Ποιητές

Ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις -
και γίνονται πουλιά.
Τάσος Λειβαδίτης

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Αλεξάντερ Πούσκιν - Μια ποιητική φλόγα που έπεσε από τον ουρανό


«Ο Πούσκιν ήταν για όλους τους ποιητές σαν μια ποιητική φλόγα που έπεσε απ’ τα ουράνια και από την οποία σαν κεράκια άναψαν άλλοι αυτοφυείς ποιητές. Γύρω του διαμορφώθηκε ολόκληρος αστερισμός» είπε ο διάσημος Ρώσος συγγραφέας Nikolai Gogol για τον Αλεξάντρ Πούσκιν, τον ποιητή ο οποίος μέσα στη σύντομη ζωή του δημιούργησε έργα που άλλαξαν δραματικά την πορεία της ρωσικής λογοτεχνίας.

O  Aleksandr Sergeyevich Pushkin, γόνος παλαιότατης αριστοκρατικής οικογένειας, γεννήθηκε στη Μόσχα στις 6 Ιουνίου του 1799. Από μικρός επέδειξε ισχυρή κλίση προς τη λογοτεχνία, πιάνοντας την πένα από παιδί, ενώ γνωρίζεται με σπουδαίες προσωπικότητες των τεχνών και των γραμμάτων στο σπίτι του, το οποίο αποτελεί εστία συγκέντρωσης προσωπικοτήτων της εποχής.
Είναι μόλις 15 ετών όταν δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα, ενώ με την αποφοίτησή του από το Αυτοκρατορικό Λύκειο είναι ήδη ευρέως γνωστός για το ταλέντο του στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Η πρόσφατη Γαλλική Επανάσταση εμπνέει το νεαρό Πούσκιν, ο οποίος προσηλώνεται στα φιλελεύθερα ιδεώδη και τον ουμανισμό.
Σε ηλικία 20 περίπου ετών γνωρίζει το έργο του Λόρδου Βύρωνα ενώ σταδιακά αναδεικνύεται ως ο εκπρόσωπος των ριζοσπαστικών λογοτεχνών, κάτι που προκαλεί τη σύγκρουσή του με την κυβέρνηση. Ως αποτέλεσμα, εξορίζεται από την πρωτεύουσα και βρίσκεται στον Καύκασο, την Κριμαία, την Καμένκα και το Τσισνάου, όπου έγινε μέλος της μασονικής στοάς αλλά και της ελληνικής Φιλικής Εταιρίας, με σκοπό την απελευθέρωση της χώρας από τον τουρκικό ζυγό.
Όταν ξέσπασε η επανάσταση, ο Πούσκιν κρατούσε ημερολόγιο με τα σημαντικότερα γεγονότα του ελληνικού αγώνα, ενώ συνέθεσε και αρκετά ποιήματα. Τα χρόνια αυτά γράφει τον «Αιχμάλωτο του Καυκάσου», ενώ στη συνέχεια μετά από νέα σύγκρουση με το τσαρικό καθεστώς, εξορίζεται στο κτήμα της μητέρας του, όπου αναγκάζεται να παραμείνει για δυο χρόνια.
Στα χρόνια αυτά της εξορίας έγραψε το δράμα «Μπόρις Γκουντούνοφ», το όποιο όμως δεν θα κατορθώσει να δημοσιεύσει πριν από το 1830, λόγω της λογοκρισίας την οποία υφίσταται ακόμα και μετά την χάρη που λαμβάνει από τον τσάρο Νικόλαο τον Α’. Το πρωτότυπο του δράματος ωστόσο, χωρίς λογοκριτικές επεμβάσεις δεν δημοσιεύθηκε πριν από το 2007.
Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, θαυμαστής του «Γκουντούνοφ», έγραψε αργότερα: «Θα μπορούσαν να γραφούν ολόκληρα βιβλία πάνω στους χαρακτήρες του έργου αυτού, που ο Πούσκιν άντλησε από τη ρωσική γη, που πρώτος αυτός ανακάλυψε, λάξεψε και έθεσε μπροστά στα μάτια μας, για τώρα και για πάντα, μέσα στην αδιαφιλονίκητα σεμνή και μεγαλόπρεπη μαζί ψυχική ομορφιά τους».
Στις 18 Φλεβάρη 1831 παντρεύεται την διάσημη καλλονή της εποχής, Natalia Goncharova. Το 1833 δημοσιεύεται η έμμετρη του σύνθεσή του «Ευγένιος Ονέγκιν», έργο το οποίο αποδεικνύεται προφητικό αφού ο ποιητής θα έχει το ίδιο τέλος με αυτό του διάσημου ήρωά του. Ο κορυφαίος Ρώσος κριτικός της εποχής Vissarion Belinsky χαρακτηρίζει τον «Ευγένιο Ονέγκιν» «εγκυκλοπαίδεια της ρωσικής ζωής και καθρέφτη της εθνικής συνείδησης στην πρώτη της αφύπνιση». Ο ίδιος ο Πούσκιν αποκαλεί την αισθητική αντίληψή του που αποτυπώνεται στον «Ονέγκιν» ρομαντικό ρεαλισμό και τον εαυτό του «ποιητή της πραγματικότητας».
Στις 29 Γενάρη 1837, ο Πούσκιν τραυματίζεται θανάσιμα σε μονομαχία με τον Ζορζ ντ' Αντές και δυο μέρες αργότερα πεθαίνει, είδηση που προκαλεί μεγάλη συγκίνηση σε ολόκληρη τη χώρα. Ο ποιητής Mikhail Lermontov συνθέτει την ωδή «Ο θάνατος του ποιητή», η οποία, ειρωνικά, προφητεύει και τον δικό του θάνατο, επίσης σε μονομαχία.
Ο Αλεξάντρ Πούσκιν άφησε πίσω του περί τα 800 λυρικά και αφηγηματικά ποιήματα, πολιτικά κείμενα και δοκίμια, τα περισσότερα από τα οποία δημοσιεύθηκαν μετά θάνατον εξαιτίας της τσαρικής λογοκρισίας. Χαρακτηρίζεται οθεμελιωτής της νέας ρωσικής λογοτεχνίας και τιμάται ως ο εθνικός ποιητής της Ρωσίας. «Άδειος, είν' όποιος προσπαθεί να γεμίσει από τον εαυτό του» Αλεξάντρ Πούσκιν

πηγή: http://tvxs.gr



Στο τελευταίο βαγόνι

Μοναχικός της λευτεριάς σπορέας βγήκα,
νωρίς, προτού καλοχαράξει 
και με καθάριο χέρι, μα κι αθώο, 
σπόρο πετούσα, ζωντανό, 
φυτείες, σε σκλαβωμένο όργο, να καρπίσει.
Μα τον καιρό μου έχασα μονάχα,
τις ακριβές μου σκέψεις και τους κόπους...


Βοσκήστε, ήμερων λαών αγέλες!
Εσάς, φωνή τιμής δε σας ξυπνάει... 
Της λευτεριάς το δώρο τι το θέλουν,
τάχατες, τ' άβουλα κοπάδια;
Σ' αυτά το σφάξιμο ταιριάζει
και η κουρά του τομαριού τους μόνο·
κι από γενιά τους σε γενιά κληροδοτούνε
σκλαβιάς ζυγό, κουδούνια και καμτσίκι.



Alexander Sergeyevich Pushkin
(1799 – 1837)

 Απόδοση: ΚΙΡΑ ΣΙΝΟΥ



Σπορέας της Ελευθερίας μόνος
εβγήκα την αυγή προτού φανεί το αστέρι.
Στους όργους της σκλαβιάς ο ζωογόνος
σπόρος εσπάρθηκε από αγνό και τίμιο χέρι,
μα άδικες επήγανε, χαμένες
οι ώρες μου, οι κόποι μου, οι σκέψεις μου οι ευλογημένες.
Βοσκάτε μη την ησυχία σας, λαοί!
Κανένα σάλπισμα τιμής να σας ξυπνήσει δεν μπορεί.
Το δώρο της ελευθερίας για τα κοπάδια
είναι μονάχα μια κουβέντα άδεια.
Τι να την κάμουν; Η μόνη τους απαντοχή
είτε κουρά είτε σφαγή,
από γενιά σ’ άλλη γενιά
η κουδουνάτη λαιμαργιά
και μόνο τους βαγγέλιο
ο βούρδουλας και το φραγγέλιο.
***
Στων μεταλλείων της Σιβηρίας τα βάθη
αγέρωχα φυλάχτε την υπομονή,
χαμένα δεν θα παν του μαρτυρίου σας τα πάθη,
ούτε και των ονείρων σας η σκέψη η υψηλή.
Η ελπίδα, αδερφή πιστή στη δυστυχία,
στα έγκατα της γης τα σκοτεινά
το πνεύμα θα ξυπνήσει και την ανδρεία
- η ώρα θα ‘ρθει η ποθητή ξανά:
Θα φτάσουν ως εσάς η αγάπη κι η φιλία,
στη σκοτεινή θα μπούνε φυλακή,
όπως στο κάτεργο απ’ την ελευθερία
έρχεται η φωνή μου να σας βρει.
Θα πέσουν τα βαριά δεσμά,
οι φυλακές θα γκρεμιστούν κι η λευτεριά
απόξω απ’ την πόρτα θα σας καρτερεί
κι οι αδελφοί στο χέρι σας θα ξαναβάλουν το σπαθί.
***
Από τον Πιντεμόντε
Υπάρχουν δικαιώματα ηχηρά,
ξέρω, πολλά θαμπώνουνε μυαλά,
όμως εγώ δεν τα τιμώ· παράπονα δεν κάνω που οι θεοί
μου αρνηθήκαν το γλυκό προνόμιο στην πληρωμή
των φόρων να μετέχω· ούτε κι εμπόδια να βάλω
στο ‘να βασίλειο να πολεμάει τ’ άλλο.
Λίγο με νοιάζει μπορεί ή δεν μπορεί η δημοσιογραφία
να σατιρίζει τους μωρούς και η μυγιάγγιχτη λογοκρισία
των περιοδικών να περικόβει την αμετρολογία.
Λόγια, λόγια, λόγια όλα αυτά.
Άλλα, καλύτερα, δικαιώματα μου είναι σεβαστά.
Άλλη, καλύτερη, ζητώ ελευθερία:
Να σε ορίζει ο τσάρος, να σε ορίζει ο λαός
το ίδιο δεν μας κάνει;
Είθε ο θεός
να τους φυλάει! Μα κανενός
υπόλογος ο άνθρωπος δεν είναι, σημασία
ας δίνει μόνο στη ζωή του
τον εαυτό του να φροντίζει και να υπερετεί.
Για τη λιβρέα, για την εξουσία,
η σκέψη, η συνείδηση του
μην καμφθεί
- γι αυτά μην σκύψει το κεφάλι.
Όπου θελήσει γυρνάει τα βήματα του,
ό,τι ορίσει η καρδιά και η ψυχή:
τις θεϊκές της φύσης ομορφιές, της τέχνης πάλι
και της έμπνευσης τα έργα
να τα γλεντήσει, να τα χαρεί
- αυτά τα δικαιώματα του…
***
Μετάφραση Μήτσος Αλεξανδρόπουλος


Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

Στις 11 Ιανουαρίου 1910 γεννήθηκε ο «ποιητής των θαλασσών» Νίκος Καββαδίας


Στις 11 Ιανουαρίου 1910, γεννήθηκε ο ποιητής των θαλασσών, Νίκος Καββαδίας, στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας στην Κίνα. Αμφότεροι οι γονείς του Νίκου Καββαδία ήταν Κεφαλλονίτες, ενώ ο πατέρας του, Χαρίλαος, είχε και τη ρωσική υπηκοότητα.

Με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η οικογένεια εγκαταλείπει την Άπω Ανατολή και επιστρέφει στην Ελλάδα – εκτός από τον Χαρίλαο Καββαδία ο οποίος επιστρέφει στην Ρωσία, όπου διατηρεί επιχειρήσεις γενικού εμπορίου με κύριο πελάτη το τσαρικό στρατό. Με το ξέσπασμα την Οκτωβριανής Επανάστασης, ο Χαρίλαος Καββαδίας φυλακίζεται ενώ οι επιχειρήσεις του έχουν καταστραφεί.

Το 1921 ο πατέρας της οικογένειας επιστρέφει στην Ελλάδα τσακισμένος. Η οικογένεια αρχικά διαμένει στο Αργοστόλι της Κεφαλλονιάς αλλά στην συνέχεια μετακομίζει στον Πειραιά. Ο μικρός Νίκος πηγαίνει στο δημοτικό εκεί, συμμαθητής με τον Γιάννη Τσαρούχη ενώ στο εξατάξιο τότε Γυμνάσιο γνωρίζεται και με τον λογοτέχνη Παύλο Νιρβάνα. Από μικρός αγαπά την ανάγνωση και διαβάζει κυρίως Ιούλιο Βερν και περιπέτειες ενώ ήδη από το δημοτικό διαφαίνεται το συγγραφικό του ταλέντο, όπου εκδίδει ένα σχολικό περιοδικό.

Σε ηλικία 18 ετών δημοσιεύονται τα πρώτα ποιήματά του, υπό το ψευδώνυμο «Παύλος Βαλχάλας» στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας. Μετά το Γυμνάσιο δίνει εξετάσεις για την Ιατρική σχολή αλλά ο θάνατος του πατέρα του τον αναγκάζει να εγκαταλείψει τα θρανία για να εργαστεί πλέον για την επιβίωση. Εξακολουθεί ωστόσο να γράφει και έργα του εμφανίζονται σε διάφορα φιλολογικά περιοδικά της εποχής.

Ήταν Νοέμβριος του 1928 όταν εκδίδεται το πρώτο του ναυτικό φυλλάδιο ως «ναυτοπαίς» και τον επόμενο χρόνο μπαρκάρει για πρώτη φορά, ως ναύτης, στο φορτηγό πλοίο «Άγιος Νικόλαος». Το 1933 κάνει την επίσημη είσοδό του στα ελληνικά γράμματα με τη δημοσίευση της ποιητικής συλλογής του «Μαραμπού», το οποίο γίνεται δεκτό από τη λογοτεχνική κοινότητα με σκληρά σχόλια – μόνοι ενθουσιώδεις υποστηρικτές του εμφανίζονται οι Φώτος Πολίτης και Κώστας Βάρναλης.

Η οικογένεια Καββαδία μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα, το 1934, και η οικεία της γίνεται εστία συγκέντρωσης λογοτεχνών, ποιητών και ζωγράφων της εποχής. Το 1939 παίρνει το δίπλωμα του ασυρματιστή αλλά με το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου επιστρατεύεται στο αλβανικό μέτωπο. Τα χρόνια της γερμανικής κατοχής, παραμένει στην Αθήνα, ενώ μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου ( με τη «ρετσινιά» του «κομμουνιστή άνευ δράσεως») μπαρκάρει ξανά, ως ασυρματιστής, και ταξιδεύει συνεχώς για τα επόμενα τριάντα χρόνια, απαθανατίζοντας στο χαρτί τους ξένους τόπους και τις εμπειρίες του.


Το 1947 κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή του «Πούσι» και επανακυκλοφορεί το «Μαραμπού» με την προσθήκη τριών ανέκδοτων ποιήματα και με αυτή τη συλλογή, ο Καββαδίας ξεφεύγει από τα πρότυπά του. Το 1954 εκδίδει τη «Βάρδια», την οποία οι φιλόλογοι, όπως και με το Μαραμπού, δυσκολεύονται να κατατάξουν τόσο λόγω της άψογης δημοτικής και της ιδιωματικής ναυτικής γλώσσας όσο και του γεγονότος ότι δεν μπορούσαν να αποφασίσουν αν επρόκειτο για μυθιστόρημα, αυτοβιογραφικό διήγημα, νουβέλα φαντασίας ή οτιδήποτε άλλο.

Όσοι τον γνώριζαν, έκαναν λόγο για έναν άνθρωπο ήπιο και γλυκομίλητο που αγαπούσε τα αστεία, τα μπορντέλα και τα κορίτσια τους, όπως και την ζωγραφική - στην καμπίνα του είχε κρεμασμένους τρεις πίνακες του Henri de Toulouse-Lautrec. Διάβαζε πάντα πολύ και του άρεσε ιδιαίτερα να απαγγέλλει ποίηση άλλων - άλλωστε γνώριζε πολλούς από τους μεγαλύτερους ποιητές της εποχής, όπως τους Βάρναλη, Σεφέρη, Ελύτη, Σικελιανό.



Ο «Κόλιας» όπως ήταν το παρατσούκλι του μεταξύ των συντρόφων του ναυτικών, οι περισσότεροι από τους οποίους αγνοούσαν ότι ήταν ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές της χώρας, εγκαταλείπει τη θάλασσα μονάχα όταν το επιβάλλει η υγεία του και με τη συμπλήρωση τριών μηνών διαμονής του στη στεριά, στις 10 Φεβρουαρίου του 1975, πεθαίνει ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Λίγο καιρό μετά το θάνατό του εκδίδεται η τρίτη ποιητική συλλογή του «Τραβέρσο», με 14 ποιήματα και 3 νανουρίσματα, και χαρακτηρίζεται από πολλούς ως το ωριμότερο έργο του, ενώ τρία χρόνια αργότερα ο συνθέτης Θάνος Μικρούτσικος μελοποίησε με εξαιρετική επιτυχία 11 ποιήματα του, τα οποία κυκλοφόρησαν σε δίσκο με τίτλο «Ο Σταυρός του Νότου». Το 1992, ο Θάνος Μικρούτσικος μελοποιεί και άλλα ποιήματα του Καββαδία, με ερμηνευτές όπως οι Γιώργος Νταλάρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας.



Το έργο του: Ποίηση: Μαραμπού (1933) Πούσι (1947) Τραβέρσο (1975) Πεζά: Βάρδια (1954) Λι (1987): γυρίστηκε σε ταινία το 1995 με τίτλο «Between the Devil and the Deep Blue Sea» από την Marion Hansen σε μουσική Wim Mertens Του πολέμου (1987) Στο άλογό μου (1987)



Οι Προσευχές των Ναυτικών

Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού κοιμηθούν,
βρίσκουν στην πλώρη μια γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί Κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτώντας μια χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

Οι Κούληδες με την βαριά βλακώδη τους μορφή
βαστούν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γιομάτοι από ικεσία
και ψάλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που έμαθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

Και οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν,
το σταυρό τους κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή « Πάτερ ημών...»
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.



Οι επτά νάνοι στο S/S CYRENIA

Στην Έλγκα

Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μη το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις. Οπιο μικρός αχολογάει μ' ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ' ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίττες ζυμώνει.

Απ' το ποδόσταμο πηδάν ως τη γαλέτα.
- Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγας γιος θε να την πιει σ' ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια, κ
ατάφερε το σταυρωτό του Νότου αστέρι σωρός να πέσει,
να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρουθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουν οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ, το κατάστρωμα σαρώνει.
- Μ' ένα ξυστρί καθάρισέ με από τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
- Γιε μου, που πας; - Μάνα, θα πάω με τα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι...
Ο πιο στερνός μ’ ένα αυλό με νανουρίζει.

Colombo 1951

πηγή: http://tvxs.gr


Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Χαράλαμπος Παπαονησιφόρου - Ποιήματα

Ο Χαράλαμπος Παπαονησιφόρου γεννήθηκε στην Πάφο το 1965. Φοίτησε στην Αρχαιολογική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Σήμερα ασχολείται με ιδιωτικές επιχειρήσεις και είναι ο ιδιοκτήτης του "Μικρού Καφέ" στην Πάφο. Έχει εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές.
"Αντίο" 2002 (Η συλλογή συνοδεύεται από ψηφιακό δίσκο με 10 μουσικές συνθέσεις του μουσικοσυνθέτη Ανδρέα Α. Αρτέμη που έγιναν ειδικά για την έκδοση), “Μπλε κλειστό παράθυρο” 2003 [εκδ. Αρμίδα], “Η ροδιά που ξέχασα” [εκδ. Σαιξπηρικόν] 2012

Τα ποιήματα που ακολουθούν είναι από τη δεύτερη ποιητική συλλογή, “Μπλε κλειστό παράθυρο”.


   

1.
Τι απομένει τελικά από
έναν έρωτα;
Τι στ' αλήθεια μένει;
Ένα λουλούδι που κόπηκε παράκαιρα
Ένα τραγούδι που μουρμουρίζεις στο στενό
Το δάκρυ που αρνείται να κυλήσει
Ένα τελευταίο φιλί που ξεψυχά μοιραία
Το σ' αγαπώ που ξεθωριάζει κάτω από τις
πατούσες βιαστικών ανθρώπων

2.
Πιθανόν ο έρωτας να ορίζεται
Διαφορετικά απ' ότι εκφράζεται
Πλατωνικός ή όχι, πρωταρχικός ή μη
Κεραυνοβόλος ή θυελλώδης
Ο έρωτας ακροβατεί, υπερβαίνει
Ή αυτοαναιρείται
Πάνω απ' όλα όμως
Οφείλει να είναι σαρκικός
Σαρκοφάγος ή ενσαρκωμένος

3.
Ένα μουντό αδύναμο πρωί
Το φιλί κύλησε άψυχο στο σεντόνι
Ανακάλυψα πως καρφί δεν μου καίγεται
Λυπήθηκα μόνο το δάκρυ που αχρείαστα
Άδειασε τη δεξαμενή των δακρύων
Παρακάλεσα τότε το φιλί που
Ακόμα σπαρταρούσε
Γρήγορα να σβήσει




Η ιστορία της ζωής σας σε 20 λέξεις.
Γεννήθηκα στην Πάφο τον Ιούλιο του 1965, σπούδασα στο ΑΠΘ Ιστορία-Αρχαιολογία, έχω 4 παιδιά, εργάζομαι στην Πάφο και προσπαθώ να ταξιδεύω όσο περισσότερο μπορώ.

Για τι γράφετε; 
Γράφω για τον έρωτα, το ανεκπλήρωτο, τη στιγμή που φεύγει και την άλλη πλευρά της ζωής.

Γιατί γράφετε;
Το γράψιμο λειτουργεί καθαρτικά για την αποσυμφόρηση της τελετουργικής καταγραφής ερεθισμάτων.

Η ποίηση ξεκινά…
Από τη σιωπή.

Και τελειώνει…
Με ένα αντίο.

Πότε ένα έργο προδίδει τον δημιουργό του;
Όταν αφήνει ίχνη από την επίπονη διαδικασία γραφής, που αναπόφευκτα εμπεριέχει στοιχεία βιωματικού λογοτεχνικού DNA. Η αποτύπωση του μόνιμου ή φευγαλέου ερεθίσματος είναι μοναδική για κάθε δημιουργό. Είναι η ταυτότητά του, ο προσωπικός κωδικός του.

Τι χρειάζεται η ποίηση σε έναν μικρόψυχο κόσμο;
Η ποίηση, ή αν θέλετε γενικά η καλλιτεχνική δημιουργία, αποτελεί καταφύγιο όχι μόνο για τον δημιουργό, αλλά και τον αναγνώστη ή τον θεατή. Είναι μια μικρή χαραμάδα διαφυγής προς έναν καλύτερο ιδεατό κόσμο, ικανή να επανατοποθετήσει την εγκληματική ανεπάρκειά μας, να προσδώσει ουσία στις ανούσιες σχέσεις, στα καθημερινά μας γιατί και να ντύσει μ’ αυτόν τον μαγικό μανδύα της γλώσσας όλα τα ευπαθή σημεία της προσωπικότητάς μας.

Το αγαπημένο σας τετράστιχο;
Ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα είναι το ακόλουθο του Μανώλη Αναγνωστάκη:
“Αν θυμούμαι, δεν είναι που νικήθηκα
Δεν είναι που επιδίωξα μιαν αγοραία λύση
Όλα συγκλίνουνε μπροστά σ’ εκείνο που έρχεται
Αδιάλειπτο, ανεξίτηλο, στίγμα στο πρόσκαιρο.
Να ξεχωρίσεις, αν υπάρχει, μια Στιγμή
Σ’ αλλεπάλληλων χρόνων στείρα διαιώνιση
Για κείνο που έρχεται, φραγμός σε μια παράταση,
Σαν περιζήτητη αμοιβή φτηνής ζωής”.

Ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο που διαβάσατε;
Μόλις έχω τελειώσει το καινούργιο βιβλίο του συμπολίτη και φίλου Κυριάκου Μαργαρίτη με τίτλο “Στον ίσκιο των σκοτωμένων κοριτσιών” [Εκδόσεις Ψυχογιός]. Πρόκειται για ένα ευρηματικό μυθιστόρημα, που είναι συγκροτημένο κατά άψογο τρόπο με ανάμειξη σε σωστές αναλογίες της λογοτεχνίας και της αστυνομικής μυθοπλασίας. Ο συγγραφέας του καταπιάνεται ουσιαστικά με δύο αντικείμενα: το υπερβατικό θέμα του “θανάτου” και τα ρεαλιστικά προβλήματα της σύγχρονης Αθήνας, με την οποία διατηρεί μια σχέση λατρείας – μίσους. Είμαι βέβαιος ότι ο Κυριάκος χάρηκε γράφοντάς το, όσο τουλάχιστον εγώ διαβάζοντάς το.

πηγή: http://www.parathyro.com