Ποιητές

Ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις -
και γίνονται πουλιά.
Τάσος Λειβαδίτης

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

ΝΙΚΟΣ - ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ "Η ποίηση δε μας αλλάζει"




Μες στο υγρό σκοτάδι

Μες στο υγρό σκοτάδι
πολύ πλανήθηκα

Αγάπησα τις φωτοσκιές των δέντρων
τη γνώριμη νύχτα
τον ουρανό

Βροχή
 
μουσικές φωνές

Μες στο υγρό σκοτάδι

Έλα
θα βαδίσουμε σιγά μην ακουστούμε

Είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τα ωραία καράβια
είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τη θάλασσα

Λάσπες και νερά
ο άνεμος ταξιδεύει
τραγούδια που σβήνουν

Από τη συλλογή
 Δύσκολος θάνατος (1954)

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=6787.0#ixzz250FVYFTN



Υστεροφημία
 
Είπες, κάποτε αυτά τα ποιήματα θ' αγαπηθούν πολύ
θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι.
Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη
θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις.
Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν
ή θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια - κι είπες πάλι
ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει
 
Από τη συλλογή
 Νοσοκομείο εκστρατείας (1972)

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=6787.15#ixzz250FfNqKi



Τίποτα δεν μου ανήκει
 
Καθώς πια τίποτα δεν μου ανήκει μέσα στ' ανάκτορα
ούτε καν το χρυσάφι της οροφής και τα μάρμαρα
και οι κονσόλες παγώσανε και τα μαλλιά σου σέρνονται πίσω από τα σφιγμένα κρύσταλλα
και οι πλαφονιέρες σταλάζουν την τέφρα του χειμωνιάτικου ήλιου
καθώς οι λειμώνες δε βρίσκουνε πια την παλιά τους λαλιά

Βλέπω πως λάθεψα γυρίζοντας έξω από θέρετρα
 
στο πυκνό δάσος των πολυκατοικιών δίπλα στη θάλασσα
όπου βυθίζομαι για να σ' αγγίξω μόλις
επειδή σ' αγαπώ περισσότερο απ' όλα τα κτίσματα
και αν δε σε γνώριζα θα 'ταν όλα εφήμερα
γιατί οι βιτρίνες είναι μια λάσπη, τα εργοστάσια μια θλίψη και η πόλη
αφήνει να πέσουν οι κάλυκες της πλαστικής μου καρδιάς
πάνω σε φύλλα από δάκρυα

Τίποτα δεν μου ανήκει, καμιά παλινόρθωση
 
τα μάγουλά σου στο χιονισμένο αυχένα των βουνών
καθώς η ματιά μου βυθίζεται στην άπειρη έκταση
αφήνοντας πια τ' αυτοκίνητα στα δικά τους τραγούδια

Γιατί η δίψα για το ατόφιο χρυσάφι είναι τα μάτια σου
και η πείνα για καθαρό αλουμίνιο τα χέρια σου
φιλιόμαστε σε σκοτεινές δισκοθήκες και σου εξηγώ
Κι όταν χαράζει πως τάχα θα πάμε αντίθετα
θα γυρίζουμε με ρούχα παλιά στα νεόχτιστα
μια άσπρη κορνίζα, βιβλία και θέρμανση στις γωνιές

Από τη συλλογή
 Ωδές στον Πρίγκιπα (1981)

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=6787.15#ixzz250FmShyE




Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου - Η θανάσιμη μοναξιά


Του Γιώργου Βαϊλάκη




Το καλοκαίρι που μας πέρασε συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από το θάνατο του ποιητή Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου. Μου προκάλεσε έκπληξη το γεγονός ότι η επέτειος λησμονήθηκε -σχεδόν κανένας δεν αναφέρθηκε σε αυτήν. Ακόμη, όμως, μεγαλύτερη έκπληξη μου δημιουργεί η απουσία της συγκεντρωτικής έκδοσης  των ποιημάτων του, με τίτλο «Ο δύσκολος θάνατος», από τα βιβλιοπωλεία. Πώς γίνεται η σπαρακτική φωνή ενός από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς ποιητές να μην ακούγεται; ’ραγε αυτή η εκρηκτική και ηλεκτρισμένη ποίηση της μοναξιάς, του ανεπίδοτου έρωτα, της ματαίωσης, της άσκοπης περιπλάνησης μέσα στη σύγχρονη πόλη, αδυνατεί να βρει αποδέκτες; Δυσκολεύομαι να το πιστέψω και διατηρώ μία κάπως παιδική πίστη: αυτό που αξίζει δεν θα χαθεί…

Και κάτι ακόμη, για αρχή: υπάρχει ένα τραγούδι του Σαββόπουλου που απευθύνεται στον παλιό του φίλο, τον Αλέξη Ασλάνογλου. Μια καταιγιστική εξομολόγηση του συνθέτη η οποία ονομάστηκε «Η θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη». Αυτός θα μπορούσε να είναι και ο τίτλος της μοναχικής διαδρομής του ποιητή, από την αστική οικογενειακή ακμή στην κατοπινή υπερήφανη παρακμή, κι από την ερωτική θλίψη στην τελειωτική κατάθλιψη.

Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931-1996) ήταν γόνος αστικής οικογένειας από τη Θεσσαλονίκη, στην ιδιοκτησία της οποίας υπήρχε μια κλωστοϋφαντουργία. Ο νεαρός ποιητής απέτυχε ή απέφυγε, ωστόσο, να ενταχθεί στο αναμενόμενο μοντέλο της επαγγελματικής διαδοχής αδυνατώντας να συμφιλιωθεί με τη φύση της συγκεκριμένης εργασίας. Αναπόφευκτα, τον θάνατο του πατέρα ακολούθησε μία παρατεταμένη παρακμή. Πάντως νωρίτερα, ο ποιητής είχε εμφανιστεί στα γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία με τη μονόπρακτη ενότητα «Θάλασσα και συγχρονισμός» (1951), στην οποία διαφαίνεται μια πρώιμη και έντονη οδύνη: «Ακόμα μια νύχτα σπαταλημένη. Ακόμα μια / νύχτα / κάτω από τους ίδιους αστερισμούς. Περιμένουμε / χωρίς να περιμένουμε, / ελπίζουμε χωρίς να ελπίζουμε». Συνολικά, από τη δεκαετία του '50 είχε πολλές ιστορίες να διηγηθεί: ταξίδια, παραθερισμοί, βόλτες με τζιπ, στρατιωτική θητεία. Αλλά και λίγο αργότερα όταν λάτρεψε τη Γαλλία, όπου σε σχετικά μεγάλη ηλικία βρέθηκε για σπουδές φιλολογίας, ξοδεύοντας τα κατάλοιπα της οικογενειακής περιουσίας. Αυτή η σχεδόν μυθική εποχή για εκείνον, είχε πια παρέλθει ως μία ακόμα ανάμνηση.

Η ασυνήθιστη οικονομική δυσχέρεια στην οποία περιέπεσε, σε συνδυασμό με την ερωτική ιδιοτυπία του σε εποχές απόλυτης κατακραυγής της ομοφυλοφιλίας, δημιούργησαν συνθήκες απροσπέλαστης απελπισίας σ' έναν άνθρωπο ιδιαίτερα ευαίσθητο κι αξιοπρεπή. Ως εκ τούτου, το θέαμα της διαπόμπευσής του από κοινωνικά αποβράσματα στο ζαχαροπλαστείο «Αχίλλειον» της Θεσσαλονίκης ή οι βρισιές που άγνωστοι έγραφαν στις σκάλες της πολυκατοικίας που διέμενε, αποτελούν εν μέρει μια εξήγηση για την πληγωμένη εσωστρέφεια και την πνιγηρή απομόνωση του ποιητή. «Μέσα σ' αυτή τη διαπάλη μεταξύ του εξωτερικού κόσμου και του εσωτερικού», εξηγεί ο ίδιος, «γεννιέται μια σύγκρουση, ένα δράμα, που εξωτερικεύεται με μια στιχουργική προσωπική, μέσα σε μια θεματολογία που υπαγορεύεται από την ίδια την ψυχοσύνθεση του ποιητή, από τον ιδιαίτερο ψυχισμό του». Η ερημία, λοιπόν, έμελλε να γίνει σταδιακά η μόνιμη συνθήκη του έργου του, η κυριαρχική παρουσία μιας μοναξιάς που αποδίδεται με πηγαίο λυρισμό: «παγώνεις με την άνοιξη, το φως της σε ταλαιπωρεί / κι η πόλη σου είναι ξένη».

Οι επτά ποιητικές ενότητες («Αισθηματική ηλικία», «Δύσκολος θάνατος», «Ο θάνατος του Μύρωνα», «Ποιήματα για ένα καλοκαίρι», «Νοσοκομείο εκστρατείας», «Ποιήματα της τελευταίας άνοιξης» και «Αργό πετρέλαιο») οι οποίες απαρτίζουν την οριστική έκδοση 122 ποιημάτων του με τίτλο «Ο δύσκολος θάνατος», αποτελούν αποσπάσματα μιας εξομολόγησης που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε με κύριο σκηνικό τη γενέθλια πόλη˙ μόνο που ο χώρος δράσης μεταμορφωνόταν σε συναισθηματικό τοπίο, με τον ποιητή να πρωτοπορεί στην εισαγωγή μοντέρνων στοιχείων που συνυπήρχαν επιδέξια με μια μεσοπολεμική σκηνοθεσία. Στην ποίηση του Ασλάνογλου η καθημερινότητα αποτυπώνεται μέσα από χαμηλωμένα φώτα, φωνές που σβήνουν, μια ομίχλη φωτεινή, βροχή και δάκρυα, μουσική και ψιθυρίσματα αλλά και μεγάφωνα ανοιχτά, αυτοκίνητα, φώτα ηλεκτρικά, σφαιριστήρια, γήπεδα, παραθαλάσσια καφενεία, θέρετρα, παγωμένα γιαπιά, λάσπες, νεόχτιστα, θρύψαλα, χειρουργεία, λειτουργίες ερωτικές και τέφρα, ασφάλτους που πύρωσε η ημέρα και ένα επίμονο ψιχάλισμα, εργατουπόλεις και σκοτεινά τοπία, μηχανές και εργοστάσια, φώτα του γκαζιού και σκονισμένες θάλασσες, πράσινες ακρογιαλιές και ερειπωμένους σταθμούς, κτίρια γυμνά και ελπιδοφόρα σήματα, γνώριμα κλειστά τοπία και ένα ζεστό συννεφιασμένο πρωινό...

Η διάθεση αυτής της εξομολόγησης επιτείνεται στις «Ωδές στον Πρίγκηπα» (1981), μια συλλογή με 16 ολιγόστιχα ποιήματα, όπου ο τόνος γινόταν αμεσότερος, οι ανισότητες της ζωής και ο παραλογισμός των καταστάσεων έχουν πια επιβληθεί στη συνείδηση του ποιητή που εν προκειμένω έβλεπε ότι τίποτε δεν αλλάζει. Οι σχέσεις διαλύθηκαν, η παιδικότητα χάθηκε για πάντα και ό,τι απέμεινε ήταν ένας νηφάλιος απολογισμός της απώλειας: «Σαν το μικρό παιδί που μεγαλώνει / άξαφνα. Χάνει προνόμια και σκληρά παιχνίδια. Αφήνεται / σε δισκοθήκες και σε μπαρ. Πεθαίνοντας / πάνω σε φύλλα φθινοπωρινά τρέφεται αλόγιστα / με παραισθησιογόνα».

Ως προς τις καλλιτεχνικές καταβολές του, είναι φανερή η έντονη επίδραση του συμβολισμού αλλά και η υιοθέτηση μιας αντίληψης της ποιητικής τέχνης απόλυτα εργαστηριακής. Δεν αποτυπώνεται ένα γεγονός απευθείας, ούτε καταγράφεται η άμεση εντύπωση που του προκαλείται. Αντιθέτως, αφήνει να «κρυώσει» και να σχηματοποιηθεί σε μια στερεοποιημένη ανάμνηση. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγει τις υπέρμετρες συναισθηματικές εξάρσεις και τον εύκολο μελοδραματισμό ενώ προσεγγίζει το βίωμα μέσα από μια πιο ψύχραιμη αντιμετώπιση.
Σαφώς οφείλει στον συμβολισμό την επιδίωξη να απορρέει η μουσική από τον στιχουργημένο λόγο, χρησιμοποιώντας κάθε δυνατότητα ηχητικών και αρμονικών συνδυασμών που έχουν οι λέξεις ως φωνές, ήχοι και τελικά ως υλικό αποτελούμενο από μελωδίες και ρυθμούς: «Θέλω να γράψω ποιήματα ηλιόλουστα / επάνω στα ακρογιάλια των χεριών σου». Παράλληλα, προσπάθησε επίμονα να αποστειρώσει τις λέξεις από το καθημερινό τους νόημα εντάσσοντάς τες σε στιχουργικές μουσικών συνδυασμών που δημιουργούν αισθητική σαγήνη: «Ερείπιο απ' τα ναρκωτικά του ήλιου έρχεσαι / ν' αποτελειώσεις την παλιά συνομιλία / να με ξεπλύνεις απ' την περασμένη άνοιξη / κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια στη σειρά / όσο παλιώνω». Ταυτόχρονα, αυτή η μουσική της γλώσσας αποτελεί το περιτύλιγμα μιας ποίησης σε καθαρή μορφή, μιας ποιητικής έκφρασης προς την αναζήτηση της ουσίας της με στίχους σαν κρύσταλλα πολυεδρικά: «Οι χαραμάδες στην ασήμαντη ζωή μου / είναι λυγμός καλοκαιριού στα πρόθυρα χειμώνα».

Συνολικά, κάθε σύμβολο προϋποθέτει δύο όρους: κατ' αρχάς μια εικόνα, μια μορφή συγκεκριμένη, ένα σχήμα, κι ακόμη ένα νόημα, μια κατάσταση, ένα συναίσθημα, μια «άλλη πραγματικότητα» που κρύβεται πίσω από το σύμβολο και που υποβάλλεται μέσα από αυτό. Το σύνολο, λοιπόν, του ποιητικού έργου του καλύπτει εξ ολοκλήρου την προσωπική του περιπέτεια εστιάζοντας κατ' επανάληψη στη δική του διαφορετικότητα, στο αποκρυπτόμενο αντικείμενο του ερωτικού πάθους του. Πρόκειται για κρυπτικό λόγο, έμμεση εξομολόγηση, όπου η μνήμη λειτουργεί ως συμπυκνωτής των εσωτερικών ζυμώσεων που ξεκινάει από την ερωτική εμπειρία επιδιώκοντας να αποκρυπτογραφήσει την απουσία μιας ειλικρινούς επαφής, αλλά και να κρυσταλλώσει την πικρή αίσθηση της μοναξιάς και της στέρησης. «Η ουσία του ποιητικού μου λόγου», έλεγε σε συνέντευξή του, «προσδιορίζεται ακριβώς από την απροθυμία μιας θεματογραφικής ανάπτυξης του ποιήματος. Δηλαδή μιας ανάπτυξης αφηγηματικής, περιγραφικής. Με μια προσωπική τεχνική κατά την εκφορά του λόγου, πυκνώνω κατά τρόπο αφαιρετικό, ένα πολύ προσωπικό ψυχισμό».
Μια τέτοια γραφή προκύπτει τόσο από την ερωτική ιδιαιτερότητά του όσο και από τη φυσική ατολμία και συστολή που τον διέκρινε, προτιμώντας το μισοσκόταδο, τη θολή ατμόσφαιρα, τους χαμηλούς τόνους, το θαμπό φως, τις λυπημένες Κυριακές, την απογευματινή ομίχλη: «Κοιτούσα τα χέρια του που έσφιγγαν ήρεμα, με κρυφή συγκατάθεση, τα δικά μου. Μες στο σακίδιο ήταν όλος / ο κόσμος του - πουλόβερ, βιβλία, γράμματα... / Επρεπε να 'ρχονταν τα πράγματα αλλιώς, μα το θελήσαμε τάχα / Αχρωμο φως, μια Κυριακή φθινοπωριάτικη, καμιά ελπίδα. / Μικρά ταξίδια στις ακτές, όλα χαλάσανε. Θεέ μου, / τόση ερημιά / Εβρεχε στην επιστροφή και ο αυτοκινητόδρομος γέμισε / φωτεινά σήματα, πικρά ολομόναχα φώτα». Ποιητής με εύθραυστο και μοναδικής λεπτότητας ψυχισμό, συλλαβίζει μέσα του καταπιεσμένες τρυφερές προθέσεις, ματαιωμένες φιλίες, ναυαγισμένες σχέσεις, ένα σύμφυρμα συγκινήσεων και καταπνιγμένων δακρύων, ενώ τον κατατρέχει αδιάλειπτα η μυθοποιημένη ομορφιά μιας εφηβείας που παρήλθε οριστικά και η συναίσθηση ενός χρόνου που καταστρέφει και δεν σέβεται τίποτα: «Μα έτσι είναι πάντα. Το πάρτι ματαιώθηκε / σαν την παρέα μας που το Σεπτέμβρη θα / διαλύσει / όπως τόσες και τόσες παρέες το καλοκαίρι. Να / έμενε τουλάχιστον κάτι».

Με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι προσπαθεί μάταια να λησμονήσει τη μοναξιά του, παρατηρώντας μια εποχή γεμάτη θέλγητρα να απομακρύνεται και αισθάνεται ότι γύρω του ανασαίνει μια ζωή που η υπερβολική γνωριμία μαζί της του προκαλεί ασφυξία και κατάθλιψη: «Μια πολυκατοικία άδεια κι ασυνάρτητη / επιστρατεύει το λυγμό μου κάθε βράδυ». Ολα αυτά αποτελούν για εκείνον αόριστη προειδοποίηση για μελλοντικές ματαιώσεις και απογοητεύσεις, ώσπου κάποια στιγμή προσλαμβάνει το μυστικό νόημα, το ανεξήγητο που έκρυβαν όλες οι νύχτες που τον έγδαραν, όλες οι μέρες που τον έφθειραν μέχρι το τέλος: «Οσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα / στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας / με φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω / στη χρυσωμένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη / για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα / μου ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα / μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω / ξένος και κουρελιάρης τώρα».

Τελικά, η ποίηση του Ασλάνογλου χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακή αντινομία -συνταιριάζει στοιχεία εκ διαμέτρου αντιθετικά: τον έντονο λυρισμό με το δραματικό περιεχόμενο, τις μυστικές μουσικές σχέσεις των λέξεων με το απεγνωσμένο ξεγύμνωμα της ψυχής, τις στιχουργικές σαγηνευτικών μουσικών συνδυασμών με το τρομακτικό κενό της ερωτικής απόρριψης ή εγκατάλειψης: «Ψυχή μου τι λυπάσαι αυτόν που πέρασε / πανέμορφος χλευάζοντας τη συμπεριφορά σου / ανένδοτος στα παρακάλια των πολλών / Τι συμπονείς αυτόν που μόνο θέρισε / παίρνοντας δύναμη απ' το χαμό των άλλων / ανώνυμος μέσα στο πλήθος θα χαθεί». Από τα ποιήματά του διαχέεται μια συστάδα ετερόκλητων και συχνά αντιφατικών συναισθηματικών αποχρώσεων, η οποία δεν προκύπτει από τη θεματική αλλά από την ίδια την ποιητική του: η λυρική του υπόσταση συμπαρασύρει τον αναγνώστη σε μια διάχυτη μουσική ρευστότητα, ενώ τον «παγώνουν» οι αλγεινές εξομολογήσεις του καθώς οι λυρικές αποκρυσταλλώσεις τους κάθε άλλο παρά τις υπαινίσσονται: «Τότε τα είδα λουσμένα με άλλο φως / ματόκλαδα ανοιχτά βαλσαμωμένα / σαν τα νεκρά πουλιά, τα είδα/ μες σε γλυκό βυθό, σε αράγιστο καθρέφτη αποθεμένα / να με κοιτούν αμίλητα σα μάτια / σφαγμένου ζώου που ακόμα θυμάται. / Και κατάπια / τα θρύμματα απ' τα τζάμια κι έσφιξα / πάνω μου σύρματα γυμνά, ηλεκτροφόρα». Στην ουσία, αυτό ακριβώς το εκρηκτικό συνταίριασμα της σκορπισμένης ελπίδας με τη μουσική, του λυρικού με το δραματικό, είναι που καθιστά την ποίησή του εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και σημαντική.

Υστερόγραφο: Δύσκολος θάνατος σημαίνει δύσκολη ζωή που καταντάει θάνατος, θάνατος σε αλλεπάλληλες δόσεις, πολλοί μικροί θάνατοι που προετοιμάζουν το οριστικό τέλος˙ όπως εκείνο που βρήκε τον ποιητή μόνο του, τον Αύγουστο του 1996 στους Αγίους Αναργύρους, σ' ένα δώμα στο οποίο κατοικούσε τα τελευταία χρόνια. Ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου έφυγε όπως έζησε, μες την απομόνωση και τη μοναξιά. Τον βρήκαν νεκρό στο κρεβάτι του, σε κατάσταση αποσύνθεσης: ο θάνατός του ήταν -δίχως άλλο- υπόθεση του ενός.






Η ποίηση δε μας αλλάζει

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει
Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη
Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη



Νοσοκομείο εκστρατείας

Αδειασε το στρατόπεδο η καντίνα
και τα παλιά μου πάθη μια συνήθεια
Σηκώνεται άνεμος, πέφτουν τα σάπια φύλλα
μας κουβαλούν κοπαδιαστά στα χειρουργεία
Τα σύνορα είναι κλειστά- τι περιμένω



Ερείπιο απ' τα ναρκωτικά

Ερείπιο απ' τα ναρκωτικά του ήλιου έρχεσαι
ν' αποτελειώσεις την παλιά συνομιλία
να με ξεπλύνεις απ' την περασμένη άνοιξη
Κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια στη σειρά
όσο παλιώνω



Κι αν μου ρημάξατε το γήπεδο

Κι αν μου ρημάξατε το γήπεδο η καρδιά μου είναι
κόκκινο τούβλο και υλικό για οικοδομές
σα φυσαρμόνικα μέσα στην κατεδάφιση
Κι αν τσουρουφλίζεται στον ήλιο αυτός ο κάμπος
θα  γίνω δροσερός καρπός λουλούδι απόβραδο
βλασταίνοντας τα παιδικά σου μάτια
Κι αν βρέχει στο μικρό σταθμό θα σέρνω
τη μουσική σου μέσα στα χαλάσματα
σαν ξοδεμένο φως στο νεροχύτη



Στην ενδοχώρα

Οσο κι αν προχωρώ στην ενδοχώρα
τίποτα δε μου σβήνει από τα μάτια
τον αιώνιο χωρισμό. Μες σε βαθιές κοιλάδες, λασπωμένες
απ' τη βροχή, έρχεται το ψιθύρισμα του ήλιου με τη θάλασσα
παραπατώντας σ' ένα σμίξιμο σφιχτό, ιδανικό
Πόσο γυαλίζουν μες στη στάχτη τους, έλεγε, πόσο
βαθαίνουν την καρδιά, ακρωτηριάζοντας
δάχτυλα και νευρώσεις, σκάβουνε
βαθιά μέσα στη γη για ναρκοπέδια
Μα εγώ καθώς προχώρησα στην ενδοχώρα, είδα
στην πυρκαγιά της θύμησης τη στάχτη μες στα φώτα



Κι αν είσαι άνθρωπος

Κι αν είσαι άνθρωπος κι αν είσαι εργοστάσιο
κι αν είσαι μια ξανθή μοντέρνα πόλη
Είσαι για μένα κούραση το βράδυ
μια μηχανή που σώπασε
μια ετοιμόρροπη φωνή
Είσαι η στάμνα μου για ένα καλοκαίρι



Στ' ακρογιάλια

Γυρνάς ξανά στα μέρη που σε άλλαξαν
Φτωχά τα καφενεία δε σε ξεδιψούν
τώρα που μόνος σου συναίνεσες στη συμφορά
και η θάλασσα λαμποκοπά και τα χωριά ερήμωσαν
Πού να τον ψάχνεις στ' ακρογιάλια ή στο βυθό
πού να 'βρεις το ξανθό του το κουφάρι



Το πρόσωπό σου

Το αληθινό σου πρόσωπο, φεγγάρι που επιστρέφει
δε θέλει πια να εξαπατά, δε βρίσκει αντιστάσεις
μες στα γρανάζια της ζωής που ξεκολλούν και σβήνουν
τις λάμπες, όταν μέσα μου βραδιάζει
Το πρόσωπό σου στο κενό της νύχτας ανεβαίνει
είναι ακατάληπτο, μαρτυρικό, καθώς πληγώνει
είδωλο μιας απερίγραπτης στιγμής
η φοβερή ανάμνηση που δε θα ξημερώσει
Το πρόσωπό σου ξεσκεπάστηκε και είναι
γυμνό σαν ανατέλλει μες στη μνήμη
σα θάλασσα που κάποτε θα γίνει καλοκαίρι
Το πρόσωπό σου δε θα γίνει καλοκαίρι
μες στους ανθρώπους δε θα ξημερώσει



Πανέμορφος

Ψυχή μου τι λυπάσαι αυτόν που πέρασε
πανέμορφος χλευάζοντας τη συμφορά σου
ανένδοτος στα παρακάλια των πολλών
Τι συμπονείς αυτόν που μόνο θέρισε
παίρνοντας δύναμη απ' το χαμό των άλλων
ανώνυμος μέσα στο πλήθος θα χαθεί



Αεροδρόμιο Μίκρας

Ομίχλη κατεβαίνει με τ' απόγευμα κι ο δρόμος
χαρακώνει το φως κομματιαστά γυρνώντας
μέσα στο άλλο φέγγος, σαν ξεγύμνωμα
σ' έναν απαίσιο αδυσώπητο βιασμό
Τότε λάμπουν για μας οι προβολείς, λάμπουν για σένα
ανάβουνε οι δυνατοί φακοί κι όλα φωτίζουν
το στόμα, τα μαλλιά, το νυχτωμένο σώμα˙
έτσι φέγγει βαθιά στον ουρανό η αγάπη μας
θρυμματισμένη μουσική στον αερολιμένα, φέγγει
για τη στιγμή που η φλόγα εγγίζει
γλείφοντας το δοσμένο χέρι, κι όμως τρέμει
σαν ανοιχτή πληγή στη μουσκεμένη ώρα
Ομίχλη κατεβαίνει με τ' απόγευμα
μες στο μισόφωτο αλλάζουν όλα όψη, εξωραΐζονται
και ντύνονται το άλλο φως, το πιο δικό μας



Εκκοκκιστήρια Β'

Προχωρούσαμε με το Δημήτρη αμίλητοι προς το μικρό
        σταθμό. Αφήναμε τη Βέροια πίσω μες στην κατά-
        χνιά και κοιτάζαμε άφωνοι τους καπνούς στο μισο-
        φώτιστο βράδυ
Εκεί, μες στην ερημωμένη έκταση, ακούγαμε τα εκκοκκι-
        στήρια να κελαϊδούνε. Υπόκωφη στην αρχή, η βουή
        δυνάμωνε με τον καιρό, μας είχε σχεδόν παρασύρει.
        Φώτα και μηχανές μεσ' απ' τα τζαμωτά μας άφηναν
        να ιδούμε τον αποχωρισμό. Ο καθαρός καρπός γλι-
        στρούσε και σωριάζονταν δίπλα μας μέσα σ' ένα σύν-
        νεφο άσπρης σκόνης. Ακόμα θυμάμαι τα μάτια του,
        σα να είχαν δακρύσει
Τότε κατάλαβα πως πέρασε πια η εποχή της συγκομιδής.
         Και πως ό,τι μπορούσαμε να δώσουμε το είχαμε
         σχεδόν σκορπίσει



Αποχαιρετισμός

Συναντηθήκαμε αργά το απόγευμα κάπου προς τον παλιό
         σταθμό. Φυσούσε από το πρωί κι η θάλασσα ήταν
         έρημη στα καφενεία και στα τραμ της αφετηρίας
Κοιτούσα τα χέρια του που έσφιγγαν ήρεμα, με κρυφή συγ-
          κατάθεση, τα δικά μου. Μες στο σακίδιο ήταν όλος
          ο κόσμος του - πουλόβερ, βιβλία, γράμματα... Ε-
          πρεπε να 'ρχονταν τα πράγματα αλλιώς, μα το θε-
          λήσαμε τάχα
Αχρωμο φως, μια Κυριακή φθινοπωριάτικη, καμιά ελπίδα.
           Μικρά ταξίδια στις ακτές, όλα χαλάσανε. Θεέ μου,
           τόση ερημιά
Εβρεχε στην επιστροφή και ο αυτοκινητόδρομος γέμισε
            φωτεινά σήματα, πικρά ολομόναχα φώτα



Ερείπια της Παλμύρας

Οσο περνά ο καιρός και κάνω ένα προχώρημα
βαθύτερο μες στην παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω
γιατί βαραίνεις κι αποχτάς τη σημασία
που δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι. Εδώ που όλα
σκουπίζονται, τα μάρμαρα κι οι πέτρες κι η ιστορία
μένεις εσύ με την πυρακτωμένη σου πνοή για να θυμίζεις
το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη
εκείνου που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός μου
σφαδάζοντας στην ίδια του κατάρρευση κι ακόμα
τους άλλους που ανύποπτοι μες σε βαθύν ύπνο διαρρέουν
Οσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα
στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας
με φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω
στη χρυσωμένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη
για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα
μου ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα
μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω
ξένος και κουρελιάρης τώρα
                                               Μα όταν
μες στη θρυμματισμένη θύμηση αναδεύω
ερείπια, βρίσκω απόκριση βαθιά γιατί τα μάρμαρα
κι οι πέτρες κι η ιστορία μένουν για να θυμίζουν
το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά - απόκριση
για όσα περιμένω και δεν πήρα



Ψυχή μου χόρεψες

Ψυχή μου χόρεψες όλο το καλοκαίρι
ποιος φωτεινός σηματοδότης δεν το δείχνει
Ξεδίπλωσες το σώμα σου στο ήλιο του μεσημεριού
κολύμπησες τα μάτια σου στα δέντρα και στον κάμπο
κυλίστηκες στην αμμουδιά, τσαλάκωσες τον ουρανό
χόρεψες ως το χάραμα στην ακροθαλασσιά
μέσα στον κόσμο στα γραμμόφωνα στη θλίψη
Ψυχή μου χόρεψες για ένα μόνο καλοκαίρι



Το βράδυ

Τι ήταν αυτή η ξαφνική ευτυχία
Αναβαν φώτα στις βεράντες της ψυχής μου
ανέμιζε στα ολάνοιχτα παράθυρα
μ' ένα προχώρημα της άνοιξης
δειλά μες στο αθέατο καλοκαίρι
Τότε κατάλαβα τη νιότη μου ν' ανοίγει
σαν τα λουλούδια και τους στίχους να καρπίζει
κήποι και ποιήματα ποτιστικά πλημμύρα
όχι καρδιά μου τόση ευτυχία



Ο θάνατος του Μύρωνα

Το ξέρω, δεν αξίζει τόση επιμονή
μέσα στην εκμηδένιση. Και όμως, χρόνια
μετά, ο Μύρωνας θα γίνει μουσική και φώτα
αίμα και γέλιο ενός παιδιού, σπαρμένοι
αγροί και θάλασσες, κι όλα τα μάτια των παιδιών
θα τον θυμίζουν γέρνοντας σα στάχυα
από ψιλή βροχή στα πεζοδρόμια. Εκείνος
ανεπανάληπτη φωνή μέσα μου θα σωπαίνει
ανάβοντας την ομορφιά στο σκοτωμένο νόημα
που η ζωή περιέχει. Γιατί τον είδα πόσο
καρτερικά φυτεύτηκε για πάντα ψιθυρίζοντας
ήμουν πολύ νέος για θάνατο, θα επιστρέφω πάντα
τα καλοκαίρια, όσο υπάρχεις, κι ύστερα
θα σταματήσουν όλα
                                   Θεέ μου, ετοιμάζεις
κόσμο απατηλό, ατρικύμιστο για το χαμό μου




Βιογραφικό Σημείωμα

Τόπος Γέννησης:
Θεσσαλονίκη
Έτος Γέννησης:
1931
Έτος Θανάτου:
1996
Λογοτεχνικές Κατηγορίες:
Ποίηση
Θέατρο - Σενάριο
Δοκίμιο
Μετάφραση

Ο Νίκος Ασλάνογλου (το ψευδώνυμο Αλέξης διάλεξε στα εφηβικά του χρόνια από τον ομώνυμο ήρωα του Ντοστογιέφσκι στο έργο του Ταπεινοί και καταφρονεμένοι) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Τέλειωσε το πειραματικό σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1949), όπου στη συνέχεια σπούδασε γαλλική φιλολογία. Γύρω στο 1950 (μετά το θάνατο του πατέρα του) ανέλαβε συνδιευθυντής (μαζί με το γαμπρό του Βασίλη Φράγκο) στην εριουργία Μάκερ, που χρεοκόπησε λίγο αργότερα. Στη συνέχεια έφυγε στη Γαλλία και την Αίγυπτο και συνέχισε τις σπουδές του στα Πανεπιστήμια Καΐρου και Αιξ - αν Προβάνς. Εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ως καθηγητής σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών, ως επιστημονικός συνεργάτης στην Αρχιτεκτονική Σχολή Θεσσαλονίκης και μετά το 1980, οπότε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ως επιμελητής και λογοτεχνικός σύμβουλος στον εκδοτικό οίκο Ευσταθιάδη. Το 1951 ίδρυσε από κοινού με τον Κ.Κατσανό το περιοδικό Σκέψη, που κυκλοφόρησε ένα μόνο τεύχος, στο οποίο ο Ασλάνογλου δημοσίευσε το πρώτο του δοκίμιο, με τίτλο Θάνατος και γέννηση στην ποίηση του Γιώργου Θέμελη. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1952 με την πολυγραφημένη έκδοση του έμμετρου θεατρικού μονοπράκτου έργου Θάλασσα και συγχρονισμός, απόσπασμα του οποίου δημοσίευσε το 1953 στις σελίδες του φοιτητικού περιοδικού Πυρσός. Στο ίδιο περιοδικό υπήρξε επίσης μέλος της συντακτικής επιτροπής (1953-1955) και δημοσίευσε οχτώ ακόμη ποιήματα. Βασικό στέλεχος του περιοδικού του Ντίνου Χριστιανόπουλου Διαγώνιος (1958-1962), συνεργάστηκε επίσης με τα περιοδικά Διάλογος, Καινούρια Εποχή, Ευθύνη, Ausblicke και τις εφημερίδες Δράσις και Ναυτεμπορική. Πέθανε στην Αθήνα. Η ποίηση του Ασλάνογλου δέχτηκε επιδράσεις από τα καλλιτεχνικά ρεύματα του νεοσυμβολισμού και του υπαρξισμού, ενώ καθοριστικό ρόλο στη γραφή του έχουν η ανάμνηση εμπειριών και βιωμάτων, η θεματική της μετεμφυλιακής ελληνικής πραγματικότητας και επιρροές από την ποίηση του Σεφέρη, του Καρυωτάκη, του Άγρα. Από τη μεταφραστική λογοτεχνική του δραστηριότητα σημειώνουμε τις Εκλάμψεις του Ρεμπώ.

1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου βλ. Ζήρας Αλεξ., «Ασλάνογλου Νίκος – Αλέξης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984 Φαρμάκης Φραγκ., «Ασλάνογλου Νίκος – Αλέξης», Μεγάλη 
Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας2. Αθήνα, Χάρη Πάτση, [1968] και χ.σ., «Σύντομη βιογραφία», Διαβάζω367, 10/1996, σ.22.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία


• Αρανίτσης Ευγένιος, Κριτική για τις Ωδές στον πρίγκηπα, Ελευθεροτυπία, 31/1/1982.
• Βαρβέρης Γιάννης, «Πρίγκηψ και πτωχός», Διαβάζω367, 10/1996, σ.23-24.
• Βρεττάκος Νικηφόρος, «Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου: Ο θάνατος του Μύρωνα», Επιθεώρηση ΤέχνηςΙΑ΄, ετ.ΣΤ΄, 2/1960, αρ.62, σ.165.
• Ζήρας Αλεξ., «Ασλάνογλου Νίκος – Αλέξης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984.
• Γαλάζη Πίτσα, «Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου», Ακτή28, ετ.Ζ΄, Φθινόπωρο 1996, σ.496.
• Δαλακούρα Βερενίκη, Κριτική για τα Τρία ποιήματα, Το Βήμα, 1η/3/1987.
• Καρατζόγλου Γιάννης, «Η αρχή μιας μεταβατικής πορείας», Διαβάζω55, 8/1982, σ.57-60.
• Καρβέλης Τάκης, «Το αργό πετρέλαιο ενός δύσκολου θανάτου» (κριτική για τον Δύσκολο θάνατο), Διαβάζω24, 10/1979, σ.73-75.
• Καρβέλης Τάκης, «Αισθητική λειτουργία ενός προποιητικού υλικού», Επίκαιρα9, 27/8/1987, σ.96 (τώρα και στον τόμο Δεύτερη ανάγνωση· Κριτικά κείμενα 1984-1991, σ.119-230. Αθήνα, Σοκόλης, 1991).
• Κέντρου – Αγαθοπούλου Μαρία, «Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου», Η λέξη135, 9-10/1996, σ.660-662.
• Κοκόλης Ξ.Α., Δώδεκα ποιητές, Θεσσαλονίκη 1930 -1960. Θεσσαλονίκη, Εγνατία, 1979.
• Κόρφης Τάσος, Κριτική για τα 44 ποιήματα, Η Καθημερινή, 11/5/1978.
• Μερακλής Μ.Γ., «Η ποίηση του Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου», Η λέξη5, 6/1981, σ.344-347.
• Σινόπουλος Τάκης, «Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου: Ο θάνατος του Μύρωνα», Κριτική7-8, 1-4/1960, σ. (και αναδημοσίευση στο Διαβάζω367, 10/1996, σ.30-31).
• Σταματίου Κ., Κριτική για τον Δύσκολο θάνατο, Τα Νέα, 2/6/1979.



• Σταματίου Κ., Κριτική για τον Δύσκολο θάνατο, Τα Νέα, 8/2/1986.
• Φάις Μισέλ, «Ένα πρωτόλειο: Προοπτική και ζυμώσεις», Διαβάζω367, 10/1996, σ.26-27.
• Φάις Μισέλ, «Ασλάνογλου Νίκος-Αλέξης: Περικλείει και ερμηνεύει όλα τα υπόλοιπα έργα μου», Διαβάζω367, 10/1996, σ.28-29 (πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό
Marie - Claire (2/1990).
• Φαρμάκης Φραγκ., «Ασλάνογλου Νίκος – Αλέξης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας2. Αθήνα, Χάρη Πάτση, [1968].
• Φωστιέρης Αντώνης, Κριτική για το Δύσκολο θάνατο, Καθημερινή, 11/10/1979.
 
• Χουζούρη Ε., Κριτική για τα Τρία ποιήματα, Η Καθημερινή, 15/10/1987.
Συνεντεύξεις
• Στο Θανάση Νιάρχο και τον Αντώνη Φωστιέρη, Η λέξη5, 6/1981, σ.396-398.
• Στη Μαρία Τρουπάκη με τίτλο «Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου:…γράφω ποίηση για να καταγράψω ο, τι αντιστρατεύεται και κατατρίβει τη ζωή μας», Διαβάζω118, 8/5/1985, σ.68-72.
 
Αφιερώματα περιοδικών
• Εντευκτήριο18, 3/1992.
• Αντί42, 13-19/9/1996, αρ.615.
• Εντευκτήριο36, 9-11/1996.
• Το τραμ1 [36], Φθινόπωρο 1996.
• Οδός Πανός90-92, 3-4/1997.

Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)
 

Ι.Ποίηση


• Δύσκολος θάνατος. Θεσσαλονίκη, Κοχλίας, 1954.
• Ο θάνατος του Μύρωνα. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος,1960.
• Ποιήματα για ένα καλοκαίρι. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1963.
• 44 ποιήματα. Επιλογή 1946-1964. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1970.
• Νοσοκομείο εκστρατείας. Ποιήματα 1964-1972. Θεσσαλονίκη, ιδιωτική έκδοση, 1972.
• Αργό πετρέλαιο. Ποιήματα 1971-1974. Αθήνα, Πολύτροπον, 1974.
• Ωδές στον πρίγκηπα. Αθήνα, Ύψιλον, 1981.

ΙΙ.Θέατρο

• Θάλασσα και συγχρονισμός. Θεσσαλονίκη, Πολυγραφημένη έκδοση, 1952 (και πρώτη κανονική 
έκδοση Αθήνα, Ύψιλον, 1991).

ΙΙΙ.Συγκεντρωτικές εκδόσεις

• Δύσκολος θάνατος (1946-1974)· Επιμέλεια Γιώργου Χρονά. Θεσσαλονίκη, Εγνατία, 1978.

• Τρία ποιήματα. Αθήνα, Νεφέλη,1987.
Ι
V. Μελέτες - Δοκίμια

• Θάνατος και γέννηση στην ποίηση του Γιώργου Θέμελη. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1959.

V.Μεταφράσεις

• Ρεμπώ Αρθούρος, Εκλάμψεις. Αθήνα, Πανδώρα, 1971.
• Ζολά Εμίλ, Η ταβέρνα. Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, 1985. 1. Για εξαντλητική καταγραφή των εκδεδομένων και δημοσιευμένων έργων του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου από το 1952 ως το 1991 βλ.
Καλαμαράς Βασίλης Κ., « Ν.Α. Ασλάνογλου (1952-1991)», Διαβάζω367, 10/1996, σ.32.

πηγή: www.ekebi.gr

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ





Όχι μόνο να ζήσεις μα ούτε και να πεθάνεις δεν μπορείς σ’ αυτήν την πολυκατοικία,
με τους τόσους αδιάφορους ενοίκους να δαιμονίζονται στα διπλανά διαμερίσματα
ή, ακόμα, να χτυπάνε τα ντουβάρια για να πάψουν τα μοιρολόγια της μάνας σου
που, σαν το χλωμό κερί, θα λιώνει κοντά σου.
Και το αγγελτήριο του θανάτου κολλημένο στην κοινή εξώθυρα,
ανάμεσα σ’ «Ενοικιάζεται» και σε «Πωλείται» χωρίς να ξέρει κανείς
που βρίσκεται το κουφάρι σου, ποια πόρτα πρέπει να χτυπήσει για να σ’ αποχαιρετήσει.
Κι αντί για χέρια ευλαβικά να σε μεταφέρουν, την ώρα
που το σπίτι ηρεμεί, σαν καράβι που βούλιαξε,
άβολα σφηνωμένος στο ασανσέρ να υποφέρεις
και πάλι ολομόναχος τις αλυσίδες και τα γρανάζια.



Για κάποιον νέο μόνο .

Οι δρόμοι αψέντι ευώδιασαν αψύ,
υγρές θηλές οι αφύλακτες διαβάσεις·
μ’ άνθη γεμίσαν οι ερημιές, κι εσύ
μαζεύεσαι νωρίς για να διαβάσεις.

Φοβάσαι το έξω, νιώθεις κούραση
για τα παιχνίδια, τις φωτοσκιάσεις
του μάταιου κόσμου. Απόμεινες νησί·
γι’ αλλού δεν έχει βάρκα να περάσεις.

Σπίτι κι αυλή, βιβλίο και μουσική·
φουντώνει ο μύθος, κλέβει την αλκή.
Τ’ άγουρο φρούτο γέμισε σαράκι.

Και μένει, συντροφιά κι αυτή κρυφή,
κάποιου σονέτου η δύσκολη γραφή,
a la maniere de Κώστα Καρυωτάκη.




"Υστεροφημία"

...Οταν υποχωρήσουμε πια κάτω από τον καταιγισμό του
πυρός
και τα μάτια μας τυφλωθούν
 από τα μάκρη της ηρεμίας
και δεν υπάρχει πια ο πυρετός,
 το γυμνό αγκάθι
δε μας ενοχλεί
 κι η σκέψη μας σταματήσει να μας
οδηγεί
σε αδιέξοδες
 κατευθύνσεις, τότε
τα πράγματα που
 αγγίξαμε θα μας θυμούνται.
Θα υπάρχουν εκεί, στους δρόμους, στα λιμάνια
και στα καπηλειά
φορτωμένα ακριβές πραμάτειες:
 αισθήματα και αισθήσεις,
νοσταλγώντας τις συνουσίες τους με τη μοναξιά μας,
τη γυμνή κόψη που λουλούδισε το στέρνο τους...





Μικραίνει ο κόσμος

Μικραίνει ο κόσμος κι η θάλασσα γίνεται κήπος,
στερεύει το φως στις γυμνές αποβάθρες,
μ' ασβέστη σκεπάζουν τα δάκρυα.
Σεντόνι λευκό, χειρουργείου
σκεπάζει τ' ανήσυχα χέρια.

Μα εσύ ματωμένη καρδιά μου
και πάλι μαζί σου με πας
ταξιδιώτη με πας για ναυάγιο.



Για κάποιον νέο μόνο .

Οι δρόμοι αψέντι ευώδιασαν αψύ,
υγρές θηλές οι αφύλακτες διαβάσεις·
μ’ άνθη γεμίσαν οι ερημιές, κι εσύ
μαζεύεσαι νωρίς για να διαβάσεις.

Φοβάσαι το έξω, νιώθεις κούραση
για τα παιχνίδια, τις φωτοσκιάσεις
του μάταιου κόσμου. Απόμεινες νησί·
γι’ αλλού δεν έχει βάρκα να περάσεις.

Σπίτι κι αυλή, βιβλίο και μουσική·
φουντώνει ο μύθος, κλέβει την αλκή.
Τ’ άγουρο φρούτο γέμισε σαράκι.

Και μένει, συντροφιά κι αυτή κρυφή,
κάποιου σονέτου η δύσκολη γραφή,
a la maniere de Κώστα Καρυωτάκη.





Των μεγάλων χώρων


Ω πόσα ποιήματα βιωμένα και όχι γραμμένα
Σε καφενεία σταθμών ή σε ανήσυχες αποβάθρες
Την ώρα που το σμίξιμο ακολουθεί το χαμό,
Και πρέπει να ενωθείς με το πλήθος
Ή άσκοπα να περιμένεις το νυχτερινό επιβάτη.

Ω πόσο προσφιλείς είναι αυτοί οι μεγάλοι χώροι όταν αδειάζουν
Και μένεις ασάλευτος, ανάμεσα στη γη και τον ουρανό
Σαν το κυπαρίσσι,
Που χρόνια ονειρεύεται ν' αφήσει τους τάφους, να γίνει
Κατάρτι σε πλοίο.

Από τη συλλογή
 Εγκώμια (1993)  

Read more: Μικρός Ναυτίλος: Τάσος Κόρφης, Των μεγάλων χώρων http://littlenautilus.blogspot.com/2010/10/blog-post.html#ixzz24uOxOu2H 
Under Creative Commons License: Attribution Non-Commercial No Derivatives






Ρομποτής Τάσος  Ψευδώνυμο: Κόρφης Τάσος


Τόπος Γέννησης:
Κέρκυρα
Έτος Γέννησης:
1929
Έτος Θανάτου:
1994
Λογοτεχνικές Κατηγορίες:
Πεζογραφία
Ποίηση
Δοκίμιο
Μετάφραση
Βιογραφικό Σημείωμα



Ο Τάσος Κόρφης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Τάσου Ρομποτή) γεννήθηκε στην Κέρκυρα, γιος του μουσικοσυνθέτη Γεράσιμου Ρομποτή. Τέλειωσε το Γυμνάσιο στην Πάτρα και μαθητής ακόμη δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό Χαραυγή και στην εφημερίδα του Πύργου Αυγή. Το 1947 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και μπήκε στη Ναυτική Σχολή Δοκίμων. Από την αποφοίτησή του το 1951 ως το 1982 εργάστηκε ως αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Αποστρατεύτηκε με το βαθμό του Αντιναυάρχου Αρχηγού του Στόλου. Υπηρέτησε σε πολεμικά πλοία, τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις και τέλειωσε επίσης τη Ναυτική Σχολή Πολέμου και τη Σχολή Αμύνης του ΝΑΤΟ στη Ρώμη. Εκπροσώπησε τη χώρα με σε νατοϊκά επιτελεία. Στο χώρο των Γραμμάτων 
ασχολήθηκε με την πεζογραφία, την ποίηση, το δοκίμιο, τη μελέτη και τη μετάφραση. Τιμήθηκε με το Έπαθλο Κυπριακών Γραμμάτων, το έπαθλο Νίκου Καββαδία και το Β΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος. Πέθανε στην Αθήνα. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Τάσου Κόρφη βλ. Πέγκλη Γιολάντα, «Τάσος Κόρφης – Ρομποτής. Ένας πολυδιάστατος πνευματικός άνθρωπος», Η λέξη125, 1-2/1995, σ.81-85 και Πολιτάρχης Γ.Μ., «Κόρφης Τάσος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.



Ενδεικτική Βιβλιογραφία


• «Μια ακούσια υποχώρηση: Τάσος Κόρφης», Πόρφυρας71-72 (Κέρκυρα), 10/1994-3/1995, σ.43-48.

• Παπαγεωργίου Χρ., «Ο ποιητής των λιμανιών», Διαβάζω376, 7-8/1997, σ.130.
• Παπακωνσταντίνου Δημ.Κ., «Τάσος Κόρφης: Ποιήματα», Νέα Εστία114, ετ.ΝΖ΄, 1η/10/1983, αρ.1350, σ.1239-1242.
• Πέγκλη Γιολάντα, «Εγκώμια», Διαβάζω338, 22/6/1994, σ.27-29.
• Πέγκλη Γιολάντα, «Τάσος Κόρφης – Ρομποτής. Ένας πολυδιάστατος πνευματικός άνθρωπος», Η λέξη125, 1-2/1995, σ.81-85.
• Πολιτάρχης Γ.Μ., «Κόρφης Τάσος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής
Λογοτεχνίας9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.
• Σπυροπούλου - Μαρδικιάν Χρύσα, «Τάσος Κόρφης, ο εστέτ», Αναγνώσεις· Δοκίμια, σ.33-37. Αθήνα, Πρόσπερος, 1992.
• Σταματίου Κώστας, Κριτική για τα Ποιήματα, Τα Νέα, 5/11/1983.
• Τσακνιάς Σπύρος, «Μικρά ναυάγια σε μεγάλα λιμάνια», Διαβάζω114, 13/3/1985, σ.63-64.
• Χατζίνης Γιάννης, «Τάσου Κόρφη: Ένα έρημο σπίτι», Νέα Εστία95, ετ.ΜΗ΄, 1/1/1974, αρ.1116, σ.65.


Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι.Ποίηση
• Ημερολόγιο. Αθήνα, Ζάρβανος, 1963.
• Ημερολόγιο2 · Ποιήματα. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1964.
• Ημερολόγιο3 · Πεζά ποιήματα. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1968.
• Ημερολόγιο. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1971.
• Λαϊκά δίστιχα· Σειρά Λαϊκή Τέχνη. Αθήνα, Πρόσπερος, 1977.
• Εργόχειρα· Ποιήματα – Ποιητικά πεζά. Αθήνα, Πρόσπερος, 1977.
• Ποιήματα. Αθήνα, Πρόπσερος, 1983.
• Παυσίλυπα· Σονέτα και Χάι - Κου. Αθήνα, Πρόσπερος, 1987.
• 153
Graffitti μονόστιχα. Αθήνα, Πρόσπερος, 1992.
• Εγκώμια· Ποιήματα. Αθήνα, Πρόσπερος, 1993.
• ΠοιήματαΒ’. Αθήνα, Πρόσπερος, 1997.
• Συνυπάρξεις. Αθήνα, Πρόσπερος, 1982.


ΙΙ.Πεζογραφία
• Ταξίδι χωρίς πολικό. 1953.
• Ένα έρημο σπίτι· Πεζογραφήματα. Αθήνα, Πρόσπερος, 1973.
• Πατρογνωσία· Πεζογραφήματα. Αθήνα, Πρόσπερος, 1984.
 
• Δελτίο συμβάντων· Μικρά πεζά. Θεσσαλονίκη, Τα Τραμάκια, 1995.
 

ΙΙΙ.Δοκίμια - Ανθολογίες
• Ρώμος Φιλύρας· Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του. Αθήνα, Πρόσπερος, 1974.
• Νίκος Καββαδίας· Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του. Αθήνα, Πρόσπερος, 1978.
• Ματιές σε ποιητές του μεσοπολέμου· Δοκίμια. Αθήνα, Πρόσπερος, 1978.
• Καταθέσεις όψεως· Άρθρα και επιφυλλίδες. Αθήνα, Πρόσπερος, 1982.
• Ποιητική ανθολογία 1982· 56 φωνές. Αθήνα, Πρόσπερος, 1983.
• Ποιητική ανθολογία 1983· 59 φωνές. Αθήνα, Πρόσπερος, 1984.
• Ναπολέων Λαπαθιώτης· Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του. Αθήνα, Πρόσπερος, 1985.
• Βιογραφία Στρατή Δούκα· 1895-1936. Αθήνα, Πρόσπερος, 1988.
• Ματιές στη λογοτεχνία του μεσοπολέμου. Αθήνα, Πρόσπερος, 1991.
• Ποιητική ανθολογία 1991· 49 φωνές. Αθήνα, Πρόσπερος, 1992.

IV. Μετάφραση
Ezra Pound, Lustra · Ποιήματα· Μετάφραση Τάσου Κόρφη. Αθήνα, Πρόσπερος, 1977.
• Ezra Pound, Ποιήματα. Αθήνα, Πρόσπερος, 1981.
• Συνυπάρξεις· (Borges – Jakob – Amy Lowell- Mansour – Prevert – Supervielle – Ungaretti). Αθήνα, Πρόσπερος, 1982.
• William Carlos Williams, Ποιήματα. Αθήνα, Πρόσπερος, 1989.


Επιπλέον Πληροφορίες
Αρχείο του λογοτέχνη υπάρχει στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α.)





ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ



ΡΩΓΜΗ

Ματώσανε τα δάκτυλά μου γρατζουνώντας
στον τοίχο που με χώριζε από σένα.

Τι όμορφο το πρόσωπό σου το γεγυμνωμένον.

ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ [1976], εδώ από ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1952-1992, εκδόσειςστιγμή, Αθήνα 2000




ΣΙΩΠΗΛΗ ΠΟΡΕΙΑ

Η γυναίκα που βγαίνει απ` τον ύπνο
με τα όνειρά της αχνιστά
στο σκοτάδι που λάμπει απ` την επιθυμία του φωτός
όπως φαρμακερό ποτάμι
που σκίζει στα δυό τον κοιμισμένο κάμπο
μια νύχτα μ` αφρισμένο φεγγάρι
παλεύει να κρατήσει στην αγκαλιά της
την άσαρκη εικόνα του φονιά
ενώ η παλίρροια ανοίγει το χορό των νερών
και τα φύλλα πριν γίνουν φυτόχωμα
στροβιλίζονται με το γύρισμα του χρόνου.

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1952-1992 εκδόσεις στιγμή 2000



ΣΤΟ ΒΥΘΟ

Χωρίς λουλούδια χωρίς σημαίες χωρίς
τις μικρές -ή μεγάλες-
αυταπάτες. Ανοίγοντας
μονοπάτια στη στάχτη.
Με την κλεψύδρα στο χέρι. Και
τον εξάντα των ορθών συλλογισμών.
Στον
ωκεανό της πλάνης.

Μ`ένα όνειρο - σκάφανδρο
προσεγγίζω το βυθό.

Το σύμπαν διαθλάται.
Ο χρόνος συνθλίβεται.

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1952-1992 εκδόσεις στιγμή 2000



Μελαγχολία

Έτοιμοι ήσαν να κρυσταλλωθούν οι στίχοι`
ανεδύθη όμως η μορφή σου
μια υγρασία θερμή να με τυλίγει
ως τον πνιγμό.
Και το ποίημα διελύθη
σε μια συνήθη βραδινή
μελαγχολία.

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ [1952-1992]


ΔΥΣΚΟΛΗ ΣΤΙΓΜΗ

Ένα λευκό πουκάμισο
μια βρώμικη φανέλα
ένας φίλος που ξέκοψε
μια γνωριμία που απεμάκρυνα ευσχήμως
το κορίτσι που δεν μ` αγάπησε
η γυναίκα που μ`άφησε αδιόφορο κι ας μ`αγαπούσε
μια δουλειά που παράτησα
μια θεσούλα που αγκιστρώθηκα επάνω της με πείσμα
κι ένα πλήθος άλλα
μικρά ή μεγάλα περιστατικά
σκέψεις αισθήματα συμβάντα
για μια στιγμή
πήραν μορφή και σχήμα
σαν
από μόνα τους
ξαφνικά
και στήθηκαν εμπρός μου επιμένοντας
πως είναι "η ζωή μου".

Για μια στιγμή κλονίστηκα*
για μια στιγμή.


ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ [1952-1992],  εκδόσεις στιγμή,  ΑΘΗΝΑ 2000



"...Τώρα που ένας κύκλος κλείνει, σημεία προσδιορίζουν τους καιρούς που έρχονται.", είχα γράψει παλιότερα.
Τώρα, αποτυπώματα... νησίδες... αυτοτελείς  διήγησεις,  με τον τρόπο των ποιητών...
Με μια μικρή αλλαγή... εγγραφή κάθε Τρίτη.

ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ

Μια κάθετη μαύρη γραμμή.
Σχεδόν ευθεία
προς το τέλος
ελαφρώς ελλειπτική.
Μπορείς να πεις:
η μοναξιά
η θάλασσα
η φυλακή.
Η γραμμή εν τούτοις παραμένει
γεγονός.
Μια κάθετη μαύρη γραμμή. 

Το ποίημα ανήκει στη συλλογή "Ο ΚΥΚΛΟΣ " [1979], εδώ από την συγκεντρωτική έκδοση Σπύρος Τσακνιάς ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1952-1992, εκδόσεις ΣΤΙΓΜΗ.

  



Σπύρος Τσακνιάς

Η γοητεία της απάτης

Από εφημ.
 Το Βήμα, 18/2/1990.


Από το τελευταίο διήγημα της συλλογής Ο Γενικός Αρχειοθέτης, καταγραφή ενός εφιαλτικού ονείρου, στο οποίο αντανακλάται (ή, μάλλον, διαθλάται) μια πικρά νοσταλγημένη πραγματικότητα, αποσπώ μια φράση που με βοηθάει να περιγράψω τη συναισθηματική αμηχανία με την οποία τέλειωσα την πρώτη ανάγνωση του βιβλίου : «... με ένα ύφος που δεν μπορώ να προσδιορίσω εάν είναι σοβαρό, ή υποκρύπτει κάποια άγρια ειρωνεία». Κάπως έτσι θα χαρακτήριζα το ύφος του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου, ακόμη και τώρα που η δεύτερη ανάγνωση έχει διασκεδάσει τη συναισθηματική μου αμηχανία ― τώρα, θέλω να πω, που έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι το ύφος του είναι ταυτόχρονα σοβαρό και ειρωνικό κι ότι από αυτό ακριβώς το μείγμα προκύπτει η γοητεία των σύντομων αφηγημάτων που απαρτίζουν τον μικρό και καλαίσθητα τυπωμένο τόμο. Διερωτώμαι πάντως αν δικαιούται να μιλάει κανείς για μείγμα όταν συχνά τα δύο στοιχεία, αντί να μειγνύονται, αλληλοϋπονομεύονται. Ας είναι. Το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο: ένα απατηλό κείμενο. Προσοχή, όμως: η απάτη συνιστά τη γοητεία του.
 

Και εξηγούμαι: Ο αναγνώστης δεν είναι ποτέ βέβαιος για ποιο πράγμα ακριβώς μιλάει ο συγγραφέας, που ανυπόκριτα εμφανίζεται ως αφηγητής της ιστορίας. Η αβεβαιότητα αυτή δεν έχει καμιά σχέση με την κρυστάλλινη διαύγεια του λόγου. Προκύπτει από την επίμονα κατακτημένη, περίτεχνη αφηγηματική μέθοδο, βασικό γνώρισμα της οποίας είναι συνήθως ένας ουδέτερος τόνος δοκιμιακής γραφής ή χρονικού, κάτω από τον οποίο λειτουργεί αθόρυβα, σαν βραδυφλεγής εκρηκτικός μηχανισμός, ένα συναισθηματικά φορτισμένο επεισόδιο, ή μια απροσδόκητη εξέλιξη της αφήγησης, που ανοίγει μιαν άλλη προοπτική. Μέσα από αυτή τη δεύτερη προοπτική κι ενώ ο αφηγητής διατηρεί την ουδετερότητά του, ανοίγονται για τον αναγνώστη ευρύχωρα πεδία συγκινησιακής μέθεξης. Ωστόσο, η ουδετερότητα του αφηγητή, την οποία στηρίζει μια άλλοτε διακριτική κι άλλοτε άγρια ειρωνεία, είναι απατηλή. Ασκώντας την αρνητική της πίεση πάνω στα συναισθήματα του αναγνώστη, υποδαυλίζει τη συγκινησιακή του συμμετοχή. Αυτό που προσπαθώ να πω, είναι πως ο συγγραφέας χρησιμοποιεί πλάγιους τρόπους για να υποβάλλει νοήματα και σημασίες που ο προσεκτικός αναγνώστης ανακαλύπτει κάτω από την επιφάνεια του κειμένου.
 

Χαρακτηριστικά, εν προκειμένω, είναι τα αφηγήματα ‘Ο Γενικός Αρχειοθέτης’ και ‘Η Φιλαρμονική’. Μια περιδιάβαση στον επαρχιακό Τύπο το πρώτο, μια περιγραφή επαρχιακής μπάντας το δεύτερο - και για την ακρίβεια, του Τύπου και της μπάντας του Πύργου Ηλείας, γενέτειρας του συγγραφέα. Τόσο το χρονικό του επαρχιακού Τύπου, όσο και η περιγραφή της Φιλαρμονικής του Δήμου, που καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης, ενώ, χάρις στο κράμα νοσταλγίας και ειρωνείας που διέπει τη γραφή τους, αγκιστρώνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη και παγιδεύουν τη συγκινημένη συμμετοχή του, δεν θα υπερέβαιναν το επίπεδο μιας χαριτωμένης γραφικότητας, αν δεν κατέληγαν, και τα δύο, σε συγκεκριμένα επεισόδια υψηλής πυκνότητας και συναισθηματικής φόρτισης, που φωτίζουν αναδρομικά την όλη αφήγηση με το ανακλώμενο φως της διακριτικά διατυπωμένης δραματικότητάς τους.
 

Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας ανοίγει για τον αναγνώστη του την άλλη προοπτική της αφήγησης. Ο εκρηκτικός μηχανισμός λειτουργεί εγκαίρως και αποτελεσματικώς.
 

Για τον αναγνώστη που είναι εξοικειωμένος με το μικρό σε όγκο πεζογραφικό έργο του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου, οι παραπάνω παρατηρήσεις ενδέχεται να ηχούν ως περίπου αυτονόητες. Από πλευράς γλώσσας και αφηγηματικής τεχνικής, η πρόσφατη συλλογή αποτελεί συνέχεια, κατά κάποιο τρόπο, των συλλογών Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη και Θερμά θαλάσσια λουτρά, που πρωτοδημοσιεύθηκαν η πρώτη το 1979 και η δεύτερη το 1980.
 

Διαβάζοντας το Γενικό Αρχειοθέτη έκανα τη σκέψη πως τα τρία λιγοσέλιδα βιβλία θα μπορούσαν να συσσωματωθούν κάποτε σε έναν τόμο. Εν τούτοις, ενώ και το υλικό του νέου βιβλίου είναι αντλημένο από την ίδια περίπου δεξαμενή, μνήμες του συγγραφέα από τα παιδικά του χρόνια στη γενέτειρα, κάποια απόπειρα ανανέωσης ή διεύρυνσης της θεματολογικής γκάμας είναι εμφανής. Τα κατοχικά μοτίβα, που κυριαρχούσαν στις προηγούμενες συλλογές, υποχωρούν αισθητά, ενώ αυξάνει, το ποσοστό των αφηγήσεων που μοιάζουν καταγραφές ονείρων (είτε είναι είτε όχι), και οι εξιστορήσεις περιστατικών από άλλους τόπους και άλλες ηλικίες. Έδαφος, επίσης, κερδίζει και ο ελεύθερος συνειρμός, μολονότι και τα παλιότερα διηγήματα του Η. Χ. Π. δε διακρίνονταν για την κλασικότροπη δόμησή τους.
 

Αναλλοίωτο παραμένει το παιχνίδι με το νοσταλγημένο (οριστικά χαμένο) παρελθόν. Τη συγγραφική βούληση ωστόσο, δεν φαίνεται να την κινητοποιεί η επιθυμία επανάκτησης του χαμένου χρόνου μέσω μιας ενεργοποίησης της μνήμης - θα δυσκολευόμουν να χρησιμοποιήσω ακόμα και .την έκφραση «ποιητική ανάπλαση του χαμένου παρελθόντος». Τα ψιλοδουλεμένα κείμενα του Η. Χ. Π. μοιάζουν περισσότερο με ποιητικά πλάσματα που ζουν την αυτόνομη ζωή τους μέσα στο εύκρατο γλωσσικό τους περιβάλλον. Αν αναφέρονται σε κάτι έξω από τη γλωσσική τους ζώνη, αυτό είναι μάλλον μια μυθολογία του συγγραφέα παρά ο βίος και η πολιτεία του. Η επίμονη προσπάθειά του να μας πείσει για το αντίθετο, είναι επίσης απατηλή. Την απάτη - ούτως ειπείν, όπως θα έγραφε ο ίδιος - την επιβάλλουν οι κανόνες του αφηγηματικού παιχνιδιού που έχει επιλέξει. Χωρίς αυτήν δεν θα κερδιζόταν το παιχνίδι, ούτε για το συγγραφέα, ούτε για τον αναγνώστη.
 



Ο Σπύρος Τσακνιάς γεννήθηκε το 1929 στη Λαμία. Φοίτησε στην Ανωτάτη Εμπορική και εργάστηκε για ένα διάστημα ως δημοσιογράφος. Στα γράμματα εμφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του ΄50.  Παράλληλα με το ποιητικό του έργο ασχολήθηκε με την κριτική. Κατά καιρούς είχε τακτικές στήλες βιβλιοκρισίας στα περιοδικά «Λέξη» και «γράμματα και τέχνες» και στις εφημερίδες «Το Βήμα» και « Τα Νέα». Πλούσιο και το μεταφραστικό του έργο που καλύπτει ποίηση, πεζογραφία και δοκίμιο.  Πέθανε στην Αθήνα τον Μάιο του 1999.

Έργα  του:

  • 1976  Εν Αυλίδι (ποίηση)
  • 1976  Ιστορίες για τον Σέργιο (ποίηση)
  • 1979  Ο κύκλος (ποίηση)
  • 1982  Πτέρυξ χρονίων παθήσεων (ποίηση)
  • 1983  Η βαλίτσα του ξένου (πεζογραφία)
  • 1983  Δακτυλικά απωτυπώματα ( δοκίμιο)
  • 1984  Ονειροσκόπιο (ποίηση)
  • 1987  Χαμηλό βαρομετρικό (ποίηση)
  • 1987  Ετερώνυμα (δοκίμιο)
  • 1990  Επί τα ίχνη (δοκίμιο)
  • 1992  Ορατότης μηδέν  (ποίηση)
  • 1993  A propos - Αναστοχασμοί και σχόλια (δοκίμιο)
  • 2000  Πρόσωπα και μάσκες (δοκίμιο)






Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ (DYLAN THOMAS) - Έξουσιάζοντας Το Θάνατο Με Ποίηση




  Η όψη της αλήθειας


Τούτη την όψη της αλήθειας,
ίσως δεν βλέπεις, γιε μου,
βασιλιά των γαλανών ματιών σου
στην εκτυφλωτική πατρίδα της νιότης,
πως όλα χαλάσματα είναι,
κάτω από τους αδιάφορους ουρανούς,
από αθωότητα κι ενοχή
πριν σκιρτήσεις
  
για ένα νεύμα της καρδιάς ή της κεφαλής,
όλα συναγμένα και σκορπισμένα είναι
μέσα στη σαβανώτρα σκοτεινιά
 
σαν την τέφρα των νεκρών.
Το καλό και το κακό, δυο δρόμοι
για να ζυγώσεις τον θάνατό σου
Πλάι στην αλέστρα θάλασσα,
βασιλιά της καρδιάς σου σε μέρες τυφλές,
ξεφυσούν σαν αναπνοή,
οδύρονται μέσα από σένα κι από μένα
και τις ψυχές όλων των ανθρώπων
μες στο αθώο
σκοτάδι, και το ένοχο σκοτάδι, και τον καλό
 
θάνατο, και τον κακό θάνατο, και μετά
την ύστατη στιγμή
Ππτούν σαν το αίμα των άστρων
Σαν τα δάκρυα του ήλιου,
σαν το σπέρμα της σελήνης, απομαζώματα
και φωτιά, η ιπτάμενη μεγαληγορία
του ουρανού, βασιλιά των έξι σου ετών.
Κι η βασκανία,
από την απαρχή των φυτών
και των ζώων και των πουλιών,
Ύδωρ και Φως, γη κι ουρανός,
ασκείται πάνω σου πριν κινηθείς,
και όλες σου οι πράξεις κι οι λέξεις,
κάθε αλήθεια, κάθε ψέμα,
πεθαίνουν στην αδογμάτιστη αγάπη.


Σαν ξύπνησα


Σαν ξύπνησα, η πόλη μίλησε.
Πουλιά και ρολόγια κι εγκάρσιες καμπάνες
βούιζαν πλάι στο κουλουριασμένο πλήθος,
ακόλαστοι με ουρά στην πυρά,
ζιζάνια και τελώνια του ύπνου,
η διπλανή θάλασσα αφάνιζε
βατράχους και σατανάδες και γυναικείους οιωνούς,
ενώ έξω ένας άντρας με κλαδευτήρι,
ώς την κορφή μες στο αίμα του,
καρατομούσε το πρωινό,
ο θερμόαιμος σωσίας του Χρόνου
με τη γυριστή γενειάδα του από κάποιο βιβλίο,
λειάνιζε το τελευταίο φίδι σαν
να 'ταν ραβδί ή λεπτό κλαρί,
με τη γλώσσα του γδαρμένη στο γύρισμα ενός φύλλου.
Κάθε πρωί δημιουργώ,
Θεός της κλίνης, το καλό και το κακό,
μετά από ένα νίψιμο περίπατο,
την ακατάσχετη ανάσα θανατικής καταπληξίας
 
μαμούθ και θάνατο
τη γη όλων.
Εδώ που τα πουλιά ταξιδεύουν σαν φύλλα κι οι βάρκες σαν πάπιες
άκουσα, τούτο το πρωινό, ξυπνώντας,
αλλιώτικη από τους θορύβους της πόλης
μια φωνή στον ορθωμένο αέρα,
διόλου προφητική απότοκο δική μου,
να διαλαλεί τη συντριβή της παράκτιας πόλης μου.
Χρόνος ανύπαρκτος, είπαν τα ρολόγια, Θεός ανύπαρκτος, σήμαναν οι καμπάνες,
τράβηξα τα λευκά σεντόνια πάνω από τα νησιά
και τα νομίσματα πάνω στα βλέφαρά μου κροτάλισαν σαν όστρακα.


Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά


Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά, ατενίζοντας το κίτρινο
και τη μουντή θάλασσα, περίγελως εμείς που χλευάζουμε
που ακολουθούμε τα κόκκινα ποτάμια, κούφια
 
εσοχή λέξεων πέρα από τον ίσκιο των τζιτζικιών,
διότι σε τούτο τον κίτρινο τάφο άμμου και θάλασσας
μια επίκληση για χρώμα καλεί με τον αγέρα
μουντή και ζωηρή όπως ο τάφος κι η θάλασσα
καθώς κοιμούνται ούτως ή άλλως.
Οι σεληνιακές σιωπές, η σιωπηλή παλίρροια
που γλείφει τα ακίνητα κανάλια, ο ξηρός άρχοντας της παλίρροιας
ζαρωμένος ανάμεσα σε αμμοθύελλα και νεροποντή,
πρέπει να θεραπεύσουν τα δεινά μας από το νερό
με μια μονόχρωμη γαλήνη·
η ουράνια μουσική πάνω από την άμμο
ηχεί μαζί με τους κόκκους που βιάζονται
να κρύψουν τα χρυσαφένια βουνά και τις οικίες
της μουντής, ζωηρής, παράκτιας γης
που ζώνει αρχοντική κορδέλα, ξαπλωμένοι εμείς,
ατενίζουμε το κίτρινο, ευχόμαστε ο άνεμος να διώξει μακριά
τη μορφολογία της ακτής και τον πνιγμένο κόκκινο βράχο·
μα οι ευχές δεν αποφέρουν, μήτε
μπορούμε ν' αποφύγουμε την άφιξη του βράχου,
ξαπλώνουμε ατενίζοντας το κίτρινο έως ότου ο χρυσαφένιος καιρός
διαρρηχθεί, ω αίμα της καρδιάς μου, όπως μια καρδιά ή ένας λόφος



Ποίημα του Οκτώβρη

 Ήταν το τριακοστό μου έτος στον ουρανό
Σαν ξύπνησα στο άκουσμα του λιμανιού και του γειτονικού δάσους
Και τη συναγωγή των μυδιών και του ερωδιού
Την ιερωμένη ακτή
Το πρωινό νεύμα
Με την υδάτινη προσευχή και το κάλεσμα του γλάρου και του κόρακα
Και τον χτύπο των ιστιοφόρων πάνω στον μεμβρανώδη τοίχο
Έτοιμος εγώ να πατήσω το πόδι μου
Τη στιγμή εκείνη
Στην κοιμωμένη πόλη και το ταξίδι μου να ξεκινήσει.
Τα γενέθλιά μου ξεκίνησαν με το νερό -
Πετούμενα κι όλα τα πετούμενα των φτερωτών δέντρων ταξίδευαν το όνομά μου
Πάνω από τις φάρμες και τα λευκά άλογα
Κι εγώ ξύπνησα
Ένα βροχερό φθινόπωρο
Και περπάτησα έξω στην μπόρα όλων των ημερών μου
Πλημμυρίδα κι ο ερωδιός βούτηξε σαν πήρα τον δρόμο
Πέρα από την επικράτεια
Ενώ οι πύλες
Της πόλης έκλειναν καθώς η πόλη ξυπνούσε.
Ένα σμάρι κορυδαλλοί σ' ένα σύννεφο
Που κυλούσε κι οι θάμνοι στην άκρη του δρόμου γεμάτοι τιτιβίσματα
Κοτσυφιών κι ο ήλιος του Οκτώβρη
Καλοκαιρινός
Στον ώμο του λόφου,
Εδώ το κλίμα ήταν ήπιο κι οι τραγουδιστές γλυκείς όταν ξάφνου
Φάνηκαν το πρωί εκεί που τριγυρνούσα κι άκουγα
Τη βροχή να στίβει
Τον άνεμο τη ριπή το κρύο
Στο δάσος πέρα εκεί κάτω.
Ξεπλυμένη βροχή πάνω στο λιμάνι που αχνόσβηνε
 
Και στη θαλασσόβρεχτη εκκλησία στο μέγεθος σαλιγκαριού
Με τις κεραίες ορθωμένες μες στην ομίχλη και το κάστρο
Καφετί σαν κουκουβάγια
Μα όλοι οι κήποι
Της άνοιξης και του καλοκαιριού άνθιζαν ανάμεσα σε φανταστικές ιστορίες
Πέρα από την επικράτεια και κάτω από το σύννεφο γεμάτο κορυδαλλούς.
Εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω
 
Τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε.
Τράβηξε μακριά από τη χαρμόσυνη πατρίδα
Κι ο άλλος αγέρας κι ο γαλανός αλλαγμένος ουρανός
Άφησαν να κυλήσει ξανά εκεί κάτω ένα θαύμα καλοκαιριού
Με μήλα
Αχλάδια και κόκκινα μούρα
Κι είδα στην αλλαγή τόσο καθαρά ενός παιδιού
Τα ξεχασμένα πρωινά σαν περπατούσε με τη μητέρα του
Ανάμεσα στις παραβολές
Του ηλιόφωτου
Και τους θρύλους των πράσινων παρεκκλησιών
Και τους διπλοειπωμένους αγρούς της νηπιακής ηλικίας
Που τα δάκρυά του έκαψαν τα μάγουλά μου κι η καρδιά του σκίρτησε στη δική μου.
Τούτα ήταν τα δάση ο ποταμός κι η θάλασσα
Εκεί που ένα αγόρι
Στο φιλήκοο
Καλοκαίρι των νεκρών ψιθύρισε την αλήθεια της χαράς του
Στα δέντρα και τις πέτρες και τα ψάρια του αλμυρού νερού.
Και το μυστήριο
Τραγουδούσε ολοζώντανο
Ακόμα μες στο νερό και το τιτίβισμα των πουλιών.
Κι εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε. Κι η αληθινή
 
Χαρά του πολύχρονου νεκρού παιδιού τραγουδούσε φλεγόμενη
Στον ήλιο.
Ήταν το τριακοστό μου
Έτος στον ουρανό κι εγώ στεκόμουν εκεί στο καλοκαιρινό μεσημέρι
Παρ' όλο που η πόλη κάτω κειτόταν φυλλοσκεπής με το αίμα του Οκτώβρη.
Είθε η αλήθεια της καρδιάς μου
να τραγουδηθεί ξανά
Σε τούτον εδώ τον ψηλό λόφο και του χρόνου.





Σε ερώτηση που κάνανε στον ποιητή Ντύλαν Τόμας, πώς και γιατί άρχισε να γράφει ποίηση, έδωσε την πιο κάτω απάντηση:

Άρχισα να γράφω ποίηση επειδή ερωτεύτηκα τις λέξεις. Τα πρώτα ποιήματα που γνώρισα ήταν παιδικά τραγούδια· αγάπησα τις λέξεις τους πολύ πριν καταφέρω να τα διαβάσω. Τι αντιπροσώπευαν, τι συμβόλιζαν και τι εννοούσαν εκείνες οι λέξεις, με απασχόλησε πολύ αργότερα. Μόνο ο ήχος τους με ενδιέφερε, την ώρα που ξεπήδαγε από τα χείλη κάποιον εντελώς αδιάφορων και ακατανόητων μεγάλων όντων.

Αργότερα συνειδητοποίησα ότι ήμουν καταδικασμένος να ζω με τις λέξεις και μέσα στις λέξεις. Πρώτη μου δουλειά, λοιπόν, ήταν να γνωρίσω και να κατανοήσω τους ήχους και το υλικό τους. Πως και που θα τις χρησιμοποιούσα, τι θα έλεγα με αυτές, ήταν κάτι που θα με απασχολούσε αργότερα. Τώρα έπρεπε να μάθω τα πάντα για το χαρακτήρα, τις διαθέσεις, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, τις συναισθηματικές μεταπτώσεις, τις ανάγκες και τις απαιτήσεις τους.

Μου φτάνει να τους συμπεριφέρομαι, όπως ο μάστορας στο ξύλο, στην πέτρα ή σε ό,τι είναι του χεριού του, τέλος πάντων. Μου αρέσει να τις πελεκάω, να τις χαράζω, να τις πλάθω, να τις γυαλίζω, να τις φέρνω στα μέτρα ενός σχεδίου, μιας περιόδου, ενός γλυπτού, μιας φούγκας που θα εκφράζει κάποια λυρική παρόρμηση, κάποια πνευματική αμφιβολία ή βεβαιότητα, κάποια μισοσυνειδητή αλήθεια, την οποία πρέπει να πλησιάσω και να συνειδητοποιήσω.




Μείνε ακίνητος γαλήνιος κοιμήσου

Μείνε ακίνητος, γαλήνιος κοιμήσου,
Με την πληγή τυρανισμένος
Στο λαρύγγι να φλογίζεται να ανοίγει.
Όλη νύχτα στο νερό
Της σιωπηλής θαλάσσης συνακούσαμε τον ήχο
Που βγήκε από την πληγή την γραπωμένη
Στο σάβανο του αλατιού.

Τρεμάμενοι ακούσαμε κατ’ απ’ το απόμακρο φεγγάρι
Τον ήχο της θαλάσσης να κυλά σαν αίμα
Από την πληγή την βροντερή
Κι όταν το σάβανο του αλατιού τσάκισε
Σε μια θύελλα τραγουδιών
Οι φωνές των πνιγμένων κολύμπησαν στον άνεμο.

Άνοιξε ένα μονοπάτι μεσ’ απ’ το αργό θλιμμένο πανί,
Άνοιξε διάπλατες στον άνεμο τις πύλες
Του χαμένου καραβιού
Το ταξίδι μου να αρχίσω για το τέλος της πληγής μου.
Τραγούδι ακούσαμε τον ήχο της θαλάσσης,
Το σάβανο είδαμε λόγο του αλατιού.
Μείνε ακίνητος, γαλήνιος κοιμήσου,
Κρύψε στο λάρρυγγα το στόμα
Αλλιώς θα υποταχθούμε και θα ιππεύσουμε μαζί σου
Μέσα στους πνιγμένους.





"Το Χρώμα Της Λαλιάς (Ποιήματα 1934-1953)" - Dylan Thomas (2003 - Ελληνική Συλλογή Ποιημάτων)



Η ορμή που μέσα απο τον ανθηρό δίαυλο
πορεύει το λουλούδι
Και τ’ ανθηρά μου χρόνια πορεύειֹ
Αφανίζει των δέντρων τις ρίζες
Είναι ο χαλαστής μου.
Και φωνή δεν έχω να πω στο τσακισμένο ρόδο
Πως απ’ τον ίδιο τσάκισε η νιότη μου χειμέριο πυρετό.

Η ορμή που πορεύει το νερό μεσ’ απ’ τους βράχους
Και το κόκκινό μου αίμα πορεύειֹ
ξεράινει τις βουνοπηγές,
Κερώνει και το δικό μου.
Και δεν έχω φωνή να κραυγάσω, ως με τις φλέβες μου
Πως τη βουνοπηγή το ίδιο στόμα τη βυζαίνει.

Το χέρι που αναδεύει στη λιμνούλα το νερό,
Ταράζει και τη σύρτηֹ
κατευθύνει το φύσημα του ανέμου,
Τη σαβανοφόρα μου πλεύση οδηγεί.
Και δεν έχω φωνή για να πω στον κρεμασμένο
Πως απ’ τη γη μου πλάθεται ο πηλός του κρεμαστή.

Τα χείλη του χρόνου κολλούν σαν βδέλες στην πηγήֹ
Η αγάπη στάζει και μαζεύει, μα το χυμένο αίμα
Θα γαληνέψει τις πληγές της.
Και φωνή δεν έχω να πω σ’ έναν άνεμο πρόσκαιρο
Πώς ο χρόνος με ουρανό τύλιξε τ’ αστέρια.

Και φωνή δεν έχω να πω στον τάφο του εραστή
Πως στο σεντόνι μου πορεύεται
Το ίδιο κουλουριασμένο σκουλήκι.



(The Force That Through The Green Fuse Drives The Flower, 18 Poems, 1934)
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί θα γίνουν ένα
Με τον άνθρωπο του ανέμου και του δυτικού φεγγαριού
Όταν ασπρίσουν τα κόκκαλά τους και τριφτούν τ' άσπρα κόκκαλα
θάχουν αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι
Αν τρελλάθηκαν η γνώση τους θα ξαναρθεί,Α
ν βούλιαξαν στο πέλαγος θ' αναδυθούν
Αν χάθηκαν οι εραστές δεν θα χαθεί η αγάπη
Κι ο θάνατος δεν θαχει πια εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
Όσους βαθειά σκεπάζουν οι στροφάδες των νερών
Δεν θ' αφανίσει ανεμοστρόβιλος
Κι αν στρίβει ο τροχαλίας κι οι κλειδώσεις ξεφτίζουν
Στον τροχό αν τους παιδεύουν δεν θα τους συντρίψουν
Στα σπασμένα τα χέρια τους θαναι η πίστη διπλή
Κι οι μονόκεροι δαίμονες ας τρυπούν το κορμί
Χίλια κομμάτια θρύψαλα κι αράγιστοι θα μείνουν
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
Ας μη φωνάζουν πια στο αυτί τους γλάροι
Ας μην σπάζει μ' ορμή στο γιαλό τους το κύμα
Εκεί που εν' άνθι φούντωνε δεν έχει τώρα ανθό
Να υψώσει την κορφή του στης βροχής το φούντωμα
Τρελλοί, μπορεί, και ξόδια, ψόφια καρφιά, μα ιδές
Φύτρα των σημαδιών τους, να, σφυριές οι μαργαρίτες
Ορμούν στον ήλιο ωσότου ο ήλιος να καταλυθεί,
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
(And Death Shall Have No Dominion, 25 Poems, 1936)

*Η πληρέστερη -ίσως- μέχρι σήμερα συλλογή ποιημάτων του μεγάλου ουαλού ποιητή Ντύλαν Τόμας. Ενός ανθρώπου που αγαπήθηκε και λατρεύτηκε όσο τίποτε άλλο από την αμερικάνικη και βρετανική λογοτεχνική κοινότητα την εικοσαετία από το 1930 και έπειτα. Σε μετάφραση του έλληνα ποιητή-μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα, από τις Εκδόσεις Ερατώ το 2003, ουσιαστικά η συλλογή στηρίχτηκε στο βιβλίο "Collected Poems, 1934-53", που εκδόθηκε αρχικά το 1988 και ύστερα το 2000. Όμως ο μεταφραστής έλαβε υπόψη τους ένα σύνολο βιβλιογραφίας, που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα βιβλία που έχουν εκδοθεί για τον Τόμας είτε ποίησης είτε πεζογραφίας, καθώς επίσης ραδιοφωνικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες, την σπουδαία αλληλογραφία του και συλλογές κειμένων για τον σπουδαίο ποιητή. Το τελικό αποτέλεσμα, το βιβλίο "Το Χρώμα της Λαλιάς", περιλαμβάνει ένα αξιολογότατο εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή με τίτλο "Διαβάζοντας το ποιήμα του Ντύλαν Τόμας", μια πολύ καλή επιλογή ποιημάτων από όλες τις ποιητικές συλλογές του ποιητή, τα κείμενα του ίδιου του Τόμας για την ποιητική τέχνη, κριτικές των ποιημάτων του από σύγχρονούς του καθώς και ένα πλούσιο Χρονολόγιο της ζωής του.
Αγαπήστε με Ντύλαν Τόμας λοιπόν...




Thomas Dylan Marlais: Έξουσιάζοντας Το Θάνατο Με Ποίηση




Ο Ντύλαν Τόμας γεννήθηκε στο Σουόνσι της Ουαλίας στις 27 Οκτώβρη 1914και τελείωσε το τοπικό δημοτικό σχολείο, σ'ένα περιβάλλον που σημαδεύτηκε από εντάσεις ανάμεσα στην αγγλόφωνη και τη τοπική κουλτούρα, παρ' ότι ο ίδιος δε διδάχθηκε ποτέ ουαλικά. Ο νευρωτικός, ενστικτώδης και παθιασμένος, ο αυτοδίδακτος κι επαναστατημένοςΟυαλός που παράτησε το σχολείο στα 16 του χρόνια, ολοκληρωμένος ποιητής απ' την εφηβεία του, έμελλε να μας δώσει ορισμένα από τα σπαρακτικότερα ποιήματα της κραυγής και να αποτελέσει το παράδειγμα για μια ολόκληρη γενιά ποιητών στην Αγγλία και στηνΑμερική. Μεταφέροντας τη μεγάλη ποιητική παράδοση της Ουαλίας όχι ως απλή γνώση αλλά ως οδυνηρό βίωμα, υπήρξεν αντίποδας των πνευματικών, κοινωνικών ή ακόμη και μεταφυσικών ποιητών όπως ο Έλιοτ κι ο κι ο Όντεν.

Αντί για τα πολιτισμικά ζητήματα που κυριαρχούν στο έργο των μοντερνιστών, η ποίησή του διακρίνεται απ' την ακραία συναισθηματική φόρτιση, το βαθύ λυρισμό και το υπαρξιακό τραύμα που προξενεί το χάσμα ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Ο σκοτεινός του ερωτισμός, η τρομερή μουσική των αισθήσεων, η οποία δημιουργεί το προσωπικό του ιδίωμα, και η προσωδία του, που λειτουργεί ως αλλεπάλληλη διαδοχή ηλεκτρικών εκκενώσεων μες στη γλώσσα, ξορκίζουνε το φόβο του για την απλότητα.
     Αυτό το παιδί που, όπως έλεγε ο Μποντλέρ, είχε γεννηθεί με την εμπειρία μέσα του, κατάφερε στα περίπου 100 ποιήματά του να λυγίσει, σύμφωνα με τον Καρλ Σαπίρο, τη σιδερένια αγγλική γλώσσα δίνοντάς μας ένα έργο ακραίου πάθους κι ανεπανάληπτης πλαστικότητας. Σε πλήρη αντίθεση με τα μοντερνιστικά δόγματα, έγραψε για το βαθύτερο ανθρώπινο πόνο προσωποποιώντας τα πάντα.

Το σπίτι που μεγάλωσε: 5 Cwmdonkin Drive, Swansea


 Αφού εργάστηκε για κάποιο διάστημα σα δημοσιογράφος, αποκάλυψε το ποιητικό του ταλέντο: δημοσίευσε ποιήματά του στα αγγλικά, για πρώτη φορά, στην εφημερίδα Sunday Referee, στη στήλη poet's corner, τ1933 στο ποιητικό της διαγωνισμό. Η βράβευσή του οδήγησε τον εκδότη της Victor Neuburg, την επόμενη χρονιά, να τα τυπώσει σε 250 δεμένα αντίτυπα με τίτλο "18 Ποιήματα" ("Eighteen Poems").
     Δημιούργησε θόρυβο εξαιτίας του παράξενου τρόπου που 'χεν αποφασίσει ν' ασκήσει τη ποίηση.Οι παράδοξες εικόνες κι η φαινομενικά αχαλίνωτη φαντασία του τάραξαν τη συγκρατημένη ποίησητων διαδόχων του Έλιοτ και ξανάφερε στο λογοτεχνικό προσκήνιο τις ρομαντικές διαστάσειςτης αγγλικής ποίησης.
     Το 1936 εκδόθηκε η η ποιητική συλλογή του με τίτλο "25 Ποιήματα" και το1937 παντρεύτηκε τη Caitlin Macnamara, με την οποία έμελλε να αποκτήσει 3 γιους. Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο Laugharne στην Ουαλία. Το 1940 εκδίδει τη συλλογή διηγημάτων "Πορτραίτο Του Καλλιτέχνη Ως Νεαρού Σκύλου".

Το Γραφείο του στο Laugharne


Εκτός από ποιήματα, έγραψε διηγήματα, σενάρια για τον κινηματογράφο (Strand Films) και το ραδιόφωνο (BBC), καθώς και το ραδιοφωνικό θεατρικό έργο "Under Milkwood" ("Κάτω Απ' Το Γαλατόδασος", που παίζεται μέχρι σήμερα. Οι επόμενες συλλογές τουόμως "The Map Of Love(1939), "Deaths And Entrances" (1946), "Collected Poems" (1953), ξεκαθάρισαν ορισμένα πράγματαΠρώτα, το γεγονός πως κάθε άλλο παρά παράδοξος ήτανε κι έπειταπως δεν είχε άμεση σχέση με το ρομαντισμό.
     Από κει και πέρα έμελλε να κατακτήσει τους συμπατριώτες του σα ποιητής, πεζογράφος,ομιλητής, θεατρικός συγγραφέας κι ανθρώπινη φιγούρα. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους αγγλόφωνους συγγραφείς του 20ού αιώνα και σίγουρα ο γνωστότερος Ουαλός ποιητής, από τους ελάχιστα γνωστούς συμπατριώτες του στην Ελλάδα. 
     Παρόλες τις επιτυχίες του, κυρίως στη συνεργασία του με το Β.B.C. πέρασε τη ζωή του μες στη φτώχεια. Το 1953 κι ενώ βρισκόταν στη Ν. Υόρκη γοητεύοντας τους ακροατές του μεαξεπέραστες αναγνώσεις των ποιημάτων του, το οινόπνευμα πουυπεραγαπούσε τον σκότωσε σε ηλικία 39 ετών.

Ο Τόμας, μολονότι προέρχεται από μεγάλη παράδοση, εμφανίζεται σε μια εποχή που η γενιά του δεν είχε πνευματική ηγεσία. Αν στην ποίησή του υπάρχουν το δέος της Αποκάλυψης και το δυστοπικό όραμα της πολιτισμικής καταστροφής, ο ίδιος, ίσως επειδή στερείται φιλοσοφικού ή μεταφυσικού υπόβαθρου (η σχέση του με τον Θεό είναι φυσικής και όχι μεταφυσικής τάξεως), δημιουργεί ένα απίστευτο ρίγος: το αίσθημα μιας πνευματικής ορφάνιας η οποία σε μεγάλο βαθμό ταλάνισε και τη γενιά που τον ακολούθησε.
     Αλλά αν όλη η ανθρωπότητα είναι άρρωστη κι ο μόνος τρόπος να απαλλαγεί κανείς από την αρρώστια παραμένει το σεξ (χαρακτηριστικό ότι τα ποιήματά του ακολουθούν τη παράδοση των Δρυϊδών: περιστρέφονται γύρω από τη γονιμότητα και το θάνατο), καταλαβαίνουμε πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μιαν αναπαλαιωμένη ρομαντική εμμονή. Γι' αυτό κι ο ίδιος υποστήριζε ότι μέσα του υπάρχουν ένας άγγελος, ένα θηρίο κι 
ένας τρελός.
     Αυτό το πάθος που αγγίζει το νοσηρό, τονε καθιστά αντιπροσωπευτικό ποιητή της εποχής του -αν μάλιστα κρίνει κανείς πόσοι μικρότερης αξίας από τον ίδιο είχαν λίγο-πολύ τη δική μοίρα: του καλλιτέχνη που τον κατατρώει ο τρόμος της ύπαρξης και που σταυρώνει τον εαυτό του για χάρη της τέχνης του, που, ενώ πιστεύει στον Θεό, συνομιλεί με τον Αντίχριστο, αφού, μολονότι χαρισματικός ποιητής, δεν μπορεί να δει τη ζωή καταπρόσωπο και τη φέρει ως κατάρα. Είναι η κατάρα του αληθινού ποιητή που κάνει ό,τι μπορεί για να βοηθήσει την κοινωνία να τον μετατρέψει σε ήρωα και κλόουν, πεθαίνοντας εκρηκτικά στο μόνο τοπίο που γνωρίζει: την εχθρική γη του κανενός.
     Η ποίησή του ξεχειλίζει ζωή, ο λυρισμός του διαπνέεται από το κάθε τι, όλη του η ύπαρξη είναι μέρος της ποίησής του. Διαβάζοντάς τον κι αναγνωρίζοντας πόσο λίγο απαιτεί τη λογική και πόσο προφητική είναι η γλώσσα του, μπορούμε να θυμηθούμε τον Μάρκες, όταν λέει σε μια συνέντευξή του (η ερώτηση είναι: "Με ποιον τρόπο θέλεις να σε διαβάζουν οι αναγνώστες σου;"):

   "Είναι θαυμάσιο να διαβάζει κανείς χωρίς συμπλέγματα διανοουμένου, να μάθουν οι άνθρωποι να μη σέβονται τη λογοτεχνία".

     Ο Τόμας δεν απαιτεί κανένα σεβασμό και δε διατηρεί καμιά μυστικοπάθεια, η γραφή του αν φαίνεται κρυφή είναι μόνο γιατί δεν έχουμε καταφέρει να συντονιστούμε μαζί της. Το υλικό του το αντλεί κυρίως από τα όνειρα, τα μπαρ, τον άνεμο και την Ουαλία. Γράφει πάντα με μέθοδο και βαθιά γνώση της λογοτεχνίας. Ματιά διαπεραστική, σ' αυτόν ανήκει ολόκληρη η πόλη, οι γρίλιες παύουν να υπάρχουν κι οι άνθρωποι στήνουν χορό, πιο φανερά στο "Γαλατόδασος" (Under Μilkwood), το τελευταίο και σημαντικότερο έργο του.


  Άγαλμά του στο Maritime Quarter, Swansea



Οι λέξεις που χρησιμοποιεί ξαναποκτούν την -σχεδόν βιβλική πολλές φορές- πληρότητά τους, έστω στιγμιαία. Ο Τόμας τις αγαπά, χωρίς αυτές είναι χαμένος, το ξέρει. Αν και θεωρείται αλκοολικός ή συγχυσμένος πνευματικά, είναι ταυτόχρονα τόσο πηγαίος και διαθέτει όλες τις δυνατότητες για να πάρει το χάος και να δημιουργήσει. Κι αν όντως είναι τρελός, το χάος δεν το ψάχνει μακριά, βρίσκεται μέσα του και μ' αυτό παλεύει, ξέροντας ότι αυτό είναι και η πιο γεμάτη αθωότητα, χωρίς περικοπές και υπεκφυγές. Ο Σαχτούρης συναντώντας τον -τέσσερις είναι αυτές οι συναντήσεις- σ' ένα ποίημά του (Η παρουσία), λέει γι' αυτόν

νεκρός βέβαια
κι άγιος
και τρελός
όπως το έχω ξαναπεί


     Το συγγραφικό έργο του χαρακτηρίζεται από μιαν ιδιομορφία που διαφοροποιεί το γράψιμό του σε τέτοιο βαθμό, ώστε ν' αχρηστεύει a priori κάθε απόπειρα σύγκρισής του με το έργο άλλων συγχρόνων του. Όταν στα  '30ς ο σουρεαλισμός ήταν ακόμα πρωτοπορία στη παγκόσμια λογοτεχνία, ο Τόμας επινόησε νέες λειτουργικές σχέσεις στη λογοτεχνική γλώσσα. Από τα πρώτα αυτοβιογραφικά του διηγήματα έφτασε σταδιακά στη δραματική αντικειμενικότητα της μεταγενέστερης πρόζας και ποίησής του, όπως αναφέρει εύστοχα οΚ. Φράιερ.
     Δαιμονικά ποιητική φύση, ανέσυρε τη λέξη απ' τη φθορά της καθημερινής τριβής και τη τοποθέτησε σ' ένα συμβολικό εννοιολογικό επίπεδο που επεκτείνεται στο μεταφυσικό όραμα. Παίζει με τις λέξεις, συνδυάζει απαράμιλλα τη καθομιλουμένη με την αρχαΐζουσα, εμφυτεύοντας ανάμεσά τους λέξεις ιδιωματικές, αργκό. Οι πυκνά εναλλασσόμενες εικόνες, οι μεγάλες παράγραφοι που τις διατρέχει μια ανάσα, η ιδιόρρυθμη χρήση του συντακτικού, ο πλούτος των συνηχήσεων, η επινόηση λέξεων, τα λογοπαίγνια, η εσκεμμένη κρυπτικότητα των λέξεων, η μουσική ροή της έκφρασής του, μαρτυρούν έναν εξουθενωτικό λογοπλάστη που αναζητά, πιέζει και πλάθει τη λέξη, για να της προσδώσει τελικά μία επιλογή νοηματική, ένα φάσμα συγκινησιακών και μεταφυσικών σημασιοδοτήσεων.
    Θεωρείται σήμερα μια από τις πιο εξέχουσες μορφές της σύγχρονης πεζογραφίας και ποίησης. Ο κριτικός J. W. Lambert έγραψε στους Sunday Times ότι:

     "...ο Ντ. Τόμας καθιερώθηκε ως καλλιτέχνης που κατόρθωσε να δημιουργήσει ποίηση σε μορφή πρόζας".

     Στη μεταπολεμική εποχή είχαμε 2 κορυφαίους ρομαντικούς ποιητές: ο ένας ήταν ο Αμερικανός Χαρτ Κρέιν, τον οποίο ο Ρόμπερτ Λόουελ χαρακτήρισε «Σέλεϊ της εποχής του», κι ο άλλος ο Βρετανός Ντίλαν Τόμας, ο οποίος ήταν ο Κιτς της δικής του εποχής. Κι οι δύο πέθαναν νέοι. Ο 1ος αυτοκτόνησε πέφτοντας στα νερά της Καραϊβικής απ' τη κουπαστή κάποιου πλοίου. Ο 2ος λίγες μέρες μετά τη συμπλήρωση των 39 του χρόνων, έπειτα από ένα εξοντωτικό μεθύσι.
     Έργα του: "The Map of Love", "The World I Breathe", 1939 "Portrait of the Artist as a Young Dog", 1940, "New Poems", 1943, "Deaths and Entrances", 1946, "Collected Poems, 1934-1952", 1952, "The Doctors and the Devils", 1953. Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν τα: "Under Milkwood", 1954, "Quite Early one Morning", 1954, "Adventures in the Skin Trade and Other Stories", 1955, και τα διηγήματα "A Prospect of the Sea", 1955.
    
Το γεγονός πως η ζωή του υπήρξε σύντομη -έληξε μάλιστα αυτοκαταστροφικά, σύμφωνα με τις φήμες, από 18(!) ποτήρια ουίσκι- έθρεψε τον καλλιτεχνικό του μύθο, όπως κι οι αυτόχειρες ποιητές άντλησαν μέρος της καλλιτεχνικής τους μαγείας από την ανεξιχνίαστη ζωή τους. Το πώς πεθαίνει ένας ποιητής ενδιαφέρει ίσως λιγότερο από το πώς έζησε κι αγάπησε, χωρίς κάτι τέτοιο να υπονοεί πως η βιογραφία μπορεί να κριθεί με τους ίδιους όρους που αξιολογείται το έργο. Οι "Ερωτικές Επιστολές Του Ντίλαν Τόμας" (The love letters of Dylan Thomas), κινητοποιούν τον αναγνώστη προς δύο κατευθύνσεις: τη μυθοποίηση και την απομυθοποίηση.
     Γιατί η επιστολογραφία αποτελεί, έστω δειγματοληπτικά, καθρέφτη ορισμένων από τους εσώτατους και γι’ αυτό ευάλωτους, εαυτούς, που διαθέτουν οι ποιητές (όχι κατ’ ανάγκην ευχάριστους), ταυτοχρόνως, επαληθεύει το ταλέντο τους στη γραφή. Ένα μέρος του ενδιαφέροντος για τα γράμματά του οφείλεται στον τρόπο που ο ίδιος αποκαλύπτει (ή προδίδει), πολλά από τα αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα του. Στις περισσότερες από τις16 επιστολές που 'στειλε σε 9(!) διαφορετικές γυναίκες (συμπεριλαμβανομένης της σύζύγου του Κέιτλιν Μακναμάρα) χτίζει το πορτρέτο ενός άντρα γεμάτου φοβίες, ανασφάλεια, ορμή, μελαγχολία, γκρίνια, εγωκεντρισμό και αυτοσαρκασμό.
     Ωστόσο, η αρνητική ταυτότητα που επιφυλάσσει για τον γεμάτο προσδοκίες αναγνώστη του δεν αποκλείεται να μεταμορφωθεί στα μάτια του σε θετική: εκείνο που διαπρέπει στις επιστολές, ακόμη και σ’ εκείνες όπου ο Τόμας προσποιείται αγάπη (π.χ. προς τη Μάργκεντ Χάουαρντ-Στέπνεϊ) είναι η ειλικρίνεια κι η αθεράπευτη παιδικότητά του, καθώς και το ξεχωριστό του χάρισμα στη χρήση (και χρησιμοποίηση) των λέξεων. Έχοντας μια έμφυτη υπερβολή, υπονομεύει με ύφος την εικόνα του ποιητή, ειδικά εκείνη που ο πολύς κόσμος διατηρεί στις μέρες μας (του αυστηρού, αλαζονικού, αγέλαστου διανοούμενου).
     Ανάμεσα στις λέξεις του, αφήνει ν' αναφανούν οι λέξεις που ήθελε να διαγράψει. Επιστολές ελεύθερες από την αυτολογοκρισία ή τη κριτική, που έλκονται απ' τη γραφή ως διαδικασία, σα παιχνίδι εργοθεραπείας. Φλυαρεί σε βαθμό κουραστικό, το μελάνι όμως έπρεπε (για λόγους ψυχολογικούς) να τρέξει. Στο πρότυπο του άκαμπτου ποιητή ο νεαρόςΤόμας αντιτάσσει τον γνήσια πληθωρικό, πάντα ανικανοποίητο καλλιτέχνη.
   «Μοιάζω μια ζωή να παραπονιέμαι για το ότι δεν μπορώ να ταιριάξω τη διάθεση των επιστολών μου με τη διάθεση του αποσαθρωμένου κόσμου που με περιβάλλει. Σήμερα παραπονιέμαι και πάλι γιατί μια κολασμένη ομίχλη κείται πάνω από το πορθμείο του Λάφαρν, και τα σύννεφα απλώνονται πάνω από τον μελωδό ουρανό –τι εξεζητημένη μεταφορά– σαν σεντόνια προστατευτικά πάνω σ’ ένα πιάνο».
     Στη περίπτωσή του ο θάνατος μοιάζει με spleen:

   «Αλλά, όταν όντως έρχονται οι λέξεις, τις δρέπω τόσο απόλυτα από τους ζωντανούς συσχετισμούς τους ώστε μονάχα ο θάνατος μέσα στις λέξεις ν’ απομένει».
     Δύσκολα βρίσκει κανείς στις επιστολές, όπως άλλωστε και στα ποιήματά του, αναφορές στο παρόν, σε γεγονότα και πρόσωπα, σχόλια για τον πόλεμο και την κοινωνικοπολιτική ατμόσφαιρα. Δεν είχε το προφίλ ενός ποιητή που επιθυμεί, όπως λόγου χάρη ποθούσε ο Μαγιακόφσκι, ν’ αλλάξει τον κόσμο ή ν’ αντιταχθεί στην παράδοση. Δύσκολα ανιχνεύονται στη προσωπικότητά του στοιχεία ανδρισμού, τον οποίο η παραδεδομένη, αν μη τι άλλο, αισθητική έχει καλλιεργήσει. Για παράδειγμα, επικροτεί τη Πάμελα Χάνσφορντ Τζόνσον, τον πρώτο του έρωτα, που δεν γράφει ποιήματα για τον πόλεμο και, σ’ ένα άλλο σημείο, σε στιγμή έξαρσης, διαφοροποιεί τον εαυτό του από τις κομμουνιστικές ιδέες και την εφαρμογή τους. Παρέμενε, όπως έλεγε, ένας Βρετανός με όψη Ρώσου.
     Τον απασχολούσε ο αφανής κόσμος, η γλώσσα, η μουσική, η αίσθηση, το απόσταγμα των πραγμάτων -με λίγα λόγια η εξωστρεφής εσωστρέφεια. «Αλλά βλέπεις ότι τη μέρα τη κάνω μια μέρα λογοτεχνική και πάλι».

     Οι επιστολές που έστειλε στη Τζόνσον είναι οι σημαντικότερες γιατί πέρα από ερωτικές είναι και ποιητικές. Είναι σύγχρονα γράμματα ανάμεσα σε δύο νέους ποιητές, που συζητούν για τη γραφή, την ιδιοσυγκρασία, τη μαθητεία, την (αυτο)κριτική, τη προβολή και τη δημοσίευση, είναι μια συνομιλία ανάμεσα σε δύο ανήσυχους νέους που πρωτοσυναντήθηκαν εξαιτίας του πνευματικού τους προσανατολισμού και που κατάφεραν να συντηρήσουνε για κάποιο διάστημα, με όπλο τις λέξεις και μόνο, τον έρωτα από απόσταση. Τον έρωτα που ήταν κάποτε ιδεολόγημα και στάση ζωής. Δεν είναι τυχαίο που οι επιστολές αυτές καλύπτουν χρονικά την πιο δημιουργική ποιητική περίοδό του, 18-20ετών.
     Εφόσον, όπως έγραψε, πολύ σωστά, ο ίδιος:

   «Ένα ποίημα είναι η πιο επίπονη και αχάριστη πράξη δημιουργίας».
     Υπάρχει μια λέξη στ' αγγλικά που μπορεί να τον χαρακτηρίσει: poignant, και σημαίνει ζωηρός, οδυνηρός, σπαραχτικός, χρησιμοποιείται κυρίως για τις αναμνήσεις. Είναι γνωστή μια φράση του που σε δεύτερη ανάγνωση δίνει το ύφος της αγνότητάς του: 

   "Μόνον ένα πράγμα είναι χειρότερο απ' το να 'χες μια δυσάρεστη παιδική ηλικία κι αυτό είναι να είχες μια ευχάριστη".

     Η χαμένη αθωότητα ήταν κάτι που κυνηγούσε διαρκώς τη σκέψη του και δε παραιτήθηκε στιγμή απ' το όνειρο της επανάκτησής της. Ο ίδιος μας οδηγεί στον παράδεισο των χριστουγέννων της παιδικής ηλικίας:

     «Και το βράδυ υπήρχε μουσική. Ένας Θείος έπαιζε βιολί, ένας ξάδελφος τραγούδαγε το Ώριμο Κεράσι, ένας άλλος θείος το Τύμπανο του Ντρέηκ. Ήταν πολύ ζεστά στο μικρό σπίτι. Η θείτσα Χάννα που 'χε πιει τα ποτηράκια της, τραγουδούσε ένα τραγούδι για την Εγκαταλελειμμένη Αγάπη και τις Ματωμένες Καρδιές και τον Θάνατο και μετά ένα άλλο που έλεγε πώς η Καρδιά της ήταν σαν Φωλιά Πουλιού. Και τότε όλοι γελούσαν πάλι και μετά πήγαινα για ύπνο». (απ’ την ιστορία "Συζήτηση Για Τα Χριστούγεννα").

     Ο Τόμας δε δημιούργησε ποίηση μόνο με την ανάσα του, την έφτιαξε κυρίως με τα νεύρα του. Αυτά είναι τόσο τεντωμένα που θα έλεγε κανείς πως χρειάζεται μόνο να τα ακουμπήσει για να βγάλει τους στίχους, τους τόσο μουσικούς και βαθιά λυρικούς. Φυσικά το ίδιο ισχύει και στη πρόζα του που κάθε άλλο παρά πεζή είναι. Είχε το ταλέντο και βρέθηκε σε τέτοιο περιβάλλον -γεννήθηκε την αυγή του Α' Παγκ. Πολ. και έζησε τον Β' με όλη του τη φρίκη- για να δώσει ένα έργο που θέλει να αναμετρηθεί ολόψυχα με τον ίδιο το θάνατο που τον βλέπει πια σε τέτοια κλίμακα.
     Δε μιλάει για τον θάνατο για να τον ξεχάσει, ο θάνατος γι' αυτόν είναι παρών και δε θα ησυχάσει βλέποντάς το, το ίδιο όμως και ο έρωτας. Στη συλλογή "Προοπτική της Θάλασσας" άλλωστε, βλέπουμε τη στενή σχέση του ποιητή-ήρωα με το σκοτάδι:

   «Η καταχνιά ήταν γι’ αυτόν μια μάνα» (απ‘ την ιστορία «Το φόρεμα»)

     και μας αποκαλύπτει το μοναδικό τέλος της αγωνίας του:

«Αν μπορούσε να βρει ύπνο, ο ύπνος θα ήταν ένα κορίτσι».

     Όπως λέει και σε ποίημά του, γραμμένο μετά το θάνατο του πατέρα του.

 Aποτελεί τομή στη παγκόσμια ποίηση και τ' όνομά του έχει γίνει σύμβολο για πολλούς μετέπειτα ποιητές και καλλιτέχνες. Η ιδιόρρυθμη γραφή του με τη σαφώς προσωπική μελωδία και το αίσθημα του ανεκπλήρωτου που θέλει να τιθασσεύσει τις λέξεις και πολλές φορές δημιουργεί νέες για να ικανοποιηθεί (είναι πάρα πολλές οι σύνθετες λέξεις που φτιάχνει ο Τόμας) δημιουργούν μεγάλες δυσκολίες για τη μεταφορά του σ' άλλη γλώσσα:

Σαν το στερνό περάσουνε το κύμα
λένε οι καλοί πώς τα έργα τους
χορό θα στήσουν στο λιμάνι, πέρα,
μ' οργή, μ' οργή αντικρύζουνε το φως
που φεύγει από τη γη

...

Κι αν οι ερωτευμένοι χαθούν,
δε θα χαθεί κι ο έρωτας...

----------------------------------------------------------------------
Τα ποιήματα τούτα, μ' όλες τις χοντροκοπιές,
τις
 ανοησίες και τις συγχύσεις τους, κινήθηκαν
απ'
 την αγάπη μου για το Θεό και τον Άνθρωπο,
κι
 αν δεν είναι έτσι, ας μην είμαι παρά ένας
τρισκατάρατος
 βλάκας.
                                                                           Ντύλαν Τόμας
-----------------------------------------------------------------------
 

      Αυτό Το Ψωμί Που Κόβω

Αυτό το ψωμί που κόβω
ήτανε
 κάποτε σιτάρι
Αυτό το κρασί πάνω σε ξένο δέντρο
Βούλιαξε στον καρπό του
Ο άνθρωπος τη μέρα
ή ο άνεμος τη νύχτα
Τα στάχυα ρίξαν κάτω,
τσακίσαν τη χαρά του σταφυλιού.
Κάποτε στο κρασί αυτό
το καλοκαιρινό αίμα χτυπούσε
μες στη σάρκα που κάλυπτε τ'
 αμπέλι
Κάποτε στο ψωμί αυτό
το σιτάρι ήταν στον άνεμο ευτυχισμένο.
Ο άνθρωπος κομμάτιασε τον ήλιο,
τον άνεμο έσυρε κάτω.
Αυτή η σάρκα που κόβεις,
Αυτό το αίμα που χύνεις

Τη φλέβα ερημώνουν,
Το σιτάρι και το σταφύλι
ήταν γεννημένα απ’ των αισθήσεων
τη ρίζα και το σφρίγος.

Το κρασί μου πίνεις,
το ψωμί μου αρπάζεις.


Εκεί Που Κάποτε Τα Ύδατα Του Προσώπου Σου

Εκεί που κάποτε τα ύδατα του προσώπου σου
Στις έλικές μου ελίσσονταν,
το άνυδρό σου πνεύμα πνέει,
Γλαρώνει το μάτι του ο νεκρός
Εκεί που κάποτε την κόμη τους οι τρίτωνες
Μεσ' απ' τους πάγους σου σφεντόνιζαν,
Άνεμος άνυδρος οδεύει
Μεσ' απ' αλάτι και ρίζα κι αυγό ψαριού.
Εκεί που κάποτε οι πράσινές σου αρθρώσεις
Τις αρμογές των βύθιζαν
στο πλέγμα της φουσκονεριάς,
Ο πράσινος πορεύεται διαλύτης,
Ψαλίδι λιπασμένο,
μαχαίρι έτοιμο στο πλάι,
Να κόψει σύρριζα κανάλια
κι υγρούς καρπούς να κόψει.
Αόρατες οι ρυθμικές φουσκονεριές σου
Σ' ερωτικές ξεσπάζουν κλίνες,
Ξεραίνεται το φύκι της αγάπης.
Γύρω τριγύρω στα λιθάρια σου σκιές
Παιδιών πορεύονται που μεσ' απ' τα κενά τους
Στη δελφινάρια θάλασσα προσπέφτουν.
Στεγνά σα τάφοι τα βαμμένα βλέφαρά σου,
Όσο η σοφή μαγεία γλυστρά
σε γη κι ουράνια,
Δεν θα κλείσουν,
Κοράλια η κλίνη σου γεμάτη θα 'ναι,
Ερπετά οι φουσκονεριές σου,
ώσπου οι θαλάσσιες πίστεις μας να σβήσουν.

Εδώ Σ' Αυτή Την Άνοιξη

Εδώ σ' αυτή την Άνοιξη
αστέρια επιπλέουν στο κενό·
Εδώ
 σ' αυτόν το διακοσμητικό Χειμώνα
Η αυγή χαϊδεύει τους γυμνούς ανέμους,
Το
 Καλοκαίρι αυτό κηδεύει
εν' ανοιξιάτικο πουλί.
Σύμβολα έχουν διαλεχτεί
απ' των ετών το
 κυκλογύρισμα
τεσσάρων εποχιακών ακτών,
Σε
 Φθινοπωρινά μαθήματα
τριών εποχιακών πυρών
Και
 τεσσάρων τόνων πουλιών.

Θα μπορούσα να πω
το Καλοκαίρι από τα δέντρα,
τα σκουλήκια
Να πω τελικά
αν είναι οι άνεμοι του Χειμώνα
Ή
 η κηδεία του ήλιου,
Θα
 μπορούσα να διαβάσω την Άνοιξη
στη φωνή του κούκου
Κι
 ο Σάλιακας θα μπορούσε
να με διδάξει καταστροφή.

Ένα σκουλήκι λέει το Καλοκαίρι
καλύτερα απ' ένα ρολόι,
Ο
 σάλιακας είναι ένα ζωντανό ημερολόγιο,
Τι
 θα μου πει αν ένα άχρονο έντομο
Λέει πως ο κόσμος τσακίζει;

Υπήρξε Καιρός

Υπήρξε καιρός
που χορευτές με το ξεφάντωμά τους
Σε χαρωπές παιδιάστικες συνάξεις
Τα βάσανά τους αλαφρώναν;
Υπήρξε καιρός
που μπορούσαν να κλάψουν με βιβλία.
Όμως ο χρόνος
έβαλε το σαράκι του στο πέρασμά τους.
Τώρα ειν' αβέβαιοι
κάτω από την αψίδα τ' ουρανού.
·Ο, τι για πάντα άγνωστο θα μείνει
Είναι
 το βεβαιότερο σε τούτη τη ζωή.
Κάτω απ' τα ουράνια σημεία,
ο δίχως άκρα
Έχει τ' αγνότερα χέρια
και σαν τ' άκαρδο στοιχειό
Απλήγωτο στη μοναξιά του,
ο τυφλός καλύτερα βλέπει.