηγηματικής αγωνίας.

Στο Ένα πολύ πρωτότυπο Δείπνο[1] ο συγγραφέας Αλεξάντερ Σερτς (εκδοχή του δεκαεννιάχρονου, τότε, Πεσσόα) στήνει μιαν αφήγηση «λογικής επαγωγής»: ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας, ένα μυστηριώδες υποκείμενο ονόματι Πρόζιτ, φέρει όλα τα ψυχοπαθολογικά γνωρίσματα της νοσηρής προσωπικότητας του δημιουργού του. Θέτει ένα πρόβλημα το οποίο ο Αλεξάντερ Σερτς καλείται να επιλύσει, αλλά ο γρίφος του παραλείπει σκόπιμα μία παράμετρο που, άμα τη αποκαλύψει της, θα του προσδώσει μεγαλύτερο σασπένς. Ο αναγνώστης βρίσκεται μπλεγμένος σε μιαν εξιστόρηση κορυφούμενης αγωνίας στο πλαίσιο της οποίας το χιούμορ καλείται να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο, αρκεί να διαφοροποιηθεί από την κρατούσα ηθική. Εορταστική ατμόσφαιρα, περιέργεια, πνεύμα άμιλλας, διονυσιασμός, σαρκαστική σκιαγράφηση ανθρώπινων τύπων, υποβόσκουσα σεξουαλικότητα, έως και αποχαλίνωση του ενστίκτου, όλα θα συνεργασθούν στην αποκάλυψη της βίαιας ανθρώπινης φύσης στην αρχέγονη εκδοχή της.

Ηροστράτειος φήμη

Ο Ηρόστρατος (γράφτηκε το 1925, εκδόθηκε το 1973) είναι ένα ημιτελές δοκίμιο του Φερνάντο Πεσσόα με θέμα την υστεροφημία και το πεπρωμένο του λογοτεχνικού έργου. Πώς φτάνει κανείς στην αναγνώριση του έργου του; Από ποιες ατραπούς πρέπει να περάσει; Ποιος είναι ο αποδέκτης του έργου καθενός και πώς ανανοηματοδοτείται η έννοια της φήμης; Τι είναι η φήμη[2] του ατάλαντου δημιουργού; Οι νοητικές κατηγορίες: ευφυΐα, ταλέντο, πνευματικότητα, αλληλοδιαπλεκόμενες με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, παράγουν –σύμφωνα με τις απόλυτες, δογματικές διαπιστώσεις του Πεσσόα– διαφορετικές ποιότητες του έργου τέχνης, σε μια κλίμακα που κυμαίνεται από το μέτριο μέχρι το αριστούργημα.




Βλασφημία εις βάρος της «θεότητας» και του «ιερατείου», που δεν είναι παρά αλληγορία της απουσίας πνευματικότητος από το έργο μιας πλειάδας διανοουμένων. Αλλά και, εκ μέρους του Πεσσόα, απομυθοποίηση των μεγάλων κλασικών της λογοτεχνίας –σαν να είναι η Λογοτεχνία ο ναός και ο Πεσσόα ο Ηρόστρατος–, αποθέωση της ατομικότητας που υπερβαίνει το πάθος του για τη θεότητα και εξασφαλίζει στον ποιητή την αιωνιότητα. Ο Τζωρτζ Μπέρναρ Σω, ο Έντγκαρ Ουάλας κι ένα σωρό άλλοι απεκδύονται της ιερότητάς τους, ενώ από την πυρά του Πεσσόα βγαίνουν σχεδόν αλώβητοι μόνο ο Μίλτον και ο Σαίξπηρ.


Ο Πεσσόα εκφράζει τη βεβαιότητά του πως η Πορτογαλία θα δημιουργήσει ένα συγγραφέα μεγάλου κύρους, έναν «υπερ-Camões», που θα αναλάβει να γίνει ο μεγάλος δημιουργός της χώρας του στον επόμενο αιώνα. Όμως το 1935 πεθαίνει σχεδόν άσημος, για να αναγνωριστεί, μετά θάνατον, ως ο μεγαλύτερος πορτογάλος ποιητής του εικοστού αιώνα. Διεκδικώντας προκαταβολικά για τον εαυτόν του τον ρόλο αυτόν, λέει προφητικά πως, αν δεχτούμε πως η μεγαλοφυΐα είναι προσαρμογή στο περιβάλλον, τότε ο μεγαλοφυής, ως καινοτόμος και ρηξικέλευθος που είναι, δεν αναγνωρίζεται από τους συγχρόνους του στον βαθμό που προηγείται της εποχής του. Η έκδοση του δοκιμίου από τον Gutenberg (Ηρόστρατος: Η αναζήτηση της Αθανασίας, Αθήνα, 2014) πλαισιώνεται από τη ζωντανή μετάφραση και το διεισδυτικό εισαγωγικό σημείωμα του Χάρη Βλαβιανού, καθώς και από ένα εξαιρετικό επίμετρο του Ρίτσαρντ Ζένιτ, μεταφρασμένο από τη Μαρία Παπαδήμα.



Επάλληλες διαστρωματώσεις ταυτότητας

Το πρώτο αμιγώς «εθνικό» ψευδώνυμο του Πεσσόα ήταν Άλβαρο δε Κάμπος, το όνομα ενός υποτιθέμενου ναυπηγού που σπούδασε τάχατες στη Σκωτία. Το σύνολο των ψευδωνύμων του Πεσσόα ανέρχεται στον αριθμό των ογδόντα ένα. Πρόκειται για συγγραφική επιλογή, απολύτως καθοριστική τόσο της ποικιλίας ύφους που παρουσίασε η λογοτεχνική του παραγωγή, όσο και της ανάγκης μεθόδευσης της υστεροφημίας του. Συχνά το ένα προσωπείο του τοποθετείται κριτικά και ανοίγει διάλογο με το άλλο σε δημόσια έντυπα και λογοτεχνικά περιοδικά, «σκηνοθετώντας», υπό μιαν έννοια, την αποδοχή ενός έργου του.

Σύμφωνα με τον ίδιον, τα τρία κυριότερα ετερώνυμά του ήταν οι Αλμπέρτο Καέιρο, Άλβαρο δε Κάμπος και Ρικάρντο Ρέις. Ο Καέιρο με τα μέτρια Πορτογαλικά δεν υποψιάζεται πως ο Πεσσόα γράφει υπογράφοντας με το όνομά του. Ο Ρικάρντο Ρέις παίρνει σάρκα και οστά στους στίχους μιας ωδής. Ο Κάμπος με τη βαθειά γνώση της Πορτογαλικής είναι το κύημα μιας παρόρμησης, ενός συγγραφικού δισταγμού. Το ημιετερώνυμο Μπερνάρντο Σοάρες ακολουθεί πορεία πλησίστια σ’ εκείνο του Άλβαρο δε Κάμπος, σε στιγμές διαισθητικής και ονειρικής γραφής. Όσο για τον Ρικάρντο Ρέις, αυτός είναι μια εξιδανικευμένη συγγραφική persona που φλερτάρει με την καθαρότητα του ύφους[3]:

Δεν έχω φιλοδοξίες δεν έχω πόθους
όπως να γίνω ποιητής
Η ποίηση είν’ ο τρόπος μου να είμαι μοναχός

Η ποίηση του Πεσσόα έχει αναφορές σε φιλοσοφικά ζητήματα, σε όνειρα και στον Εσωτερισμό του Έντγκαρ Άλεν Πόου και της Μαντάμ Μπλαβάτσκι. Κρίση ταυτότητας που επανέρχεται κατά διαστήματα, μελαγχολικό αίσθημα απόσυρσης από την κοσμική ζωή, αλλά και αίσθημα απώλειας και ματαίωση σχεδίων.

Έρωτας: το μελαγχολικό fado του ανεκπλήρωτου

Αυτοερωτισμό και λανθάνουσα ομοφυλοφιλία προδίδουν τα Γράμματα στην Οφέλια (εκδόσεις Gutenberg με εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια της Μαρίας Παπαδήμα): ο συγγραφέας στην αλληλογραφία του επιδόθηκε σε παιχνίδι επαναλαμβανόμενης κατάκτησης, απώλειας και ανάκτησης του αντικειμένου του ερωτικού του πόθου, της Οφέλιας Κεϊρός, η οποία, απ’ ό,τι μαρτυρούν οι επιστολές της πρώτης και της δεύτερης φάσης της σχέσης τους, απέβλεπε πολύ περισσότερο στον γάμο και την αποκατάσταση.

"Ο συγγραφέας στην αλληλογραφία του επιδόθηκε σε παιχνίδι επαναλαμβανόμενης κατάκτησης, απώλειας και ανάκτησης του αντικειμένου του ερωτικού του πόθου, της Οφέλιας Κεϊρός"



Αποσυρόμενος διαρκώς από το προσκήνιο αυτής της ανθρώπινης συνάφειας κι –επιπλέον– απευθυνόμενος στην Οφέλια σαν σε «αποπνευματωμένη», μη σαρκική εκδοχή της γυναίκας, ο Πεσσόα αναδιπλούται στα πολλά του προσωπεία επιβάλλοντάς τα ως κώδικα επικοινωνίας. Αξιοσημείωτος είναι ο βαθμός προσαρμοστικότητας της νεαρής Οφέλια σε αυτήν την παράλογη συνθήκη. Γράφοντας εκ του ασφαλούς, και με επιστολές φθίνουσας αφοσίωσης, ο Πεσσόα υπεκφεύγει να πραγματώσει τον σαρκικό ετεροφυλοφιλικό έρωτα.

Γνώρισμα όλων των πεζών και έμμετρων συνθέσεών του ήταν αυτό που οι Λατίνοι αποκαλούσαν taedium vitae: απαρέσκεια προς τη ζωή και τα φαινόμενά της, ένα είδος θανατολαγνίας, αίσθημα τελεσίδικης αποτυχίας και απιθανότητας απόκτησης των ποθούμενων αγαθών. Μεταξύ 1905 και 1912 ο Πεσσόα σχολιάζει τους κλασικούς φιλοσόφους και ποιητές, εγκαινιάζοντας ένα δοκιμιακό λόγο του οποίου ο ορίζοντας σημασιοδοτεί τις έννοιες μέσω της παράφρασης. Σπιριτουαλισμός που αποκηρύσσει την υλικότητα των ανθρώπινων –και των προσωπικών του– επιλογών πριμοδοτώντας το Πνεύμα εις βάρος της Ύλης: εγελιανή δομή σκέψης είναι το σήμα κατατεθέν των διαπιστώσεών του, που έρχονται σε απόλυτη συμφωνία με τις ποιητικές του απόπειρες. Ο Πεσσόα συνδύασε τη χαμηλότονη, σαφώς αντιλυρική του έκφραση, όπως και την αγάπη του για τον λαϊκό –δημώδη– ποιητικό λόγο με μια γενναία υπεράσπιση του φουτουρισμού, που γεννήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, επηρεάζοντας αποφασιστικά την ιστορία της σύγχρονης τέχνης.

[1] Πρωτοδημοσιεύθηκε από την Μαρία Λεωνόρα Ματσάδο δε Σούσα στο: FernandoPessoa e a Literatura de Ficcao, Λισαβόνα, εκδόσεις Novaera, 1978.
[2] Ο Ηρόστρατος, τύραννος της αρχαίας Εφέσου, επέλεξε να πυρπολήσει τον ναό της Εφεσίας Αρτέμιδος ώστε να εξασφαλίσει, έστω και αρνητικά, την υστεροφημία. Την πληροφορία έχουμε από τον Βαλέριο Μάξιμο (Αξιομνημόνευτα λόγια και έργα, VIII, 14, 5)
[3] Fernando Pessoa, "Letter to Adolfo Casais Monteiro", 13.01.1935




Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Η Ευφροσύνη Μαντά - Λαζάρου μας μιλά για την τελευταία της ποιητική συλλογή "Ναρκοσυλλέκτρια", εκδ. Γαβριηλίδη

από τον Κωνσταντίνο Κοκολογιάννη

Ο Νώε έτυχε, δικαίως, μεγάλης αναγνώρισης. Αγκαλιάστηκε, βραβεύτηκε, ταξίδεψε. Αυτή η αποδοχή και αναγνώριση, δυσκόλεψε ή διευκόλυνε τα μετέπειτα βήματά σου;

Ο Νώε διαβάστηκε και συνεχίζει να διαβάζεται κι αυτή η αποδοχή του με γεμίζει χαρά. Το βραβείο βοήθησε να γίνει ακόμη πιο γνωστό και να μεταφραστεί στα Ιταλικά. Τωρα μεταφράζεται και στα σέρβικα. Δεν ξέρω ακόμη πώς    θα μπορούσε να επηρεάσει  το δημιουργικό μου κομμάτι, τη γραφή εννοώ επειδή ήδη όταν ανέλαβε ο εκδότης ο Γιάννης Πατίλης την έκδοση του Νώε κι ενώ δεν είχε ακόμη εκδοθεί άρχιζε η γραφή του νέου μου βιβλίου, της Ναρκοσυλλέκτριας. Το θεωρώ       ως συνέχεια του ίδιου δημιουργικού κύκλου αν και μορφικά διαφέρει. Ο Κωνσταντίνος Γεωργίου εγραψε χαρακτηριστικά πώς αν ο Νώε είναι τραγουδι δρόμου, μπαλάντα, η Ναρκοσυλλέκτρια είναι άσμα δωματίου. Η δυσκολία ήλθε την ώρα της απόφασης να προχωρήσει σε έκδοση. Κι αν ΄προχώρησε κι είμαστε έτοιμοι τώρα να το παρουσιάσουμε κι επισήμως οφείλεται σε αρκετό βαθμό και στη φίλη ποιήτρια Φροσούλα Κολοσιάτου που το πηγε στον εκδότη δια χειρός διαβλέποντας πως ίσως από έναν κάποιο  φόβο μετα τη βράβευση του Νώε θα δίσταζα και θα καθυστερούσα αδικαιολόγητα την έκδοση.

Από το Νώε στη Ναρκοσυλλέκτρια. Ποια ήταν η πορεία στο χρόνο και στη δημιουργία;

Υπήρχε κάτι πυκνό πολύ σε σχέση με την Λευκωσία, μια μοιραί πόλη, ως μια μοιραία ύπαρξη, ως μια γυναίκα αν θέλετε. Όπως την βίωσα και την βιώνω όπως την βιώνουμε όλοι κι αγωνιζόμουνα να το ονομάσω και να το θρηνήσω και να το τραγουδήσω και πένθιμα και ερωτικά και σε όλους τους τόνους και πάλι καποια υπόλοιπα άρρητα ακόμη ακούγονταν μέσα μου, όταν τελείωσε η γραφή του Νώε.  Έτσι είναι η ποίηση χωρίς τελεία. Η Ναρκοσυλλέκτρια έτσι ακολούθησε πιο εξομολογητική θέλοντας να αποπυροδοτήσει όλες τις νάρκες, τους κινδύνους, τις αγωνίες, τις ματαιώσεις, τους θανάτους...

Υπάρχει κάποιος κοινός άξονας ανάμεσα στο Νώε και στη Ναρκοσυλλέκτρια;

Κοινός αξονας στα δύο έργα: η ιδιοσυγκρασία της ποιήτριας , ο ψυχισμός της ίσως  ή μάλλον η πολιορκία να φωτίσει πάντα τα ίδια για όλους μας ζητήματα έρωτας θάνατος από άλλη γωνία, κάνοντας έφοδο απόάλλη είσοδο με άλλα μέσα.

"Ναρκοσυλλέκτρια" εκδόσεις Γαβριηλίδη 2014, γιατί επέλεξες αυτόν τον τίτλο;

Από την αρχικη σύλληψη του έργου, η Ναρκοσυλλέκτρια ως έμπνευση κυοφόρησε όλους τους στίχους. Την παρακολουθούσα ως παρουσία στο ναρκοπέδιο της καθημερινά,και την κατέγραφα, για πολλούς μήνες κι ήταν γυναίκα. Γι αυτό Ναρκοσυλλέκτρια με καποιους μόνο στίχους για το Ναρκοσυλλέκτη.

Είναι η ποίηση τέχνη τόσο επικίνδυνη όσο ο τίτλος της τελευταίας σου συλλογής.

Με πολλούς τρόπους είναι επικίνδυνη τέχνη η ποίηση και ριψοκινδυνεύεις να χαθείς ή να σωθείς δηλαδή να παραπλανηθείς ή να παρηγορηθείς υπαρξιακά.

Από πού προέρχονται τα ερεθίσματα για να γράφεις;

Όλα όσα υπάρχουν και συμβαίνουν και σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε και ελπίζουμε και κάνουμε  και ζούμε οι άνθρωποι είναι θέματα για την τέχνη . Ερέθισμα για να γραφτεί κάτι είναι ο σπινθήρας που δημιουργείται εκεί που η προσωπική μου ιστορία και το προσωπικό βίωμα συναντιέται με κατι από όλα αυτά.

Σου λείπει η επαφή με τα παιδιά και την εκπαίδευση;

Ένα πρωί μπαίνοντας στην αυλή του σχολείου, αισθάνθηκα πως δεν με αφορούσε πια αυτό που γινόταν στο σχολείο. Ότι υπάρχουν πολλοί νέοι και καλύτεροι που αναμένουν με το παθος του σταυροφόρου έτσι όπως ήμουνα κάποτε κι εγώ για να υπηρετήσουν το όραμα της παιδείας. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να είμαι ειλικρινής με αυτό που έκανα  τόσα χρόνια στο σχολείο -θέλω να πιστευω δημιουργικα και γνησια-  κι έτσι την άλλη μέρα πήρα τις αποφάσεις μου. Εξ άλλου υππάρχουν άνθρωποι στη, ζωή μου που σε αυτη τη φάση της ζωής μου και της ζωής τους θέλω να είμαι κοντά τους. Δεν το μετανιωσα εξ άλλου σε μερικά χρόνια θα έφευγα ούτως ή άλλως. Η σχέση με τους μαθητές μου ήταν κατι που θα μου έλειπε. Αλλά ο εκπαιδευτικός ξέρει παντα πως είναι εκεί για να συναντήσει νέα παιδιά να δουλέψει μαζί τους μακάρι να εμπνεύσει να βοηθήσει για να τα δει να φεύγουν και να χαίρεται. Όταν καμια φορά τα συναντά και τον χαιρετούν βεβαίως χαίρεται γιατί σημαίνει πως κάτι σημαντικό παιδαγωγικά γινόταν τότε αλλά δεν νιώθει ερημιά έξω από την τάξη. Αν νιωθει ανύπαρκτος χωρίς μαθητές και επαγγελματική ταυτότητα πρέπει να το δουλέψει με τον εαυτό του. Έφυγα χαρούμενη γεμάτη απο πολλά και καλά χρόνια με τα παιδιά.


πηγή: http://www.culturecy.com/






Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

Κώστας Καρυωτάκης -” Η πληγή είναι η πηγή της ποίησης ”

Ο ποιητής της  αμφισβήτησης και της υπαρξιακής αγωνίας
Εκφράζει τη συνείδηση του σύγχρονου καλλιτέχνη  ο οποίος απομακρύνεται από την καθησυχαστική σταθερότητα της παραδοσιακής κοινωνίας και έρχεται αντιμέτωπος με μια πρωτοφανή ιδεολογική , κοινωνική και πολιτική κρίση.
Κεντρικά θέματα στην ποίησή του : η διάσταση τέχνης και κοινωνίας αλλά και ο ρόλος του ποιητή στο σύγχρονο κόσμο. Σχεδόν μόνιμη σύζευξη του ερωτικού συναισθήματος ή της αισθησιακής εμπειρίας  με το μοτίβο του θανάτου και της απώλειας.
Ανοίγει δρόμο προς τη νεωτερικότητα διαταράσσοντας τη μετρική αρμονία και τη γλωσσική καθαρότητα του στίχου
Ποιητικός τόνος μελαγχολικός, ειρωνικός, οργισμένος που ατενίζει φιλοσοφικά τον κόσμο και τους ανθρώπους.
Ποίηση ενδοσκόπησης και αυτογνωσίας
Παρελθοντικοί χρόνοι  που εκφράζουν  την  ανάγκη  του για βιωματική  κατάθεση και επιμονή στη νοσταλγία  μιας   κατάστασης ευτυχίας που έχει πια περάσει και μόνο λύπη και μελαγχολία φέρνει πια. Αυτό είναι , βέβαια, εκφραστική επιλογή  όλων των ποιητών του μετασυμβολισμού, Λαπαθιώτη, Άγρα, Ουράνη κλπ .


ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων ( 1919) 

Νοσταλγικός τόνος, τρυφερή μελαγχολία, ανεπαίσθητος αισθησιασμός.

Εκφράζεται η αμφιθυμία του απέναντι στον έρωτα. Σκέφτεται ακόμη την πρώτη του αγάπη,  που τελείωσε άδοξα ,  την Άννα Σκορδύλη και αυτό διαφαίνεται στα ποιήματα της συλλογής. Για τον ποιητή όλοι οι έρωτες έχουν ημερομηνία λήξεως.

Το ποίημα « Μυγδαλιά», μια τρυφερή και θλιμμένη αλληγορία  διευρύνει την προοπτική των ερωτικών του ποιημάτων

Κι ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω
πώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα
που αγαπιέται.

Έχει στον κήπο μου μια μυγδαλιά φυτρώσει
κι είν’ έτσι τρυφερή που μόλις ανασαίνει·
μα η κάθε μέρα, η κάθε αυγή τηνε μαραίνει
και τη χαρά του ανθού της δε θα μου δώσει.

Κι αλίμονό μου! εγώ της έχω αγάπη τόση…
Κάθε πρωί κοντά της πάω και γονατίζω
και με νεράκι και με δάκρυα την ποτίζω
τη μυγδαλιά που ‘χει στον κήπο μου φυτρώσει.

Αχ, της ζωούλας της το ψέμα θα τελειώσει·
όσα δεν έχουν πέσει, θα της πέσουν φύλλα
και τα κλαράκια της θε ν’ απομείνουν ξύλα.
Την άνοιξη του ανθού της δε θα μου δώσει

Κι όμως εγώ ο φτωχός της είχ’ αγάπη τόση…


Στο ποίημα « Νύχτα», στην τελευταία στροφή, το πάρκο των ερωτικών συναντήσεων μετατρέπεται σε κοιμητήρι χαμένων ερώτων

Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.

Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε

Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει

Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει
χλωμό και μυστηριώδικο
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν’ άνοιξε
και λείψανο να βγαίνει.

Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους
κι αυτοί λέν πως έτριξε·
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται
μελλοντικούς θανάτους.

Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες
τη νύχτα την αστρόφεγγη
που θα’ πρεπε η αγάπη ναν την έπινε
και παίζουν οι λατέρνες.

Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε
οι λησμονιές γλυκύτατες·
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους
και οι άνθρωποι θ’ ακούνε

Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει.

Νηπενθή ( 1921 )

Ο τίτλος παραπέμπει στο ομηρικό «νηπενθές φάρμακον» ( Οδύσσεια, δ 221)

Τα ποιήματα της συλλογής αποσκοπούν, μάταια, να παρηγορήσουν τον ποιητή  για το πένθος της χαμένης αγάπης αλλά και για το βαθύ τραύμα της ύπαρξης. Θέματα  του ονείρου, της απώλειας, της φθοράς, το αίσθημα της νοσταλγίας και η σκιά της μελαγχολίας διατρέχουν τα ποιήματα της συλλογής .

Ο Μπωντλαίρ και  ο Πόε  φαίνεται να έχουν επηρεάσει σημαντικά τον Καρυωτάκη στη συλλογή αυτή. Ο ποιητής συντονίζεται  με το μπωντλαιρικό αίσθημα του πεπερασμένου, με το άγχος και την αγωνία του τέλους  που σημαδεύουν  την ερωτική σχέση , αλλά και την ίδια την ύπαρξη του ποιητή.

Αρκετά ποιήματα της συλλογής  έχουν ως θέμα τους την ποίηση και τους ποιητές. Χαρακτηριστικά   τα  επτά ποιήματα  με τον γενικότερο , οξύμωρο ,  τίτλο    « πληγωμένοι θεοί», που μιλούν για τη μοίρα των ποιητών αλλά και  ορίζουν την ποίηση. Οι ποιητές καταφρονεμένοι, πληγωμένοι, ευάλωτοι ,τρωτοί ,βρίσκονται σ΄αυτό τον κόσμο αντιμέτωποι με ένα σύστημα αξιών όπου κυριαρχούν η φαύλη εξουσία, το χρήμα και η αναξιοκρατία .Ό,τι απομένει σ΄αυτούς για να τους δένει μ΄αυτόν τον κόσμο είναι η λύπη και ο πόνος , τα υλικά  με τα οποία «κατασκευάζουν» την ποίησή τους , μετουσιώνοντας τον πόνο σε τραγούδι που παλεύει να ξορκίσει το Κακό. «Αυτή η πληγή δεν κλείνει , ούτε μπορεί να κλείσει ,γιατί είναι η πηγή της ποίησης»

Πληγωμένοι θεοί

Ποιητές

Πώς σβήνετε, πικροί ξενιτεμένοι!
Ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν…
Βιολέτες κι ανεμώνες, ξεχασμένες
στα ξένα που πεθαίνετε παρτέρια,
κρατώντας, αργυρή δροσοσταλίδα,
βαθιά σας την ελπίδα της πατρίδας…
Χτυπιούνται, πληγωμένες πεταλούδες,
στο χώμα σας οι θύμησες κι οι πόθοι.
Το φως, που κατεβαίνει, της ημέρας,
κι απλώνεται γλυκύτατο και παίζει
μ’ όλα τριγύρω τ’ άλλα λουλουδάκια,
περνάει από κοντά σας και δε βλέπει
τον πόνο σας ωραίο, για να χαϊδέψει
τα πορφυρά θρηνητικά μαλλιά σας.
Ειδυλλιακές οι νύχτες σας σκεπάζουν,
κι η καλοσύνη αν χύνεται των άστρων,
ταπεινοί καθώς είστε, δε σας φτάνει.
Ολούθε πνέει, σα λίβας, των ανθρώπων
η τόση μοχθηρία και σας μαραίνει,
ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν

Οι στίχοι μου

Δικά μου οι στίχοι, απ’ το αίμα μου, παιδιά.
Μιλούνε, μα τα λόγια σαν κομμάτια
τα δίνω από την ίδια μου καρδιά,
σα δάκρυα τους τα δίνω από τα μάτια.

Πηγαίνουν με χαμόγελο πικρό,
αφού τη ζωήν ανιστορίζω τόσο.
Ήλιο και μέρα και ήλιο τους φορώ,
ζώνη ναν τα ‘χουν όταν θα νυχτώσω.

Τον ουρανόν ορίζουν, τη γη.
Όμως ρωτιούνται ακόμα σαν τι λείπει
και πλήττουνε και λιώνουν πάντα οι γιοι
μητέρα που γνωρίσανε τη Λύπη

Το γέλιο του απαλότερου σκοπού,
το πάθος μάταια χύνω του φλαούτου·
είμαι γι’ αυτούς ανίδεος ρήγας που
έχασε την αγάπη του λαού του.

Κει ρεύουνε και σβήνουν και ποτέ
δεν παύουνε σιγά-σιγά να κλαίνε.
Αλλού κοιτώντας διάβαινε, Θνητέ·
Λήθη, το πλοίο σου φέρε μου να πλένε

                                                             

Δον Κιχώτες

Οι Δον Κιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ως την άκρη
του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα.
Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ
για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία.

Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων
αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσίς του δρόμου,
ο Σάντσος λέει «δε σ’ το ‘λεγα;» μα εκείνοι των μεγάλων
σχεδίων, αντάξιοι μένουνε και: «Σάντσο, τ’ άλογό μου!»

Έτσι αν το θέλει ο Θερβάντες, εγώ τους είδα, μέσα
στην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότες
άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,
με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν’ απαρνηθούν τις πρώτες.

Τους είδα πίσω να ‘ρθουνε — παράφρονες, ωραίοι
ρηγάδες που επολέμησαν γι’ ανύπαρχτο βασίλειο –
και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πως ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!

Ευγένεια

Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και γίνε σαν αηδόνι,
και γίνε σα λουλούδι.
Πικροί όταν έλθουν χρόνοι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και πέ τονε τραγούδι.

Μη δέσεις την πληγή σου
παρά με ροδοκλώνια.
Λάγνα σου δίνω μύρα
– για μπάλσαμο — και αφιόνια.
Μη δέσεις την πληγή σου,
και το αίμα σου, πορφύρα.

Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
μα κράτα το ποτήρι.
Κλότσα τις ημέρες σου όντας
θα σου ‘ναι πανηγύρι.
Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
με λέγε το γελώντας.

Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και δρόσισε τα χείλη
στα χείλη της πληγής σου.
Ένα πρωί, ένα δείλι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και γέλασε και σβήσου.

Το 1922 είναι μια χρονιά που θα σημαδέψει τον Κώστα Καρυωτάκη. Θα γνωρίσει τη Μαρία Πολυδούρη στα πληκτικά γραφεία της Νομαρχίας Αττικής όπου μετατέθηκε ο ποιητής . Γεννιέται  ένας έρωτας μεγάλος , ο οποίος όμως θα ματαιωθεί  όταν τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου ο ποιητής μαθαίνει πως πάσχει από σύφιλη, μια ανίατη στην εποχή της ασθένεια, η οποία τον στιγμάτισε και τον οδήγησε στην αποξένωση.

Έχει αποφασίσει να πορευτεί μόνος του στη ζωή και «απομακρύνεται» από την Πολυδούρη.

Το Σεπτέμβρη του 1922 δημοσιεύει  το ποίημα «Δέντρα» , αφιερωμένο στην Πολυδούρη και δείχνοντας  ξεκάθαρα πως έχει αποφασίσει να πορευτεί  μόνος στη  ζωή του

Δέντρα μου, δέντρα ξέφυλλα στη νύχτα του Δεκέμβρη,
στη σκοτεινή, βαθιά δεντροστοιχία
μαζί πηγαίνουμε, μαζί και η μέρα θα μας έβρει,
ω ερημικά, θλιμμένα μου στοιχεία.

Αύριο, μεθαύριο, σύντροφο θα μ’ έχετε και φίλο,
τα μυστικά σας θέλω να μου πείτε,
μα όταν, αργότερα, φανεί το πρώτο νέο σας φύλλο,
θα πάω μακριά, το φως για να χαρείτε.

Κι αφού ταιριάζει, ω δέντρα μου να μένω απ’ όλα πίσω
τα θαλερά και τα εύθυμα στα πλάση,
εγώ λιγότερο γι’ αυτό δε θα σας αγαπήσω,
όταν θα μ’ έχετε κι εσείς ακόμη προσπεράσει.

Ελεγεία και Σάτιρες ( 1927 )

Μια συλλογή – σταθμός στην ιστορία της νεοελληνικής ποίησης, που ο ποιητής αποτυπώνει με ευαισθησία και ωριμότητα το αίσθημα της μοναξιάς, της αποξένωσης του ανθρώπου μέσα στο  σύγχρονο κόσμο. Ο έρωτας ιχνηλατείται μέσα από την απουσία του και η υπαρξιακή αγωνία διαπερνά όλα τα ποιήματα της συλλογής.

Η διάσταση τέχνης και κοινωνίας και ο ρόλος του ποιητή στο σύγχρονο κόσμο απασχολούν τον ποιητή και μέσα από τα ποιήματα  της συλλογής αυτής καταθέτει την οργισμένη απόγνωσή του.

Η αστική υποκρισία και  ο αλλοτριωμένος άνθρωπος ,που απασχόλησαν τον Κ.Μπωντλαίρ στα Άνθη του Κακού,  αποτυπώνονται αιχμηρά και από τον Κώστα Καρυωτάκη στη συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες.

Τελευταίο ταξίδι 

Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Να ‘μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω!

[ Θέλω να φύγω πια]

Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.

Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία να ‘ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος ο εαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.

Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη
χαρά και ικανοποίησις να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

Ιδανικοί αυτόχειρες

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ίδρως, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημιά των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος..



Επίκλησις

Ζοφερή Νύχτα, ξέρω, πλησιάζεις.
Με ζητούνε τα νύχια σου. Στα χνώτα
σου βλέπω που ωχριούν άνθη και φώτα.
Στ’ απλωμένα φτερά σου με σκεπάζεις.

Δωσ’ μου λίγο καιρό, Νύχτα μεγάλη!
Θα καταβάλω όλη τη θέλησή μου.
Σα μορφασμό θα πάρω στη μορφή μου
τη χαρά που στα στήθη έχουν οι άλλοι.

Και τότε κάποια πρόφαση θα μείνει
(σημαίας κουρέλι από χαμένη μάχη),
η ψυχή για να μη δειλιά μονάχη
και για να λησμονεί τη σκέψη εκείνη.

Το πάθος όχι, το ίνδαλμά του μόνο,
ή τη γαλήνη, θέλω ν’ αντικρίσω
μια φορά. Κι ύστερα πάρε με πίσω
και καλά τύλιξε με, ω Νύχτα αιώνων!

Το 1928 κατηγορήθηκε για διαρροή πληροφοριών προς τον τύπο · πληροφοριών που αφορούσαν τη διασπάθιση δημοσίου χρήματος που προοριζόταν για την αποκατάσταση των προσφύγων. Ακολούθησε η τιμωρητική μετάθεσή του στην Πρέβεζα , τον Ιούνιο του 1928.

Ο ποιητής ζει εκεί με συσσωρευμένες απογοητεύσεις , με τη μόνιμη απειλή της αρρώστιας του και κυρίως με μειωμένες ψυχικές αντιστάσεις. Έτσι στις 21 Ιουλίου 1928 αυτοκτονεί, φυτεύοντας μια σφαίρα στην καρδιά του και αφήνοντας πίσω του το ακόλουθο σημείωμα:

Εἶναι καιρὸς νὰ φανερώσω τὴν τραγῳδία μου. Τὸ μεγαλύτερό μου ἐλάττωμα στάθηκε ἡ ἀχαλίνωτη περιέργειά μου, ἡ νοσηρὴ φαντασία καὶ ἡ προσπάθειά μου νὰ πληροφορηθῶ γιὰ ὅλες τὶς συγκινήσεις, χωρὶς τὶς περσότερες, νὰ μπορῶ νὰ τὶς αἰσθανθῶ. Τὴ χυδαία ὅμως πράξη ποὺ μοῦ ἀποδίδεται τὴ μισῶ. Ἐζήτησα μόνο τὴν ἰδεατὴ ἀτμόσφαιρά της, τὴν ἔσχατη πικρία. Οὔτε εἶμαι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο. Ὁλόκληρο τὸ παρελθόν μου πείθει γι᾿ αὐτό. Κάθε πραγματικότης μοῦ ἦταν ἀποκρουστική.

Εἶχα τὸν ἴλιγγο τοῦ κινδύνου. Καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ ᾖρθε τὸν δέχομαι μὲ πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω γιὰ ὅσους, καθὼς ἐγώ, δὲν ἔβλεπαν κανένα ἰδανικὸ στὴ ζωή τους, ἔμειναν πάντα ἕρμαια τῶν δισταγμῶν τους, ἢ ἐθεώρησαν τὴν ὕπαρξή τους παιχνίδι χωρὶς οὐσία. Τοὺς βλέπω νὰ ἔρχονται ὁλοένα περισσότεροι μαζὶ μὲ τοὺς αἰῶνες. Σ᾿ αὐτοὺς ἀπευθύνομαι.

Ἀφοῦ ἐδοκίμασα ὅλες τὶς χαρές !!! εἶμαι ἕτοιμος γιὰ ἕναν ἀτιμωτικὸ θάνατο. Λυποῦμαι τοὺς δυστυχισμένους γονεῖς μου, λυποῦμαι τὰ ἀδέλφια μου. Ἀλλὰ φεύγω μὲ τὸ μέτωπο ψηλά. Ἤμουν ἄρρωστος.

Σᾶς παρακαλῶ νὰ τηλεγραφήσετε, γιὰ νὰ προδιαθέσῃ τὴν οἰκογένειά μου, στὸ θεῖο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, ὁδὸς Μονῆς Προδρόμου, πάροδος Ἀριστοτέλους, Ἀθήνας.

Κ.Γ.Κ.

[Υ.Γ.] Καὶ γιὰ ν᾿ ἀλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω ὅσους ξέρουν κολύμπι νὰ μὴν ἐπιχειρήσουνε ποτὲ νὰ αὐτοκτονήσουν διὰ θαλάσσης. Ὅλη νύχτα ἀπόψε ἐπὶ δέκα ὧρες, ἐδερνόμουν μὲ τὰ κύματα. Ἤπια ἄφθονο νερό, ἀλλὰ κάθε τόσο, χωρὶς νὰ καταλάβω πῶς, τὸ στόμα μου ἀνέβαινε στὴν ἐπιφάνεια. Ὠρισμένως, κάποτε, ὅταν μοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, θὰ γράψω τὶς ἐντυπώσεις ἑνὸς πνιγμένου.

Κι  ο ασυμβίβαστος ποιητής «λικνίζοντας την αιώνια θλίψη» του και «σέρνοντας την αιώνια πληγή» του πέρασε στην αθανασία που χαρίζει η αληθινή Ποίηση.

ΠΗΓΕΣ

Χριστίνα Ντουνιά, Κ.Γ.Καρυωτάκης. Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης.εκδ.Καστανιώτης
 Χ.Ντουνιά, Κώστας Καρυωτάκης, Με τ΄όνειρο  οι ψυχές και με το πάθος , από το αφιέρωμα της εφημερίδας Καθημερινή
Νάσος Βαγενάς, Η παραμόρφωση του Καρυωτάκη, εκδ.Ίνδικτος
Σπύρος Βρεττός, Κώστας Καρυωτάκης, Το εγκώμιο της φυγής, εκδ.Γαβριηκίδης 2006
Αφιερώματα περιοδικών: Το Δέντρο 175-176,  Νέα Εστία 1655

πηγή:  http://fotodendro.blogspot.gr/


Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Τοπία μιας νυχτερινής ψυχής - Φερνάντο Πεσσόα (Fernando Pessoa)

Του Νίκου Ξένιου 

από το http://www.bookpress.gr/, για τα ποιητικά βιβλία του Fernando Pessoa Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο καιΤα ποιήματα του Άλβαρο ντε Κάμπος  (Gutenberg).

«Οι μυστικιστές ποιητές είναι άρρωστοι φιλόσοφοι,
και οι φιλόσοφοι είναι άνθρωποι τρελοί» F. Pessoa


Το 1912, κι ενώ ο Φερνάντο Πεσσόα (1888–1935) επιχειρούσε να γράψει κάποια ποιήματα παγανιστικού περιεχομένου, γεννήθηκε ένα από τα πιο σημαντικά του ετερώνυμα[1]: Ο Αλμπέρτο Καέιρο, το όνομα του οποίου είναι παραφθορά του ονόματος του πορτογάλου ποιητή Σα-Καρνέιρο, με μιαν εικονική ζωή τοποθετημένη ανάμεσα στο 1889 (Λισαβώνα) και το 1915. Τον Μάρτιο του 1912, λοιπόν, ο Πορτογάλος ποιητής έγραψε τον Φύλακα των Κοπαδιών, αποδίδοντάς τoν στην πέννα του Αλμπέρτο Καέιρο και ανασύροντας, έτσι, ποιμενικές μνήμες από τις δέκα Εκλογές (Βουκολικά) του Βιργίλιου. Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο –μέρος αυτών πρωτομεταφράστηκε στην Ελλάδα από τον Φίλιππο Δρακονταειδή, το 1982– τώρα, σε μια συνολική παρουσίασή τους από τη Μαρία Παπαδήμα στις εκδόσεις Gutenberg, δίνουν την ευκαιρία στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό να απολαύσει μιαν ισορροπημένη, ομαλή μετάφραση με ποιητικές αξιώσεις, μαζί με δύο κατατοπιστικά κείμενα εισαγωγής, ένα της μεταφράστριας και ένα του ίδιου του Πεσσόα, υπό το προσωπείο του Ρικάρντο Ρέις.

Poesia pastorale: μια πολυπλοκότητα εν εξελίξει

"Ακολουθεί τη φωνή της συνείδησής του για τον κόσμο και υπακούει στην προοδευτική ανάδυση των αισθήσεων, που θα εδραιώσουν μιαν ιδιόμορφη, σχεδόν θρησκευτική, εικόνα της φύσης"

Αντι-διανοούμενος, αντι-ρομαντικός, αντι-ϋποκειμενιστής, αντι-μεταφυσικός, ο Καέιρο δεν είναι πια αυτός που ήταν ο Πεσσόα, είναι ένας άλλος: αυτός ο «Άλλος» είναι, στην προκειμένη περίπτωση, οιονεί βοσκός, φέρει όλα τα γνωρίσματα αθωότητας που έχει κάθε βοσκός, ακολουθεί τη φωνή της συνείδησής του για τον κόσμο και υπακούει στην προοδευτική ανάδυση των αισθήσεων, που θα εδραιώσουν μιαν ιδιόμορφη, σχεδόν θρησκευτική, εικόνα της φύσης και της ανθρώπινης παρουσίας μέσα σ’αυτήν:

«να με ξετυλίξω και να είμαι εγώ, όχι ο Αλμπέρτο Καέιρο, αλλά ένα ανθρώπινο ζώο που γέννησε η φύση».

Η ανάμνηση της αρχαίας ποιμενικής ποίησης ως αυτοβιογραφικής αλληγορίας έφτασε μέχρι την αναγεννησιακή Ισπανία (Σαντιλιάνα, Μποσκάν, Γκαρθιλάσο ντε λα Βέγκα) και στην Ιταλία του 16ου αιώνα (Αμίντα (1573), του Τορκουάτο Τάσο, Πιστός βοσκός (Pastor fides) του Γκουαρίνι). Την Αρκαδία του Σανατσάρο μιμήθηκαν, ένα αιώνα μετά, οι Ισπανοί συγγραφείς (Μοντεμαγιόρ, Λόπε ντε Βέγκα). Αυτά τα έργα παρήγαγαν ιδεοτύπους όπως εκείνοι των αμερικανών Ουίτμαν και Θόροου, στα τέλη του 19ου αιώνα: εδώ ο Πορτογάλος ποιητής, μόνος στο δάσος, αφουγκράζεται τους ήχους του ποταμού και των πουλιών, αποξενώνεται από την κοινωνική ζωή κι αναγνωρίζει τη ματαιότητα κάθε φιλοσοφίας. Ο ποιητής απαρνείται την ορθολογική σκέψη και στρέφεται στα ορμέμφυτά του:

«Θέλω να πω τι αισθάνομαι χωρίς να σκέφτομαι αυτό που αισθάνομαι». 

Οι ενότητες: Φύλακας των Κοπαδιών (Guardador de Rebanhos), Ερωτευμένος Βοσκός (Pastor Amoroso) και Ασύνδετα Ποιήματα (Poemas Inconjuntos) έχουν χαλαρή νοηματική σύνδεση, ωστόσο διατηρούν στιλιστική συγγένεια. Eνώ τα διέπει η αντίληψη του Πεσσόα περί καταγραφής της πραγματικότητας καθεαυτήν, στην ουσία χαρακτηρίζονται από απόλυτο υποκειμενισμό:

«Μου λες πως είσαι κάτι περισσότερο
από μια πέτρα ή ένα φυτό,
Μου λες πως αισθάνεσαι, σκέφτεσαι και ξέρεις
ότι σκέφτεσαι κι αισθάνεσαι.
Λοιπόν, οι πέτρες γράφουν στίχους;
Και τα φυτά έχουν ιδέες για τον κόσμο;»

Η αντίφαση συνιστά το κυριότερο υφολογικό γνώρισμα αυτής της επινοημένης περσόνας που φέρεται ως δημιουργός των ποιημάτων της συλλογής, και ο οποίος επιζητεί την κρίση του Μεγάλου Δημιουργού, ενώ μεταθέτει την αξία στο ποιητικό έργο, εξαφανίζοντας τον δημιουργό-υποκείμενο και αποποιούμενος τον τίτλο του ποιητή, σαν να επρόκειτο για μια διαδικασία που λαμβάνει χώραν ερήμην της βούλησής του. Επιστρατεύοντας θυμοσοφικό τρόπο σκέψης, ο «βοσκός» του Πεσσόα διαβεβαιώνει τον αναγνώστη του ότι η απλή παρατήρηση του κόσμου αρκεί, και μάλιστα είναι θεάρεστη:

«Moύ ’μαθε να κοιτάζω τα πράγματα.
Μου δείχνει όλα τα πράγματα που υπάρχουν στα
λουλούδια
Μου λέει πόσο οι πέτρες είναι χαριτωμένες
όταν τις κρατάμε στο χέρι
και τις κοιτάζουμε προσεκτικά».
Η απλότητα του ύφους δεν αντικρούει την ανάγκη για ενδοσκόπηση, αντιθέτως προϋποθέτει τον μυστικισμό ενός «ποιητή της φυσικότητας», που ανατρέχει στις γενεσιουργές αλήθειες του σύμπαντος και «παγώνει» τον χρόνο ύπαρξης των φυσικών στοιχείων σε ένα διηνεκές παρόν. Η στάση του πνεύματός του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «αντιμεταφυσική», γιατί αποποιείται τη συνείδηση των ίδιων του των σκέψεων και απολαμβάνει την αντιλυρική του διάθεση, προσηλώνεται σ’ ένα κόσμο αιώνιας νεότητας και δίνει την πρωτοκαθεδρία στα οπτικά και ακουστικά ερεθίσματα:

«Είμαι μυστικιστής, αλλά μονάχα με το κορμί,
Η ψυχή μου είναι απλή και δεν σκέφτεται».

Ένας «νατουραλιστικός πανθεϊσμός» σε απλό, καθημερινό ύφος, που κατακρίνει την παθογένεια του πολιτισμού με όργανά του τη στιχουργική ελευθερία, την απουσία ομοιοκαταληξίας, κάποιες καινοτομίες στην εναλλαγή των στροφών, με την κατάργηση των μεταφορών και με την υιοθέτηση ενός συνεχούς Ενεστώτα χρόνου. Ο Αλμπέρτο Καέιρο έζησε όλη του σχεδόν τη ζωή στην εξοχή ως βοσκός. Πρόκειται για την κατάργηση και ταυτόχρονα τη μυθοποίηση του ίδιου του υποκειμένου, την αποποίηση ή την απώλεια και ταυτόχρονα τον πολλαπλασιασμό του Εγώ.


Στο απόγειο της ετερωνυμίας

Στις 13 Ιανουαρίου του 1935 ο Πεσσόα έγραψε μια μεγάλη επιστολή στον συγγραφέα και λογοτεχνικό κριτικό Αντόλφο Καζάις Μοντέιρο, χρησιμοποιώντας τα ετερώνυμα του Αλμπέρτο Καέιρο και του Άλβαρο ντε Κάμπος, και διαβεβαιώνοντάς τον ότι η περσόνα του Κάμπος προέκυψε «από την επείγουσα ανάγκη του να γράψει». Στο ποίημα "Opiário", που δημοσιεύθηκε στο εναρκτήριο τεύχος του πορτογαλικού φιλολογικού περιοδικού «Orpheu» τον Μάρτιο του 1914, το ετερώνυμο αυτό μιλά για τον εαυτό του, ενώ ταξιδεύει. Τα Ποιήματα του Άλβαρο ντε Κάμπος είναι ένα ακόμη αξιόλογο μεταφραστικό πόνημα της Μαρίας Παπαδήμα, που ανθολογεί και προλογίζει η ίδια. Ο Κάμπος είναι από τα πιο συνεκτικά ετερώνυμα του Πεσσόα μετά τον Αλεξάντερ Σερτς. Υποτίθεται πως έχει σπουδάσει Μηχανικός και Ναυπηγός κι έχει επιχειρήσει ένα μεγάλο ταξίδι στην Ανατολή, πως έχει βαθειά γνώση της Πορτογαλικής. Είναι το αποκύημα μιας παρόρμησης, ενός συγγραφικού δισταγμού και η προσωπικότητά του διαγράφεται σε τρεις φάσεις της νοητικής και αισθητικής του εξέλιξης: στην αρχή ο Κάμπος εμφανίζεται ως «παρακμιακός», επηρεασμένος από το κίνημα του Συμβολισμού, στην ουσία όμως φέρει εν σπέρματι τα γνωρίσματα μιας φουτουριστικής ποίησης. Στη δεύτερη φάση, ο αισθησιακός (ή αισθησιοκράτης) Κάμπος παραπέμπει στο Song of Myself του Ουώλτ Ουίτμαν, καθώς ο απελευθερωμένος στίχος, ο ευφορικός λόγος και η αφθονία της ονοματοποιίας συνθέτουν έναν ύμνο στον σύγχρονο, τεχνολογικό κόσμο:

«Αμάξι που τρίζει ολοκάθαρα, βαπόρι που σφυρίζει,
γερανός που αρχίζει να γυρίζει στο αυτί μου,
ξερόβηχας πρόσφατος αυτού που βγαίνει απ’ το
σπίτι,
πρωϊνό ελαφρύ φρικίασμα στη χαρά της ζωής...»

Επηρεασμένος από τον Μαρινέττι, ο «τεχνολογικά παθών» Κάμπος αποκαλύπτει εδώ το υπαρξιακό αδιέξοδο, την απογοήτευση και τη βαθειά θλίψη, ορμώμενος από μιαν αρχετυπική παιδική ηλικία πλήρους, παραδείσιας ευτυχίας για να παραγάγει την έντονη αντίθεση προς το θλιβερό εκβιομηχανισμένο τοπίο του παρόντος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η πρώτη φάση του Κάμπος αντιστοιχεί στο «fin du siècle», η δεύτερη στη μοντέρνα εποχή[2] και η τρίτη, η πιο «ριζοσπαστική» και απαισιόδοξη, στον αρνητισμό και το υπαρξιακό άγχος της μεταβιομηχανικής εποχής. Η «Θριαμβική Ωδή» είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα ολικής συμμετοχής των αισθήσεων στη σύνθεση της παραληρηματικής αυτής ποίησης: ναυτία, νευρασθένεια, καταστολή των αισθήσεων που εκφράζει τον κόσμο της μηχανής, σε αντίθεση με την έξαρση των ήχων, των γεύσεων, των αρωμάτων και του υποκειμενισμού:

«Σας αγαπώ όλους, όλα, σαν θηρίο,
Σας αγαπώ σαρκοφαγικά,
διαστροφικά και καρφώνοντας το βλέμμα μου
σ΄εσάς, ω πράγματα μεγάλα, κοινά, χρήσιμα, άχρη-
στα, πράγματα εντελώς μοντέρνα»

Η εκφραστικότητα του ιδιολέκτου του Πεσσόα σε φωνητικό επίπεδο εντοπίζεται τόσο στα εκτεταμένα όσο και στα σύντομα ποιήματα, τόσο στους έμμετρους όσο και στους πιο πεζολογικούς στίχους, στην υπερβολική ονοματοποιϊα, στον εναλλασσόμενο ρυθμό «κρεσέντο» και «ντεσκρεσέντο» (αργός) στα απαισιόδοξα ποιήματά του, όπως το «Κατάστημα Ψιλικών»:

«Δεν είμαι τίποτα.
Ποτέ δεν είμαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να είμαι τίποτα.
Πέραν αυτού, έχω μέσα μου όλα τα όνειρα του κόσμου».

Σε μορφοσυντακτικό επίπεδο εντοπίζονται υπερβολικές απαριθμήσεις, επιφωνήματα, σπάνιες μορφές του ρήματος δύσκολα συντασσόμενες στην πρόταση, ποικιλία γλωσσικών επιπέδων που παράγει συναίσθημα αποξένωσης, νεολογισμοί, συντακτικά λάθη στα εξωστρεφή: αυτά, δηλαδή, τα ποιήματά του που θα τα χαρακτηρίζαμε αισιόδοξα:

«Ξαφνικά προχωρώ σίγουρος, αποφασιστικά,
Πέρασε όλος ο δισταγμός μου
αυτή η κωμόπολη των παιδικών μου χρόνων είναι
τελικά μια ξένη πόλη».

Τέλος, οι αποστροφές, ο διαρκώς αναφορικός λόγος, όπως και οι προσωποποιήσεις, οι υπερβολές, τα οξύμωρα, οι μεταφορές και τα πολυσύνδετα σχήματα είναι κύρια γνωρίσματα της στιχουργικής του. Με όλη αυτήν τη στιχουργική σκευή, ο Πεσσόα δημιούργησε ένα προσωπικό συγγραφικό ύφος, μια αναγνωρίσιμη γραφή κατάλληλη στο να ανακλά μια συνεκτική κοσμοθεωρία, αφήνοντας κείμενα 126 ετερώνυμων φωνών, σημαντικότερες από τις οποίες είναι ο Ρικάρντο Ρέις, ο Αλβάρο ντε Κάμπος, ο Αλμπέρτο Καέιρο και, φυσικά, ο ίδιος, με το ορθώνυμο Φερνάντο Πεσσόα.

Ένα αμιγώς πορτογαλικό συναίσθημα

"Oι απαρχές της πορτογαλικής ποίησης ανάγονται στον πρώιμο 12ο μ.Χ. αιώνα, όταν, στο βόρειο τμήμα της Ιβηρικής χερσονήσου, η Πορτογαλία αποσχίσθηκε από το βασίλειο της Γαλικίας".

Oι απαρχές της πορτογαλικής ποίησης ανάγονται στον πρώιμο 12ο μ.Χ. αιώνα, όταν, στο βόρειο τμήμα της Ιβηρικής χερσονήσου, η Πορτογαλία αποσχίσθηκε από το βασίλειο της Γαλικίας. Οι τροβαδούροι της περιοχής ύμνησαν τον έρωτα προς τη γυναίκα, έκλαψαν και θύμωσαν για τον προδομένο έρωτα, στα cantigas de amigo (τραγούδια του φίλου), όπου το ποιητικό υποκείμενο είναι μια γυναίκα, μια αφηγηματική περσόνα πίσω από την οποία κρύβεται ο άντρας ποιητής, και η οποία με τον φίλο της συζητά τη μοναξιά που νιώθει και νοσταλγεί τη μυστική συνάντηση με τον αγαπημένο της σε κάποιο αθέατο σημείο, συχνά δε απευθύνεται στη μητέρα της ή σε κάποια φυσικά στοιχεία, αξιοποιώντας τη μεγάλη ανιμιστική παράδοση της ιβηρικής χερσονήσου. Κάποια cantigas de amigo έγραψε και ο βασιλιάς Ντενίς δε Πορτουγκάλ. Έχουμε, επίσης, δείγματα επικής ποίησης κατά την περίοδο αυτήν (Gesta de D. Afonso Henriques, άγνωστου συγγραφέα). Επιρροές από την ιταλική ποίηση και θεματολογία από τις μεγάλες γεωγραφικές ανακαλύψεις εμφανίζονται μετά την Αναγέννηση στην πορτογαλική ποίηση: Ο Σα ντε Μιράντα εισάγει και καθιερώνει το σονέτο, διατηρώντας την παραδοσιακή ποιητική φόρμα. Ο Μπερναρντίν Ριμπέιρο ύμνησε με μοιρολατρικό τρόπο τον έρωτα στα βουκολικού χαρακτήρα ποιήματά του. Εκπρόσωπος της αμέσως επόμενης γενιάς, ο Αντόνιο Φερέιρα έγραψε διδακτικού χαρακτήρα ποιήματα, ενώ ο σύγχρονός του Αντόνιο Μπάνταρα ακολούθησε το δόγμα του «σεβαστιανισμού» πριν ακόμη γεννηθεί ο βασιλιάς Σεβαστιανός[3]. Η εξάπλωση της Πορτογαλίας προίκισε με νέα θέματα την επική ποίηση, βασικοί εκπρόσωποι της οποίας ήταν ο Χερόνιμο Κόρτε Ρεάλ και ο μεγάλος Λουδοβίκος Καμόενς (1525?-1580), που στις Λουσιάδες του καθιέρωσε την πλατωνική ματιά, τον σκεπτικισμό του έναντι της έννοιας της Δικαιοσύνης, τον θρήνο για τον Χρόνο που παρέρχεται και για την περιπλοκότητα του έρωτα. Ποιητές της «σκοτεινής» επικής ποίησης των επόμενων χρόνων ήσαν ο Λούις Μπρανδιάο, ο Ροντρίγκες Λόμπο, ο Βάσκο Μουζίνιο δε Κεβέδο, ο Σα δε Μενέσες, ο Γκαμπριέλ δε Κάστρο, ο Αντόνιο Μαθέδο και ο Μπρας Γκαρθία ντε Μασκαρένας. Η ποίηση του δέκατου έβδομου αιώνα επηρεάστηκε από την Ιερά Εξέταση, με αποτέλεσμα να παρακμάσει, μαζί με την αντίληψη για την «πορτογαλική» εθνική ταυτότητα, που οδήγησε στην «Arcádia Lusitânia», με κύριο εκπρόσωπό της τον Μανουέλ ντι Μποκάχε, καθώς και στον Ρομαντισμό. Ο Αλμέιδα Γκάρετ (1799–1854), στο ποίημά του «Camões», υιοθετεί ρομαντική νοσταλγία της εποχής κατά την οποία η χώρα του μετείχε στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, σύμπλεγμα κατωτερότητας που κληροδοτήθηκε και στους ρεαλιστές ποιητές του δέκατου ένατου αιώνα: ο Άντερο ντε Κουεντάλ (1842–1891), ποιητής της υπαρξιακής αγωνίας και αυτόχειρας, ο Γκουέρα Χουνκέιρο (1850–1923) και ο Χοάο ντε Δέους (1830–1896) είναι εκπρόσωποι του ποιητικού ρεαλισμού. Αργότερα, ο Συμβολισμός εκπροσωπήθηκε από τον Καμίγιο Πεζάνα (1867–1926) και ο Ιμπρεσιονισμός από τον Σεζάριο Βέρντε (1855–1886) του οποίου η absurda necessidade de sofrer («η παράλογη ανάγκη να υποφέρει) οδήγησε στον Μοντερνισμό: οι Τεξέιρα ντε Πασκοάες, Μάριο ντε Σα-Καρνειρο και Φερνάντο Πεσσόα είναι οι κύριοι εκπρόσωποί του.

Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο
Fernando Pessoa
Μτφρ. Μαρία Παπαδήμα
Εκδ. Gutenberg 2014
Σελ. 248, τιμή € 13,00
http://www.politeianet.gr/












Τα ποιήματα του Άλβαρο ντε Κάμπος
Fernando Pessoa
Μτφρ. Μαρία Παπαδήμα
Εκδ. Gutenberg 2014
Σελ. 376, τιμή € 16,00
http://www.politeianet.gr/












 * Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.

[1] Η μελέτη της «ετερωνυμίας»δεν είναι παρά η μελέτη ψευδοσυγγραφέων, επινοημένων δηλαδή προσωπικοτήτων, και όχι ψευδωνύμων. Ο συγγραφέας που επινοεί ετερώνυμα κρατά για τον εαυτό του το «ορθώνυμο». Το «ημι-ετερώνυμο» Bernardo Soares διατηρεί ιδιότητες, τόσο του συγγραφέα, όσο και της επινοημένης persona του. Άλλοι γνωστοί συγγραφείς «ετερωνύμων» ήταν ο James Macpherson (Τα τραγούδια του Όσιαν), ο Brian O'Nolan, ο Kent Johnson, ο Romain Gary, ο φιλόσοφος Soren Kierkegaard και ο Stephen King (το ετερώνυμό του ήταν ο Richard Bachman).
[2] Πρόκειται για μια δυναμική αποκάλυψη του θεϊκού στοιχείου: “nova revelação metálica e dinâmica de Deus”.
[3] Ο Σεβαστιανός ο Ποθητός (Sebastião o Desejado: 1554 –1578), γιος του Χοάν Εμανουέλ και της Ιωάννας της Αυστριακής και εγγονός του Καρόλου του Πέμπτου, ταυτίσθηκε με την ακμή της πορτογαλικής κυριαρχίας, που απλώθηκε από την Ανγκόλα έως τη Μοζαμβίκη, τη Μάλαγκα και το Μακάο στα 1557. Παρά την αυστηρή ιησουϊτική του μόρφωση και ηθική, παρά το γεγονός ότι κυκλοφορούσε με ένα βιβλίο του Θωμά Ακινάτη υπό μάλης, ο νεαρός πρίγκιπας Σεβαστιανός έπεσε θύμα βιασμού, στην ηλικία των δέκα ετών, από τον καλόγερο Λουίς δε Κάμαρα, που τον κόλλησε γονόρροια. Η Αικατερίνη των Μεδίκων, σε συνεργασία με τον θείο του Φίλιππο τον Δεύτερο της Ισπανίας, προόριζε για σύζυγό του τη Μαργαρίτα Βαλουά, όμως ο μισογυνισμός του νεαρού πρίγκιπα ακύρωσε το σχέδιό τους, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του για τη «μετριοπαθή» σύνθλιψη των Ουγενότων στη Γαλλία και τάχατες αναβάλλοντας την απόφασή του μέχρι νεωτέρας. Αργότερα μεταστράφηκε υπέρ του Οίκου των Βαλουά κι επιχείρησε να ανακινήσει αυτόν τον γάμο, ούτως ώστε ν’ αποτρέψει τη Μαργαρίτα από τον επικείμενο γάμο της με τον ουγενότο Ερρίκο της Ναβάρας, όμως αυτός ο γάμος ήταν ήδη προγραμματισμένος, και στα δεκαοκτώ του ο Σεβαστιανός παρέμεινε ανύπαντρος. Ο Μεγάλος Λοιμός του 1569 τού έδωσε την ευκαιρία να επιδείξει τα ανθρωπιστικά του αισθήματα, ιδρύοντας «καταφύγια» (recolhimentos) για αναξιοπαθούντες, θύματα της επιδημίας, χήρες και ορφανά. Επίσης, ίδρυσε τον θεσμό του δημοσίου υπαλλήλου και γενικώς συνέβαλε στη θεσμική ανασυγκρότηση του κράτους, του στρατού, της παιδείας και της υγείας. Οραματίστηκε σταυροφορία κατά του βασιλείου του Μαρόκου, ευκαιρία για την οποία του έδωσε η προσφυγή συμμαχίας του Αμπου Αμπνταλαχ Μοχάμεντ ι Σάαντι για την αναχαίτιση των Τούρκων που προήλαυναν. Το 1572 ο ποιητής Luís de Camões του αφιέρωσε το αριστούργημά του Os Lusíadas. Στο κλασικό αυτό ποίημα ύμνησε το θαλάσσιο ταξίδι του Βάσκο ντε Γκάμα από τη Λισαβώνα στην Ινδία, αποκαλύπτοντας τη βαρύτητα των γεωγραφικών ανακαλύψεων στη διαμόρφωση του νεώτερου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η σταυροφορία ξεκίνησε το 1578 με 17,000 άνδρες πορτογάλους, καθώς και πολλούς μισθοφόρους από την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους, τις Κάτω Χώρες, την Ισπανία και τα ιταλικά κρατίδια. Στη Μάχη των Τριών Βασιλέων (Alcácer Quibir) ο Σεβαστιανός έχασε τη ζωή του. Το 2001, η ιστορικός Maria Luísa Martins da Cunha υποστήριξε πως ο βασιλιάς είχε επιβιώσει της μεγάλης αυτής μάχης και πως επανεμφανίστηκε το 1598, για να συλληφθεί με ισπανική συνωμοσία και να δολοφονηθεί. Πάντως, η εκκρεμότητα η σχετική με το τέλος του βασιλιά παρήγαγε ένα ολόκληρο ρεύμα πεποιθήσεων «επιστροφής» του Σεβαστιανού που ονομάστηκε Σεβαστιανισμός. Ανάμεσα στη «σεβαστιανική» μυθολογία, κυρίαρχη δοξασία ήταν εκείνη που περιέγραφε τον “βαθύ ύπνο» του ποθητού πατριώτη βασιλιά, που περίμενε την «αφύπνισή» του για να επιστρέψει και να σώσει τη χώρα του στη δύσκολη ώρα. Ο σεβαστιανισμός είναι η ιβηρική παραλλαγή της περίπτωσης του Βασιλιά Αρθούρου της Βρετανίας, του Φρειδερίκου Μπαρμπαρόσα της Γερμανίας ή του βυζαντινού ύστατου βασιλιά Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ο Σεβαστιανός πήρε, έτσι, τις προσωνυμίες O Encoberto (ο Κρυφός) και O Desejado (ο Ποθητός). Δημώδους χαρακτήρα στίχους (trovas) με αυτήν τη θεματολογία έγραψε ο António Gonçalves de Bandarra. Το 1843 ο Ντονιτσέτι έγραψε την όπερα πέντε πράξεων “Dom Sébastien” και ο βέλγος συγγραφέας Paul Dresse του αφιέρωσε το έργο του Sébastien de Portugal (Le Capitaine de Dieu). Το λαϊκό τραγούδι"A Lenda de El Rei D. Sebastião" του λαϊκού συγκροτήματος Quarteto 1111 (1968) έχει ως θέμα τη ζωή του χαμένου βασιλιά.

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014

Janine Pommy Vega - Ποίηση όπως λέμε ακτιβισμός

Η Janine Pommy Vega, σε ηλικία μόλις 16 ετών, πήγε από το Union City, New Jersey, όπου ζούσε, στη Νέα Υόρκη σε αναζήτηση της Beat Generation που είχε γνωρίσει μέσα από τα βιβλία που διάβαζε. Συνάντησε τον Gregory Corso, και μέσω αυτού και άλλους συγγραφείς. Μετά την αποφοίτησή της εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Νέα Υόρκη. Το φθινόπωρο του 1962 έφυγε από την Αμερική με τον Fernando Vega και ταξίδεψε μαζί του για τρία χρόνια στο Ισραήλ και την Ευρώπη. Μετά το θάνατό του το 1965 επέστρεψε στην Αμερική και ολοκλήρωσε το πρώτο της βιβλίο, "Poems to Fernando", το οποίο δημοσιεύθηκε από την City Lights Books το 1965. Στο Σαν Φρανσίσκο  συναναστρέφεται με τους Diggers και τους Hell’s Angels, με τους συγγραφείς του North Beach, και έχασε τέσσερις συνεχόμενες φορές τα χειρόγραφα του δεύτερου βιβλίου του. 

Το 1971 έφυγε για 4 χρόνια για τη Νότια Αμερική και έζησε στο Περού, την Κολομβία και τη Βολιβία. Κατά την παραμονή της στο νησί του Ήλιου στη λίμνη Τιτικάκα στη Βολιβία, όπου τελείωσε "Journal of a Hermit" (Cherry Valley Editions, 1979) και "Morning Passage" (Telephone Books, 1976). Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη το 1975 άρχισε να διδάσκει ποίηση σε αγγλόφωνα και δίγλωσσα παιδιά στα δημόσια σχολεία και στους φυλακισμένους του Σωφρονιστικού Συστήματος της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Τα ταξίδια της σε όλη τη δεκαετία του ογδόντα και του ενενήντα ήταν η βάση για το "Drunk on a Glacier, Talking to Flies" (Tooth of Time Press, 1988); "Threading the Maze" (Cloud Mountain Press, 1992); "Red Bracelets" (Heaven Bone Press, 1992); "Tracking the Serpent: Journey to Four Continents" (City Lights, 1997); "Island of the Sun" (Longhouse, 1991) και "Mad dogs of Trieste" (Black Sparrow Press, 2000).

Διεύθυνε τη  Incision/Arts, μια οργάνωση που συγκεντρώνει συγγραφείς στη φυλακή. Μέλος της Επιτροπής PEN American Center’s Prison Writing Committee, ήταν συν-συγγραφέας με Hettie Jones του "Words over Walls", ενός εγχειριδίου για την ενεργοποίηση των εργαστηρίων γραφής στις φυλακές. Η Janine Pommy Vega πέθανε στις 23 Δεκεμβρίου του 2010.



Η κουζίνα σε καιρό πολέμου 


Σκέφτομαι τις γυναίκες του Γιάννη Ρίτσου
που βαδίζουν προς την κουζίνα στην πρώτη φήμη του πολέμου
Σκέφτομαι τη μυλόπετρα της γιαγιάς στο Jersey City,
μια μηλόπετρα που δεν θα μπορούσα ποτέ να παράξω, ενώ προχωρώ
με βήμα βελούδινο για να τρίψω το βασιλικό που μεγάλωσε
πέρυσι, βουρτσίσμα της γάτα, κόψιμο του σκόρδου
για να καρυκεύσεις τη σαλάτα.
Ασχολίες σκοπιμως ήσυχες, αν και θα μπορούσα να ξεκινήσω
να πετώ τις κατσαρόλες όπως η μητέρα μου, μπορώ να σου πω
που θα μπορούσα να κάνω μια τέτοια φασαρία που θα αναρωτηθείτε ποιος
έχει τρελαθεί, και είναι ο κόσμος
στις φωτογραφίες που δεν θα φέρω στο σπίτι,
στην μοχθηρή, χλεβαστική στάση ενός προέδρου
απατεώνα, τοποθετημένο εκεί από μια χούφτα των εταιρειών
Θα μπορούσα να σου δείξω πώς τα δάκρυα έσκαψαν στην καρδιά
μια τρύπα τόσο βαθιά όσο οι παντόφλες
όπου εκείνη βύθιζε τα πόδια της τα κρύα πολωνικά πρωινά
Έγινα ότι η γυναίκα babushka
μαρτυρας του μακελειού, κάθε αστείο είναι εκτός
τόπου, καθόλου αστεία σχετικά με σπασμένα παιδιά ή μητέρες
που ουρλιάζουν, οι νεκροί στρατιώτες είναι οι ίδιοι παιδιά
Καθόλου αστεία για παιδιά, τα παιδιά του καθενός
δεν χάνουν την σφαγή τους
το πετρελαίο τα όπλα ο χρυσός σε ψηλούς σωρούς όσο αυτό το σπίτι
δεν μπορούν να αγοράσουν το γελιο τους, δεν μπορουν να θάψουν τις κραυγές τους
τη νύχτα, εγώ κατηγορώ τους λευκούς γέρους πνίγμένη στην απληστία
των φονικών τους, θα παλέψω για κάθε κατσαρόλα και τηγάνι
που έχω στην κατοχή μου για έναν κόσμο απαλλαγμένο από τα χέρια τους.


Willow, Νέα Υόρκη, Απρίλιος 2003.

Μετάφραση στα Ιταλικά: Raffaella Marzano
Μετάφραση στα Ελληνικά: Κωνσταντίνος Κοκολογιάννης
Πηγή: http://www.casadellapoesia.org/

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

Νέοι Ποιητές: Νίκος Σφαμένος - Ποιήματα από τη Λέσβο

Ο Νίκος Σφαμένος γεννήθηκε το 1982 στη Μυτιλήνη. Σπούδασε Αγγλική γλώσσα και φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ποιήματα του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και ιστοχώρους.
 Έχει αυτόεκδώσει τα βιβλία ποίησης: Ακούγοντας βαλς στο σκοτάδι (2007), Οργή και λουλούδια σε μια χώρα νεκρών (2007), Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως (2008), Άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες λέξεις (2008), Ανθισμένες νύχτες (2010),  Περιμένοντας χελιδόνια το Δεκέμβρη (e-book/Λογοτεχνικά Σημειώματα, 2011) και Στα νερά του τρόμου επιπλέει η αγάπη(2013)







death

πήρε εκείνα τα ζόρικα ποιήματα
τα έκαψε
και τα υπόλοιπα τα έριξε στο ποτάμι
φαντάστηκε κάποτε να τον αναλάμβαναν
οι κριτικοί
«ευαίσθητος με λίγα όμως αναγνώσματα»
«μυστήριος, ποτέ δεν εμφανίστηκε»
ω ναι
μα τι άνθρωπος ήταν
δύο νέοι επέστρεφαν εκείνο το βράδυ
ο πιτσιρίκος αγκαλιάζοντας τη δικιά του
ψιθύρισε:
«Κοίτα, ευτυχώς δεν είμαστε τόσο μόνοι όπως αυτός»
να κι ένας σωστός κριτικός
επιτέλους



11.
«το μόνο που θέλω»
σου είπα
εκείνο το βράδυ
του Ιούνη
«είναι ένα καράβι κι
εσύ στο λιμάνι
μ’ ένα φιλί
καθώς φεύγουμε»
«τι όμορφο!»
μου απάντησες
«και ας μη ξαναγράψω ποίημα ποτέ»
έκλεισα τα μάτια μου ενώ
είχε ήδη αρχίσει να
βρέχει
στο τζάμι οι σταγόνες
έτρεχαν

φίλε μου
κανείς δεν ξεφεύγει
πάντα θα γράφεις ποιήματα



σε μια ξένη πόλη

ένας άνδρας
ανάβει τσιγάρο
ένας άνδρας
πίνει
πίνει
πίνει

ενώ απέναντι
τα φώτα των διαμερισμάτων
ένα ένα
σβήνουν

 ακούγοντας βαλς στο σκοτάδι

«κοίτα», μου είπε
«έγραψα ένα ποίημα!»
«τόσο δα μικρό αλλά κοίτα το»
το πρόσωπο του
έλαμπε
του χάιδεψα το κεφάλι κι
έπειτα άπλωσε τα χέρια του
στ αστέρια και χάθηκε
πέρασε άραγε από εδώ
ή όχι;
ήταν τρελός ή
άγιος;
όταν προσπάθησα να τον βρω
η ομίχλη είχε ήδη
απλωθεί
κράτησα το χαρτί
σφιχτά στα χέρια
μου
ήταν η εποχή
που κανένας δεν
θα δινε σημασία
σε ένα τόσο δα ποίημα
-κανείς-
κι εκείνον
δεν τον ξαναβρήκα ποτέ
από τότε
φίλησε την ομίχλη
χαμογέλασε
και χάθηκε
για πάντα

Τα παραπάνω ποιήματα είναι από την ποιητική συλλογή "Στα νερά του τρόμου επιπλέει η αγάπη" (2013)

συγχώρεσέ με ποὺ
δὲν ὑπῆρξα
ἀμόνι φωτιὰ καὶ
λιακάδα
οὐράνιο τόξο
βροχὴ
κεραυνὸς
ἀγέρας
καὶ ποὺ μόνο
ἔγραψα ποιήματα

--------


νὰ τραβᾶς τὴν κουρτίνα
ἕνα Κυριακάτικο ἀπόγευμα
καὶ νὰ κοιτᾶς τὸν ἔρημο δρόμο:
νά τί σημαίνει θάνατος

------------


Κύριε! πῶς οἱ μέρες μας
λιγοστεύουν
κοιταζόμαστε ἄπραγοι
ἕνας ἕνας ἢ
ὅλοι μαζὶ
λίγο πρὶν τὸ τέλος
καὶ μουρμουρίζουμε παράξενες
λέξεις
τίποτα δὲν θὰ μείνει ἀπὸ
ἐμᾶς στὶς λεωφόρους
ποὺ περπατήσαμε
Κύριε!
περάσαμε τὴ ζωή μας περιμένοντας
νὰ φύγει ὁ χειμώνας
λαχταρώντας ν’ ἀνέβουμε λίγο
ψηλότερα
απομείναμε σκονισμένοι
στὶς πόλεις
τους δρόμους καὶ
τὰ καταφύγιά μας
κοίτα μας
κοίτα μας
πῶς φεύγουμε σκυφτοὶ μὲ
ὑγρὰ μάτια
ἕνας
ἕνας

ὅλοι μαζὶ

από την ποιητική συλλογή "Περιμένοντας χελιδόνια το Δεκέμβρη" 201


Καθώς νυχτώνει...

Κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τούτο

το βροχερό απόγευμα

ένας άνδρας απέναντι καίγεται

οι κουρτίνες κουνιούνται θλιβερά

ανασηκώνω τους ώμους και αγγίζω

τα σκονισμένα βιβλία

-δεν μου έμαθαν ποτέ τίποτα-

κι εκείνος εξακολουθεί να με κοιτά

καθώς ακούμε τη βροχή

τίποτα δεν μας ταράζει στο βυθό μας

τίποτα δεν θα συμβεί

μια γαλήνη περιφέρεται

όμως να

κάποτε ξεκίνησες αλλιώς

και ο ουρανός είχε λίγο ίσως χρώμα

μα ο χειμώνας ήρθε γρήγορα

και μας βρήκε απροετοίμαστους

και έτσι θα κοιταζόμαστε όλο το βράδυ

εγώ και εκείνος ο άγνωστος άνδρας

που καίγεται

λίγο πριν η βροχή δυναμώσει

ναι

κάποιες ζωές ξοδεύτηκαν άσκοπα


---------------------



Αυτό το πρωινό...

τους παρατηρώ να περιμένουν

εδώ και ώρα

τούτη την αποπνικτική

μέρα

καθώς οι άνθρωποι

πηγαινοέρχονται βιαστικοί

τα ρούχα τους ξεθωριασμένα

τα μαλλιά απεριποίητα

εκείνη χοντρή με μια τεράστια ελιά

στο μάγουλο

και αυτός ιδρωμένος να κρατά τη

πραμάτεια τους

το πράσινο ανάβει

της δίνει ένα φιλί

και περνάνε

απέναντι


------------------------



Μικρές νίκες

υποσχέθηκες να μη γράψεις ξανά εκείνα τα

ποιήματα

όμως βλέπετε είναι τόσες οι χαμένες νύχτες

σε κρατάει που τούτη τη νύχτα κάποιοι θα

βρίσκονται στην ίδια θέση με τη δική σου

-ελπίζεις να βρούνε τις λέξεις σου

και να τους δώσουν λίγο κουράγιο-

όμως εσύ να

το υποσχέθηκες

μάταιο όμως

οι φάροι δεν άναψαν ποτέ στο

σκοτάδι για εμάς

ούτε ζεστό χέρι μας απλώθηκε

κατεβάζεις μια γουλιά για όλους τους

ξεχασμένους

την ώρα που έξω

οι τηλεοράσεις θα τρεμοπαίζουν

τα νυχτερινά κέντρα θα γεμίζουν ασφυκτικά

οι περιπολίες θα αυξάνονται και

τα ζευγάρια θα τσακώνονται

το μπουκάλι αδειάζει και ένας μοναχικός

γελά δυνατά

στη μέση της νύχτας:

κέρδισες


από την ποιητική συλλογή "Ανθισμένες Νύχτες", 2010

Ευχαριστώ πολύ τον Νίκο Σφαμένο για την παραχώρηση του υλικού

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Λόρκα (Federico Garcia Lorca): Κάθε αληθινός ποιητής είναι επαναστάτης

Τα ξημερώματα της 19ης Αυγούστου του 1936, ήρθε το τέλος για τον κορυφαίο ποιητή, ζωγράφο, δραματουργό και θεατρικό σκηνοθέτη, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Εκτελέστηκε στο Βίθναρ της Ισπανίας από παραστρατιωτικούς οπαδούς του Φράνκο που έθαψαν τη σορό του, μαζί με άλλα τρία άτομα που εκτέλεσαν εκείνη την αυγή σε ομαδικό τάφο.


Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι ο Λόρκα εκτελέστηκε στο Αλφακάρ και πολλοί πίστευαν ότι είχε ταφεί στην περιοχή αυτή, μαζί με άλλους εκτελεσθέντες. Οι αρχές της Ανδαλουσίας διέταξαν το άνοιγμα του συγκεκριμένου τάφου, κατόπιν αιτήματος των οικογενειών των άλλων πέντε ανθρώπων που πιθανολογείτο ότι είχαν ταφεί εκεί. Από την ανασκαφή και την έρευνα που έγινε στο χώρο όμως δεν βρέθηκε τίποτα.

Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι ο Λόρκα εκτελέστηκε στο Αλφακάρ και πολλοί πίστευαν ότι είχε ταφεί στην περιοχή αυτή, μαζί με άλλους εκτελεσθέντες. Οι αρχές της Ανδαλουσίας διέταξαν το άνοιγμα του συγκεκριμένου τάφου, κατόπιν αιτήματος των οικογενειών των άλλων πέντε ανθρώπων που πιθανολογείτο ότι είχαν ταφεί εκεί. Από την ανασκαφή και την έρευνα που έγινε στο χώρο όμως δεν βρέθηκε τίποτα.

Το τέλος του πολέμου έφερε μαζί του και την «Συμφωνία για Λήθη», μια συμφωνία ανάμεσα στην κυβέρνηση και το στρατό, η οποία άνοιξε την πόρτα για τη Δημοκρατία με αντάλλαγμα γενική αμνηστία για το καθεστώς του Φράνκο. Πρόσφατα όμως εμφανίστηκαν ρωγμές στη συμφωνία. Η κυβέρνηση των σοσιαλιστών, το 2007, ψήφισε το Νόμο της Ιστορικής Μνήμης, η οποία για πρώτη φορά αναγνώριζε επίσημα τα θύματα της δικτατορίας του Φράνκο. Ο νόμος επιτρέπει σε όποιον έχει αποδείξεις για ομαδικό τάφο να ζητήσει την βοήθεια του κράτους για την εκταφή και την ταυτοποίηση των λειψάνων.

Τον Οκτώβριο του 2008, μετά από μια δεκαετία προσπαθειών από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ισπανίας, ο δικαστής Μπαλτάσαρ Γκαρθόν διέταξε την εκταφή και αναγνώριση των θυμάτων από 19 ομαδικούς τάφους, μεταξύ των οποίων και αυτός όπου θεωρείται του Λόρκα. Ωστόσο, 73 χρόνια μετά το θάνατο του Λόρκα, η αντίσταση στην εκταφή της καταπιεσμένης μνήμης της χώρας παρέμενε ισχυρή. Μια εβδομάδα μετά την έκδοση της απόφασης του Γκαρθόν, ο ανώτατος εισαγγελέας της χώρας, Χαβιέρ Θαραγόθα, την αμφισβήτησε με το σκεπτικό ότι δεν ενέπιπτε στην αρμοδιότητα του Γκαρθόν η υπόθεση.

Ο δικαστής Γκαρθόν, πιθανόν φοβούμενος την περίπτωση σύμπνοιας του Ανώτατου Δικαστηρίου με τον Θαραγόθα, έστειλε την υπόθεση στα κατά τόπους δικαστήρια, επιχειρώντας έτσι να κρατήσει την υπόθεση ανοιχτή. Τελικά δόθηκε το «πράσινο φως» και η οικογένεια του Λόρκα που είχε αρχικά αντιρρήσεις, στο τέλος έδωσε τη συγκατάθεσή της και οι εργασίες ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 2009. Αλλά δεν βρέθηκε τίποτε που να αποδεικνύει ότι εκεί είχε ταφεί ο συγγραφέας του «Ματωμένου γάμου».

Φ. Γκ. Λόρκα: «Εγώ ποτέ δεν θα γίνω πολιτικός. Είμαι επαναστάτης, γιατί δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που να μην είναι επαναστάτης»

Ο Φεντερίκο ντελ Σαγράδο Κοραθόν ντε Χεσούς Γκαρθία Λόρκα γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου του 1898 στο χωριό Φουέντε Βακέρος της Γρανάδα. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας φιλοσοφία και λογοτεχνία ενώ έλαβε πτυχίο Νομικής. Από το 1919 μετακομίζει στην Μαδρίτη και συχνάζει στη φοιτητική εστία (Residencia de Estudiantes) όπου γνωρίζει και αναπτύσσει φιλία με πολλούς από τους διανοούμενους και καλλιτέχνες της εποχής, όπως είναι ο Λουί Μπουνιουέλ, ο Σαλβαδόρ Νταλί κ.α. Τον επόμενο χρόνο ανεβαίνει στο σανίδι το έργο του «Μάγια της Πεταλούδας» και κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίου με ποιήματα.

Το 1922 δημοσιεύεται το «Κάντε Χόντο» (Cante Jondo, παλιό λαϊκό είδος τραγουδιού, στο ύφος του φλαμένκο). Το 1925 διαβάζει στο Σαλβαδόρ Νταλί το θεατρικό του έργο «Μαριάνα Πινιέδα» ενώ το 1928 δημοσιεύει το «Ρομανθέρο Χιτάνο» , άλλη μια σημαντική ποιητική συλλογή του. Γράφει πλέον διαρκώς ενώ εκτός από το θέατρο, γράφει έργα και για κουκλοθέατρο, σχεδιάζει, ζωγραφίζει, δίνει διαλέξεις, γράφει εργασίες.

Το 1929, χάρη σε μια υποτροφία, επισκέπτεται τη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ. Πρόκειται για ένα ταξίδι που σημάδεψε το έργο του. Εντυπωσιάζεται από τον αμερικάνικο τρόπο ζωής, την παντοδυναμία του χρήματος και την παντελή έλλειψη πνευματικής ζωής. «Το εντυπωσιακό για το κρύο και τη σκληρότητα είναι η Wall Street. Σε κανένα μέρος του κόσμου δε γίνεται αισθητή όπως εκεί η ολική απουσία του πνεύματος: περιφρούρηση της καθαρής επιστήμης και δαιμονιακός σεβασμός του παρόντος», γράφει ο ίδιος. Οι μόνες ευχάριστες εντυπώσεις που αποκομίζει είναι οι αφροαμερικανοί, το Χάρλεμ και η μουσική τζαζ. Καταγράφει τις εμπειρίες του από το ταξίδι στη συλλογή «Ο ποιητής στη Νέα Υόρκη».

Μέσα στα επόμενα χρόνια ταξιδεύει στην Κούβα, το Παρίσι, το Λονδίνο, τη Σκωτία, σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής ενώ δημοσιεύονται έργα του που έμελε να μείνουν στην ιστορία του θεάτρου και της ποίησης, όπως η «Γέρμα», ο «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» , ο «Ματωμένος Γάμος».


Ταυτόχρονα ιδρύει τον θίασο «La Barraca» και ανεβάζει έργα κλασικών Ισπανών δραματουργών. Τελευταίο του έργο που δημοσιεύεται είναι «η Συλλογή του Ταμαρίτ».


Στις 16 Ιουλίου, μόλις τρεις μέρες πριν την έναρξη του Εμφυλίου, ο ποιητής φεύγει από τη Μαδρίτη για τη Γρανάδα, την πιο συντηρητική πόλη της Ανδαλουσίας. Η κοινωνικοπολιτική κατάσταση στη χώρα είναι πλέον εκρηκτική. Στις 19 του μήνα γίνεται αντικυβερνητική επανάσταση στη Γρανάδα (στις πρόσφατες εκλογές πρώτο είχε αναδειχθεί το Λαϊκό Κόμμα) και στις 3 Αυγούστου τουφεκίζεται από τους φαλαγγίτες ο κουνιάδος του και δήμαρχος της Γρανάδα, δρ. Μοντεσίνος. Ο Λόρκα καταφεύγει στο σπίτι του φίλου του Λουίς Ροσάλες, όπου συλλαμβάνεται τη νύχτα της 17ης Αυγούστου.



Κρατείται επίσημα στο Κυβερνείο όλη τη μέρα και το βράδυ μεταφέρεται στο Βιθνάρ. Τουφεκίζεται από παραστρατιωτικούς του Φράνκο στις 19 Αυγούστου του 1936 και το πτώμα του σωριάζεται σε ομαδικό τάφο, μαζί με άλλα τρία θύματα της φασιστικής κτηνωδίας, ένα δάσκαλο και δυο αναρχικούς. Το όνομα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα εμφανίζεται την επόμενη μέρα μεταξύ των εκτελεσμένων.

πηγή: http://tvxs.gr/
Πηγές: The Nation, LosTiempos.com, margaritaxirgu.es, ElPaís.com, «Federico Garcia Lorca: Ποιήματα» εκδ. Κοροντζή, «Λόρκα – Ποιήματα της Ανδαλουσίας» Χ. Γουδή

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Μαρία Παπαδήμα: Ο Πεσσόα στην εποχή της υποψίας

Συνέντευξη στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο
πηγή: http://www.oanagnostis.gr

Η Μαρία Παπαδήμα είναι η κατεξοχήν μεταφράστρια του Φερνάντο Πεσσόα.
Τώρα μεταφράζει και επιμελείται από την αρχή τις μεταφράσεις του Πορτογάλου ποιητή και συγγραφέα για τον εκδοτικό οίκο Gutenberg.
Μια συνομιλία μαζί της ξεκλειδώνει μερικά από τα κλειδιά κατανοήσης του συγγραφέα με τα πολλά προσωπεία.

Ποιο είναι το στίγμα του Πεσσόα στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία;

Το έργο του Πεσσόα εγκαινιάζει, θα έλεγα,  «την εποχή της υποψίας» (η έκφραση ανήκει στον Σταντάλ) της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Νομίζω ότι αντιπροσωπεύει όσο κανένας ομότεχνός του την κρίση της ευρωπαϊκής κουλτούρας μπρος στο βάρος της κληρονομιάς της και την αναζήτηση ενός νέου τρόπου έκφρασης. Σύντροφοί του, ανεξαρτήτως χρονικής σύμπτωσης, είναι ο Μαλαρμέ, ο Μούζιλ, ο Μπέκετ, ο Μπλανσό, ο Λερίς, ο Σιοράν, ο Μπροχ, ο Έσσε, ο Μισώ, ο Αρτώ, ο Μπρετόν, ο Μπατάιγ. Και στην παγκόσμια λογοτεχνία, ο Πάουντ και ο Μπόρχες.

Που μοιάζει και που ξεχωρίζει με τους συγκαιρινούς του;

Αν μοιάζει ως τον κοσμοπολιτισμό, ο οποίος διατρέχει την ευρωπαϊκή λογοτεχνία πριν τον Πρώτο παγκόσμιο Πόλεμο, με τον κυβισμό, τον φουτουρισμό, τον Σαντράρ, τον Λαρμπώ και τον Μοράν, το κύριο στοιχείο διάκρισης είναι η αποπροσωποποίηση, κεντρικός πυρήνας της ποιητικής του, δηλαδή η αποσύνδεση του δημιουργού από το έργο του, η ρήξη αυτού του αδιάσπαστου, αδιαμφισβήτητου και σχεδόν ιερού δεσμού που στη λογοτεχνική παράδοση συνδέει ένα άτομο με συγκεκριμένη βιογραφία με ένα έργο με συγκεκριμένη ταυτότητα. Πρόκειται για την κατάργηση και ταυτόχρονα τη μυθοποίηση του ίδιου του υποκειμένου, την αποποίηση ή την απώλεια και ταυτόχρονα τον πολλαπλασιασμό του εγώ.

Η χρησιμοποίηση τόσο διαφορετικών προσωπείων αλλάζει το ύφος των  κειμένων του;

Ναι, σημαντικά, αυτός ήταν εξάλλου ο σκοπός της ετερωνυμίας. Για τον ποιητή που έλεγε: «Στην κλίμακα της αποπροσωποποίησης, δηλαδή της φαντασίας, υπάρχει μια διαρκής διαβάθμιση, καθώς στο πρώτο σκαλοπάτι βρίσκεται ο ποιητής που εκφράζει απλώς τα συναισθήματά του, ενώ στο τελευταίο ο ποιητής που είναι πολλοί ποιητές μαζί», σημαίνει ότι όποιος καταγίνεται με την μετάφραση του Πεσσόα καλείται να μεταφράσει όχι έναν αλλά πολλούς ποιητές με διακριτό ύφος. Η θεματική είναι ενδεχομένως κοινή, αλλά το ύφος, ο ρυθμός είναι άλλος.

Κι αν ναι, αυτό πόσο επηρεάζει την μετάφρασή του;

Την επηρεάζει ασφαλώς. Άλλες απαιτήσεις έχει ο μακροσκελής, σχεδόν φωναχτός θα έλεγα στίχος του Αλβαρο ντε Κάμπος, άλλες ο μετριοπαθής σχεδόν γυμνός και ενίοτε ακαλαίσθητος στίχος του Αλμπέρτο Καέιρο και άλλες οι ωδές του Ρικάρντο Ρέις που μιμούνται ευθαρσώςτον Βιργίλιο και τον Οράτιο. Άλλες, του ίδιου του ορθώνυμου Πεσόα που επιλέγει μια πιο κλασσική στιχουργική.

Γενικότερα, υπάρχουν δυσκολίες στη μετάφραση των έργων του και ποιες;

Οι δυσκολίες της κάθε ποιητικής ιδιοσυγκρασίας. Προσωπικά, ο Άλβαρο ντε Κάμπος μού ήταν πιο εύκολος, γι’ αυτό και τον μετέφρασα πρώτο απ’ όλους. Δεν έχει τον περιορισμό της ρίμας, είναι βροντερός, μεγαλόσχημος, με πολύπλοκες ενίοτε μεταφορές και εικόνες, αλλά μου ταιριάζει. Μετέφρασα τα ποιήματά του σε ένα χρόνο. Τα ξαναδούλεψα με την ευκαιρία της επανέκδοσής του, άλλαξα ασφαλώς πράγματα, αλλά όχι τόσα πολλά όσα θα περίμενε κανείς μετά από δέκα χρόνια. Σαν να είχε εξαρχής η μετάφραση κυλήσει στο αυλάκι. Τον Αλμπέρτο Καέιρο, τον δάσκαλο όλων κατά τον ίδιο τον Πεσσόα, τον δούλεψα πάνω από πέντε χρόνια. Μέχρι την τελευταία στιγμή άλλαζα, μέχρι και την τρίτη διόρθωση πριν το τυπογραφείο. Είναι τόσο μετρημένος ο στίχος του που νομίζω πως και ένα λάθος «και» θα χαλούσε την ισσοροπία ενώ στον Άλβαρο ντε Κάμπος δεν θα το πρόσεχε κανείς μέσα στη βοή και τον ορυμαγδό π.χ. της «Θριαμβικής ωδής». Ομολογώ την ανακούφισή μου που θα τον δω μέσα σε λίγες μέρες τυπωμένο και οριστικό. Έχω την τύχη να έχω έναν εξαιρετικά απαιτητικό πρώτο αναγνώστη και κριτή: τη διορθώτριά μου Αρετή Μπουκάλα.

Υπάρχουν διακριτές γραμμές στο έργο του. Π.χ. μεταξύ ποίησης και πεζών, αφηγημάτων και στοχασμών ή παντού είναι εξίσου αναγνωρίσιμος;

Αναγνωρίσιμος είναι νομίζω σε όλα τα είδη της γραφής του, κι αυτό είναι κυρίως η οξυδέρκεια της σκέψης και το χιούμορ του, ωστόσο διακριτές γραμμές υπάρχουν. Η ποιητική πρόζα του Βιβλίου της ανησυχίας διαφέρει από τον δοκιμιακό λόγο τουΗρόστρατου, στα αστυνομικά του διηγήματα όπως και στον Αναρχικό Τραπεζίτη αναγνωρίζουμε τη γραφή των «διηγημάτων της λογικής».

Αν και πέθανε γνωστός ως λογοτέχνης οι Πορτογάλοι άργησαν να τον ανακαλύψουν. Σήμερα έχει επιδράσει στους νεότερους λογοτέχνες της χώρας του;

Ναι η αναγνώριση ήρθε από το εξωτερικό, και πρώτα απ’όλα από τους Γάλλους, οι οποίοι έχουν μεταφράσει και ξαναμεταφράσει επανειλημμένως το έργο του. Είναι αξιοσημείωτο ότι και σήμερα ακόμη πολλοί από τους επιμελητές του έργου του είναι ξένοι που εγκατέλειψαν τη χώρα τους και ζουν στη Λισαβόνα. Ο Πεσόα ωστόσο και την εποχή που ζούσε είχε σχέσεις με τους σύγχρονούς του πορτογάλους λογοτέχνες, αλλά και τους νεότερους ποιητές που τον θαύμαζαν ήδη. Σίγουρα ήταν ένα σημείο αναφοράς που επηρέασε, με την έννοια της μίμησης, ή και ενόχλησε με τη βαριά σκιά του, τους Πορτογάλους ποιητές, σε σημείο που κάποιος έγραψε «Tanto Pessoa / ja enjoa» (Τόσος Πεσσόα / προκαλεί εμετό).
Ωστόσο, δεν έχουμε ένα φαινόμενο τόσο εκτεταμένο όσο εκείνο των καβαφογενών ποημάτων. Νομίζω ότι λειτούργησε περισσότερο ως μύθος ποιητικός.Ο Σαραμάγκο του αφιέρωσε ένα μυθιστόρημά του: Τη χρονιά που πέθανε ο Ρικάρντο Ρέις, ο Μάριο Κλάουντιο, επίσης το Καληνύχτα, κ. Σοάρες.

Είναι δυνατό να είναι κάποιος συγχρόνως πλούσιος και δαιμόνιος τραπεζίτης κι ένας ολοκληρωμένος αναρχικός που πολεμά για την απελευθέρωση της κοινωνίας; Σύμφωνα με τον Πεσσόα, ναι. Πώς το σχολιάζετε;

Το διήγημα αυτό εντάσσεται στον κύκλο «των διηγημάτων της λογικής». Ο αναρχικός που παραμένει πιστός στην ιδεολογία του και ταυτόχρονα επιλέγει συνειδητά να γίνει τραπεζίτης κατακτώντας με αυτό τον τρόπο το πολυπόθητο αγαθό της ελευθερίας δεν περιέχει, κατά τον Πεσσόα, καμιά αντίθεση.
Τον Πεσσόα δεν τον ενδιαφέρουν οι συλλογικές λύσεις, αλλά οι ατομικές. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την αμείλικτη λογική του, αφενός για να ανατρέψει τις καθιερωμένες δοξασίες και αφετέρου για να δημιουργήσει με την εκκεντρική σκέψη και την προκλητική συλλογιστική του, τον δικό του αιρετικό δρόμο προς την ελευθερία.

Ποια θεωρείτε εσείς ως κορυφαία έργα του;

Τα μεγάλα έργα του είτε πρόκειται για ποίηση είτε για πρόζα ποιητική:Το Βιβλίο της Ανησυχίας, Τα ποιήματα των ετερωνύμων Άλβαρο ντε Κάμπος και Αλμπέρτο Καέιρο. Πιο συγκεκριμένα αγαπώ πολύ το «Κατάστημα ψιλικών» και τη «Θαλασσινή Ωδή» του Άλβαρο ντε Κάμπος και τον «Φύλακα των κοπαδιών» του Αλμπέρτο Καέιρο. Προσωπικά προτιμώ το λογοτεχνικό από το πολιτικό ή φιλοσοφικό του έργο, το οποίο είναι συχνά μια επίδειξη ρητορικής δεξιοτεχνίας.

Πέστε μας λίγα λόγια για το τελευταίο έργο που μεταφράσατε «Τα Γράμματα στην Οφέλια», τη σημασία του στο έργο του Πεσόα;

Ο τίτλος είναι κατά το ήμισυ παραπλανητικός. Πρόκειται για τα γράμματα στην Οφέλια, αλλά και για τα γράμματα της ίδιας της Οφέλιας προς τον ποιητή. ‘Εκανα μια πρώτη έκδοση της μυθικής αυτής αλληλογραφίας, πριν από 13 χρόνια, σε παγκόσμια πρώτη, θέλοντας να αποτυπώσω αυτή την άγνωστη πλευρά του ποιητή. Πέρυσι εκδόθηκε στα πορτογαλικά για πρώτη φορά το σύνολο της αλληλογραφίας τους. Αναθεώρησα λοιπόν την παλιά μου έκδοση, υπό το φως των νέων τεκμηρίων, ξαναδούλεψα τη μετάφραση μου και χάρη στις εκδόσεις Gutenberg, και τον Γιάννη Μαμάη κυκλοφόρησε ο νέος αυτός καλαίσθητος τόμος της αλληλογραφίας τους. Τι προσφέρει ως προς τις γνώσεις μας για τον ποιητή και τη ποιητική του;  Θα έλεγα μια πιο ανθρώπινη πλευρά, βιογραφική, καθημερινή η οποία ταυτόχρονα επιβεβαιώνει την απόλυτη σχέση με το έργο του. Σαν ο Πεσσόα να είχε διαλέξει και ένα ετερώνυμο ερωτευμένου και έγραφε ερωτικές επιστολές υπό αυτό το πρίσμα. Τις οποίες άλλωστε διακωμωδεί εξαίσια με το ποίημα του Άλβαρο ντε Κάμπος: «Όλες οι ερωτικές επιστολές είναι/ γελοίες/δεν θα ήταν ερωτικές επιστολές αν δεν ήταν/ γελοίες». Από την άλλη, ήθελα να αποδώσω φόρο τιμής στην ταπεινή αυτή δακτυλογράφο, η οποία ερωτεύτηκε παράφορα τον μεγάλο ποιητή, μπήκε στο παιχνίδι της ετερωνυμίας, μιλούσε με τον Α. Α. Κρος, τον Ρικάρντο Ρέις, τον Άλβαρο ντε Κάμπος, προσπαθώντας μάταια να αποσπάσει τον αγαπημένο της Φερνάντο από την παρέα τους και να τον οδηγήσει σε μονοπάτια πιο καθημερινά και ανθρώπινα. Η σχέση τους, η αλληλογραφία τους, φέρνει στο φως την πλευρά αυτή του ποιητή μέσα από σελίδες όλο χιούμορ, ποίηση, μοναξιά και απόλυτη πίστη στη δημιουργία και στο καλλιτεχνικό του πεπρωμένο.

Τελικά θα δούμε ποτέ όλα του τα έργα εκδομένα;

Το έργο του Πεσόα φαίνεται ανεξάντλητο. Αν πιστέψουμε την τελευταία ερευνητική ομάδα που καταγίνεται στην Πορτογαλία με την έκδοση άγνωστων μέχρι σήμερα έργων του Πεσσόα,όπως για παράδειγμα τα Πεζά του Άλβαρο ντε Κάμπος, είμαστε στη μέση του πεσσοανικού μπαούλου. Μιλάνε για 30-40 καινούργια βιβλία τα επόμενα 15 χρόνια. Πρόκειται κυρίως για πεζά κείμενα πολιτικού, φιλοσοφικού ή εσωτεριστικού περιεχομένου. Δηλαδή μας περιμένουν πολλές εκπλήξεις ακόμη. Ωστόσο, θέλω να διευκρινίσω ότι αυτό που πολλαπλασιάζει επιπλέον το έργο του Πεσόα είναι η διαφορετική ανασύνθεση αυτού του χειρόγραφου και κάποιες φορές δακτυλόγραφου θησαυρού που αποτελείται από 30000  τεκμήρια τα οποία ενίοτε φέρουν το καθένα τους περισσότερες από μια ετερώνυμες υπογραφές. Ο κάθε επιμελητής του έργου του Πεσόα κάνει μια δική του  ανάγνωση και ανασύνθεση, με αποτέλεσμα να έχουμε για παράδειγμα την τελευταία δεκαετία 3 διαφορετικές εκδοχές του Βιβλίου της Ανησυχίας. Ο ένας επιμελητής π.χ. επιλέγει τη χρονολογική σειρά, άλλος τη θεματική, αποκλείοντας ενίοτε αποσπάσματα που δεν έφεραν ρητώς τη μνεία του Βιβλίου της ανησυχίας από τον Πεσόα, ενώ άλλος προσθέτει άλλα αποσπάσματα γιατί θεωρεί ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του Βιβλίου.Έχουμε δηλαδή ένα έργο εν προόδω, ένα έργο που δεν τελειώνει ποτέ, γιατί ποτέ δεν απέκτησε οριστική μορφή από τον ίδιο το δημιουργό του. Θα έλεγα πως η σκυτάλη της ετερωνυμικής δημιουργίας έχει περάσει σήμερα στους επιμελητές του έργου του.

από http://entefktirio.blogspot.com/

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

«Ο Καβάφης δεν είναι ακτιβιστής αλλά σε μαθαίνει να διεκδικείς»

Μια καινούργια μελέτη με την υπογραφή ενός νεοελληνιστή της Οξφόρδης ανοίγει πόλεμο με την κυρίαρχη Κριτική υποστηρίζοντας μια πολιτική ανάγνωση των ερωτικών ποιημάτων του Αλεξανδρινού. Της Μικέλας Χαρτουλάρη

Τα βάζει με όλα τα ιερά τέρατα της ελληνικής κριτικής για τον Καβάφη: με τον Γ. Π. Σαββίδη, με τον Δ. Ν. Μαρωνίτη, με τον Μιχάλη Πιερή, με τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη, με τους παλιούς, όπως ο Τίμος Μαλάνος, και με τους νεότερους, όπως η Κατερίνα Κωστίου, με τους ξένους νεοελληνιστές, όπως ο Πίτερ Μπίαν, με την «παραδοσιακή» Σχολή αλλά και με την «ψυχαναλυτική». Τα βάζει με όσους καταλαμβάνονται από πανικό όταν αυτός ο ποιητής ή τα ποιήματά του χαρακτηρίζονται από οποιουδήποτε τύπου ομοφυλόφιλη ταυτότητα.

Με όσους υποστηρίζουν πως η σύνδεση αυτή είναι «καταχρηστική, κοινωνικά προσβλητική και πολιτισμικά προβληματική» και καταδικάζουν τη συζήτηση που φούντωσε από το 1983, όταν το επετειακό τεύχος του σοβαρού περιοδικού Journal of the Hellenic Diaspora κυκλοφόρησε με τίτλο «Cavafy is gay», «Ο Καβάφης είναι γκέι». Τριάντα χρόνια αργότερα λοιπόν, ο 40χρονος Δημήτρης Παπανικολάου, τέκνο της μεταμοντέρνας εποχής και της κοινωνικής-ανθρωπολογικής προσέγγισης στα πράγματα, στέκεται απέναντί τους αξιοποιώντας τον σύνθετο προβληματισμό που αναπτύσσεται διεθνώς στις σπουδές κοινωνικού φύλου και στις θεωρίες διαχείρισης της σεξουαλικότητας.

Και με τη μελέτη του «Σαν κ’ εμένα καμωμένοι» Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας (Πατάκης), που μόλις κυκλοφόρησε, προτείνει μια ανάγνωση του Αλεξανδρινού από την προοπτική του 21ου αιώνα. Μια ανάγνωση δημιουργική, και γι’ αυτό τολμηρή, που παίρνει την ηθική ευθύνη να μιλήσει για «στρατηγική» του Καβάφη, ως μαχητικού ανατόμου τού πώς συγκροτείται η ομοφυλόφιλη ταυτότητα (και κάθε ταυτότητα) στη νεωτερική εποχή.

Πολιτική Ιστορία

«Η ιστορία που προσπαθώ να πω», γράφει ο Παπανικολάου, «δεν είναι ούτε η ιστορία απόκρυφων ερώτων, ούτε η ιστορία μιας αποκρυμμένης σεξουαλικότητας. Είναι η πολύ φανερή, η πολύ δημόσια και εντέλει η πολύ πολιτική ιστορία τού τι σημαίνει να γίνεται κανείς το ηθικό υποκείμενο των ερωτικών του επιλογών και της σεξουαλικής του επιθυμίας. Αυτήν την ιστορία είπε, νομίζω, και ο Καβάφης, και την είπε πάρα πολύ καλά. Στο πλαίσιο του 20ού αιώνα, της ελληνικής κουλτούρας, της διασπορικής κουλτούρας, της παγκόσμιας λογοτεχνίας».

Αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, παρεμβατικός αρθρογράφος για ζητήματα πολιτικής κουλτούρας στο περιοδικό Unfollow, και σύμβουλος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση για τη διαχείριση του Αρχείου Καβάφη και την προβολή του ποιητή με νέους όρους, ο Παπανικολάου χρησιμοποιεί ως κλειδί (και τίτλο) μια φράση του Αλεξανδρινού γραμμένη το 1905 σε ένα σημείωμά του προσωπικής ποιητικής. Ο Καβάφης είναι τότε 42 χρόνων, κατοικεί με τα αδέλφια του –θα μείνει για πρώτη φορά μόνος στα 45 του, το 1908, όταν θα μετακομίσει στο σπίτι της οδού Λέψιους– και γράφει σ’ αυτό το κείμενο που πρωτοεκδόθηκε από τον Γ. Π. Σαββίδη το 1983: «… Οι άθλιοι νόμοι της κοινωνίας (…) μ’ εμπόδισαν να δώσω φως και συγκίνησιν εις όσους είναι σαν κ’ εμένα καμωμένοι…».

Από αυτή την αφετηρία εκκινώντας, και εξετάζοντας ειδικότερα τα ώριμα ποιήματα της περιόδου 1903-1908 (κι ας δημοσιεύτηκαν αργότερα), ο Παπανικολάου βλέπει έναν Καβάφη ο οποίος επιθυμεί «να μιλήσει ελευθερώτερα», ο οποίος προβληματίζεται για τη σχέση εμπειρίας και τέχνης, ο οποίος συνδέει την ομοφυλόφιλη επιθυμία με το κοινωνικό της πλαίσιο, και αναρωτιέται εντέλει ποιες ζωές εκφράζονται και ποιες ζωές επηρεάζονται από την τέχνη.

Το καβαφικό σχέδιο

Ο συγγραφέας φωτίζει λοιπόν το «καβαφικό σχέδιο», χρησιμοποιώντας αναλυτικά παραδείγματα από τα ποιήματα «Στες σκάλες», «Η προθήκη του καπνοπωλείου», «Κρυμμένα», επίσης από τα τρία που ενδεχομένως γράφτηκαν για τον νέο ποιητή Αλέκο Μαυρουδή με τίτλους «Ο Σεπτέμβρης του 1903», «Ο Δεκέμβρης του 1903», «ο Γενάρης του 1904», αλλά και από το «Ομνύει» ή από τα ποιήματα της σειράς «Μέρες του…». Οπως μας λέει ο Παπανικολάου, ο Καβάφης του 1903-1905 συνδέει τον πόθο, τη ματαίωση, την επιθυμητική και ενθυμητική αυτοαναφορά «με μια σκέψη για την κοινωνική καταπίεση αλλά και την αναγνώριση και την πεισματική ταύτιση “όσων είναι σαν κ’ εκείνον καμωμένοι”». Κι αν αυτά τα ποιήματά του μοιάζουν προσωπικές εμπειρίες του ενός, το ποιητικό του πρόγραμμα θα πετύχει αργότερα να είναι ταυτόχρονα προσωπικό και συλλογικό. Θα αναδείξει εντέλει τη συλλογική δομή της συναισθηματικής εμπειρίας μιας κατηγορίας ανθρώπων, τις σχέσεις της με τις δυνάμεις εξουσίας και τη διαμόρφωση της έκφρασής της εντός του ιστορικού χρόνου.

Ο Παπανικολάου μάς καλεί να προσέξουμε ότι στα ποιήματα που περιγράφουν φέτες ζωής ομοφυλόφιλων ανδρών, η περιγραφή των εμπειριών «εκφέρεται ως ένας λόγος αντιρρητικός, απελευθερωτικός και ηθικός». Και υποστηρίζει ρητά πως τα «ερωτικά» καβαφικά ποιήματα (τόσο αυτά που τοποθετούνται σε ένα σύγχρονο του ποιητή παρόν όσο και εκείνα που σκηνοθετούνται σε ένα ιστορικό παρελθόν, ακόμα και τα πιο «ιδιωτικά», όπως το «Επέστρεφε» ή το «Ηδονή») έχει ενδιαφέρον να τα διαβάσουμε ως το πιο εμφανές εργαστήρι ενός ευρύτερου ποιητικού σχεδίου. Ως «μια προσπάθεια κοινωνικής ανάλυσης του παρόντος, αισθητικής/ποιητικής προβολής προς το παρελθόν και ηθικού προσανατολισμού προς το μέλλον». Για όλα αυτά ή, μάλλον, και για όλα αυτά, ο Καβάφης είναι τόσο μοντέρνος.

• Η συζήτηση για τον ομοφυλόφιλο Καβάφη δεν είναι καινούργια, είχε γίνει το 1984 και στο ΑΜΦΙ, το πρωτοποριακό ακτιβιστικό περιοδικό της γκέι κοινότητας, με τη συμμετοχή μάλιστα του Γιώργου Ιωάννου. Τι διαφορετικό κομίζει η δική σας μελέτη;

«Ο,τι και να λέγεται, η αλήθεια είναι πως στην Ελλάδα δεν συζητάμε τον ομοφυλόφιλο Καβάφη χωρίς μύθους και χωρίς στεγανά, με τρόπο που να επηρεάζει την ανάγνωσή του στο σχολείο ή την πρόσληψή του από τη λαϊκή κουλτούρα. Κι όποτε τον συζητάμε, υπακούμε στο κυρίαρχο μοντέλο ανάγνωσης του ερωτικού Καβάφη μετά το ’60, το οποίο θεωρεί κινητήρια δύναμη της ποιητικής του την “ερωτική καταπίεση” και τη “σεξουαλική ιδιαιτερότητα”. Το ΑΜΦΙ, με τον Λουκά Θεοδωρακόπουλο και τον ποιητή και εκπαιδευτικό Ανδρέα Αγγελάκη, άνοιξε τη συζήτηση βάζοντας ζητήματα ταυτότητας, πολιτικής της σεξουαλικότητας, απελευθέρωσης. Εγώ προσπαθώ να πω μια ιστορία που επαναξιώνει τον ομοφυλόφιλο βίο και στην ιστορική στιγμή και στο έργο και στην πρόσληψη του Καβάφη.

Προσπαθώ να δώσω βαρύτητα σε όσα λέει ο ποιητής όχι μόνο για τη δύναμη της ταυτότητας αλλά και για τη δύναμη της κοινότητας, πράγμα που κατά τη γνώμη μου ορίζει και μια καινούργια λογοτεχνία. Πίσω από την τοποθέτησή του σε σχέση με τους “σαν κ’ εκείνον καμωμένους”, βλέπω όχι μια στράτευση, όχι μια στάση αποκλειστικά στοχευμένη στην απελευθέρωση μιας κλειστής κοινότητας ανθρώπων, της γκέι κοινότητας, αλλά μια βαθιά συνειδητοποίηση πολιτικής φύσεως. Βλέπω ότι ο Καβάφης σκέφτεται την ιστορική διαδικασία που αποκλείει και διχάζει, που δημιουργεί ανισότητες και φοβίες».

• Η διερώτησή σας δεν είναι στενά φιλολογική αλλά πολιτισμική, ωστόσο ορισμένοι ίσως τη θεωρήσουν τραβηγμένη από τα μαλλιά…

«Δεν τον έκανα εγώ γκέι ποιητή τον Καβάφη! Εγώ ρισκάρω να κάνω μια δημιουργική ανάγνωση εκθέτοντας τα αναλυτικά μου εργαλεία. Υποστηρίζω ότι για τον Καβάφη, όπως και για πολλά ελευθεριακά κινήματα του 20ού και του 21ου αιώνα, η ταυτότητα δεν είναι αυτό που κατέχεις αλλά αυτό που μοιράζεσαι. Ο αφορισμός “τραβάς απ’ τα μαλλιά” συνιστά μη αναλυτική προσέγγιση και συνδέεται με την ανωριμότητα της ελληνικής κριτικής να συζητήσει με επιχειρήματα. Στην πραγματικότητα, αυτό που ενοχλεί είναι ότι η δική μου ανάγνωση μπορεί να ανοίξει μια ευρύτερη συζήτηση, η οποία διασταυρώνεται με τη λεγόμενη queer θεωρία. Προτιμούν, φαίνεται, την ψυχαναλυτική ανάγνωση που παθολογεί τον Καβάφη και αντιμετωπίζει την ομοερωτική επιθυμία ως νόσημα…».

• Μήπως όμως η ανάγνωσή σας γίνεται ερήμην του τι ήθελε να πει ο ποιητής;

«Ας ξεκινήσουμε διαφορετικά. Δεν πιστεύω στις απεριόριστες αναγνώσεις ούτε στις ανερμάτιστες αναγνώσεις. Πιστεύω όμως στην πληθυντικότητα του νοήματος. Το λογοτεχνικό κείμενο είναι κείμενο ψυχανεμισμού που διαβάζεται με πολλούς τρόπους και είναι ανοιχτό στον προβληματισμό, ακόμα και σ’ αυτόν που υπερβαίνει τα ιστορικά του δεδομένα. Δεν γίνεται λοιπόν να αποδεχτώ την κηδεμονία ενός συστήματος σκέψης που υποστηρίζει πως αν δεν μπορείς να αποδείξεις ότι ο ποιητής σκεφτόταν ακριβώς έτσι, δεν μπορείς καν να διατυπώσεις τον αναστοχασμό σου. Τα κείμενα δεν είναι κλειδωμένα. Παίρνω λοιπόν υπόψη μου τα ιστορικά και πολιτισμικά δεδομένα, όμως διεκδικώ το δικαίωμα να τα ερμηνεύω και αλλιώς. Διότι –μεταξύ άλλων– δεν θεωρώ τυχαίο ότι στα Ανέκδοτα λεγόμενα ποιήματά του μεσουρανεί το ποίημα “Κρυμμένα”, που αναφέρεται σε όλα εκείνα για τα οποία δεν μπορείς να μιλήσεις».

……………………………………………………………………………………………………………………………….

Σώμα θυμήσου τι μοιράστηκες

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,/ όχι μονάχα τα κρεβάτια όπου πλάγιασες,/ αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα/ γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,/ κ’ ετρέμανε μες στη φωνή – και κάποιο/ τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε./ Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,/ μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες/ εκείνες σαν να δόθηκες – πώς γυάλιζαν,/ θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·/ πώς έτρεμαν μες στη φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.

Στο τέλος του βιβλίου ο Παπανικολάου προχωρά σε μια πολιτική ερμηνεία του ποιήματος «Θυμήσου, σώμα…» που εκδόθηκε το 1918. Ποιος όμως μιλά εδώ; Ο Καβάφης; Ο ερευνητής που σπούδασε νεοελληνική και συγκριτική φιλολογία; Ή ο πολιτικοποιημένος, ο ακτιβιστής, ο γκέι Παπανικολάου;

Ο συγγραφέας του «Σαν κ’ εμένα καμωμένοι»… παραδέχεται ότι εν γνώσει του παίρνει ένα ποίημα για τον ερωτισμό, ένα ποίημα για την επιθυμία, και το διαβάζει κόντρα στην παραδοσιακή ανάγνωση, ως ποίημα για τη δυνητική κοινότητα. Οπως εξηγεί στην «Εφ.Συν.»:

«Είναι ένας επίλογος με τον οποίο τιμώ το επιχείρημα του βιβλίου μου. Διαβάζω, “σώμα θυμήσου όχι μονάχα τι έκανες αλλά και τι μοιράστηκες, θυμήσου όχι μονάχα τους εραστές σου αλλά και τις κοινότητες επιθυμίας που δυνητικά πλέχτηκαν γύρω σου”. Υπενθυμίζω στον αναγνώστη ότι αντιστέκομαι στην κυρίαρχη εικόνα του πεπτωκότος, μονήρους και παθητικού Καβάφη· ότι για μένα τα καβαφικά ερωτικά ποιήματα δεν έχουν θέμα την έκθεση και την ηδονοβλεπτική περιγραφή αλλά τη συμμετοχή, την κατανόηση, την εμπλοκή. Από αυτή τη σκοπιά, σ’ αυτές εδώ τις σελίδες διαβάζει κανείς εμένα.

»Ομως προσοχή. Στη ζωή μου είμαι και ακτιβιστής κατά καιρούς, και επίσης έχω πολιτική θέση. Η πολιτική θέση –και όχι ο ακτιβισμός– προσδιορίζει, προφανώς, όλες τις πτυχές της διανοητικής μου δραστηριότητας, είναι άλλωστε συνδεδεμένη με αυτές και εξελίσσεται μαζί τους. Η κριτική και η πανεπιστημιακή μου δουλειά έχει λοιπόν και πολιτική θέση και αναλυτική στόχευση. Αλλά δεν είναι μια πράξη που υπερβάλλει προς μια κατεύθυνση για να αναδείξει ένα πρόβλημα. Αυτό το βιβλίο είναι, με άλλα λόγια, θεωρητικό και κριτικό. Αν κάποιοι το χαρακτηρίσουν “ακτιβιστικό”, σημαίνει ότι θέλουν να το υποτιμήσουν και να αποκλείσουν τον διάλογο. Και σας θυμίζω ότι αυτή είναι ακριβώς η δομή επιχειρήματος στη βάση της οποίας μέχρι τη μεταπολίτευση υποτιμούσαν τους αριστερούς διανοητές ή λογοτέχνες: λέγοντας ότι αυτό που έκαναν είναι “στρατευμένο”.

Το status quo στο ελληνικό πανεπιστήμιο δεν καθόταν να διαβάσει τι έλεγε ο Τσίρκας ή ο Ρίτσος. Δεν εξέταζε αναλυτικά τα έργα τους μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της κουλτούρας. Το ότι αυτό έγινε αργότερα, μετά το 1974, συνδέεται με την πολιτισμική νίκη της Αριστεράς, όχι με την αλλαγή του επιχειρήματος υποτίμησής της».

…………………………………………………………………………………………………………………………………

Ποιος φοβάται τη σεξουαλικότητα;

Οσο σφοδρές και να ήταν, οι διαμάχες που ξέσπασαν τα τελευταία εκατό χρόνια σχετικά με τη νεοελληνική γραμματεία δεν αφορούσαν παρά τον στενό κύκλο των φιλολόγων ή έστω το περίκλειστο σινάφι των συγγραφέων. Οι εξαιρέσεις μετριούνται στα δάχτυλα και σχετίζονται με περιπτώσεις (π.χ. του Τσίρκα για τη Λέσχη, του Βαλτινού για την Ορθοκωστά, του Εμπειρίκου για τη στράτευσή του) όπου υπήρχε και ιδεολογικό διακύβευμα… Σήμερα όμως η μελέτη για τον ομοφυλόφιλο Καβάφη δεν υποδαυλίζει απλώς μια διαμάχη αλλά κηρύσσει, ενάντια στις κυρίαρχες αναγνώσεις του Καβάφη, έναν πόλεμο που αντανακλάται στη διαδικασία μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που ακόμα διεκδικεί την πλήρη αναγνώριση της σεξουαλικής και ερωτικής υποκειμενικότητας και ταυτόχρονα τις δομές ή το νομικό πλαίσιο που θα τη δικαιώνουν (ας δούμε τι θα γίνει αύριο, Ημέρα της Γκέι Υπερηφάνειας…).

Ο Παπανικολάου επικεντρώνεται στο βιβλίο του στις μετά το ’60 αναγνώσεις του καβαφικού έργου και τις χαρακτηρίζει «συμπλεγματικές», «φοβικές» και «ξεπερασμένες», επισημαίνοντας ότι αδυνατούν να καταλάβουν πως το καβαφικό έργο αναφέρεται κομβικά ΚΑΙ στη σεξουαλικότητα. Καταδικάζει λοιπόν το γεγονός ότι ο εκδότης του καβαφικού έργου Γ. Π. Σαββίδης είχε υποστηρίξει πως είναι «καταχρηστικό και απρεπές» το να αποκαλείς τον Καβάφη «γκέι». Σχολιάζει την άποψη του Δ. Ν. Μαρωνίτη πως η ενδεχόμενη συζήτηση για έναν γκέι Καβάφη θα μπορούσε να υπονομεύσει το ποιητικό αποτέλεσμα. Διαφωνεί ρητά με την άποψη του Πίτερ Μπίαν ότι ο Καβάφης «πλέκει το υπονοούμενο της ομοφυλοφιλίας με το ιστορικό σκηνικό», όπως διαφωνεί και με τους κριτικούς οι οποίοι προσκολλώνται στην εικόνα ενός Καβάφη που μονάχα στο τέλος καταφέρνει «να είναι ο εαυτός του» και «αμασκάρευτος». Το πιο ενδιαφέρον είναι ίσως το επιχείρημά του ενάντια στην ψυχαναλυτικά διατεθειμένη ανάγνωση που αντιμετωπίζει τα καβαφικά ποιήματα «ως μια περίτεχνη επιδειξιμανία του σεξουαλικού εαυτού». Αυτοί που βλέπουν στον Καβάφη μια διαρκή προσπάθεια να εξομολογηθεί αναγνωρίζοντας πως κάποια στιγμή φτάνει στο σημείο να πει πραγματικά τι του συμβαίνει, δεν καταλαβαίνουν, γράφει ο Παπανικολάου, το εξής: «Οτι η διαλεκτική κρύψιμο/φανέρωμα κατέληξε στον Καβάφη σε κάτι πολύ πιο ριζοσπαστικό από την αποκάλυψη ενός μυστικού».

Εφημερίδα των Συντακτών
πηγή: http://tvxs.gr/

O ποιητής που απήγγειλε μέσα από αναπνευστήρα - 25 στροφές για τον Robert Lax, τον μεγάλο άγνωστο της αμερικάνικης ποίησης

γράφει ο Ηλίας Μπιστολάς Προφητεύοντας Διαρκώς το παρόν Απ’ τη μια σιωπή Ως την άλλη Του ιερού Παναγιώτης Χαχής, Hotel N...