Ποιητές

Ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις -
και γίνονται πουλιά.
Τάσος Λειβαδίτης

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

της Ανθούλας Δανιήλ

Τα εκατόν δεκατέσσερα χρόνια του θα εόρταζε φέτος ο Γιώργος Σεφέρης, αν το ταξίδι της ζωής συνήθιζε να παρακάμπτει τον αιώνα. Ωστόσο, τον παρέκαμψε η φωνή του. Αλλά και η ζωή του ήταν ένα διαρκές ταξίδι. Από τη Σμύρνη το 1900, όπου είδε το φως, στην Αθήνα δεκατεσσάρων ετών, μετά στο Παρίσι για περαιτέρω σπουδές, μετά διπλωμάτης στην Αγγλία, στην Κορυτσά, στη Μέση Ανατολή, σχεδόν σε όλο τον κόσμο, έκανε, με άλλα λόγια, το ταξίδι του Οδυσσέα, είδε και γνώρισε πολλά, όπως εκείνος, έπαθε πολλά, όπως εκείνος· εκείνος γύρισε στην Ιθάκη, ο Σεφέρης δε γύρισε στη Σμύρνη, γύρισε όμως στην Ελλάδα και το νήμα της ζωής του κόπηκε το 1971 στην Αθήνα, πριν από σαράντα ένα χρόνια.
Σαράντα ένα χρόνια είναι πολλά για μια απουσία, αλλά το έργο που μας κληροδότησε είναι τόσο σημαντικό, ώστε η απουσία του να μη γίνεται αισθητή, αντιθέτως μάλιστα, η παρουσία του να είναι διαρκής, έντονη και επιβλητική. Οι Έλληνες στο πρόσωπό του γνώρισαν την πρώτη διεθνή τιμή τους με το Νομπέλ της Λογοτεχνίας που μας χάρισε το 1963, φέρνοντας στο φως της δημοσιότητας τη φτωχική τότε Ελλάδα που μόλις είχε αρχίσει την ανάκαμψή της ύστερα από ένα φρικτό πόλεμο και ένα φρικτότερο εμφύλιο. Ο ποιητής, που είχε βιώσει από την παιδική του ηλικία τον ξεριζωμό από την πατρίδα, έλαβε τη μεγάλη διάκριση για ένα έργο που έφερε τη σφραγίδα των τραυματικών εμπειριών, των εθνικών περιπετειών, των προσωπικών περιπλανήσεων και των βαθέων στοχασμών πάνω στην ανθρώπινη μοίρα, που επιβάλλει η ιστορική και κάθε άλλη ανάγκη.
Δεμένος οργανικά με τον τόπο, την ιστορική του μοίρα και την εποχή του, σαν με «ομφάλιο λώρο», τρέφεται από την «καραβάνα» της και γίνεται οδηγός και δάσκαλος για τους νεότερους που μαζεύτηκαν γύρω του και εκφράστηκαν με το περιοδικό Τα Νέα Γράμματα. Γίνεται ηγέτης της γενιάς του, της γενιάς του ’30, η οποία έμελλε να σημαδέψει την πορεία των ελληνικών γραμμάτων γενικώς και της ποίησης ειδικώς. Πλάι του, πέρα από τον Γιώργο Κατσίμπαλη, τον Γιώργο Θεοτοκά, τον Αντρέα Καραντώνη, στάθηκε ο Οδυσσέας Ελύτης, ο άλλος μεγάλος ποιητής μας που κι εκείνος, ταγμένος από τη μοίρα της Ελλάδας, ευτύχησε να φέρει ένα δεύτερο Νομπέλ στα ελληνικά γράμματα. Και μαζί τους, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Νίκος Γκάτσος, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Μάνος Χατζιδάκις και πολλοί άλλοι.
Συνδετικός ιστός αυτής της λαμπρής γενιάς ήταν η Ελλάδα, η ελληνικότητα, η στροφή προς το σώμα και το χώμα της ελληνικής γης, της ελληνικής θάλασσας, του ελληνικού ήλιου. Και πίσω από αυτά η στροφή προς την ελληνική παράδοση, μια παράδοση βαθιά και πλατιά, ζωντανή, όπως ξεπήδαγε από τα κείμενα, αρχαία, βυζαντινά, κλασικά, θρησκευτικά, και μέσο έκφρασης την καθαρή ελληνική γλώσσα. Για τις ανάγκες της εποχής και της γενιάς του ’30, η δημοτική ήταν η προτιμώμενη, η οποία όμως έσερνε πίσω της είκοσι πέντε αιώνων γλωσσική κληρονομιά για την οποία ο Σεφέρης σεμνύνονταν. Το σημαντικότερο ήταν ότι ο Σεφέρης ήταν εκείνος που είχε επιχειρήσει το ρήγμα με το παρελθόν και είχε διαγράψει το πλαίσιο της διαφοροποίησης στο υπάρχον λογοτεχνικό καθεστώς. Με τους Valéry, Εliot, Laforgue στις αποσκευές του, είχε κάνει την απαραίτητη «στροφή».
Στα 1935, ο Σεφέρης δημοσιεύει τη συλλογή Μυθιστόρημα, με 24 ποιήματα που φαίνεται πως αντιστοιχούν στις 24 ραψωδίες της Οδύσσειας. Η συλλογή μετέφερε ένα αίσθημα στέρησης, αποκλεισμού, και τη διαπίστωση ότι ο κόσμος μας είναι αντιηρωικός. Ο Σεφέρης πολλές φορές καταφεύγει στα προσωπεία του Ορέστη, του Έκτορα, της Ανδρομέδας δεμένης στο βράχο, για να αποδώσει τον δικό του δεσμό με τη μοίρα του τόπου του. Γιατί το «πανάρχαιο δράμα», όπως ακούγεται στην αρχή του Μυθιστορήματος, εξακολουθεί να παίζεται πάνω στους ίδιους βράχους, με τους συντρόφους, που είναι «καλά παιδιά», αλλά ανώνυμοι ήρωες, χωρίς τίποτα το ηρωικό. Ο θάνατος γίνεται μοτίβο επανερχόμενο και ο τόπος πρωταγωνιστεί ή υποκαθιστά τον άνθρωπο. Ένας τόπος που τον βαραίνει η κληρονομιά του, τα μάρμαρα, τα αγάλματα που κρύβει στον κόρφο του, κομμάτια πέτρες ζωντανά. Ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, ο Σεφέρης γράφει τη νέα Οδύσσεια με το πλήθος των χαμένων παιδιών στα πελάγη, με χαμένη την πατρίδα, με την παρηγοριά μιας άλλης, αλλά και την ανάμνηση της παλιάς πάντα νωπή.
Το τοπίο επομένως γίνεται πρωταγωνιστής στο έργο του. Αυτό είναι δέσμιο, αυτό είναι βραχώδες, αυτό πετρώδες ή θαλασσινό. Σ’ αυτό το τοπίο γράφεται η νέα θαλασσινή περιπέτεια. Κι όπου στα τοπία του ξεπροβάλλει αρχαίος ναός, αυτός δείχνει και δίνει το μέτρο της δικαιοσύνης ή της δημοκρατίας, τιμωρεί τον υβριστή και «φωνάζει» πάντα σαν τη Γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού, για να δείξει πως δεν πέθανε.
Ο Σεφέρης το 1935 με το Μυθιστόρημα ξεπέρασε τις παλιές φόρμες της «καθαρής ποίησης» που κληρονόμησε από τον γαλλικό Συμβολισμό και έφτασε τη γλώσσα στα όρια της απόλυτης λιτότητας και αφαιρετικότητας, δίνοντας στην καθημερινή λέξη την ουσία και το νόημά της, αφήνοντας τη φράση του γυμνή σαν το τοπίο που απέδιδαν οι εικόνες του. Η δομή της εξάλλου αφενός επιδίωξε τη μορφή του καθημερινού λόγου, αφετέρου απέφυγε κάθε σχήμα λόγου που θα πρόσθετε «μαλάματα» στο στίχο του. Ενώ όμως ο λόγος είναι καθημερινός και η δομή απλή, ο στόχος του ποιήματος είναι πολύ υψηλός και γι’ αυτό πολύ μακριά από τον συνηθισμένο αναγνώστη. Ο Mario Vitti κάνει λόγο για «μια νέα “κοινή” στην ποιητική γλώσσα» που απέβλεπε να εκτοπίσει την παλιά γλώσσα και που ήταν μέσο «δημοκρατικότερο»[1]. Σαν ποιητής που απέδιδε ένα ειδικό νόημα στα πράγματα που μπορούσε να «ψηλαφίσει», έκανε την αφή κυρίαρχη αίσθηση, μετά την όραση που έκλεινε το ποιητικό τοπίο μέσα της. Η αφή λειτούργησε τόσο δυναμικά, που έδωσε στον αναγνώστη του τη δυνατότητα να έρθει κι εκείνος σ’ επαφή με τη γοργόνα τη σκαλισμένη στο καράβι του Οδυσσέα, τους βράχους της Ασίνης και τον χαμένο Βασιλιά της, ή τις καμπύλες στο κορμί της αληθινής Ελένης και όχι της Ελένης στα τείχη της Τροίας σαν «πουκάμισο αδειανό».
Στην ποίηση του Σεφέρη τα αγάλματα αναπνέουν, έχουν τη θερμοκρασία του ζωντανού σώματος, στάζουν αίμα, ακόμα και κομματιασμένα, κοιτάζουν κατάματα το θεατή τους, γίνονται οι φορείς της επικοινωνίας. Τα Ημερολόγια Καταστρώματος που ακολούθησαν και γενικώς όλη η ποίησή του δείχνει πως το «πανάρχαιο δράμα» βρίσκει τις υπόγειες διαδρομές του για να διαιωνίζεται.
Εν κατακλείδι, ο Σεφέρης αντλεί τα υλικά του από την ελληνική γη, «το χώμα και το βράχο»[2] που είχε μέσα του, από το μύθο και την Ιστορία, από τα αρχαία κείμενα, τις λαϊκές φυλλάδες και τα χρονικά, επιχειρώντας να ερμηνεύσει την τραγωδία του παρόντος μέσα από την τραγωδία του παρελθόντος, για να ανασύρει από εκεί τη δικαίωση που διδάσκει ο μύθος. Η Ελλάδα του είναι η Ανδρομέδα, η δεμένη στο βράχο, που περιμένει το λυτρωτή της, γίνεται Αρετούσα η φυλακισμένη στα υπόγεια σκοτάδια που περιμένει τον Ερωτόκριτο, η Γοργόνα που θαλασσοπνίγεται αναζητώντας τον Μεγαλέξανδρο «και δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας»[3]. Βυθισμένη η ίδια στο χρόνο, στο μύθο, στην Ιστορία, κρύβει στα σπλάχνα της τις μεγάλες πέτρες, φορείς του περασμένου ηθικού μεγαλείου της. Η Ελλάδα με τα νησιά και τη γαλάζια θάλασσα που κανείς δεν μπορεί να «εξαντλήσει», η Ελλάδα του ήλιου, που όταν η ιστορική περίσταση το επιβάλλει, αναλαμβάνει το ρόλο του κριτή. Η Ελλάδα του Πλάτωνα που με την παραδειγματική τιμωρία του τύραννου Αρδιαίου καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο επιστρέφουν ο νόμος και η τάξη εκεί που διασαλεύτηκαν.
Σήμερα, σαράντα ένα χρόνια μετά, ο λόγος του εξακολουθεί να είναι επίκαιρος:

Στην πολιτεία που έγινε πορνείο
μαστροποί και πολιτικές
διαλαλούν σάπια θέλγητρα[4].

 Δημοσιεύτηκε την Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012 στο diastixo.gr

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

CHARLES BUKOWSKI – ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ: ΜΙΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΡΙΤΙΚΟΥΣ ΜΑΣ

Η πυροδότηση της κριτικής από την καταγραφή των νόσων της ποιητικής τέχνης έως τις επικριτικές ρήσεις από ορισμένες πανεπιστημιακές ομάδες που συντάσσουν τους κανόνες της ποίησης, και γεννοβολούν, με περίσσιο ύφος και χάρη, τις μαριονέτες που ελέγχουν – όλα αυτά, μαζί με τους υποστηρικτές τους και το σινάφι τους, συνιστούν την πλέον θανάσιμη και ψωροπερήφανη ποιητική έδρα. Δημιουργούν, καταγράφουν, και επιχειρηματολογούν γύρω από την ιστορία των ιδίων, γοητευμένοι από την γενναιοδωρία των αυλικών τους.
Αυτό που οι πανεπιστημιακοί κριτικοί έχασαν απομονώνοντας τους εαυτούς τους μέσα στην ακαδημία το κέρδισαν με το παραπάνω σε στόχευση και κύρος. Σε όσους απόμειναν από μας, τους βρόμικους, τους αργόσχολους μέσα στα μπιλιαρδάδικα και τα σοκάκια, μοιάζει λες και δεν απομένει παρά μια ματαιωμένη και παράφωνη φλυαρία. Προκειμένου να δημιουργηθεί μία δυναμική, πιθανόν ένα μανιφέστο, μια κίνηση… η κυοφορία μιας ιδέας… να είναι απαραίτητα. Είναι δύσκολο για έναν ποιητή να σταθεί ολομόναχος ενάντια στην πανεπιστημιακή κλίκα. Πιθανόν να πρέπει εμείς οι ίδιοι να εφεύρουμε τη δική μας ιστορία και να επιλέξουμε τους δικούς μας θεούς, αν είναι να ακουστεί η δική μας συνεισφορά στην αμερικανική λογοτεχνία, σε κάποιο απώτερο μέλλον.
Οι λογοτέχνες μας οφείλουν να γνωστοποιήσουν την ύπαρξή τους στην πανεπιστημιακή κοινότητα που εξορκίζει τα πάντα και γράφει προς ιδία κατανάλωση – και ας είμαστε δίκαιοι επ’ αυτού: πολλά απ’ αυτά που εκδίδονται δεν ανήκουν μονάχα στη βρομιά αλλά δεν τα διαβάζει σχεδόν κανένας (κι αυτό δυστυχώς ισχύει τόσο για τους αναγνώστες όσο και για τους λογοτέχνες). Αυτό που μας σώζει είναι η τρομερή μας ανοιχτοσύνη και η πολυφωνία μας. Όμως, αυτή μας η υπεροχή θα πρέπει να είναι εξίσου καλοσχηματισμένη όσο και άμορφη, και να συνοδεύεται από το δικό της δίκτυο κριτικής ενημέρωσης και να εκφράζει επί το πλείστον τις τάσεις, και την πολιτιστική παρεμβολή των λογοτεχνών μας. Κι αυτό όχι ως προϋπόθεση επικύρωσης ή αισθητικού περιορισμού αλλά ως η μετουσίωση ποικίλλων φωνών σε μία πολύ πιο ξεκάθαρη φόρμα. Ο άνεμος ανανέωσης μιας καινούργιας κουλτούρας, ο μαγνητισμός και το νόημα και η ελπίδα, η ακρίβεια των ενεργειών μας – όλα αυτά δεν έχουν ακόμα, υπό οποιαδήποτε έννοια, υλοποιηθεί και δεν έχουν πραγματωθεί. Και έως ότου υλοποιηθούν και πραγματωθούν… πέντε-έξι τύποι, μίζεροι καρεκλοκέντραυροι των πανεπιστημίων, θα παριστάνουν τους ιεροφάντες του ποιητικού μας σύμπαντος.

Τσαρλς Μπουκόβσκι: Μανιφέστο: μια ανακοίνωση σχετικά με τους κριτικούς μας
[Περιοδικό Nomad, τεύχος 5/6, 1960]
Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς (από το υπό έκδοση έργο, “Τσαρλς Μπουκόβσκι: Κείμενα από σημειωματάρια και αρχεία 1946-1992, β’ τόμος” / Εκδόσεις Ηριδανός]

πηγή: http://toparathyro.com/

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

«Γιατί (να) διαβάζουμε (ακόμη) Jack Kerouac;»

Η παλιοπαρέα του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη από την εφηβεία της ταξιδεύει, μεθά και παραληρεί στους αχανείς ορίζοντες του «Οn the Road».

Ο Τζακ Κέρουακ κέρδισε την εφηβεία μας, με τα συγκινημένα ποιήματά του (ποιήματα που διαβάζαμε σκόρπια, είτε από χειροποίητες εκδόσεις είτε καταφεύγοντας στην Αμερικανική Βιβλιοθήκη, εκεί στην Μασσαλίας), έχοντας κατά νου κάποτε να αποκτήσουμε το On the Road και να ταξιδέψουμε στο αχανές των οριζόντων μαζί του.

Κι αυτό κάναμε, ο Γιάννης ο Τζώρτζης, ο ποιητής, που μάλιστα μετέφρασε κάμποσες σελίδες του Τζακ, και την Tristessa ολόκληρη, και μας κόλλησε, σ’ όλη την παλιοπαρέα τη φράση «αγνός και ανεξέλεγκτος», και σπεύδαμε όποτε τα καταφέρναμε, που σημαίνει όποτε η φλύαρη μέθη και η μεθυσμένη φλυαρία έστεργαν να μας το επιτρέψουν, όποτε καταφέρναμε, λοιπόν, σπεύδαμε κι αγοράζαμε κάθε βιβλίο του Τζακ που έφερνε ο αείμνηστος Θανάσης στη Φωλιά του Βιβλίου, και μετά πηγαίναμε φουριόζοι στον Μπερντέ, Ζωοδόχου Πηγής & Σόλωνος, κι ερχόταν και ο Μανώλης Νταλούκας εκεί, και ο Θοδωρής ο Κούτσης, και ο Βασίλης ο Τσαλής, και άλλα ανήσυχα πνεύματα, αλλά και σώματα, και πιάναμε τις μπίρες και τις σελίδες εναλλάξ, διάβασμα και ποτό, ξανά και ξανά, και σαν διαβάσαμε πια όλο το On the Road, αυτό το εκτυφλωτικό βελούδο, αυτές τις απανωτές φωτοβολίδες ευφροσύνης μες στον σκοτεινό ουρανό, αυτά τα ψιθυρισμένα ουρλιαχτά με σιγαστήρα, αυτά τα πηγαινέλα στην πελώρια Αμερική, αυτές τις σελίδες γεμάτες ένταση και ταχύτητα και τραχύτητα μα και τρυφερότητα και χάδια και αγκαλιές και φιλία, προπάντων και πάνω απ’ όλα 
ΦΙΛΙΑ, με τα τρίμματα απ’ τις αλλεπάλληλες μηλόπιτες να είναι ό,τι πιο θελκτικό, και τα διπλόψωμα να μας κάνουν απλούς τη μια στιγμή για να ’ρθει το παραλήρημα κατόπιν και να μας ωθήσει σε σφαίρες παράνοιας άκακης, σε ακτές του νου που σάλευε έγχρωμος μες στου Κέρουακ το σαλεμένο σύμπαν, ναι, σαν τα διαβάσαμε όλ’ αυτά, και τα ξαναδιαβάσαμε, και τα διαβάσαμε ξανά, και πάλι τα διαβάσαμε, κι είπαμε ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΕΤΣΙ, κι είπαμε, ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΓΡΑΨΟΥΜΕ, κι είπαμε, ΜΑ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΟΛΑ ΘΑ ΖΗΣΟΥΜΕ, κι αρχίσανε ταξίδια, μέσα κι έξω, και περιπέτειες του δρόμου, κι ο Τσαλής να φεύγει για το Βερολίνο και να μετατοπίζεται, όχι και τόσο ανεπαισθήτως, από τον Κέρουακ στον Έρνεστ «Πάπα» Χέμινγουεϊ, και να τρέχει με αεροπλάνα σακαράκες εκείνη την εποχή και ο Τζώρτζης εκεί, και να γράφουν ποιήματα γελώντας μεθυσμένοι με μπίρες και σναπς και παρέα με τον Ντένις Χόπερ, για σκέψου!, και ένα βράδυ γνωρίσαν και τον Άλεν Γκίνσμπεργκ, και ο Γκίνσμπεργκ είχε ξυρίσει τα θρυλικά του γένια κείνες τις μέρες, και του λέει ο Τζώρτζης, Άλλαξες Άλεν, και του λέει ο Γκίνσμπεργκ, Κι εσύ άλλαξες Yannis, και του λέει ο Τζώρτζης, Πώς το λες;, Πού ξέρεις πώς ήμουνα;, και του απαντάει ο Γκίνσμπεργκ, Κι εσύ πού ξέρεις πώς ήμουνα;, και μετά είπαν πολλά και ήπιαν πολλά, και γνωρίστηκαν αληθινά, και ο Τζώρτζης επέστρεψε στην Αθήνα, ενθουσιασμένος, και μίλαγε συνέχεια, ακατάπαυστα, για τον Γκίνσμπεργκ, και για τον Μπάροουζ, και για τον Κέρουακ, ενώ ο Τσαλής είχε και πάλι μετατοπιστεί, και πάλι όχι και τόσο ανεπαισθήτως, από τον Πάπα Χεμ στον Νιλ Κάσαντι, το άλλο εγώ του Κέρουακ ήταν ο Νιλ, κι ο Κέρουακ τον έχει απαθανατίσει μ’ έναν αστερισμό ονομάτων (Vern Pomery Jr., Dean Pomery, Dean Pomeray Jr., Dean Moriarty, Cody Pomeray), και τους βαφτίσαμε, τους Τζώρτζη και Τσαλή, με γέλια ομηρικά Τζώρτζουακ και Τσάλαντι, κι έχουνε κυλήσει τριάντα χρόνια από τότε και τα παρωνύμια αυτά βαστάν ακόμη, και ενώ έχουμε περιπλανηθεί ώρες και μέρες και βδομάδες και μήνες και χρόνια στα τοπία και τους κόσμους του Ρέιμοντ Κάρβερ και του Τσαρλς Μπουκόφσκι και του Ντον Ντελίλο και της Πατρίσια Χάισμιθ και του Ντάσιελ Χάμετ και τόσων άλλων εξαίσιων εξαίρετων και έξοχων, ολοένα και ξανά και πάλι στον Κέρουακ επιστρέφουμε, αγνοί και ανεξέλεγκτοι, όπως και στους Αγίους Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ενώ από το πλάι μας ποτέ δεν λείπουν οι Καραμαζόφ του Φιοντόρ και στο γυλιό μας πάντοτε κουβαλάμε το Gravity’s Rainbow, με αέναα αιώνια άσματα να κάνουν σα μαγεμένο το μυαλό να φτερουγίζει ξαναμανακαιπάλι στου Κέρουακ τα κορφοβούνια και στου Κέρουακ την άδολη ανοιχτότητα, το άνοιγμα στο αίνιγμα που έλεγε κι η Μήτσορα, ενώ εμείς βροντοφωνάζαμε το ποίημα του Τζώρτζη «Εκεί που σταματάς μια νύχτα/ εκεί περνάς ολόκληρη ζωή», κι αισθανόμασταν για άλλη μια φορά ευγνώμονες απέναντι στον Κέρουακ καθώς μας είχε συστήσει με τον πιο αλησμόνητο τρόπο τον άλλο της ζωής μας χθόνιο κολοσσό, τον άλλο που δεν έπαψε ποτέ να λάμπει, αγνός και ανεξέλεγκτος κι αυτός, αλλά και πάντοτε ανυπέρβλητα μεθοδικός, ο Τζέιμς Τζόις ο Ιρλανδός, απίστευτα επιβλητικός, χωρατατζής κι αυτός, να τους τρομάζει ακόμη όλους, «εγώ χαμογελώ κι εκείνοι χάνονται», όπως το έγραψε κι ο Τζώρτζης, και να κυλάν τα χρόνια και τα χιόνια του καιρού του αλλοτινού, και να χάνονται πολλά μες στη ιλύ της ύλης, πολλά να παίρνει ο άνεμος, όνειρα να γίνονται στάχτες, οράματα να τα τσακίζει του ρεαλισμού η βαριοπούλα, «σαχ και ματ κάνει πάντα η πραγματικότητα» να μας λέει ο Νίκος Καρούζος, αλλά πολλά μάς έμειναν, πολλά να είναι και σήμερα ανοξείδωτα, κι ανάμεσα σ’ αυτά το ότι καταφεύγουμε συχνά πυκνά στου Κέρουακ το κονάκι, στου Τζακ τη θέρμη και το θάλπος, εκεί, ναι, καταφεύγουμε.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

[Δημοσιεύτηκε στο Bookpress, 29/11/2011]