Ποιητές

Ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις -
και γίνονται πουλιά.
Τάσος Λειβαδίτης

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Κώστας Εμμ. Νικολάου - Σατιρικά ποιήματα

του Κωνσταντίνου Κοκολογιάννη

Στις 2 Αυγούστου 1997 εγκατέλειψα την Ελλάδα - η για να ακριβολογούμε, μ' έδιωξε η Ελλάδα - Πρώτος σταθμός Reggio Calabria, 9 χρόνια. Δεύτερος σταθμός (ως σήμερα) Λευκωσία, 7 χρόνια. Πριν φύγω έβαλα σε κούτες όλα μου τα υπάρχοντα και τα αποθήκευσα στο πατρικό σπίτι της μάνας μου στο Λουτράκι Κορινθίας. Πριν δύο εβδομάδες επέστρεψα για ολιγοήμερες διακοπές στο Λουτράκι και είχα την ευκαιρία να κάνω ένα θαυμάσιο ταξίδι, πίσω στο χρόνο, ανοίγοντας αυτές τις κούτες. Θυμήθηκα πως ήμουνα, ποιος ήμουνα πριν 16 χρόνια. Μέσα σε αυτό το ταξίδι, βρήκα την ποιητική συλλογή του Κώστα Νικολάου, "Αγριοτσουκνίδες" Αθήνα 1980. Ανοίγοντας το βιβλίο, στο πρώτο φύλλο, στη δεύτερη σελίδα υπήρχε η αφιέρωση, "Στην αγαπημένη μου ανηψιά Ειρήνη Δέδε (η γιαγιά μου), Εγκάρδια προσφορά, Κώστας Νικολάου".
Άρχισα να ξεφυλλίζω την 30 φύλλων ποιητική συλλογή του... θείου μου και ένα αεράκι δροσιάς, κεφιού και γέλιου με πλημμύρισε. Θυμήθηκα επίσης ότι το μοναδικό ποίημα που έμαθα απ' έξω στη ζωή μου, ήταν οι "Πεθερές" που θα το παρουσιάσω παρακάτω.

Ο Κώστας Εμμ. Νικολάου γεννήθηκε κάτω από την Ακρόπολη στους Αγίους Αποστόλους και μεγάλωσε στις Τζιτζιφιές της Αθήνας. Από μικρός ασχολήθηκε με την ποίηση και τη διηγηματογραφία με ιδιαίτερη κλίση στη σατιρική ποίηση. Ποιήματα και διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά της Αθήνας και της επαρχίας. Στα 1980 τύπωσε την σατιρική συλλογή "Αγριοτσουκνίδες". Έχει αρκετή ανέκδοτη εργασία. (από το βιογραφικό σημείωμα του βιβλίου).

  

ΟΙ ΠΕΘΕΡΕΣ

Όπου βρεθώ κι όπου σταθλω για πεθερές μιλάνε.
Οι κατηγόριες κ' οι μπομπές σαν το νερό κυλάνε.
Άλλος τις λέει φάλαινες, άλλος τις λέει φώκιες
άλλος πως είν' η γλώσσα τους, του σταυρωτή οι πρόκες.

Και τι δεν είπανε γι' αυτές τις μάνες τις καημένες
που πάντοτε αισθάνονται πως είν' αδικημένες
Λένε πως μες στ' αντρόγυνα εκπέμπουνε παράσιτα
κι είναι τα λόγια τους καυτά, χοντρά πηχτά κι αμάσητα.

Λένε πως είναι ύαινες, διάβολοι δίχωςκέρατα
που πάντα κάνουνε κακό, σ' όλης της γης τα πέρατα.
Αλλά εγώ δεν συμφωνώ, κακό δεν μου 'χει κάνει
πριν παντρευτώ την κόρη της, αυτή είχε πεθάνει!



Η ΓΡΑΒΑΤΑ

Ο Χρηστάκης κάποτε που 'ταν παληκάρι
οι γονείς καμάρωναν τέτοιο κανακάρη.
Είχε τη γραβάτα του όμορφα δεμένη
τη φρεσκοσιδέρωνε, πάντα τεντωμένη!

Τα κορίτσια χάιδευαν τη γερή γραβάτα
αλλά ήταν μιμουάπτ κι άλλα πιο βαρβάτα.
Κόμπο του τη δένανε όλες οι κοπέλες
του τη σιδερώνανε και του καναν και τρέλες!

Όλες τους στη γειτονιά παντρεμένες κι άλλες
χήρες και ζωντοχήρες, μαύρες, ξανθομάλλλες.
Πιάναν τη γραβάτα του που γερά κρατούσε
το χατήρι κάθε μιας, δεν της το χαλούσε.

Μα τα χρόνια πέρασαν. Τι να περιμένει;
η γραβάτα μίκρυνε κι είναι ζαρωμένη.
Δεν την πιάνει σίδερο, πια κοντά στη γνώση
τη θυμάται κάποτε που ταν άλλη τόση!

Πάνε πια απ' τις μικρές τα τρελά παιχνίδια
δεν τον πλησιάζουνε ούτε τα γραΐδια
βρίχει και με το θεό διαρκώς τα βάζει
που η γραβάτα ζάρωσε, η φύσις ησυχάζει!
 

Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

ΣΑΜΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤΤ (Samuel Beckett) - Τα ποιήματά του

Ο Σάμιουελ Μπέκετ (Samuel Barclay Beckett) γεννήθηκε στην Ιρλανδία το 1906,  λογοτέχνης, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Το έργο του είναι βασικά μινιμαλιστικό, και σύμφωνα με ορισμένους ερμηνευτές, βαθιά απαισιόδοξο για την ανθρώπινη φύση. Η απαισιοδοξία αυτή αντανακλάται από την εκτενή και περίεργη αίσθηση του χιούμορ στο έργο του, καθώς και από το γεγονός ότι η περιγραφή των εμποδίων στην ανθρώπινη ζωή εξυπηρετεί την επιθυμία του Μπέκετ να δείξει ότι το "ταξίδι" είναι που αξίζει, παρά τις δυσκολίες του. (http://el.wikipedia.org)

«Οι λέξεις ήταν η μόνη μου αγάπη»

Οι λέξεις που γίνονται ψίθυροι, οι ψίθυροι που δυναμώνουν, που γίνονται κραυγές που εγκλωβίζουν… Ουρλιάζουν ανώφελα οι υπόγειοι ήρωες, τα κομμάτια ανθρώπινων καταδικασμένων ψυχών να παραμιλούν το παραμύθι της ύπαρξης. Το τόσο μάταιο και περιττό, όσο μοιραίο, κινητήριο κι αληθινό. Η ύπαρξη πόσο απέχει απ’ την ανυπαρξία; Η κοινωνία χρίστηκε κυνικός παρατηρητής των επιζώντων αδελφών του μέλλοντος. Το πλήθος υψώνεται απειλητικό χτίζοντας από ανθρώπινα μέλη, ουρανοξύστες απομόνωσης. Γυναίκες και άντρες δεν ξεχωρίζουν μεταξύ τους. Είναι παγιδευμένοι στα παιχνίδια που παίζει η μνήμη με τη λήθη. Σκιές τους κλείνουν το δρόμο. Ο απεγκλωβισμός απ’ το αδιέξοδο είναι οικουμενικώς ανθρώπινη υπόθεση.  (http://www.vakxikon.gr)

Η οικογένεια Beckett (αρχικά Becquet) φημολογείτο ότι είχαν καταγωγή από Ουγενότους που μετακινήθηκαν από τη Γαλλία στην Ιρλανδία μετά την ανάκληση του Διατάγματος της Νάντης το 1685. Ο πατέρας του Beckett ήταν επιμετρητής ποσοτήτων και η μητέρα του νοσοκόμα. [1]
Ο Μπέκετ σπούδασε γαλλικάιταλικά και αγγλικά στο Trinity College στο Δουβλίνο από το 1923 έως το 1927. Αφού πήρε το πτυχίο του, δίδαξε για μικρό χρονικό διάστημα στο Campbell College του Μπέλφαστ κι έπειτα διορίστηκε ως καθηγητής αγγλικών στην Ecole Normale Supérieure στο Παρίσι, όπου και γνωρίστηκε με το γνωστό Ιρλανδό συγγραφέα Τζέιμς Τζόις. Η γνωριμία αυτή επηρέασε έκδηλα τον νεαρό Μπέκετ, ο οποίος βοηθούσε τον Τζόις στο έργο του, όπως στην έρευνα για το βιβλίο του γνωστό με τον τίτλο Finnegans Wake.[2] Το 1929, ο Μπέκετ δημοσίευσε το πρώτο του έργο, ένα κριτικό δοκίμιο με τίτλο Dante...Bruno. Vico..Joyce. Τον επόμενο χρόνο, κέρδισε ένα μικρό λογοτεχνικό έπαθλο με το ποίημα "Whoroscope", εμπνευσμένο από μια βιογραφία του Ρενέ Ντεκάρτ που έτυχε να διαβάζει εκείνη την περίοδο.
To 1930, o Μπέκετ επέστρεψε ως λέκτορας στο Trinity College, ωστόσο σύντομα απογοητεύτηκε από το ακαδημαϊκό του λειτούργημα. Την απέχθειά του αυτή την εξέφρασε με ένα τέχνασμα που έκανε στην Modern Language Society του Δουβλίνου, διαβάζοντας στα γαλλικά ένα σοβαρό επιστημονικό άρθρο του συγγραφέα Jean du Chas, ιδρυτή του κινήματος του Συγκεντρωτισμού. Τόσο ο συγγραφέας όσο και το κίνημά του ήταν δημιουργήματα της φαντασίας του Μπέκετ, που με αυτό τον τρόπο ήθελε να κοροϊδέψει τους σχολαστικούς. Ο Μπέκετ παραιτήθηκε από τη θέση αυτή το1931 και ξεκίνησε να ταξιδεύει στην Ευρώπη. Στο Λονδίνο, εξέδωσε μια κριτική μελέτη για το Γάλλο συγγραφέα Μαρσέλ Προυστ. Ένα χρόνο αργότερα, έγραψε το πρώτο του βιβλίο με τίτλοDream of Fair to Middling Women, το οποίο εγκατέλειψε μετά τις απορρίψεις αρκετών εκδοτών (εκδόθηκε τελικά το 1993). Μετά από άλλα ταξίδια, όπως στη Γερμανία, όπου δήλωσε απέχθεια για τη δράση των Ναζί, βρέθηκε στο Παρίσι. Εκεί, τον Ιανουάριο του 1938, έγινε απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, καθώς αρνιόταν τις ανήθικες προτάσεις ενός περιβόητου μαστροπού της πόλης. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο, γνώρισε την Suzanne Deschevaux-Dumesnil, με την οποία θα διατηρούσε μια μακροχρόνια σχέση που θα κρατούσε σχεδόν 50 χρόνια.
Κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Μπέκετ συμμετείχε στη Γαλλική Αντίσταση, δουλεύοντας ως αγγελιαφόρος, και τα επόμενα δυο χρόνια αρκετές φορές διακινδύνευσε να συλληφθεί από τηΓκεστάπο. Τον Αύγουστο του 1942, η μονάδα του προδόθηκε: αυτός κι η Σουζάν κατέφυγαν νότια, στο μικρό χωριό Ρουσιγιόν, όπου και συνέχισαν να βοηθούν στην Αντίσταση, κρύβοντας πολεμικό εξοπλισμό στην κατοικία τους και βοηθώντας εμμέσως ένα σαμποτάζ των Μακί εναντίον του γερμανικού στρατού. Ο Μπέκετ τιμήθηκε με το Μετάλλιο Αντίστασης και το Σταυρό του πολέμου από τη γαλλική κυβέρνηση για τη δράση του κατά της γερμανικής κατοχής, ωστόσο μέχρι το τέλος της ζωής του αναφερόταν με μετριοφροσύνη στο έργο του αυτό.  (http://el.wikipedia.org)

Ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος χάραξε στις ανθρώπινες ψυχές που βίωσαν τα τότε γεγονότα, τα σημάδια της απόλυτης δυστυχίας, βιαιότητας και αποκτήνωσης, στρέφοντας τα βλέμματα σε μια βαθιά εσωτερική ενδοσκόπηση προς αναζήτηση της αλήθειας. Η ανθρώπινη ύπαρξη αιμορραγούσε. Πάλευε να επιβιώσει σε μια κοινωνία εχθρική, προσπαθώντας, χωρίς απαραίτητα να επιθυμεί, να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με τον Θεό, που τόσο άδοξα της είχε γυρίσει την πλάτη στην τραγικότερη στιγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Δεν ήξερε αν υπήρχε ελπίδα. Κι αν υπήρχε πότε θα ερχόταν… Η συνειδητοποίηση έσπρωχνε την κάθε ψυχή με φόρα στο παιχνίδι της μοίρας της. Το άτομο και η μοίρα του βρήκαν τον εξερευνητή τους στο πρόσωπο του Σάμουελ Μπέκετ. Ο κόσμος που τοποθετεί τους ήρωές του ο Μπέκετ, είναι αυτός του περιθωρίου της ζωής, των πνευματικά και σωματικά αρρώστων, των παρωχημένων στην ηλικία, των αποτυχημένων, των κοινωνικά άχρηστων ανθρώπων. Κι αυτό δεν γίνεται τυχαία. Ένας τέτοιος κόσμος γίνεται καθρέφτης του πυθμένα της κοινωνίας που επιμελώς ντύνει όπως της ταιριάζει τους «νεκρούς» της. Κι ύστερα ο Μπέκετ τους αποκόπτει εντελώς απ’ τον κοινωνικό αυτό περίγυρο για να τους μελετήσει στην πλήρη απομόνωσή τους. Ξεχωριστά κομμάτια σάρκας τέμνονται και διασταυρώνονται με τα ανάλογα μέρη που φέρουν οι θρυμματισμένες ψυχές τους. Λόγια σοφά πλέκουν τα παραμιλητά μιας ψυχρής και ασυνάρτητης λογικής την ίδια ώρα που ατίθασοι και ξεχασμένοι χαρακτήρες βαφτίζονται άσπονδοι εραστές της ζωής και του θανάτου. Πίσω απ’ τις λέξεις κρύβονται μνήμες, έτοιμες να χλευάσουν, να σατυρίσουν και να ειρωνευτούν την κάθε αλήθεια που συναντούν, σε μια γλώσσα δίχως ύφος. Δεν είχε σημασία άλλωστε το ύφος. Τι θα είχε να πει μπροστά σ’ ένα κοινό που τώρα… σίγουρα… δεν ήταν το ίδιο με άλλοτε…
«Είμαστε καταδικασμένοι σε έναν αιώνιο μονόλογο, χωρίς έννοια, χωρίς περιεχόμενο. Σε ένα αιώνιο μουρμούρισμα.»
«Να μιλάμε, και να μιλάμε για το τίποτα.»
(Έτσι μας λέει στον «Ακατανόμαστο», που αποτελεί το τρίτο μέρος της τριλογίας που έγραψε στα έτη 1948-1953. Τα άλλα δυο ήταν «Μολλόϋ  και Ο Μαλόν πεθαίνει»). (http://www.vakxikon.gr)
Το 1945, ο Μπέκετ επέστρεψε στο Δουβλίνο, όπου και είχε μια "αποκάλυψη" για τη μελλοντική λογοτεχνική του πορεία, γεγονός που αργότερα παρουσιάστηκε στο έργο του 1958 Krapp's Last Tape, όπου πολλοί σχολιαστές ταύτισαν τον Μπέκετ με τον Krapp, ο οποίος σε όλο το έργο ακούει μια κασέτα που ηχογράφησε παλαιότερα και σε ένα σημείο αναφέρει: ...σαφές τελικά σε εμένα πως το σκοτάδι που πάντα πάλευα να κατανικήσω είναι στην πραγματικότητα ο καλύτερός μου σύμμαχος...
Ο Μπέκετ είναι περισσότερο γνωστός για το έργο του Περιμένοντας τον Γκοντό, το οποίο γράφτηκε αρχικά στα γαλλικά, όπως και τα περισσότερα έργα του Μπέκετ μετά το 1947. Το έργο δημοσιεύτηκε το 1952 και παρουσιάστηκε στο θέατρο για πρώτη φορά το 1953. Στο Παρίσι, έκανε δημοφιλή και αμφιλεγόμενη επιτυχία, ενώ στο Λονδίνο το 1955 αρχικά το υποδέχτηκαν με αρνητικές κριτικές, ενώ παίχτηκε με επιτυχία και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η επιτυχία αυτή άνοιξε στον Μπέκετ το δρόμο για μια σταδιοδρομία στο θέατρο με επιτυχημένα έργα όπως: EndgameKrapp's Last TapeHappy Days και Play.
Το 1961, σε μια μυστική τελετή στην Αγγλία, ο Μπέκετ παντρεύτηκε τη Σουζάν, κυρίως για λόγους που σχετίζονταν με το γαλλικό κληρονομικό δίκαιο. Οι συνεχείς επιτυχίες των θεατρικών του έργων του άνοιξαν την καριέρα και του θεατρικού σκηνοθέτη. Το 1969, κατά τη διάρκεια των διακοπών του στην Τύνιδα με τη Σουζάν, ο Μπέκετ έμαθε ότι κέρδισε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η Σουζάν πέθανε στις 17 Ιουλίου 1989, ενώ ο Μπέκετ πέθανε στις 22 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου. Έπασχε από εμφύσημα και πιθανότατα από τη νόσο του Πάρκινσον.

Ο Μπέκετ δεν είναι γνωστός σαν ποιητής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ποιητικό του έργο δεν άξιο προσοχής. Κάθε άλλο θα έλεγα, εκφράζοντας τη δική μου ασήμαντη προσωπική κρίση. Η ποίησή του είναι συμπυκνωμένη. Κάθε στίχος του εκφράζει αυτό που εικάζεται και ανακλάται στο εσωτερικό κάθε ανθρώπου. Τα ποιήματά του, ολιγόστιχα είναι ποιήματα βαθιάς εσωτερικής ωρίμανσης και ενατένισης. Μοιάζουν με τα κοάν της ανατολικής φιλοσοφίας καθώς κάποιος μπορεί να διαλογιστεί με τους στίχους του.
Ο Μπέκετ πάντοτε αυτοσαρκαζόμενος ονομάζει αυτά τα ολιγόστιχα του ποιήματα ως «σαχλοκουβέντες».

θα’ θελα η αγάπη μου να πέθαινε
θα’ θελα να’ βρεχε στο κοιμητήρι
και στα δρομάκια που διαβαίνω
κλαίγοντας αυτήν που πίστεψε ότι μ’ αγάπησε

 *-*

κρανίο μονάχο έξω και μέσα
κάπου ενίοτε
σαν κάτι

κρανίο καταφύγιο τελευταίο
δοσμένος απ’ έξω
φτυστός Bocca μες στον καθρέφτη

το μάτι στον έσχατο φόβο
ανοίγει διάπλατα ξανακλείνει
μην έχοντας πια τίποτα

έτσι ενίοτε
σαν κάτι
απ’ τη ζωή όχι αναγκαστικά

 *-*

κάθε μέρα επιθυμείς
να’ σαι μια μέρα ζωντανός
όχι βέβαια χωρίς να λυπάσαι
μια μέρα που γεννήθηκες

 *-*

τίποτα μηδαμινό
δεν θα’ χε υπάρξει
για το τίποτα
τόσο υπαρκτό
τίποτα
μηδαμινό

 *-*

βήμα το βήμα
πουθενά
κανένας μόνος
δεν ξέρει πώς
μικρά βήματα
πουθενά
επίμονα.

Αυτός είναι ο Μπέκετ ως ποιητής. Τα παραπάνω ποιήματα περιλαμβάνονται στην έκδοση: Samuel Beckett: “ΠΟΙΗΜΑΤΑ συνοδευόμενα από ΣΑΧΛΟΚΟΥΒΕΝΤΕΣ”, Εκδόσεις Ερατώ, Εισαγωγή-Μετάφραση: Γιώργος Βίλλιος


Είμαι αυτή η ροή της άμμου που γλιστράει
ανάμεσα στο βότσαλο και στον αμμόλοφο
η καλοκαιρινή βροχή πέφτει πάνω στη ζωή μου
πάνω σ' εμένα η ζωή μου που μου ξεφεύγει με
καταδιώκει
και θα σβήσει τη μέρα που άρχισε

αγαπημένη στιγμή σε βλέπω
μέσα σ' αυτό το παραπέτασμα της ομίχλης που χάνεται
όπου δε θα 'χω παρά να πατήσω σ' αυτά τα μακριά
κινούμενα κατώφλια
και θα ζήσω
όσο ν' ανοιγοκλείσει μια πόρτα

Μετάφραση: Γιώργος Βίλλιος



Ο Σάμουελ Μπέκετ ήταν γνωστός για την συστολή του, όταν υπήρχαν συσκευές ηχογράφησης γύρω του. Μπορούσε να ξοδεύει ώρες δουλεύοντας με τους ηθοποιούς στο στούντιο, αλλά όταν ερχόταν η ώρα να ηχογραφήσει κάποιο κομμάτι με τη δική του φωνή, γινόταν ακριβοθώρητος. Είναι γνωστό ότι υπάρχουν ελάχιστες ηχογραφήσεις. Έτσι, το παραπάνω ηχητικό του Μπέκετ, που διαβάζει δυο ποιήματά του, είναι πάρα πολύ σπάνιο.


Οι ηχογραφήσεις έγιναν το 1965 από τον Λόρενς Χάρβει, καθηγητή της συγκριτικής λογοτεχνίας στο κολέγιο Ντάρμουθ, ο οποίος ταξίδεψε στο Παρίσι για να συναντήσει τον Μπέκετ αρκετές φορές από το 1961 έως το 1965, καθώς ερευνούσε το 1970 βιβλίο του «Σάμουελ Μπέκετ, ποίηση και κριτική». Από μια μεριά, ο Μπέκετ, κατά τη διάρκεια των συζητήσεών τους, απήγγειλε αρκετά αποσπάσματα από την τρίτη, αλλά δεύτερη δημοσιευμένη νουβέλα του «Watt».Tο βιβλίο γράφτηκε στα αγγλικά τη δεκαετία του 40, κυρίως το διάστημα που κρυβόταν από τους Ναζί στη νότια Γαλλία. Είναι μια πειραματική νουβέλα ( ο Μπέκετ το έλεγε «άσκηση») που μιλάει για έναν ερευνητή, ονόματι Γουάτ, ο οποίος ταξιδεύει στο σπίτι του αινιγματικού κ.Νοττ και δουλεύει για κάποιο διάστημα ως υπηρέτης του. Ο Γουάτ και ο Νοτ συχνά διερμηνεύονται στη θέση της ερώτησης «τι» και του αναπάντητου «δεν» ή «τίποτα».

Τα δύο ποιήματα που ηχογραφήθηκαν από τον Μπέκετ είναι από τα 37 «σκανδαλιστικά» Αντέντα στο τέλος του «Watt». Ο Χάρβει επίσης, ηχογράφησε τον Μπέκετ να διαβάζει ένα απόσπαμα πρόζας από το βιβλίο. Ολόκληρη η 4λεπτη μαγνητοταινία βρίσκεται στη συλλογή «Βεκερ Λάιμπραρι» στο Ντάρμουθ. Η παραπάνω εγγραφή είναι από το φιλμ «Περιμένοντας τον Μπέκετ» του  1933. Η ποιότητα της φωτογραφίας είναι χαμηλή και υπάρχουν ενοχλητικοί δανέζικοι υπότιτλοι, κι έτσι ίσως ο καλύτερος τρόπος για να απολαύσεις το διάβασμα, είναι να κυλήσεις προς τα κάτω και να κοιτάξεις τις λέξεις του Μπέκετ καθώς θα ακούς τη φωνή του. Αρχίζει με τo 4o Παράρτημα, το οποίο δημοσιεύτηκε αργότερα ως «Tailpiece» στη συλλογή ποιημάτων το 1930-1978.


who may tell the tale 
of the old man?
weigh absence in a scale? 
mete want with a span? 
the sum assess 
of the world’s woes? 
nothingness
in words enclose?


Σύμφωνα με τους λόγιους, Γκοντράσκι και Κρις Άκερλι στο δοκίμιό τους «Watt του Σάμουελ Μπέκετ», οι εικόνες του ποιήματος είναι μια απεικόνιση του βιβλικού αποσπάσματος, Ησαΐα 40:12, από τον Μπέκετ, το οποίο λέει: «Ποιος μέτρησε τα νερά μέσα στη χούφτα του, και τον Παράδεισο με την πιθαμή και ζύγισε τα βουνά στην πλάστιγγα και τους λόφους στη ζυγαριά;» Το επόμενο ποίημα είναι το 23ο Παράρτημα. Μιλάει για το μεγάλο και άκαρπο ταξίδι του Watt μέσα σε άγονους τόπους.



Watt will not 
abate one jot
but of what

of the coming to 
of the being at 
of the going from
Knott’s habitat

of the long way
of the short stay 
of the going back home t
he way he had come

of the empty heart
of the empty hands 
of the dim mind wayfaring
through barren lands

of a flame with dark winds
hedged about
going out 
gone out

of the empty heart 
of the empty hands 
of the dark mind stumbling 
through barren lands

that is of what 
Watt will not 
abate one jot


Αν υπάρχει κάποια εσφαλμένη προφορά σε συγκεκριμένα σύμφωνα (ειδικά το τ) από τον Μπέκετ, είναι γιατί το 1964 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης όγκου από το σαγόνι του. Για μικρό χρονικό διάστημα ο Μπέκετ μετά την επέμβαση είχε μια τρύπα στον ουρανίσκο του. Σύμφωνα με ένα άρθρο του Πίτερ Σουαμπ το 1998 στους Times Literary Supplement, οι ηχογραφήσεις πιθανόν να έγιναν τον Μάρτιο του 1965, όταν ο Μπέκετ περίμενε μια προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση για να διορθώσει τον ουρανίσκο του. Πολλοί ακροατές έχουν εντυπωσιαστεί από την ομορφιά των ηχογραφήσεων. Κι όπως έγραψε ο Σααμπ: Η φωνή του Μπέκετ είναι απρόσμενα απαλή και φαίνεται να ταιριάζει περισσότερο με το γαλήνιο και συμπονετικό ύφος της γραφής του παρά με το εξοργισμένο και κυνικό του ύφος. Διαβάζει τα ποιήματα πολύ πιο αργά από ότι τα πεζά, με μια ρυθμική μελιστάλακτη προφορά.

Το συνολικό αποτέλεσμα της απαγγελίας από αυτές τις σπάνιες και συναρπαστικές ηχογραφήσεις, είναι αυτό που ο Μπέκετ συνιστούσε στον ηθοποιό Ντέιβιντ Γουαριλόου για το Οχάιο Ιμπρόμπτιου, «ήρεμο, σταθερό, σχεδιασμένο να καταπραΰνει» ή ( για να αναφέρω 2 από τις καίριες λέξεις από το «Watt») «ένα μουρμουρητό» έχει σκοπό «να καταπραΰνει».Προφανώς, η μαγνητοταινία καταγράφει ένα είδος πρόβας και σίγουρα ο τελειομανής Μπέκετ δεν θα είχε μείνει ευχαριστημένος απ’ αυτό το αποτέλεσμα, αλλά είναι καλό που ξέρουμε ότι η φωνή του δεν έχει χαθεί εντελώς.

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

Νίκος Σπανιάς - Ποιήματα της Τρίτης Λεωφόρου

Κάνοντας την βόλτα μου πριν από μερικές μέρες σ' ένα βιβλιοπωλείο στον Στρόβολο, καθόμουνα και κοίταζα τις προσφορές "Βιβλία με 2 ευρώ". Ψαχουλεύοντας έπεσε το μάτι μου σ' ένα πολυκαιρισμένο, κιτρινισμένο, μικρό βιβλιαράκι με τίτλο "Ποιήματα της Τρίτης Λεωφόρου (αρ.3)" του Νίκου Σπανιά με εξώφυλλο τη "Σεξουαλική αδεξιότητα του Θεού" του Antonin Artaud στο δευτερο φύλλο του βιβλίου, κάτω χαμηλά έγραφε Νέα Υόρκη 1971 και στη πίσω σελίδα του ίδιου φύλλου έγραφε: printed in the united states of america by athens printing company new york, n.y. Τα μάτια που έλαμψαν και πήγα κατευθείαν στο ταμείο!

Ο Νίκος Σπάνιας γεννήθηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου του 1923. Φοίτησε αρχικά στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών χωρίς ωστόσο να πάρει πτυχίο. Το 1946 με παρότρυνση του Κ. Κουν μετέφρασε τον Γυάλινο Κόσμο του Τ. Ουίλιαμς για το Θέατρο Τέχνης. Η μετάφραση αυτή θα σταθεί αφορμή για μια υποτροφία από την αμερικάνικη κυβέρνηση για σπουδές στην Αμερική.
Εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Νέα Υόρκη όπου σπούδασε σύγχρονη αμερικάνικη λογοτεχνία, δραματουργία και σκηνοθεσία ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τη μετάφραση θεατρικών έργων. Συνεργάστηκε με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας δημοσιεύοντας ποιήματα, μεταφράσεις Αμερικάνων και Ευρωπαίων ποιητών, καθώς και δοκίμια. Πέθανε στις 7 Αυγούστου του 1990 και η τέφρα του, σύμφωνα με επιθυμία του, ρίχτηκε στο λιμάνι της Νέας Υόρκης.
Εργογραφία: Ποιήματα της Τρίτης Λεωφόρου (1963)
Γλυκός Τρόμος (1964)
Ποιήματα της Τρίτης Λεωφόρου 2 (1965)
Ποιήματα της Τρίτης Λεωφόρου 3 (1971)
Φόρος τιμής στον Georgio de Chirico, Γνώση (1981)
Το μαύρο γάλα της αυγής, Οδός Πανός (1987)
Αμερική, Οδός Πανός (1988)
Το ράμφος της αϋπνίας, Οδός Πανός (2001)
πηγή: http://www.poiein.gr 



JAZZ
Στον Σάκη Παπαδημητρίου

Όχι μικρά αιολικά ψιθυρίσματα
Μουσική δωματίου με μια σιωπή
Περιφερόμενη
Δείχνοντας με το δάχτυλο την ψυχή των πραγμάτων
Ούτε κλασσικές συμφωνίες
Με μια ανθρωπότητα πυκνή-πυκνή και ενωμένη
Σα μυρμηγκοφωλιά
Κι’ όλον τον κόσμο τούτο
Τόπο πολύ μικρό για τη χαρά
Παράθυρο ν’ αφήσεις το βλέμμα σου
Δεν υπάρχει
Δεν υπάρχει
Το βουνό της συμπόνοιας
Ο λάκκος της αλληλεγγύης
Το έλος της πίστης
Τα λέπια της Ελπίδας
Τα λύτρα της συνουσίας
Υπάρχουν κροταλίες άμμοι
Κροτίδες του Έρωτα
Ο Χριστός αυτοχειριάζεται
Ο Χρόνος ανοίγει διάπλατα τα διοράματά του
Πέφτει το κακοφορμισμένο σπειρί του μέλλοντος
Γκρεμίζεται το αμμοκονίαμα του γάμου
Πριν γίνει μοιχεία
Κομήτες δαγκάνουνε με λύσσα τις ουρές τους
Καμωμένες από σπίθες
Ο Γαλαξίας κουλουριάζεται σα φίδι στις κοιλιές
Χειροβομβίδες πετούν σαν χρυσαλίδες στα χέρια
Στρατιωτών
Ανακαλύπτεται καινούριο αλφάβητο
Δίχως να συνταιριάζεται σε λέξεις
Το ρ θα λείπει από τον Καίσαρα
Το κ θα λείπει από την Καισαριανή
Χρώματα θα τεντώνουν τις χορδές τους
Εκκωφαντικά
Ερμαφρόδιτος θα είναι ο άνθρωπος του μέλλοντος
Θ’ ανακλαδίζει ηδονικά τα μέλη του
Πετώντας στο διάστημα
Θα αγκαλιάζεται εναέρια με πουλιά
Θα πίνει τη μελαγχολία σαν καφέ
Χωρίς ζάχαρη
Ήχος θα τρίβεται στον ήχο σαν τσακμακόπετρα
Αρπάζοντας φωτιά
Ο καϋμός του θα μοιάζει σαν το βώδι
Που μουγκρίζει
Σα φρύδι που θα μεταναστεύει από το πρόσωπο
Κι’ η σάλπιγγα του Satchmo
Θα σύρει μια φωνή που θ’ αναιρεί
Ό,τι δημιουργήθηκε μέχρι την ώρα αυτή…



Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Στον Νίκο Καχτίτση

Κρεμνά με επιμέλεια
Τα μέλη του επάνω σε καρφιά
Παραπαίει σ’ έναν λαβύρινθο
Με φρέατα και έναστρες φωνές
Αθόρυβα συνθλίβει κάτω από το πέλμα του
Κύτταρα γαλανά σαν την ελπίδα
Πάσχει από γενναιοδωρία και πλησμονή
Ταριχεύει τα πτώματα των ημερών του
Υπνοβατεί με τα πόδια των άλλων
Για ν’ ανέβει ψηλά
Φορά μια πανοπλία από κόκκαλα που
Λάμπουν
Ανάμεσα γνώσης και αθωότητας
Απαξίωσης και πίστης
Κενού και απόγνωσης
Χτίζει κάθε πρωί τη γέφυρα της αγάπης του
Μοιράζεται την ηδονή και την ανάγκη
Με τέτοιαν ισομέρεια
Που το σωστό τους κράμα
Κάμουν το πεπρωμένο του
Με χέρια σκωληκόβρωτα
Περνάει στο κεφάλι του
Στεφάνια από ορίζοντες
Ασφυκτιά από τα μύχια αναβρυτήρια
Του Μαρτυρίου και της Χαράς
Από τα δένδρα όλα μοιάζει το πιο πολύ
Στο άφεγγο κυπαρίσσι
Οι ρίζες του φυτρώνουν ανάστροφα
Από τον ουρανό στο χώμα
Είναι πανδάκρυτος και ροϊκός
Σε στιγμές δύσκολης εκλογής
Εκπορνεύεται
Είναι πάντοτε ο ιστουργός του χάους
Είναι πάντοτε ο τοκογλύφος τ’ ουρανού
Ο καρποφόρος ποταμός αρχίζει από τη ματιά του
Τρυπιέται με την πένα του
Αποσπά μια-μια τις λέξεις
Από το πλευρό του σαν παΐδια
Σαρώνει τα σαρίδια και την άμμο
Με της αναπνοής του τον κυκλώνα
Αναστυλώνει το φως
Με τις ομοβροντίες των πεποιθήσεών του



BEETHOVEN

Η μοναξιά του
Η κακορρίζικη ζωή του
Η πλακουτσή πρόστυχη μύτη του
Τα μάτια του χυμώντας σα δίδυμα γεράκια
Απ’ το κεφάλι του
Τα μαλλιά του σα δάσος από σπίθες
Η θλίψη του που σκούζει σαν χασές που σχίζεται
Το στριγγό γέλιο του σαν ποτήρι που σπάζει
Η δυσκοιλιότητά του
Η απελπισία του…
Οι κίτρινοι ταρταρικοί κοπτήρες του
Οι σεισμικοί θυμοί του
Τα μάγουλά του ζαρωμένα σαν περγαμηνές
Η κάππα του
Που υψώνεται σαν κύμα
Σα μελανή απέραντη Ήπειρος
Σκεπάζοντας τον άθλιο στενό μας τόπο
Που ασφυκτιά από συνουσία και πόλεμο
Η ακηδία του
Η ζηλομανία του
Η αγαμία του…
Η αγαμία του στητή
Σαν κερασφόρος αίγαγρος
Γλιστρώντας στο κενό…
…«Η γλώσσα μου
»πάνω στη γλώσσα σου και δες
»Πώς πίνω όλο το σάλιο σου
»Γιατί είμαστε εραστές!…»
Εγώ όμως
Ποιητής
Ανήσυχος
Εξορισμένος
Τρυπώντας
Ένα πανάρχαιο βουνό με νόμους αδυσώπητους
Και έθιμα σκονισμένα
Μεθώ
Από τον βροντερό καταρράχτη
Της φωνής σου
Ω Πράσινο Ω Πνιγερό Ω Μαύρο Ω Λατρεμένο
Ζητώ να προσφερθώ σαν δώρο στον καθένα
Ζητώ έρωτες τρισμέγιστους και εραστές σαν τίγρεις
Ζητώ να με φιλήσουνε ζητιάνοι μες στο στόμα
Ω Ομηρικέ
Ω Ευρυμέτωπε σαν βώδι
Εσένα στεφανώνω με το Ελληνικό Ωμέγα
Της Ωδής!
Η φαντασία μου παίρνει φωτιά
Με τις σημαίες της μουσικής σου
Ω χτήνος λυρικό
Ω θεϊκή αρκούδα!
Τα κόκκαλα του στέρνου σου
Κρέμονται απ’ τα χέρια
Τ’ ουρανού
Σαν εναέρια άρπα
Από τα διάκενά της
Σφυρίζει ο Χρόνος
Ζοφερός
Σαν έκπτωτος
Μονάρχης…



AMOR, NO TE VAYAS SIN MI
(para Enrique)


Ελκυστικώτερος
Στρεπτότερος από αντιλόπη
Γάργαρος
Σαν εξελληνισμένη λέξη
Απ’ τη φωνήεσσα γλώσσα σου
Πολύφυλλος σα νύχτα
Περιττός σαν δίγαμμα
Γέρνοντας απ’ τα πολλά
Κλαδιά της ομορφιάς σου
Αποσπώντας κομμάτια νύχτας με τα νύχια σου
Βγάζοντας μυθικούς καπνούς απ’ τα μαλλιά σου
Ούτε λευκός ή μαύρος μα χρυσοκίτρινος
Με φλέβες πρισμένες από θαμμένα όνειρα
Με τα μαυρογάλαζα βαρειά μαλλιά σου
Με τον σκοτεινό καθρέφτη του γυμνού κορμιού σου
Με τα τρυφερά φιλιά σου κουδουνίζοντας από μακριά
Με τους πάνθηρες των ποδιών σου
Με το βάκτρο της ήβης σου
Με την κιθάρα της κοιλιάς σου
Με τους σπόρους του στήθους σου
Με τους μαγνήτες της γλώσσας σου
Με τους πανσέδες των ματιών σου
Με την ατελείωτη βροχή των απαριθμήσεών σου
Με το κεφάλι υπνόγερτο από το όπιο
Με το κεφάλι τανυσμένο σαν κραυγή
Σκίζοντας τον αέρα
Έρωτα
Μη με προσπερνάς
Μη με εγκαταλείπεις εδώ πέρα…