Ποιητές

Ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις -
και γίνονται πουλιά.
Τάσος Λειβαδίτης

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

Γκρέγκορι Κόρσο

Ο Γκρέγκορι Κόρσο (1930-2001) ήταν ο τελευταίος της beat γενιάς κι ο πιο αυθεντικός περιθωριακός ποιητής της. Μεγαλωμένος σε διάφορα ορφανοτροφεία, μπαίνει στην ηλικία των 12 σε αναμορφωτήριο και στη συνέχεια οδηγείται στη φυλακή για μικροκλοπές. Στα μέρη που μεγάλωσε δεν υπήρχαν βιβλία. Η αγάπη για τη λογοτεχνία και τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό γεννιέται στη φυλακή όπου ξεκινά να διαβάζει για να “σκοτώνει” την ώρα του.
Το 1950 γνωρίζει τον Άλεν Γκίνσμπεργκ σε ένα μπαρ και τον ίδιο καιρό ακολουθεί μια γυναίκα στο Γκρήνουιτς Βίλατζ. Εκεί ο έρωτας του χάνεται αλλά οι φοιτητές τον “αγκαλιάζουν”, τον φιλοξενούν στις φοιτητικές εστίες και εκδίδουν το πρώτο του βιβλίο.
Έγραψε πολλές ποιητικές συλλογές (Gasoline, Happy Birthday of Death, The Mutation of Spirit), και τα πιο γνωστά του ποιήματα είναι το Marriage και το Bomb.

“The Whole Mess … Almost”

Έτρεξα έξι πατώματα μέχρι το μικρό επιπλωμένο δωμάτιο μου
Άνοιξα το παράθυρο κι άρχισα να πετάω έξω αυτά τα πράγματα που είναι πιο σημαντικά στη ζωή
Πρώτη η Αλήθεια, να στριγκλίζει σαν απεργοσπάστης :
«Μη! Θα πω απαίσια πράγματα για σένα!»
«Α ναι; Λοιπόν δεν έχω τίποτα να κρύψω … Έξω!»
Μετά ήταν η σειρά του Θεού, κλαψούριζε λαμπερός και έκπληκτος
«Δεν φταίω εγώ! Δεν είμαι εγώ η αιτία για όλα αυτά!»
«Έξω!»
Μετά η Αγάπη, να με δωροδοκεί με ερωτόλογα : «Δεν θα γνωρίσεις ποτέ την σεξουαλική ανικανότητα! Όλα τα κορίτσια στα εξώφυλλα της Vogue, όλα δικά σου!»
Έσπρωξα τον χοντρό της κώλο έξω ουρλιάζοντας : «Πάντα τέλειωνες μ’ ένα παράπονο!»
Σήκωσα πάνω την Πίστη, την Ελπίδα, την Ελεημοσύνη … κι οι τρεις κολλημένες μαζί : «Χωρίς εμάς σίγουρα θα πεθάνεις!»
«Με εσάς θα μουρλαθώ. Αντίο!»
Μετά η Ομορφιά … αχ η Ομορφιά, καθώς την οδηγούσα προς το παράθυρο της είπα : «Ήσουν ό,τι αγαπούσα περισσότερο στη ζωή αλλά είσαι φονιάς … η Ομορφιά σκοτώνει!»
Πραγματικά δεν είχα σκοπό να την ρίξω. Έτρεξα κάτω αμέσως φτάνοντας ακριβώς στην στιγμή για να την πιάσω «Με έσωσες!» κλαψούρισε. Την άφησα κάτω και είπα : «Δρόμο!»
Πήγα πίσω στον έκτο όροφο, πήγα για τα Λεφτά, αλλά δεν υπήρχαν καθόλου Λεφτά για να πετάξω.
Το μόνο πράγμα που είχε απομείνει στο δωμάτιο ήταν ο Θάνατος και κρυβόταν κάτω απ’ το νεροχύτη.
«Δεν είμαι αληθινός!» είπε κλαίγοντας. «Είμαι απλά μια φήμη που διαδίδεται απ’ τη ζωή …»
Γελώντας τον πέταξα έξω, μαζί το νεροχύτη κι όλα αυτά και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι το Χιούμορ ήταν το μόνο που είχε απομείνει.
Το μόνο που μπορούσα να κάνω με το Χιούμορ ήταν να πω : «Έξω απ’ το παράθυρο με το παράθυρο!».






Εζησε μια ζωή ιλιγγιώδη. Εμαθε γράμματα μόνος του και έγραψε ποιήματα στηλιτεύοντας την παραίτηση, τη ρουτίνα, τον συμβιβασμό και τον μικροαστισμό. μια συνέντευξή του από το 1994.

Ο ανατροπέας του αμερικανικού ονείρου
Η τραχιά, καπνισμένη φωνή του Γκρέγκορι Κόρσο έμοιαζε με χολιγουντιανού ιταλού μαφιόζου. Η ανατρεπτική ποιητική φωνή όμως του αυτοδίδακτου τελευταίου της γενιάς των Beats (όρου που ο ίδιος έλεγε ότι απεχθανόταν μέχρι τέλους) ίσως αποτελούσε μεγαλύτερη πρόκληση για το συντηρητικό αμερικανικό κατεστημένο της δεκαετίας του '50 από οποιονδήποτε ρέκτη του οργανωμένου εγκλήματος. Αυτή ήταν η φωνή που, όπως μου είπε, δεν χρειαζόταν να την αποκτήσει γιατί την είχε πάντα. Τον γνώρισα το 1994 στο σπίτι όπου έμενε με ένα φιλικό ζευγάρι στην Horatio Street του Γκρίνουιτς Βίλατζ, την περιοχή της Νέας Υόρκης όπου μεγάλωσε χωρίς αγάπη και γνώρισε τον Αλεν Γκίνσμπεργκ σε ένα μπαρ. Ο Αλεν Γκίνσμπεργκ και ο Τζακ Κέρουακ ­ τον οποίο λάτρευε και ο οποίος τον απαθανάτισε ως Γιούρι Γκρεγκόροβιτς στο μυθιστόρημα Subterraneans ­ ίσως απέκτησαν μεγαλύτερη φήμη, αλλά πολλά από τα θέματα που απασχόλησαν τον Κόρσο, από την αυτοκαταστροφική δύναμη της πυρηνικής βόμβας ως τη βαθιά γοητεία της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, εξακολουθούν να φαντάζουν ιδιαίτερα επίκαιρα ακόμη και σήμερα. Οπως είπε και ο ίδιος κάποτε, «επιφέραμε την αλλαγή χωρίς σταγόνα αίματος». Ετάφη κοντά στον Σέλεϊ, στο αγγλικό νεκροταφείο της Ρώμης.




Η δουλειά σας είναι πλούσια σε μυθολογικές αναφορές από πολλούς πολιτισμούς. Ποια βλέπετε να είναι η δύναμη του μύθου, πώς τον χρησιμοποιείτε στην ποίησή σας;

«Θα ήθελα να επαναφέρω αυτούς τους πεθαμένους θεούς. Είναι άνεργοι πολύ καιρό. Ο Δίας είναι ωραίος. Τον Ερμή τον αγαπώ ­ το αγόρι-αγγελιοφόρος ήταν φίνο. Η μεγάλη μητέρα Ισις ήταν εντάξει. Λοιπόν, ας τους φέρουμε πίσω στους δρόμους της Νέας Υόρκης, στο Lower East Side, σε τέτοια λημέρια. Και νομίζω ότι έχω τρόπο να το κάνω, διότι κατέχω τη γλώσσα του δρόμου».

Ποια ιδιαίτερη δύναμη και σπουδαιότητα έχουν οι θεότητες που μπορούμε να επαναφέρουμε στη ζωή σήμερα; Τι έχουν να μας διδάξουν;

«Αυτό που δίδασκαν πάντα. Ας το θέσουμε έτσι: Δεν υπήρξαν ποτέ αλλά είναι ακόμη εδώ. Τους συζητούμε, έτσι είναι ακόμη εδώ. Ποτέ δεν ήταν και όμως είναι. (γελάει) Αρα αυτό πρέπει κάτι να σημαίνει. Είναι κάτι στο υποσυνείδητο που πάντα βγαίνει προς τα έξω».

Πιστεύετε σε αυτές τις θεότητες;

«Αν πιστεύω σε αυτές; Είτε πιστεύεις είτε όχι, σίγουρα έχουν ενδιαφέρουσες ιστορίες να διηγηθούν, δεν έχουν; Εχουν πολύ ωραία ποιητικά στοιχεία και πολλές αλήθειες ­ αλλά και πολλά σκατά».

Το πρώτο σας ποίημα έφερε τον τίτλο Sea Chanty (Ασμα ναύτου). Πώς γίνατε ποιητής;

«Είναι μια καλή ερώτηση για κάποιον σαν και μένα, γιατί δεν με έστειλαν ποτέ σε σχολεία, ποτέ δεν υπήρχαν βιβλία εκεί όπου ζούσα. Θέλω να πω, πρέπει να έζησα με οκτώ διαφορετικούς θετούς γονείς. Απλώς έπαιρναν τα χρήματα από το ορφανοτροφείο για να ζήσουν οι ίδιοι. Ηταν δεκαετία του '30, η περίοδος μετά το κραχ. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν καμιά παιδεία. Τι είχα τότε στη ζωή; Τρία πράγματα: είχα το εδώ και τώρα ­ που ήταν κόλαση· είχα όνειρα ­ που ήταν θαυμάσια· και είχα φαντασία ­ που ήταν μαγική. Οταν είσαι μόνος σου, οι καλύτεροι φίλοι σου είναι τα όνειρά σου και η φαντασία σου. Το εδώ και τώρα είναι αυτό που πρέπει να προσέξεις ­ είναι επικίνδυνο».

Μείνατε αρκετό καιρό στο Cambridge της Μασαχουσέτης, κοντά στο Χάρβαρντ. Γιατί πήγατε εκεί και τι βρήκατε;

«Υπήρχε μια νεαρή γυναίκα ονόματι Violet Lang ­ Bunny Lang ­, η οποία πέθανε από τη νόσο του Hodgkins. Δεν ήξερα πολλά για αυτούς που πεθαίνουν ενώ θέλουν να είναι υγιείς ­ ήταν υγιές πλάσμα ­ και εκείνη δεν είχε ακούσει κανέναν να μιλάει σαν και μένα. Μου είπε: "Πρέπει να σε πάρω μαζί μου κάπου". Και της λέω: "Πού; πού;", αφού απλώς ρεμπέλευα στο Γκρίνουιτς Βίλατζ τότε. Ηταν στο Χάρβαρντ και έμεινα εκεί δύο χρόνια. Εκείνη πέθανε· αλλά εγώ έμεινα στο Eliot House [οικοτροφείο του πανεπιστημίου]. Οι φοιτητές με φιλοξένησαν. Εξέδωσαν το πρώτο μου βιβλίο. Ανέβασαν ένα [θεατρικό] έργο μου. Αυτά όλα έγιναν μόλις είχα βγει από τη φυλακή ­ επιστρέφοντας στο σπίτι μου στο Γκρίνουιτς Βίλατζ τη γνώρισα. Είχα ήδη γνωρίσει τον Γκίνσμπεργκ, τον Κέρουακ και τον Μπάροουζ πριν από αυτήν».

Από αυτούς τους τρεις ποιον γνωρίσατε πρώτα;

«Τον Γκίνσμπεργκ. Γνωριστήκαμε σε ένα μπαρ. Μιλούσαμε για το γιατί γίνεται κανείς ποιητής. Το "γιατί", πάντα το λέω, είναι το τέλος του Broadway. Απαντώ έτσι γιατί δεν υπάρχει "γιατί". Ηταν η τριπλή σχέση της φαντασίας, του ονείρου και του εδώ και τώρα. Και μέσω αυτών το Sea Chanty προέκυψε κατά τρόπο περίεργο. Ο,τι πνίγεται στη θάλασσα επιστρέφει στο γιαλό. Δεν μου είπαν ποτέ τι απέγινε η μητέρα μου, οπότε υπέθεσα ότι προφανώς επέστρεψε στην πατρίδα [Ιταλία], όπου ήταν τσοπάνισσα ­ για φαντάσου. Ζούσε σε μια σπηλιά. Μια 13χρονη τσοπάνισσα. Είχα γυναίκα των σπηλαίων για μάνα! Ερχεται λοιπόν σε αυτή τη χώρα και παντρεύεται αυτόν τον λεγόμενο πατέρα μου ­ και δεν την ψέγω που την έκανε. Λάκισε και δεν την ξαναβρήκαν ποτέ. Οπότε η σκέψη στο μυαλό μου ήταν ότι, αν έβαλε πλώρη, πρέπει να επιστρέψει. Και υπέθεσα ότι δεν ήθελε να το κάνει, γιατί δεν αφήνεις ένα παιδί, το παιδί σου. Είπα λοιπόν: Η μάνα μου μισεί τη θάλασσα, και τη δική μου θάλασσα ιδιαίτερα. Την προειδοποίησα να μην το κάνει, το μόνο που μπορούσα να κάνω. Μετά από έναν χρόνο η θάλασσα την έφαγε. Αλλά τι έκανα; Την προειδοποίησα. Πώς της μετέδωσα την προειδοποίηση; Αυτό είναι ο ποιητής. Τότε γεννήθηκε το ποίημα. Ετσι το εκλαμβάνω. Την προειδοποίησα, μη με αφήνεις σ' αυτό το γαμημένο βαρύ μπάχαλο!».

Τι γνώμη έχετε για την «Ιθάκη» του Καβάφη;

«Αισθανόμουν κοντά στους βαρβάρους στην πύλη, γιατί είναι τόσο ολοφάνερο. Αυτοί ήσαν η λύση. Αν αρνηθείς τους βαρβάρους, δεν θα αλλάξεις».

Υπάρχει μάχη μεταξύ καλού και κακού ή συμφωνείτε ότι είμαστε πέρα από αυτά, όπως είπε ο Νίτσε;

«Δεν συμφωνώ, δεν διαφωνώ. Το μόνο που ξέρω ­ και το ξέρω καλά ­ είναι ότι υπάρχει κάτι παραπάνω από καλό και κακό στο παιχνίδι. Ξέρω ότι το καλό είναι οκνηρό και το κακό δεν είναι. Το πονηρό είναι πολύ δραστήριο. Το να μην κάνεις τίποτε. Αυτό είναι καλό ή κακό; Καθώς μεγαλώνω ξέρω ­ απλώς συμπεριφέρσου καλά. Αυτό είναι όλο. Η μόνη περίπτωση που δεν συμπεριφέρομαι σωστά είναι όταν γίνομαι τύφλα στο μεθύσι, ή κάτι τέτοια σκατά, "μεθυσμένο χαζο-show", όπως λέει ο φίλος μου ο Γκίνζι [Αλεν Γκίνσμπεργκ]».

Πόσο καιρό γνωρίζετε τον Γκίνζι; Πείτε μας ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος που γνωρίζετε τόσο καλά;

«Τον Αλεν τον ξέρω 44 χρόνια. Μια ολόκληρη ζωή. Μέσω αυτού συνειδητοποίησα ότι, αν ζούσα στην εποχή του Σέλεϊ, θα ήθελα πολύ να γνώριζα τον Κητς. Και είχα την καλή τύχη στην εποχή μου να γνωρίζω τον Γκίνσμπεργκ ­ έναν μεγάλο ποιητή. Δεν χρειάζεται να επιστρέψω στο παρελθόν και να ονειρεύομαι και να λέω: "Ω, αυτοί οι μεγάλοι ποιητές που γνώρισαν αυτούς τους μεγάλους ποιητές". Εγώ γνώρισα έναν μεγάλο ποιητή».

Αρα θεωρείτε ότι ο Γκίνσμπεργκ είναι της ίδιας τάξεως με τον Σέλεϊ και τον Κητς;

«Α, ναι. Είναι μεγάλος ποιητής».

Αφού αναφέρατε τον Κητς, πώς ερμηνεύετε το τελευταίο δίστιχο στο ποίημα Ωδή σε μια ελληνική υδρία, το θεωρείτε σπουδαίο;

«"Η ωραιότης είναι η αλήθεια, η αλήθεια ωραιότης, αυτό είναι το μόνο που γνωρίζεις και το μόνο που χρειάζεται να γνωρίζεις". Δεν ξέρω τι είναι η αλήθεια. Δεν μου πολυαρέσει η αλήθεια. Νομίζω η αλήθεια καμιά φορά είναι σαν καταδότης. Προδίδει. Βλάπτει. Προκαλεί πόνο. Η ωραιότης; Η ωραιότης είναι φονιάς, μπορεί να σκοτώσει. Δεν βάζω αυτά τα δύο ως τα σπουδαιότερα ­ αν και βάζω την ωραιότητα πάνω από την αλήθεια».

Αλλά δεν είναι αυτά τα δύο με τα οποία συσχετίζεται ο ποιητής;

«Εγώ όχι. Εγώ συσχετίζομαι περισσότερο με το χιούμορ και την ωραιότητα ­ αυτά μόνο. Τα υπόλοιπα ­ έλα τώρα, πώς μπορεί να εμπιστευτείς την αλήθεια; Είναι σαν οχύρωμα. Λέει κανείς "αυτό είναι αλήθεια", και μετά σταματάς εκεί. Γίνεται κλισέ».

Ποια πράγματα θεωρείτε αστεία στη ζωή;

«Οτι αυτό μπορεί να μην είναι καν εδώ τώρα. Είναι ένα μέρος, αλλά δεν θα είναι εδώ σε λίγο καιρό ­ και σε πολύ καιρό όλα θα 'χουν φύγει».

Εσείς και ορισμένοι άλλοι της γενιάς σας έχετε χαρακτηριστεί κίνημα των Beats.

«Ποιοι είναι αυτοί; Λέτε η γενιά μου. Ξέρετε πόσοι 60ρηδες και 70ρηδες υπάρχουν σ' αυτόν τον κόσμο;».

Η δική σας ομάδα όμως δεν επηρέασε και άλλους συγγραφείς;

«Ανθρώπους που είναι της ηλικίας μας; Οχι βέβαια. Ηταν τόσο αρνητικοί προς εμάς ­ Θεέ μου παντοδύναμε! Τον Κέρουακ τον σκότωσε. Μα το Θεό. Μα κοίτα πόσο εξύμνησαν αυτόν τον τύπο τον Χέμινγκγουεϊ. Και αυτός δεν άλλαξε διόλου τον κόσμο ­ όχι όπως ο Κέρουακ που επηρέασε βαθύτατα τον τρόπο ζωής των ανθρώπων».

Οταν αρχίσατε να γράφετε, αποτελούσατε πρόκληση για το κατεστημένο της αμερικανικής ποίησης. Πώς συνεισφέρατε στο να αλλάξει η αμερικανική ποίηση;

«Επειδή μάλλον δεν ήξερα να γράφω. Αποκτάς τη δική σου φωνή. Δεν πήρε πολύ για μένα να αποκτήσω τη φωνή μου. Την είχα. Δεν χρειάστηκε να πάρω από κανέναν από αυτούς. Πραγματικά πιστεύω ότι πρέπει να έχεις εγκυκλοπαιδικό κεφάλι. Πιστεύω ότι πρέπει να ξέρεις ιστορία, γεωγραφία, βιογραφία. Χρειάζεται να τα ξέρεις όλα αυτά αν είναι να καταγράψεις οτιδήποτε βλέπεις και αισθάνεσαι πως είναι έτσι. Θα πρέπει να ξέρεις τι λες, διότι θα υπογράψεις με το όνομά σου. Γι' αυτό δεν πάω να εκδώσω βιβλία κάθε μήνα ή κάθε χρόνο. Το κάνω κάθε δέκα χρόνια».

Αυτοί που σας γνωρίζουν λένε ότι έχετε παραμείνει αγνός, ότι δεν ξεπουληθήκατε.

«Πούλησα χειρόγραφα για να αγοράσω ηρωίνη. Είναι αυτό αγνό; Είναι ακάθαρτο; Δεν ξέρω».

Ποιητικά αγνός...

«Αυτά που έγραφα δεν τα έγραφα για ηρωίνη. Αρα, λοιπόν, αγνός, ναι. Αγνός».

Εχετε ένα ποίημα στο οποίο τρεις μούσες σάς δελεάζουν με σύριγγες και σας ρωτούν ποιος είναι ο πραγματικός κύριός σας, η ηρωίνη ή οι μούσες. Ποια θα ήταν η απάντηση σήμερα; Πιστεύετε ότι τα ναρκωτικά βοήθησαν ή εμποδίζουν τη δουλειά σας;

«Κοιτάζοντας πίσω, όταν έπαιρνα ναρκωτικά, αποκαλούσα την ηρωίνη βρωμερή νοσοκόμα. Με φρόντιζε. Ηταν η χαμένη μου μαμά».

Τι θαυμάζετε και τι δεν σας αρέσει στον αμερικανικό πολιτισμό, ιδίως εν συγκρίσει με τον ευρωπαϊκό;

«Πολιτισμό; Αμερικανικό πολιτισμό; Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι παλιός και εμείς είμαστε συνέχεια αυτού του πολιτισμού. Οι θεοί μας είναι οι δικοί τους θεοί. Δεν έχουμε θεούς, δεν έχουμε κανέναν... Ποιο πολιτισμό; Με την ποίηση ίσως να ισχύει αυτό που είπε ο Κάρλος Γουίλιαμς: "Εζρα Πάουντ, βρες τη δική σου γλώσσα, μίλα αμερικανικά"».

Σας αρέσει ο Εζρα Πάουντ;

«Ααα, τον αγαπώ. Είναι φίνος. Εξυπνος άνθρωπος».

Οι φασιστικές του συμπάθειες;

«Δεν δίνω δεκάρα για τα ψώνια των άλλων. Ποιος είμαι εγώ να ασκήσω κριτική για οποιονδήποτε...».

Ποια είναι η γνώμη σας για τον Μουσολίνι;

«Να και άλλος ένας τύπος που ξεκίνησε ως σοσιαλιστής, συγγραφέας, δημοσιογράφος και όλα αυτά. Και μετά τον βάρεσε στο κεφάλι και "είδε" την αρχαία Ρώμη».

Είναι επικίνδυνο όταν ο πολιτικός γίνεται ποιητής ή ο ποιητής πολιτικός;

«Από όσα γνωρίζω ως τώρα για ποιητές, κανείς τους δεν έχει προκαλέσει μεγάλο βάρος στη ζωή ­ μαζικό θάνατο ­, κανένας. Ο,τι και να είχαν πει, ποτέ δεν το έκαναν».

Στο ποίημά σας για τον Κέρουακ λέτε ουσιαστικά ότι τον έφαγε η αποξένωση από την κοινωνία. Ποια στοιχεία της κουλτούρας οδηγούν σε αυτό;

«Δεν υπάρχει κουλτούρα, καμία μοντέρνα κουλτούρα, τότε μόλις εδημιουργείτο. Ηταν ακόμη αγγλική, ευρωπαϊκή. Οποιος θυμάται τη δεκαετία του '50, ήταν η περίοδος αλλαγής. Εκείνη έφερε τη μεγάλη αλλαγή. Σήμερα ο κόσμος θρηνεί το ότι οι καιροί άλλαξαν και μέμφονται τους Beats. Ακόμη και τότε μας μέμφονταν. Και η λεωφόρος Μάντισον έβαλε τα δυνατά της εναντίον των Beats, διότι εκτόπιζαν όλες τις αξίες που η Αμερική αγαπούσε ­ τη μηλόπιτα, τη Μάμα, όλα. Και το μεγαλείο της Αμερικής είναι ότι όταν καταλάβουν πως κάτι είναι κουράδα και το δουν, και μπορείς να τους κάνεις να γελάσουν με αυτό, τελείωσε...».

Πώς βλέπετε την ποπ αρτ και την αμερικανική ποπ κουλτούρα ως διεθνή προϊόντα;

«Ωραία ήταν. Κάτι ήταν και αυτό. Βέβαια δεν θα με ενθουσιάσει όπως ένα έργο του Μπρύγκελ. Δεν θα με χτυπήσει όπως ένας πίνακας του Βελάσκεθ ­ αυτό είναι έργο τέχνης. Αλλά θα πω, ναι, αυτό λέγεται διαδικασία εξάλειψης, και έπρεπε να γίνει. Οπως ο Υβ Κλάιν που ζωγράφισε μπλε πίνακες. Κάποιος κάποτε έπρεπε να κάνει μόνο μπλε πίνακες».

Ο θάνατος και η ζωή, η πραγματικότητα και η φαντασία είναι κεντρικά θέματα στη δουλειά σας. Εχετε κάποια εικόνα του θανάτου σας;

«Ναι, και είναι μια εικόνα που δεν ξέρω πώς να αντιμετωπίσω. Νομίζω ότι είναι κάτι που θα ξέρω ενώ γίνεται. Και θα πήγαινα σε μια γωνιά και δεν θα έλεγα τίποτε σε κανέναν. Δεν θα τολμούσα να πω ότι πεθαίνω».
«Κάθησα στον θρόνο του Μίνωα...»

Αντιλαμβάνομαι ότι αντιμετωπίσατε την επίσκεψή σας στην Ελλάδα ως ένα είδος προσκυνήματος, λόγω της γνώσης και του σεβασμού που τρέφετε για τον κλασικό πολιτισμό.

«Η Ελλάδα μού άναψε το ενδιαφέρον όταν ήμουν στη φυλακή. Είδα φωτογραφίες ελληνικών αγαλμάτων και ποτέ δεν είχα δει κάτι πιο ωραίο από αυτό στη ζωή μου. Δεν ήξερα ότι υπήρχε τόσο μεγάλη ομορφιά, τόσο παλιά. Ο Ερμής κρατώντας τον Διόνυσο στην Ολυμπία. Ο Φειδίας είχε το εργαστήρι του, αλλά ο Ερμής βαστάζων τον Διόνυσο ως μωρό ήταν εκεί. Και πήγα να το δω αυτό βέβαια».

Και το φως της Ελλάδας;

«Δεν νομίζω ότι είναι καλό για έναν ζωγράφο. Δεν έβγαλαν και πολλή ζωγραφική. Είναι υπερβολικά λαμπρό το φως. Είναι ένα λαμπρό μπλε, Θεέ μου. Είναι εκτυφλωτικό. Κάθησα πολύ καιρό στην Κρήτη και έμαθα και λίγα ελληνικά. Είχα γράψει το "Παράνοια στην Κρήτη" ("Paranoia in Crete") προτού καν πάω εκεί. Κάθησα στον θρόνο του Μίνωα. Αυτό το έκανα σίγουρα».

Τι αντιπροσωπεύει η Κρήτη για εσάς;

«Ξέρετε, στον πολιτισμό αυτοί που ήταν οι κλασάτοι ήταν οι Ελληνες. Και προτού φθάσεις στους πρωτοκλασάτους τύπους, όπως ο Θαλής, ο Δημόκριτος ή ο Σωκράτης, συναντάς τους πρώιμους, όπως οι Μυκηναίοι, οι θαλασσοπόροι. Μετά έρχονται οι μεγάλοι, οι εγκέφαλοι. Πώς ξεκίνησαν όλα; Ο βιασμός της Ευρώπης. Ετσι ξεκίνησε. Ο βιασμός της Ευρώπης ήταν ένας ταύρος με γιρλάντα στο κεφάλι που αρπάζει μακριά αυτό το κορίτσι. Και το έφερε στην Ανατολή. Ολο ήταν βιασμός. Με άλλα λόγια, όπως οι Ρωμαίοι είχαν τις Σαβίνες γυναίκες, η όλη υπόθεση ήταν να βρεις γυναίκες από άλλα μέρη για να αναμειγνύονται ώστε να μην αφανιστεί το αίμα. Οπότε ήταν συμβολικό. Οι θεοί το κάνουν, άρα πρέπει να το κάνουμε και εμείς. Αυτό ήταν όλος ο Τρωικός πόλεμος ­ ήταν ένας ακόμη βιασμός, η κλοπή της Ελένης από τον Πάρη».

Και οι αμερικανοί ποπ ήρωες είναι τόσο ενδιαφέροντες όσο οι αρχαίοι;

«Τους ξέρω όλους. Τους χρησιμοποιώ στην ποίηση, χρησιμοποιώ τον Shazam [ήρωα κόμικς]. Καμιά φορά είναι αντίγραφα. Ο Flash ήταν ακριβός σαν τον Ερμή. Είχε φτερά στα πόδια. Τους αντέγραψαν πολύ τους αρχαίους. Οι Εβραίοι και οι Ελληνες, βλέπετε, εισήγαγαν την αγάπη στην υπόθεση. Η αγάπη έπαιζε μεγαλύτερο ρόλο για τους Εβραίους παρά για τους Ελληνες, αν και τη σέβονταν και αυτοί ­ τους γαμήλιους όρκους και όλα αυτά. Η μεγάλη διαφοροποίηση μεταξύ των Εβραίων και των Ελλήνων ήταν στην προφητεία. Μόνο το αρσενικό στον εβραϊκό πολιτισμό μπορούσε να προφητεύει, ενώ στον ελληνικό προφήτευαν μόνο τα θηλυκά, κανένα αρσενικό».

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Ραμπί Σχρερ (Rabee Shrair) - Ποίηση από την Λιβυή

Η λογοτεχνική παραγωγή της Λιβύης, λόγω των ιστορικοπολιτικών συνθηκών, υπήρξε περιορισμένη. Εντούτοις, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 ‒ και ειδικά μετά την έλευση του διαδικτύου το 1998‒, άρχισε να γνωρίζει άνθιση, με τους λογοτέχνες συχνά να εφευρίσκουν νέους κώδικες για να «σπάσουν» τόσο τη λογοκρισία όσο και την απομόνωση που επέβαλε το κανταφικό καθεστώς. Πολλοί Λίβυοι λογοτέχνες, που γράφουν στα αραβικά, συμμετείχαν στην επανάσταση της 17ης Φλεβάρη του 2011, ενώ αρκετοί από αυτούς αιχμαλωτίστηκαν και υπέστησαν βασανιστήρια από τις κανταφικές δυνάμεις, όπως ο Rabee Shrair, του οποίου παραθέτουμε το ποίημα «Πορτοκάλια».
Επίσης, στη λογοτεχνική παραγωγή της Λιβύης συνέβαλε, και εξακολουθεί να συμβάλλει, μια μερίδα λογοτεχνών, που από τη δεκαετία του ᾽70 και μετά μετανάστευσαν στις ΗΠΑ, στη Βρετανία κλπ. και άρχισαν να γράφουν με όχημα την αγγλική γλώσσα ‒και να μεταφράζουν αραβική λογοτεχνία‒, μεταφέροντας τη λιβυκή κουλτούρα και πολιτική κατάσταση σε ένα ευρύτερο κοινό. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι είναι ο Ghazi Gheblawi και o Khaled Mattawa, με τον οποίο ασχοληθήκαμε στο τρέχον τεύχος του Τεφλόν (Το ποιητικό ελιξήριο του Khaled Mattawa: Αγγλόφωνη αραβική λογοτεχνία, μετάφραση-επιμέλεια: Ράνια Καραχάλιου).



Πορτοκάλια

Άξια αγάπης
Τη μέρα που τα πορτοκάλια ανθίζουν
Άξια αγάπης
Τη μέρα που τα πορτοκάλια μαραίνονται
Άξια αγάπης
Τη μέρα που τα πορτοκάλια μαζεύονται
Άξια αγάπης
Τη μέρα που τα πορτοκάλια τρώγονται
Άξια αγάπης
Τη μέρα που τα πορτοκάλια φυτεύονται
Τη μέρα που τα πορτοκάλια σκοτώνονται
Υπάρχει ένα κορίτσι που κλαίει
Στη στεγνή γωνιά του χωραφιού
Τα δάκρυά της είναι πορτοκάλια


[μτφρ. από τα αραβικά: Ghazi Gheblawi

μτφρ. από τα αγγλικά: Ράνια Καραχάλιου]

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Ο σουρρεαλιστής Ανδρέας Εμπειρίκος

Στις 3 Αυγούστου του 1975 φεύγει από τη ζωή ο Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, φωτογράφος και ψυχαναλυτής Ανδρέας Εμπειρίκος, ο οποίος έμελλε να γίνει ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ελληνικού υπερρεαλισμού, εξέχουσα μορφή της αποκαλούμενης Γενιάς του '30.

«Εγώ εξεπαιδεύθην στην καθαρεύουσα. Τα εκφραστικά μου μέσα στη δημοτική ήσαν ακαδημαϊκά, ψεύτικα. Τα 'μαθα. Έγραφα ως δημοτικιστής ώσπου έφθασα στον υπερρεαλισμό. Και έχω ακόμη μερικά κείμενά μου τυπικώς υπερρεαλιστικά. Και σαν νέος που ήμουν και παιδί, δεν ήμουν καν δημοτικιστής, με την έννοια που λέμε σήμερα, ήμουν μαλλιαρός, μαθητής του Ψυχάρη, κάτοχος της γραμματικής του».
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από την ομιλία του Ανδρέα Εμπειρίκου στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, 22 Μαρτίου 1973. 
Ποιητής, πεζογράφος, φωτογράφος και ψυχαναλυτής, γεννήθηκε στη Μπραΐλα της Ρουμανίας στις 2 Σεπτρμβρίου του 1901 και το 1931 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα, πραγματοποιώντας την πρώτη εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα το 1935. Ως λογοτέχνης ανήκει στη Γενιά του '30, ενώ υπήρξε εισηγητής του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, καθώς και ο πρώτος που άσκησε την ψυχανάλυση στον ελληνικό χώρο.
Η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Υψικάμινος» αποτελεί το πρώτο αμιγώς υπερρεαλιστικό κείμενο στην Ελλάδα. Η συλλογή με 63 πεζόμορφα ποιήματα εξαντλήθηκε γρήγορα «όχι από ενδιαφέρον, αλλά διότι εθεωρήθη βιβλίο σκανδαλώδες, γραμμένο από ένα παράφρονα», όπως θυμάται ο ίδιος ο ποιητής.
«Το βιβλίο αυτό [Υψικάμινος] αποτελεί την πρώτη πραγματική εκδήλωση και την πρώτη πράξη του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, αν εξαιρέσω μία διάλεξη που έκαμα περί του κινήματος και των επιδιώξεών του την άνοιξη του ίδιου έτους», αναφέρει στο Αμούρ-Αμούρ (1939).
Η ομιλία στη προαναφερθείσα διάλεξη στη Λέσχη Καλλιτεχνών το 1935, εκδόθηκε σε βιβλίο πέρσι με τον τίτλο «Διάλεξη του 1935 για τον σουρρεαλισμό» και με εισαγωγή-επιμέλεια του Γιώργη Γιατρομανωλάκη («Αγρα»). Ο Εμπειρίκος μιλάει για το τι καινούργιο θα έφερνε ο υπερρεαλισμός στα τότε ποιητικά δρώμενα:
«Η νέα αυτή ποίηση είναι πια στη διάθεση όποιου επιθυμεί να την γράψη, και όποιου επιθυμεί να την κάμη με όλη την κυριολεξία της λέξεως αυτής, φτάνει ο ποιητής να μην περιφρονήση τα απλούστατα μέσα που του προσφέρει ο Σουρρεαλισμός, φτάνει να μην ντραπή την ενδόμυχή του αλήθεια, φτάνει να μην κωφεύση στην σουρρεαλιστική φωνή που πάντοτε αντηχεί εντός μας, στη φωνή που είπε τόσο σωστά ο Μπρετόν πως εξακολουθεί να ψάλλη και στις παραμονές του θανάτου και απάνου από τις τρικυμίες».
Τη μαρτυρία του για τη συγκεκριμένη διάλεξη είχε καταθέσει ο Οδυσσέας Ελύτης στα «Ανοιχτά χαρτιά»: «[...] Εγινε η διάλεξη μπροστά σε μερικούς βλοσυρούς αστούς που άκουγαν, φανερά ενοχλημένοι, ότι εκτός από τον Κονδύλη και τον Τσαλδάρη, υπήρχαν και άλλοι ενδιαφέροντες άνθρωποι στον κόσμο, που τους έλεγαν Φρόιντ ή Μπρετόν. Ελειπαν οι καλοί αγωγοί της θερμότητας, οι νέοι. Παρ' όλα αυτά ο σπόρος είχε πέσει και σε λίγο, μέσα στη χρυσή σκόνη της άνοιξης που έφτανε, άρχισαν να μετεωρίζονται και να στίλβουν παράξενα ονόματα και όροι πρωτάκουστοι: το υποσυνείδητο, η αυτόματη γραφή, το hasard objectif, η μέθοδος paranoiaque critique, το merveilleux και τα λοιπά».
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος πέθανε στην Κηφισιά στις 3 Αυγούστου 1975, σε ηλικία 74 ετών, από καρκίνο του πνεύμονα. Μετά το θάνατό του, εκδόθηκε για πρώτη φορά το 8τομο μυθιστόρημα «Ο Μέγας Ανατολικός», που αποτελεί το εκτενέστερο και τολμηρότερο νεοελληνικό κείμενο, και προκάλεσε αντιδράσεις για την ελευθεροστομία και το ερωτικό περιεχόμενό του

πηγή: http://tvxs.gr


ακούστε τον Εμπειρίκο να διαβάζει Εμπειρίκο εδώ 

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Ένας Χιλιανός ποιητής στην Κύπρο

Την Τετάρτη που μας πέρασε, η γνωστή κρασοπαρέα, στο γνωστό στέκι, το βιβλιοπωλείο Θερβάντες στην Αγλαντζιά, είχε την χαρά να ακούσει τα ποιήματα του Ρικάρδο Λόπεζ και ιστορίες από τη ζωή του. Όπως είπε και ο Γιαννάκης Γιαννακού, ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου: "...την πορεια της ζωης του που σαν ενας συχρονος οδυσσεας ενω αφοσιωνεται στην πραγματικοτητα της χωρας στην οποια ζει η καρδια χτυπαει μακρια στην γλυκια πατριδα κ η νοσταλγια απο πονος στην καρδια σταζει στο χαρτι κ γινεται ποιημα, βαλσαμο για τον ιδιο και γλυκια ευχαριστηση για μας που τ ακουσαμε κ αναδυθηκαν συναισθηματα ξεχασμενα...απο καιρο!"

Ο Ρικάρδο Λόπεζ γεννήθηκε και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στο Σαντιάγκο της Χιλής. Στα δεκαεννιά του βρέθηκε στην Γερμανία να σπουδάζει Φιλοσοφία. Η τύχη όμως του έπαιξε άσχημε παιχνίδια. Στη Χιλή, ανέβηκε η χούντα του Πινοσέτ. Ήταν πλέον persona non grata για τη χώρα του. Η οδύσσεια της επιστροφής στην πατρίδα του, ακόμα κρατεί. Στη Γερμανία γνώρισε τη μέλλουσα γυναίκα του, Κύπρια, και έτσι ο Ρικάρδο βρέθηκε στην Κύπρο.

Η ποίηση του Ρικάρδο έχει έντονα τα στοιχεία της νοσταλγίας. Μεγάλη του αγάπη και επιρροεί είναι η ποίηση ενός άλλου Λατινοαμερικάνου (και όχι Χιλιανού όπως θα περίμενε κανείς) του Καίσαρα Βαγιέχο. Ένας αξιοσημείωτο γεγονός είναι ότι Ο Ρικάρδο ξεκίνησε να γράφει τα ποιήματά του στα Ελληνικά, ίσως ήταν ένας τρόπος και αυτός να κατανοήσει την Ελληνική κουλτούρα.


Οι ώρες

Μια φορά κι έναν καιρό...
Καθώς παραμύθι στο τέλος δεν υπήρχε

Τη στιγμή ν' αρπάξω
Επιχείρησα κι εγώ...

Και λόγια ταπεινά
Ν' αρθώσω θέλησα
Που αντίλαλο ωστόσο δεν βρήκαν
Γιατί βυθισμένη στο σκοτάδι
Με δανεισμένο φως κάποιοι μιλούσαν για τη ζωή

Και είπα τότε εφήμερο
Και προσπάθησα να πω

Ύδατα ξεχασμένα τις ώρες μου φώτιζαν

Βλέμματα άδεια μονάχα συνάντησα

Λευκωσία 9 Μαΐου 2003


Στις γραμμές της ταραχής

Ήλθες κακούργα ξανά
τα όνειρά μου να ρημάξεις.
Σαν σε οργή μέσα στην μνήμη έτριζαν
Σαν γαλήνεμα εκλιπαρούσαν πια.

Κάποτε το δέρμα απόπνεε πόθο,
μονάχα πόθο
στις γραμμές της ταραχής
Κοίτα όμως τ' αραγμένα καράβια
που άρωμα ηδονής αναδίδουν...

Επώδυνα ξεχασμένης ηδονής.

Κάπου το βλέμμα φιλιά ψιθυρίζει...

Αναστατώνει την καρδιά...

Αναμνήσεις του αίματός μου.

Σαντιάγο, Καλοκαίρι 2000



Αναπολώντας τον Καίσαρα Βαγιέχο

Υπάρχει μάνα, ένας μικρός χώρος στον κόσμο...
Ένας χώρος μικρός και απόμακρος,
Και πάλι μικρός, πολύ μικρός...
Και πάλι απόμακρός, πολύ απόμακρός...
Και περιτριγυρισμένος
Από μα'υρα σύννεφα
Που γι' αυτό και μόνο
Το όνομα Χώρα των Σκιών
Μαζί του πάντα κουβαλά

Οι άνθρωποι του, μάνα,
Κυρίως οι άρχοντες,
Πραγματικοί λάτρεις του σκοταδιού.
Παρόλο που κάποτε
Ένας ήλιος χλωμός και επάρατος
Τις αργές του μέρες φωτίζει.

Σ' εκείνο το μακρινό χώρο
Ζω κι εγώ μάνα
Μικρός και απόμακρος
Και ακόμα μια φορά πιο απόμακρος
Και σκληρός...
Και ακόμα μια φορά πιο σκληρός
Και όμορφος... και τρυφερός...

Λευκωσία 8 Σεπτεμβρίου 2006



Οι καμπάνες

Οι καμπάνες
Των παιδικών μου χρόνων
Ηχούσαν χειμωνιάτικες
Μες στην παγωνιά και το χάος
Που την τρέλα
Κάποτε ανναγγέλθηκαν
Οι νεκροί
Έπιναν στην υγειά
Των ζωντανών
Και οι δρόμοι άνοιγαν
Και έδειχναν
Συγχυσμένους προσανατολισμούς
Που κανένας δεν ακολούθησε
Και όλα σήμερα μυρίζουν
Σαντιάγο
Ή καλύτερα Πούντα Αρένας
Που ο άνεμος χορεύει στις πεδιάδες
Και μοναξιές ακόμα αναζητά
Για κουβέντες νυχτιάτικες
Στη ζεστασιά των μονοπατιών
Που ο Μαγγελάνος
Ούτε καν μπόρεσε να φανταστεί.

Λευκωσία 11 Οκτωβρίου 2006



Και τώρα τι;

Και τώρα τι
Αφού απεγνωσμένα
Το έλα μαζί μου σού ζητώ;

Αφού με απελπισία
Στις παρυφές του σκότους;
Τη συντροφιά σου ψάχνω

Αφού ταπεινά
Κρασοπαρέες αναζητώ;

Θεσσαλονίκη 16 Νοεμβρίου 2000



Σ΄ευχαριστούμε Ρικάρδο για τα όμορφα ποιήματά σου και τις ιστορίες που μοιράστηκες μαζί μας.
Σ' ευχαριστούμε Γιαννάκη για τα ωραία κρασιά και τα νόστιμα μεζεδάκια που μας πρόσφερες.

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Άλλεν Γκίνσμπεργκ: Το «Ουρλιαχτό» της γενιάς των Μπιτ

Αναπόσπαστο κομμάτι της «Ιερής Τριάδας» των Μπίτ και βασικός εκπρόσωπος της «γενιάς των μπιτ», ο Allen Ginsberg υπήρξε ένα από τα «καλύτερα μυαλά της γενιάς του», μίας γενιάς που ήρθε σε ρήξη με την συντηρητική κοινωνία της Αμερικής. Το έργο του αποτελεί σημείο αναφοράς στην μεταμοντέρνα ποίηση, επηρεάζοντας σημαντικά, μαζί με τους συντρόφους του, τη λογοτεχνία του 20ου αιώνα.

Γεννήθηκε στις 3 Ιουνίου 1926, στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ, Ο πατέρας του, ποιητής και δάσκαλος, βοήθησε τον γιο του να έρθει σε επαφή με την ποίηση, ενώ η μητέρα του, δασκάλα αλλά και μέλος του κομμουνιστικού κόμματος, τον μπόλιασε με το «μικρόβιο» της πολιτικής σκέψης και των κοινωνικών ανησυχιών.

Η ιδιαίτερη σχέση του Allen Ginsberg με την μητέρα του, η οποία παρουσίαζε έντονα προβλήματα ψυχικής υγείας, αποτυπώνεται στο σπαρακτικό ποίημα του «Kaddish for Naomi Ginsberg». (Το Kaddish είναι εβραϊκή προσευχή για τους νεκρούς). Κατά τη διάρκεια της σχολικής ζωής του, ο Ginsberg θα έρθει σε επαφή με έργα σπουδαίων ποιητών, ωστόσο ως μαθητής θα γοητευτεί ιδιαίτερα από την ποίηση του Walt Whitman, από τον οποίο θα επηρεαστεί σημαντικά.

Ο Ginsberg ασπάζεται την αντίληψη πως οι προσωπικές εμπειρίες και οι σκέψεις ενός ανθρώπου μπορούν να έχουν απήχηση στο κόσμο. Αυτή η αντίληψη αποτέλεσε το θεμέλιο λίθο του έργου του Ginsberg, αλλά και γενικότερα της «γενιάς των μπιτ».

Ως φοιτητής πλέον στο πανεπιστήμιο Columbia γνωρίζει τον Jack Kerouac και τον William Burroughs, τα δύο άλλα μέλη της «Ιερής Τριάδας». «Η μπιτ γενιά ήταν μία ομάδα φίλων και το μπιτ η ονομασία που δόθηκε σε μία φιλία», θα δηλώσει ο ίδιος πολλά χρόνια αργότερα (συνέντευξη στο «Περιοδικό» τον Μάρτιο του 1991). Η δεκαετία του ’50 θα μείνει στην παγκόσμια λογοτεχνία, ως η «Δεκαετία Μπιτ», η λογοτεχνία μίας γενιάς που εξεγείρεται, ανατρέπει και προκαλεί τη συντηρητική αμερικανική κοινωνία

Ο Ginsberg μαγεύεται από το πάθος του Kerouac για τη ζωή και τις εμπειρίες. Τα επόμενα χρόνια, παρέα με μία ομάδα νέων που θα συγκροτήσουν τη «γενιά των μπιτ», θα ρουφήξει κάθε στιγμή, ξεκινώντας μία περιπετειώδη περιπλάνηση γεμάτη εμπειρίες, που σε αρκετές περιπτώσεις συνοδεύονται από  ναρκωτικά και αλκοόλ. Η ομοφυλοφιλία αποτέλεσε ένα ακόμα κομμάτι της ζωής του αντισυμβατικού νεαρού, ενώ δεν έλειψαν και τα μπλεξίματα με το νόμο.

Σταδιακά αφιερώνεται στην ποίηση. Το 1955, ο Ginsberg θα βρεθεί στο Σαν Φρανσίσκο, όπου κατά τη διάρκεια μία ποιητικής βραδιάς θα απαγγείλει ένα απόσπασμα από το ποίημα του Ουρλιαχτό, ένα από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Το «Ουρλιαχτό» θα δημοσιευτεί το 1956 στην ποιητική συλλογή του Ginsberg με τίτλο το «Ουρλιαχτό και άλλα ποιήματα».

Μία δεκαετία νωρίτερα ο Kerouac είχε γράψει το μυθιστόρημα «Στο Δρόμο» που αποτελεί ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα της Μπίτ λογοτεχνίας, ωστόσομε το «Ουρλιαχτό» η «γενιά των Μπιτ» είχε αποκτήσει το ποιητικό μανιφέστο της...

Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου διαλυμένα από την τρέλα,
υστερικά γυμνά και λιμασμένα,
να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
μιαν αναγκαία δόση,
χίπστερς με αγγελικά κεφάλια να φλέγονται για την αρχαία ουράνια ένωση
με την άστρική γεννήτρια μέσα στη μηχανή της νύχτας,
που φτωχοί κουρελιασμένοι με βαθουλωμένα μάτια και φτιαγμένοι στάθηκαν καπνίζοντας
μέσα στο υπερφυσικό σκοτάδι τιποτένιων διαμερισμάτων αιωρούμενοι
πάνω από τις κορυφές των πόλεων βυθισμένοι στην τζαζ,
που πρόταξαν τους εγκεφάλους τους γυμνούς στον ουρανό
κάτω απ’ τον Εναέριο σιδηρόδρομο και είδαν
αγγέλους Μωαμεθανούς να τρεκλίζουν φωτισμένοι σε ταράτσες πολυκατοικιών,
που πέρασαν απ’ τα πανεπιστήμια με ήρεμα ακτινοβόλα μάτια με παραισθήσεις
του Αρκάνσας και τραγωδία με το φως του Μπλαίηκ ανάμεσα στους μελετητές
του πολέμου,
που διώχτηκαν απ’ τις ακαδημίες λόγω τρέλας και έκδοσης
στίχων ανήθικων στου κρανίου τα παράθυρα,
που διπλώθηκαν από τον φόβο ξεντυμένοι σε αξύριστα δωμάτια, καίγοντας
τα λεφτά τους στα καλάθια των αχρήστων και ακούγοντας τον Τρόμο
μέσ’ απ’ τον τοίχο...


Απόσπασμα από το «Ουρλιαχτό» / Μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς

Λίγο καιρό μετά την έκδοσή του, το «Ουρλιαχτό» θα απαγορευτεί ως άσεμνο. Παρά τη αντίδραση της συντηρητικής αμερικανικής κοινωνίας, η «γενιά των Μπίτ» συνέχιζε να καταδεικνύει το τέλμα της, τις αντιθέσεις της, τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις της. Με το «Στο δρόμο» του Kerouac, το «Ουρλιαχτό» του Ginsberg και το «Γυμνό Γεύμα» του Burroughs η «γενιά των Μπίτ» είχε αποκτήσει πλέον τη δική της λογοτεχνική έκφραση.

Και αν ο Jack Kerouac ήταν ο «Βασιλιάς» των Μπιτ, ο Allen Ginsberg ήταν ο «ντελάλης» τους. Σε αντίθεση με τον «Βασιλιά» που ήταν κάπως αντιεπικοινωνιακός,ο Ginsberg προώθησε όχι μόνο το δικό του έργο, αλλά και των υπολοίπων, και κυρίως αυτό του Kerouac. Το 1973 αυτός και η ποιήτρια Anne Waldman ίδρυσαν για αυτό το σκοπό στο ινστιτούτο Naropa, στο Boulder, στο Colorado, ένα ειδικό τμήμα για την μελέτη των γραπτών του Kerouac, αλλά και γενικότερα της «γενιάς των Μπιτ»

Το «Ουρλιαχτό» αποτέλεσε κατά κάποιο τρόπο τον καταλύτη στο έργο  του Ginsberg, αλλά και στη γενικότερη πολιτική και κοινωνική δράση του. Συχνά τοποθετήθηκε για θέματα όπως ο πόλεμος του Βιετνάμ, τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων (ο ίδιος άλλωστε διατηρούσε μακροχρόνια σχέση με τον Peter Orlovsky) , αλλά και την απελευθέρωση των ναρκωτικών. Οι απόψεις του προκάλεσαν αρκετές φορές την αντίδραση της πολιτικής ηγεσίας, εντός αλλά και εκτός των ΗΠΑ, ενώ το FBI διατηρούσε έναν ογκωδέστατο φάκελο για αυτόν. Ο Ginsberg εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους εκφραστές του παγκόσμιου κινήματος των νέων της δεκαετία του ‘60.
Ο Ginsberg βάδισε και σε μουσικά μονοπάτια. Συμμετείχε στην μελοποίηση ποιημάτων του William Blake, «Songs of Innocence» και «Songs of Experience», ενώ ηχογράφησε και το διπλό άλμπουμ «First Blues». Σε συνεργασία με τον Philip Glass επένδυσαν μουσικά τα ποιήματα «Ουρλιαχτό» και «Wichita Vortex Sutra». Ανέβηκε στη σκηνή με μουσικούς όπως ο Bob Dylan, οι Fugs, ο Phil Ochs, οι Clash και η Patti Smith. Λίγο πριν το θάνατό του θα ηχογραφήσει το «Ballad of the Skeletons», σε συνεργασία με σημαντικούς συνθέτες, όπως οι Philip Glass, Lenny Kaye, Marc Ribot και Paul McCartney. Το βίντεο γυρίστηκε από τον σκηνοθέτη Gus Van Sant.


Ο Ginsberg βγήκε μέσα από τα σπλάχνα της Αμερικής. Την αγάπησε αλλά και τη μίσησε. Κυρίως ένιωθε απέχθεια για την κυρίαρχη καθεστωτική νοοτροπία. «Αμερική όλα σου τα έδωσα και τώρα είμαι ένα τίποτα» (από το ποίημα America)...


Όντας μία ανήσυχη και αντισυμβατική προσωπικότητα, ταξίδεψε σε πολλές χώρες και μετατράπηκε σε έναν «πολίτη του κόσμου». Τα ταξίδια του τον βοήθησαν να αναπτύξει μία παγκόσμια συνείδηση, η οποία τον συντρόφευε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ο Allen Ginsberg θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 5 Απριλίου του 1997, χτυπημένος από καρκίνο στο ήπαρ. Το έργο του αναγνωρίστηκε από τους ακαδημαϊκούς κύκλους, ωστόσο το σημαντικότερο είναι πως παραμένει ζωντανό σε κάθε σοκάκι των μεγαλουπόλεων, στους δρόμους και τα μπαρ, σε κάθε ποτήρι που αδειάζει, σε κάθε χέρι που κρατάει με πάθος τις ποιητικές του συλλογές. Παραμένει ζωντανό σε κάθε άνθρωπο που αντιλαμβάνεται τη δύναμη ενός «ουρλιαχτού».
πηγή: http://tvxs.gr