Ποιητές

Ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις -
και γίνονται πουλιά.
Τάσος Λειβαδίτης

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ




Η αγάπη δεν είναι ζάλη

Η αγάπη δεν είναι ζάλη.
Δεν είναι άνθος που μεθάει απ' το φιλί της άνοιξης.
Μυρωμένο τραγούδι που απλώνεται πάνω στη σάρκα γλυκά.
Η αγάπη είναι φόβος.
Δεν είναι σώμα που ζητάει να βρει παρηγοριά.
Tρυφερή αύρα που λικνίζει τα νοσταλγικά απογεύματα.
Είναι ποτάμι που περνάει μέσα από τα μαύρα λιβάδια.
Άγριος αγέρας που σπάζει τα κλαδιά στους κήπους και στα όνειρα.
Δεν είναι ζάλη η αγάπη. Δεν είναι σιγανή φωτιά.
Ούτε χωράει στα κλειστά, στα σίγουρα βράδια.
Βγαίνει έξω και χτυπιέται με το δαίμονα.
Παλεύει όλη νύχτα στ' αναμμένα αλώνια.
Βαδίζει στα τυφλά πάνω στο τεντωμένο σύρμα.
Όταν κάτω απ' τα πόδια ανοίγονται
Τα κοφτερά φαράγγια.
Όμως δεν είναι ζάλη η αγάπη.
Αγάπη είναι ο τρόμος που η ζωή μετράει το ανάστημά της.
Μετριέται με το άδειο πρόσωπο που βγαίνει απ' το σκοτάδι.




 «Μόνο με και για την αγάπη σου» παράλληλο στο «Μόνο γιατί μ’ αγάπησες»

Μόνο με την Αγάπη σου
μπορώ να επιζήσω.
Να μη χαθώ μέσα στο μαύρο δάσος.
Ν’ αψηφήσω τον άγριο σκύλο
που μ’ ακολουθεί σα’ να ‘ναι ο ίσκιος μου.

Μόνο με την Αγάπη σου.
Να χτίσω ένα άλλο πρόσωπο.
Να γίνω πάλι ένα μικρό αγόρι.
Αθώο σαν το τρεχούμενο νερό.
Και να γνωρίζω τον κόσμο
μ’ ένα καινούργιο θάμπωμα.

Μόνο με την Αγάπη σου
μπορώ να λέω τραγούδια από άλλους, άγνωστους
τόπους.
Να γίνομαι ένας γρύλος άγρυπνος∙
και να κεντώ τ’ όνομα σου, με στίχους αέρινους.
Να μιλώ μόνο για σένα.
Να σε καλημερίζω μ’ έναν φοβισμένο κορυδαλλό
κρυμμένον στο στήθος μου∙
και να μου αποκρίνεσαι μ’ ένα ξεχασμένο μου ποίημα.

Μόνο για την Αγάπη σου.
Μπορώ να περνάω την κάθε μου μέρα
απαγγέλλοντας τους πικρούς στεναγμούς
και αγιογραφώντας τους αίνους
απ’ το μέγα θαύμα του Έρωτα.
Να σου λέω τέλος καληνύχτα
και να με παίρνεις μαζί σου, στον ύπνο σου.
Για να με σεργιανίσεις μεθυσμένον
στα μαγεμένα σου όνειρα.

Μόνο με και για την Αγάπη σου
μπορώ να γίνομαι όλο και πιο ανθρώπινος.
Να φαίνομαι όλο και λιγότερο λυπημένος.

Ο Θανάσης Κωσταβάρας στα ερωτικά του ποιήματα τονίζει την αξία και τη μοναδικότητα του ερωτικού συναισθήματος, καθώς και τη μεταμορφωτική του δύναμη. Απευθύνει τον ερωτικό του λόγο πάντοτε και μόνο προς τη σύζυγό του, παρουσιάζοντας την αδιάπτωτη ένταση της αγάπης του για τη γυναίκα αυτή που κόσμησε τη ζωή του και αποτέλεσε για τον ποιητή μια αστείρευτη πηγή ευδαιμονίας και έμπνευσης.
Η μοναδικότητα του συναισθήματος, αλλά και η πίστη στη δύναμη του έρωτα να μεταμορφώνει τη ζωή και την προσωπικότητα του ερωτευμένου ατόμου, αποτελούν θεματικές που μας παραπέμπουν στα ερωτικά ποιήματα της Μαρίας Πολυδούρη.  Τόσο ο Κωσταβάρας όσο και η Πολυδούρη μας προσφέρουν ποιήματα που είναι γραμμένα για έναν και μοναδικό αποδέκτη, και που υμνούν την καταλυτική επίδραση της αγάπης.
Τα δύο ποιήματα έχουν προφανείς ομοιότητες μεταξύ τους, καθώς δηλώνουν εμφατικά πως κάθε δράση και κάθε εσωτερική αλλαγή των ποιητικών υποκειμένων οφείλεται «μόνο» στην αγάπη, κι έχουν φυσικά και τα δύο έναν μοναδικό αποδέκτη, όπως προκύπτει απ’ το δεσπόζον β΄ πρόσωπο.
Επίσης, το «Μόνο με και για την αγάπη σου» έχει παραπλήσια δομή με το «Μόνο γιατί μ’ αγάπησες» μιας και τα δύο ποιήματα βασίζονται σε στροφές που παρουσιάζουν τα αποτελέσματα ενός πρωταρχικού αιτίου, που δεν είναι άλλο από την αγάπη.
Στο ποίημα της Πολυδούρη το αίτιο αυτό διακρίνεται σε επιμέρους ενέργειες «... γιατί μ’ αγάπησες / Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου / Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν / Μόνο γιατί μ’ αγάπησες... / Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες», όπου κυριαρχεί βέβαια η βασική αιτία-ενέργεια: μόνο γιατί μ’ αγάπησες. Το ποίημα του Κωσταβάρα από την άλλη κάνει μια λεπτή διάκριση στο πρωταρχικό αίτιο ξεκινώντας τις τρεις πρώτες στροφές με το στίχο «Μόνο με την αγάπη σου», τον τέταρτο με το στίχο «Μόνο για την αγάπη σου» και τον πέμπτο με το συνδυασμό και των δύο «Μόνο με και για την αγάπη σου».
Έτσι στις τρεις πρώτες στροφές ο ποιητής παρουσιάζει όσα μπορεί να κάνει με την πολύτιμη συνδρομή της αγάπης, ενώ στην τέταρτη στροφή όσα κάνει για την αγάπη και κλείνει το ποίημα με τα αποτελέσματα που γίνονται για τη διεκδίκηση της αγάπης, αλλά με τη βοήθειά της.
Σε σχέση με τα αποτελέσματα της αγάπης, όπως αυτά καταγράφονται από τους δύο ποιητές, μπορούμε να διακρίνουμε τις εξής ομοιότητες:
-          Την έκφραση του ερωτικού συναισθήματος μέσω της ποίησης. Πιο έντονα για την Πολυδούρη που τραγουδά μόνο γιατί εκείνος την αγάπησε, με πλουσιότερες αναφορές από τον Κωσταβάρα που χάρη στην αγάπη του αισθάνεται ικανός να λέει τραγούδια από ξένους τόπους, να εξυμνεί το όνομα της αγαπημένης του με αέρινους στίχους, να επιτυγχάνει μια αμφίδρομη επικοινωνία μαζί της με δικά του -έστω και ξεχασμένα- ποιήματα, να απαγγέλει τους καημούς του έρωτα, αλλά και να τον δοξάζει.
-          Τη συσχέτιση του έρωτα με τα όνειρα. Στο ποίημα της Πολυδούρη ως επιθυμία της ποιήτριας να βοηθήσει τον αγαπημένο της να διευρύνει και να εμπλουτίσει τα όνειρά του, και στο ποίημα του Κωσταβάρα ως επιθυμία του ποιητή να βρίσκεται κοντά στην αγαπημένη του ακόμη και τις στιγμές που εκείνη κοιμάται, ακολουθώντας τη στα όνειρά της, όπου μαζί θα συνέχιζαν την κοινή τους πορεία.
-          Τη μεταμορφωτική δύναμη του έρωτα: Η Πολυδούρη αισθάνεται τον εαυτό της ωραίο «σαν κρίνο ολάνοιχτο», επιτρέποντας έτσι στη δύναμη του ερωτικού συναισθήματος να την οδηγήσει σ’ ένα ψυχικό και σωματικό άνθισμα, ενώ παράλληλα χάρη στην αγάπη εκείνου στολίζεται το υπέρτατο της ύπαρξής της στέμμα, φτάνοντας στο ύψιστο εκείνο σημείο αποδοχής και αυτοπεποίθησης που της επιτρέπει να παρουσιάσει τον εαυτό της σε όλη του την πληρότητα. Αντιστοίχως, ο Κωσταβάρας αισθάνεται πως με τη βοήθεια της αγάπης της μπορεί να γίνει και πάλι ένα μικρό αγόρι, επιστρέφοντας στην αθωότητα του παρελθόντος, μιας και κοντά της δεν έχει ανάγκη να κρύβει την αγνότητα της ψυχής του. Ενώ, συνάμα, για και με την αγάπη της μπορεί να γίνεται ολοένα και πιο ανθρώπινος, αποβάλλοντας τη θλίψη και τις άμυνες που χρησιμοποιούσε απέναντι στη σκληρότητα του κόσμου.
-          Την γενικότερη δύναμη του έρωτα. Η Πολυδούρη αισθάνεται κοντά στον αγαπημένο της πως η άχαρη και ανεκπλήρωτη ζωή βρίσκει την ολοκλήρωσή της, κατορθώνοντας να αντικρίσει την ομορφιά, τη χαρά και την πληρότητα που κρύβει η ζωή. Όπως ο Κωσταβάρας αισθάνεται πως μπορεί να γίνει και πάλι ένα μικρό παιδί που αντικρίζει με έκπληξη τα θαύματα τη ζωής, εκφράζοντας έτσι την αναγεννητική δύναμη του έρωτα που του επιτρέπει μια νέα θέαση της ζωής.

Οι μεταμορφώσεις στον έρωτα

Και μόνο να σε κοιτάζω.
Κι ας είναι τα μάτια μου
δυο λυπημένα πουλιά.
Κι ας χάνεται η φωνή μου
πίσω από ένα φοβισμένο χαμόγελο.
Έστω και μόνο να μ’ αξιώνεις μ’ ένα σου βλέμμα
μου φτάνει.
Μεταμορφώνομαι.
Γίνομαι αέρας να σ’ αγκαλιάζω.
Γίνομαι χάδι και ψίθυρος.
Κι αν δεν πετάω μακριά σου, αν δεν χάνομαι
είναι γιατί δεν μπορώ να φύγω από κοντά σου.
Είμαι βαθιά ριζωμένος στον Έρωτα μας.
Γίνομαι δέντρο, γεμίζω από κλώνους και φύλλα
ανθίζω σε άσπρα και κόκκινα άνθη
στολίζομαι μόνο για να σ’ αρέσω
και σαν να είμαι γεμάτος αηδόνια
σου τραγουδώ.
Σού μιλώ σε μιαν άλλη, άγνωστη γλώσσα
σου στέλνω απ’ τους αστερισμούς του ονείρου, μηνύματα.
Σ’ αγγίζω σαν χνούδι∙
σαν τρυφερή αύρα, σαν από κάποιο υπερκόσμιο φως.
Εγώ ο δειλός, ο σκοτεινός, ο αμήχανος
σου γράφω παθιασμένα ποιήματα.

Στο ποίημα «Οι μεταμορφώσεις στον έρωτα» του Κωσταβάρα εντοπίζουμε τη θεματική της μεταμορφωτικής δύναμης του έρωτα, θεματική που βρίσκουμε και στο «Μόνο γιατί μ’ αγάπησες» της Πολυδούρη.
Το ερωτικό συναίσθημα αντικρίζεται εδώ ως το κίνητρο και η δύναμη εκείνη που μεταμορφώνουν το δειλό ποιητή σ’ έναν παθιασμένο υμνητή του έρωτα. Μια δύναμη που γίνεται αντιληπτή και στο ποίημα της Πολυδούρη, όπου η ποιήτρια χάρη στην ειλικρινή αγάπη εκείνου ωριμάζει συναισθηματικά, ψυχικά και σωματικά, ξεπερνά την ανασφαλή και γεμάτη θλίψη φύση της και αποκτά μια εντελώς διαφορετική στάση απέναντι στη ζωή.
Η κοινή αυτή θεματική των δύο ποιημάτων ενισχύεται και με επιμέρους ομοιότητες. Επιγραμματικά, μπορούμε να αναφερθούμε:
- Στην έμφαση που δίνεται στο βλέμμα του αγαπημένου προσώπου (Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν / με την ψυχή στο βλέμμα - Έστω και μόνο να μ’ αξιώνεις μ’ ένα σου βλέμμα)
- Στη χρήση των λουλουδιών για να εκφράσουν οι ποιητές πόσο όμορφοι αισθάνονται χάρη στην αγάπη (είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο - ανθίζω σε άσπρα και κόκκινα άνθη / στολίζομαι μόνο για να σ’ αρέσω)
- Το τραγούδι ως ιδανικό μέσο έκφρασης της αγάπης (Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες - και σαν να είμαι γεμάτος αηδόνια / σου τραγουδώ)
- Στην ιδιαίτερη αξία που αποκτά το άγγιγμα του αγαπημένου προσώπου (Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου - Γίνομαι αέρας να σ’ αγκαλιάζω. / Γίνομαι χάδι και ψίθυρος).





ΞΕΝΗ ΣΚΑΡΤΣΗ
Θανάσης Κωσταβάρας* (1927-2007)



Ο Θανάσης Κωσταβάρας γεννήθηκε στην Ανακασιά του Βόλου. Προσχώρησε στον ΕΛΑΣ σε ηλικία δεκαπέντε χρονών, πήρε μέρος στην Αντίσταση και τραυματίστηκε από τους Γερμανούς. Πέρασε 4 χρόνια, στην αρχή ως πολιτικός εξόριστος και στη συνέχεια ως στρατιώτης στη Μακρόνησο. Εξέδωσε όσο ζούσε 20 ποιητικές συλλογές. Η τελευταία, οι Χαιρετισμοί κυκλοφόρησε το 2006, λίγες μέρες μετά την απώλεια της συζύγου του Αγγελικής με ποιήματα γραμμένα γι’ αυτήν τις δύσκολες τελευταίες μέρες της αρρώστιας της και αμέσως μετά το θάνατό της, ενώ μια ακόμα συλλογή με τίτλο Της μοναξιάς και της λύπης  που ήταν έτοιμη για κυκλοφορία εκδόθηκε τελικά, σε ιδιωτική έκδοση, λίγες μέρες μετά το θάνατο του ίδιου. Ο Κωσταβάρας ασχολήθηκε ακόμα με το διήγημα, το δοκίμιο και το θέατρο (από τις πιο δημοσιοποιημένες του δραστηριότητες, αφού έργα του έχουν προβληθεί στην Κρατική Τηλεόραση και στο «Θέατρο της Δευτέρας» και έχουν ανέβει από το «Θέατρο Τέχνης» και το θέατρο «Δωδεκάτη Αυλαία»). Το 1987 πήρε το Κρατικό βραβείο ποίησης το οποίο όμως αποποιήθηκε. Οι αναφορές στο έργο του είναι πλούσιες, από τις πρώτες του συλλογές, και έχει ήδη λάβει τη θέση του στις ιστορίες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και ανθολογείται σε όλες τις σχετικές ανθολογίες και τα αφιερώματα περιοδικών. Το 1994 έγινε αφιέρωμα στο έργο του από το Πατρινό περιοδικό «Ελίτροχος» (τχ. 3), το 2001 (τχ. 25, Μάρτιος-Ιούλιος) από το περιοδικό «Μανδραγόρας» όπου και πλήρης εργογραφία και κριτικογραφία του, και το 2005 (τχ. 29, Μάιος-Αύγουστος) από το περιοδικό «Θέματα Λογοτεχνίας». Τα τελευταία χρόνια ήταν μέλος, μαζί με τη σύζυγό του Αγγελική Κωσταβάρα, της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «Μανδραγόρας».
Γραμματολογικά ο Θ. Κωσταβάρας κατατάσσεται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, ενώ το όνομά του έχει συνδεθεί στενά με το χαρακτηρισμό ‘ποίηση της ήττας’ που αποδίδεται σε μια χορεία ποιητών της γενιάς αυτής (Αναγνωστάκη, Λειβαδίτη, Αλεξάνδρου, Πατρίκιο και άλλους) καθώς στο περίφημο κείμενο του 1963, το αναφερόμενο στο Γυρισμό του Κωσταβάρα και στη Μαθητεία του Πατρίκιου με το οποίο ο Βύρωνας Λεοντάρης εισηγείται τον όρο, χρησιμοποιούνται ως μότο στίχοι του Κωσταβάρα. Δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά εδώ στη γενικευμένη παρανόηση της χρήσης του όρου ‘ποίηση της ήττας’, στην οποία έχει αναφερθεί και ο Κωσταβάρας και ο ίδιος ο Λεοντάρης, επισημαίνοντας ότι ως ήττα νοείται η ήττα της ανθρωπότητας και του πολιτισμού και o όρος δεν αναφέρεται σε καμιά περίπτωση σε στρατιωτικοπολιτική ήττα της Αριστεράς. Η ποίηση αυτού του είδους δεν έχει καμιά σχέση με τάσεις ηττοπάθειας ή ‘συνθηκολόγηση’. «Η αξία της δεν βρίσκεται κυρίως ούτε εξαντλείται στον ιδιαίτερο πολιτικό της χαρακτήρα ή τους ιδεολογικούς της περιορισμούς. Βρίσκεται στο ‘ίδιο’ το ποιητικό πεδίο: με τα ιδιαίτερα μέσα της ποίησης, με το αίμα της ποίησης στις καλύτερες στιγμές της υπήρξε ένας υπαρξιακός σπαραγμός απείρως εγγύτερος στην αλήθεια όσων χάθηκαν μέσα στην ιστορική καταστροφή από οποιοδήποτε ‘επικολαϊκό’ κήρυγμα ‘επαναστατικής αισιοδοξίας’», σημειώνει ο Σάββας Μιχαήλ στο αφιέρωμα του «Μανδραγόρα» (σ. 49).
Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην ποίηση του Κωσταβάρα. «Η πορεία της ποίησης του Κωσταβάρα μέσα από την ιστορική απόγνωση, είναι μαθητεία αξιοπρέπειας (...) Ο Κωσταβάρας είναι ταπεινός, συχνά ταπεινωμένος, αλλά συγκλονιστικά αξιοπρεπής», σημειώνει πάλι ο Σάββας Μιχαήλ (σ. 50). Χαρακτηριστικό της πρώιμης ιδίως παραγωγής του είναι ‘το ανεξίτηλο της μνήμης’, των γεγονότων του πολέμου και του εμφυλίου (Δημ. Ραυτόπουλος, ό.π., σ. 47). Η ένταση της μνήμης είναι αυτή που δίνει στην ποίησή του τη βαθιά της ανθρωπιά, τόσο απέναντι στους λαούς που βασανίζονται από τον πόλεμο και τις δικτατορίες σε κάθε άκρη του κόσμου, όσο και απέναντι στους μικρούς καθημερινούς ανθρώπους. «Το μεγάλο σχολείο της ποίησης για μένα ήταν η Μακρόνησος», λέει ο ίδιος στην Πόλυ Κρημνιώτη. «Δεν ξέρω αν θα γινόμουν ποιητής, αν δεν υπήρχε η Μακρόνησος (...) Εποχή τραγική, περίοδος αυτογνωσίας. Εάν ζούσαμε σε ομαλές συνθήκες δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε την ανθρωπιά μας» (ό.π., σ. 58).

Μια από τις βασικές αφετηρίες για την παρακολούθηση του έργου του Θ. Κωσταβάρα είναι το συναίσθημα του φόβου το οποίο εκφράζεται σταθερά σ’ όλο του το έργο ως τη συλλογή Οι μεταμορφώσεις των κήπων του 2003: «Με τον φόβο πάντα πορεύθηκα/με τον φόβο συνεχίζω να διασχίζω τον κόσμο». Σαν κυνηγημένο αγρίμι ο ποιητής «ουρλιάζει, χτυπιέται, χάνεται», κυνηγημένος από τον λύκο που τον καταδιώκει παντού, σ’ αυτό το ποίημα σαχτουρικής καταγωγής που τελειώνει με τον ρυθμικό τρόπο του ‘στρατιώτη ποιητή’ του Σαχτούρη: «Το ’πα κι άλλη φορά,/  το ξαναλέω και πάλι:/ Σαν το αγρίμι˙/ σαν το αγρίμι έζησα τη ζωή μου» («Στη δυναστεία του φόβου», σ. 9). Ο φόβος αυτός σε άλλα ποιήματα, όπως «Τα σκοτεινά παράθυρα της ιστορίας» (ό.π., σ. 15), παίρνει τις διαστάσεις εφιάλτη: το υποκείμενο του ποιήματος φωνάζει και χτυπιέται πίσω από ένα κλεισμένο τζάμι μα κανείς δεν τον ακούει. Ο γενικευμένος αυτός πανικός προκαλείται από τη σταδιακή απώλεια των συντρόφων, από τη μοναξιά μέσα στο πλήθος. Παραθέτω από ένα από τα γνωστότερα ποιήματα του Κωσταβάρα, «Το ημερολόγιο της αυριανής εξορίας», από την ομώνυμη συλλογή τού 1995 (Εκδ. «Νεφέλη» 1995, σ. 16-17):
Έψαχνα μέσα στις λύπες μου, να βρω τ’ αρχαία φτερά μου.
Μα στα όνειρά μου χιόνιζε πάντα.

Κι ήμουνα μόνος στον κόσμο.
Ήμουνα μόνος κι απελπισμένος
σ’ έναν κόσμο που περνούσε πλάι μου αδιάφορος.

Όπως όταν περνάει μέσα στη νύχτα ένα πλοίο κατάφωτο.
Με τις ορχήστρες του στα σαλόνια να παίζουν.

Κι έτσι, αργά και σίγουρα κι επιβλητικά
περνάει πλάι σ’ έναν ναυαγισμένο και χάνεται.

 Στο ποίημα «Ο κήπος του ποιητή δεν είναι σαν πίνακας του Ρουσσώ» (Οι μεταμορφώσεις των κήπων, εκδ. «Μεταίχμιο» 2003, σ. 21) το καταραμένο θηρίο που καταδιώκει τον ποιητή, «το αχόρταγο πράγμα που τον έχει ρημάξει» όπως το άγριο πουλί μέσα στο κεφάλι του Σαχτούρη (βλ. ενδεικτικά το ποίημα «Το καφφενείο» από Το σκεύος), ο λύκος, ο τίγρης, η ιγκουάνα σε άλλα ποιήματα είναι η ίδια η διαδικασία και η πράξη της ποίησης:
Έναν δυνάστη κρύβω στο σπίτι μου.
Μέρα νύχτα γυροφέρνει γρυλίζοντας
κι ούτε λεπτό δεν μ’ αφήνει να ησυχάσω
να περιποιηθώ τις πληγές μου επιτέλους να κοιμηθώ
να ξεχάσω για λίγο τον πόνο μου.

Με σκοτώνει αυτή η εξάρτηση.
Μάταια προσπαθώ να βρω λύση στο πρόβλημα.
Αν και το χειρότερο είναι πως έχω πια συνηθίσει
κι ούτε ξέρω τι θάκανα δίχως αυτό.

Κι όμως αυτό το καταραμένο θηρίο
αυτό το αχόρταγο πλάσμα που μ’ έχει ρημάξει
έρχονται ώρες που δείχνει σαν να με σκέφτεται.
Σαν να με λυπάται, έρχεται και ξαπλώνει στα πόδια μου.
Κι αρχίζει κάτι σαν κλάμα
κάτι σαν κελάρυσμα ρυακιού αρχίζει να βγαίνει από το στόμα του.

Αυτή η επανάληψη των θεμάτων η οποία σημειώνεται στους τελευταίους στίχους του ποιήματος «Στη δυναστεία του φόβου» που διαβάσαμε παραπάνω είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Κωσταβάρα, σε σημείο που η προτελευταία εν ζωή συλλογή του, Οι μεταμορφώσεις των κήπων,  να αποτελεί σύνοψη της ποιητικής του ανέλιξης, δείγμα κι αυτό της ώριμης ποίησης. Πρέπει βέβαια να σημειώσουμε τη σταδιακή μετάβαση από το συλλογικό στο ατομικό βίωμα στην όψιμη ποίησή του όπου γίνεται όλο και εντονότερη η κυριαρχία του συναισθήματος. «Θα ’λεγα πως τα ποιήματα δε γίνονται ούτε με τις ιδέες αλλά ούτε και με τις λέξεις. Τουλάχιστον δε γίνονται μόνο με αυτές. Χωρίς το αίσθημα δεν μπορώ να εννοήσω την ποίηση», σημειώνει ο ίδιος (σε συνέντευξή του στην εφ. «Εποχή», 31.11.1994 που απόσπασμά της αναδημοσιεύεται στο αφιέρωμα του «Μ», σ. 69).
Τι είναι αυτό που σώζει τον Κωσταβάρα από το σαχτουρικό σκότος της απελπισίας και του φόβου; Είναι εμφανές σε όλους τους αναγνώστες του έργου του: η ισχυρή κατάφαση και η αγάπη στη ζωή και τους ανθρώπους, η ύπαρξη του ‘εσύ’ μαζί με το εγώ που κατακτάει βαθμιαία την ποίησή του, ιδιαίτερα και κυρίαρχα με τη μορφή του έρωτα σε όλο το όψιμο έργο του. «Ο συνεχής εστιασμός του λόγου και της φαντασίας του στον άλλο, είτε ως ερωτικής είτε ως αγαπημένης μορφής, είτε ως συντρόφου σε καιρούς νεανικών συστρατεύσεων, συνετέλεσε ώστε να έχει η ποίησή του ένα υλικό βάρος, σωματικό και συναισθηματικό»,  σημειώνει και ο Αλέξης Ζήρας στη δική του κατάθεση για την ποίηση του Κωσταβάρα («Μ», σ. 54).
Ο έρωτας με την αποκαλυπτική του δύναμη δίνει πίσω στον ποιητή τα χαμένα φτερά του και τον κάνει ικανό να πιστεύει στο θαύμα: «Τελικά μόνο στο θαύμα αξίζει πραγματικά να πιστεύουμε», τιτλοφορείται ένα από τα πολλά ερωτικά ποιήματά του, στη συλλογή Στο βάθος του χρώματος του 1993 (σ. 34-35).
Στον Κωσταβάρα «ο έρωτας υμνείται ως διάρκεια, όχι ως κάτι που καίγεται και τελειώνει», λέει ο Σωτήρης Παστάκας (στο αφιέρωμα του «Μ», σ. 62). Όλα τα ερωτικά ποιήματα του Κωσταβάρα είναι αφιερωμένα στη σύζυγό του Αγγελική, «την περισσότερο ίσως τραγουδημένη γυναίκα της μεταπολεμικής ποίησης στην Ελλάδα» σημειώνει ο Νίκος Χουρδάκης. «Οι αδιάλειπτες αφιερώσεις σ’ αυτήν όλων των ερωτικών ποιημάτων που έγραψε ο Κωσταβάρας απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’70 ως σήμερα καθώς κι η συγκλονιστική –θα τολμούσαμε να πούμε μυστική με την θεολογική έννοια– προσήλωσή του στο πρόσωπό της, της δίνουν μια, σχεδόν, μοναδική θέση στην εξέλιξη της μεταπολεμικής ευαισθησίας μας, όπως αυτή καταγράφεται μέσα στην ποίηση» (από το σημείωμα του Χουρδάκη στους Χαιρετισμούς).
Η βαθιά ανθρωπιά και η ένταση του συναισθήματος της ποίησης του Θανάση Κωσταβάρα βρίσκουν το ομόλογό τους στη γλώσσα του: λιτή, ανεπιτήδευτη και αντιρητορική, συνθέτει σε αφηγηματικό στίχο μια ποίηση χαμηλόφωνη με συχνά εκπληκτικές εικόνες όπως στη συλλογή Στο βάθος του χρώματος (εκδ. «Νεφέλη» 1993), όπου σε σύντομα ενσταντανέ δίνονται στιγμές από την παιδική του ηλικία με κυρίαρχη μορφή-οδηγό τη μορφή του ‘λυπημένου’, του νεκρού πατέρα του.
Απ’ αυτήν τη συλλογή παραθέτω ένα ποίημα, από τα ωραιότερα πιστεύω του Κωσταβάρα της ώριμης περιόδου:

Μαζεύοντας βατόμουρα στα περίχωρα του Βόλου


Κατακαλόκαιρο, μεσημέρι, σε ασπρόμαυρο όνειρο.

Πέρα από τα περιβόλια και τους Μπαξέδες.
Πέρα από τ’ Αϊγιοργίτικα σπίτια.
Προς τα χωράφια που απλώνονταν ως την Άλλη Μεριά.

Μαζεύοντας –παιδιά– κάτω απ’ τον ήλιο, βατόμουρα.

Κι αντίκρυ, ο αδερφός μου, άσπρος όπως το χιόνι.
Μ’ έναν αιφνίδιο τρόμο κοιτάζοντας.
Βαθιά στο μάκρος του δρόμου˙
όπου μέσα από σύννεφο σκόνης
προχωρούσε το κάρο με τα τέσσερα κατάμαυρα άλογα.

Με τον καροτσέρη πάνω αδύνατο, σχεδόν οστεώδη.
Σχεδόν δίχως πρόσωπο.
Με το πρόσωπο λιωμένο
κάτω από την καυτή αντηλιά.

Και ψηλά, πολύ ψηλά τα γεράκια.
Σκίζοντας αργά, σάμπως ακίνητα, τον αέρα.

Κι όλα βουβά πέρα ως πέρα και σάμπως ρευστά και τρεμώδη.
Και σάμπως φανταστικά μέσα στο θάμπος της μέρας κι ασάλευτα.

Μα ούτε λύπη μέσα μου, ούτε φόβος.
Πάρεξ μια ομορφιά μόνο, αβάσταχτη, που μου κεντούσε τα μάτια.
Και μια ευτυχία που σμίγαμε πάλι, παιδιά.

Μακριά, στα χωράφια που απλώνονταν
πριν από την Άλλη Μεριά.

Μαζεύοντας, κάτω από έναν κάτασπρο ήλιο, βατόμουρα.

Ο τίτλος της πρώτης ενότητας της συλλογής, «Δώδεκα απόπειρες χρωματικής απόδοσης του σκοτεινού» είναι ενδεικτικός της σχέσης του Κωσταβάρα με το θάνατο, και το φόβο του θανάτου ενάντια στον οποίο επιστρατεύονται οι αναμνήσεις της ευτυχισμένης παιδικής ηλικίας. Οι «επισκέψεις νεκρών» αφθονούν στο έργο του είτε με τη μορφή των γονιών του είτε των νεκρών συντρόφων του, συχνά με το προσωπείο μυθικών μορφών, όπως λ.χ. στα ποιήματα της ενότητας «Δώδεκα ενύπνιες παρεκβάσεις της Οδύσσειας» στους Κήπους στον Παράδεισο (Καστανιώτης 1990). Ο Κωσταβάρας θα συνεχίσει να συνομιλεί με τους νεκρούς του ως το τέλος της ζωής του.
Ίσως να είναι αυτή ακριβώς η τριβή της με το θάνατο και η αντιμετώπισή του που δίνει στην ποίησή του την ένταση και την αποτελεσματικότητά της. Η τελευταία εντύπωση που μένει από την ποίηση του Θανάση Κωσταβάρα είναι η δυναμική της απέναντι στο φόβο και την απελπισία, τη φθαρτότητα της ύπαρξης.
«Όταν όλα δείχνουν το τέλος, η Ποίηση έρχεται και το επισκέπτεται στην ακρότατή του κατάληξη», σημειώνει ο Σάββας Μιχαήλ («Μ», σ. 49),
και ο Θανάσης Κωσταβάρας (Ο θάνατος του ακροβάτη, Νεφέλη 1989, σ. 17):
Τα ποιήματα έρχονται και μας βρίσκουν

όταν όλα μοιάζουν να ’χουν τελειώσει.
Όταν έχουμε εξαντλήσει και τα τελευταία περιθώρια.

*Το κείμενο αυτό αναδημοσιεύεται, με κάποιες αναγκαίες αλλαγές που επέβαλε ο χρόνος, και μικρές προσθήκες, από τα Πρακτικά του Εικοστού Έκτου Συμποσίου Ποίησης.




Βιογραφικό Σημείωμα

Ο Θανάσης Κωσταβάρας γεννήθηκε στην Ανακασιά του Βόλου το
1927  όπου πέρασε τα παιδικά και μαθητικά χρόνια. Αποφοίτησε
από την Οδοντιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1954
και εργάστηκε ως οδοντίατρος. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής
κατοχής εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση. Για την αγωνιστική
του δράση, την οποία συνέχισε και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου
διώχτηκε και φυλακίστηκε. Στο χώρο της λογοτεχνίας παρουσιάστηκε
το 1956 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής Αναζήτηση.
Ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία και το θέατρο.
Έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, πολωνικά και γερμανικά

Εργογραφία

Ι.Ποίηση

Αναζήτηση. 1956.
Αναβίωση. 1957.
Έξοδος. Αθήνα, 1957.
Κοντσέρτο για κυκλάμινα και ορχήστρα ωρών. Αθήνα, 1958.
Ρωμαίικη σουίτα. 1959.
Ο γυρισμός. 1963.
Κατάθεση. 1965.
Συμπληρώματα. 1970.
Κήποι στον Παράδεισο. Αθήνα, Καστανιώτης, 1990.
Το ημερολόγιο της αυριανής εξορίας. Αθήνα, Νεφέλη, 1995.

ΙΙ.Πεζογραφία

Το ρήγμα (διηγήματα). 1966.
Ο λάκκος (διηγήματα). 1972.

 ΙΙΙ.Θέατρο

Το Φαγκότο ή Το τραγικό τέλος του Νικηφόρου Φωκά
 και η ηρωική ζωή του Π.Ν.Πάστη. 1971






ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΓΚΥΓΕΒΙΚ (Eugène Guillevic) - ΠΟΙΗΜΑΤΑ




ΚΕΡΑΣΙΑ

Να λοιπόν που έγινες
όπως σε ονειρευτήκαμε,

Μια λευκότητα μόνο
Που τρομάζει τον ορίζοντα,

Μια αρραβωνιαστικιά
έτοιμη για γάμο.

Ποιος θα σε πάρει;
Ποιος πρέπει να ‘ρθει;

μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης


ΣΗΜΕΙΟ

Ίσως δεν είναι παρά
Το σημείο δύο γραμμών που συναντώνται.

Δε μου ανήκει τίποτε.

Λένε μονάχα: Ξεκινώντας απ’ αυτό το σημείο,
Φτάνοντας σ’ αυτό το σημείο...

Δεν ξέρω τίποτε.

Όμως ποιος
Θα με σβήσει;

μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης


ΠΟΡΤΡΕΤΟ

Τα χέρια
Είναι οξέα.

Τα πόδια,
Όρθιος σταθμός.

Και η βαφή,
Είδος τροφής.

Κι ο βήχας
Είναι οι ατμοί του εργοστασίου
Και το σπίτι.

Όμορφη ωστόσο, όμορφη
Για να μου δίνει κουράγιο:

Με το βλέμμα
Αυτών της των ματιών.

μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης


ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ

Τ’ αγριολούλουδα θα’ χουν ξοφλήσει
τουλάχιστον το χρέος τους.

Μην τρέμεις.
Συνεχίζεις.

μετάφραση: Βασίλης Καραβίτης

Χριστόφορος Λιοντάκης «Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης» εκδόσεις Καστανιώτη



DOUCEUR

Je dis : douceur.

Je dis : douceur des mots
Quand tu rentres le soir du travail harassant
Et que des mots t'accueillent
Qui te donnent du temps.

Car on tue dans le monde
Et tout massacre nous vieillit.

Je dis : douceur,
Pensant aussi
À des feuilles en voie de sortir du bourgeon,
À des cieux, à de l'eau dans les journées d'été,
À des poignées de main.

Je dis : douceur, pensant aux heures d'amitié,
À des moments qui disent
Le temps de la douceur venant pour de bon,

Cet air tout neuf,
Qui pour durer s'installera.




Eugène Guillevic
From Wikipedia, the free encyclopedia
Eugène Guillevic (CarnacMorbihan, France, August 5, 1907 Carnac – March 19, 1997 Paris) (French pronunciation: ʒɛn ɡijəvik]) was one of the better known French poets of the second half of the 20th century. Professionally, he went under just the single name "Guillevic".

Life

He was born in the rocky landscape and marine environment of Brittany. His father, a sailor, was a policeman and took him to Jeumont (Nord) in 1909, Saint-Jean-Brévelay (Morbihan) in 1912, and Ferrette (Haut-Rhin) in 1919.
After a BA in mathematics, he was placed by the exams of 1926, in the Administration of Registration (Alsace, Ardennes). Appointed in 1935 to Paris as senior editor at the Directorate General at the Ministry of Finance and Economic Affairs, he was assigned in 1942 to control the economy. He was from 1945 to 1947 in the Cabinets of Ministers Francis Billoux (National Economy) and Charles Tillon(Reconstruction). In 1947 after the ouster of Communist ministers, he returned to the Inspector General of Economics, where his work included studies of the economy and planning, until his retirement in 1967.[1]
He was a pre-war friend of Jean Follain, who introduced him to the "Sagresse" group. Then he belonged to the "School of Rochefort".
He was a practicing Catholic for about thirty years. He became a communist sympathizer during the Spanish Civil War, and in 1942 joined the Communist Party when he joined with Paul Éluard,[2] and participated in the publications of the underground press (Pierre SeghersJean Lescure).
His poetry is concise, straightforward as rock, rough and generous, but still suggestive. His poetry is also characterized by its rejection of metaphors, in that he prefers comparisons which he considered less misleading.




Awards

1976 Grand Award for Poetry of the Académie française
1984 Grand National Prize for Poetry
1988 Prix Goncourt for poetry
[edit]English translation works
Carnac, Bloodaxe, John Montague (Translator), December 2000, ISBN 978-1-85224-393-7
The Sea & Other Poems, Black Widow Press/Commonwealth Books, Inc. Patricia Terry (Translator), July 15, 2007, ISBN 978-0-9768449-8-3

French works

L'Expérience Guillevic (1923–1938, documents de travail publiés en 1994)
Requiem (1938, plaquette de 6 poèmes non repris par l'auteur)[1]
Terraqué, Gallimard, Paris, 1942.
Elégies, avec une lithographie de Jean Dubuffet, Le Calligraphe, Paris 1946
Fractures, Éditions de Minuit, collection L'Honneur des poètes, Paris 1947
Exécutoire, Gallimard, Paris, 1947.
Gagner, Gallimard, Paris, 1949.
Terre à bonheur, Seghers, Paris, 1952; édition augmentée d' Envie de vivre, Seghers, Paris, 1985.
31 sonnets, préface Aragon, Gallimard, Paris, 1954 [recueil que Guillevic n'a pas souhaité voir réédité].
Carnac, Gallimard, Paris, 1961.
Sphère, Gallimard, Paris, 1963.
Avec, Gallimard, Paris, 1966.
Euclidiennes, Gallimard, Paris, 1967.
Ville, Gallimard, Paris, 1969.
Paroi, Gallimard, Paris, 1970.
Encoches, Editeurs français réunis, Paris, 1970.
Inclus, Gallimard, Paris, 1973.
Du domaine, Gallimard, Paris, 1977.
Étier, poèmes 1965-1975, Gallimard, Paris, 1979.
Autres, poèmes 1969-1979, Gallimard, Paris, 1980.
Trouées, poèmes 1973-1980, Gallimard, Paris, 1981.
Guitare, avec des bois en couleurs de Gérard Blanchet, Les Bibliophiles de France, 1982
Requis, poèmes 1977-1982, Gallimard, Paris, 1983 (ISBN 2070267385).
Timbres, Ecrits des Forges, Trois-Rivières, 1986 (ISBN 2890460983).
Motifs, poèmes 1981-1984, Gallimard, Paris, 1987 (ISBN 2070711102).
Creusement, poèmes 1977-1986, Gallimard, Paris, 1987 (ISBN 2070711099).
Qui, L'Instant perpétuel, Rouen, 1987
Art poétique, poème 1985-1986, Gallimard, Paris, 1989 (ISBN 2070717283).
Le Chant, poème 1987-1988, Gallimard, Paris, 1990 (ISBN 207072123X).
Impacts, Deyrolle Editeur, Cognac, 1990 (ISBN 2908487012).
Maintenant, poème 1986-1992, Gallimard, Paris, 1993 (ISBN 2070733424).
Possibles futurs, poèmes 1982-1994, Gallimard, Paris, 1996 (ISBN 2070745678).
Proses ou Boire dans le secret des grottes, Fischbacher, Paris, 2001 [édition posthume élaborée par Lucie Albertini-Guillevic et Jérôme Pellissier]. (ISBN 9782717900262)
Quotidiennes, poèmes 1994-1996, Gallimard, Paris, 2002.
Présent, poèmes 1987-1997, Gallimard, Paris, 2004 (ISBN 2070770214)
Pas si bêtes'!, Seghers Jeunesse, 2004,(ISBN 2232122530)
Relier, poèmes 1938-1996, Gallimard, Paris, 2007 [édition posthume élaborée par Lucie Albertini-Guillevic], 810 p. (ISBN 9782970785148)
Humour blanc et autres fabliettes, Seghers Jeunesse, 2008 (ISBN 9782232123016)

Reedited pocket edition

Terraqué, suivi d'Exécutoire, préface Jacques Borel, 1968.
Sphère suivi de Carnac, 1977.
Du domaine suivi de Euclidiennes.
Etier suivi de Autres, 1997 (ISBN 2070326284).
Art poétique précédé de Paroi et suivi de Le Chant.
Possibles futurs, 2007.
[edit]References
^ James Kirkup (25 March 1997). "Obituary: Eugène Guillevic". The Independent.

External links

Michael Brophy (1993). Eugène Guillevic. Rodopi. ISBN 978-90-5183-527-4.



Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ Χ. ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ




Η ΨΥΧΗ ΜΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ

.

Η ψυχή μας

καρφωμένο τομάρι στην τάβλα.

.

Μεγαλώσαμε όπως το δέντρο απλώνει σταθερά τους

κύκλους του,

ενώ οι εμπρηστές το απειλούνε,

ταξιδέψαμε ακίνητοι

και οι ρίζες μας πέσανε

σε καθαρές φλέβες, σε σάπια νερά,

ο κεραυνός πολλές φορές μας διάλεξε για καταφύγιο·

.

δεν αρνηθήκαμε την ψυχή μας

γιατί ο πόνος δεν είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος,

γιατί η αγάπη δεν είναι το έσχατο όριο.

.

Η ψυχή μας

τομάρι στην τάβλα,

με καρφιά και γάντζους,

κάθε μέρα

στα χέρια των κερδοσκόπων.


  
Π ρ ό δ ρ ο μ ο ς  Χ.  Μ ά ρ κ ο γ λ ο υ  (1935)
Από τη συλλογή Τα κύματα και οι φωνές, 1971


Πάνω σας γαντζώνω η φωνή μου

Από χαλυβουργεία και διυλιστήρια
Στην αλλοτρίωση των καύσεων
Έρημες φτωχές λέξεις σας κουβαλώ
Σε πόλη αδιάφορη πρησμένη σκουπίδια
και γύρω λυσσασμένοι για επιτυχία
Ενώ μοντάρω όργανο υποθετικής επικοινωνίας
Δρόμοι υψικάμινοι και τρέχουν
Ισοζύγιοι οραματιστές
Καλπάζουν στην καταναλωτική μανία
Κλούβες μπαγλαρώνουν την απεργία
Και σταλάζει ο ουρανός κατράμι
Φτωχές ελληνικές μου λέξεις
Πάνω σας γαντζώνω τη φωνή μου
Και βουλιάζω.




Κενά μνήμης

Ξαπλωμένο φουρτούνιαζε το φεγγάρι
Όλο το βράδυ πευκοβελόνες ψιθύριζαν στο τζάμι
Τώρα θορυβούν σπουργίτια ασταμάτητα
Καθώς ξυπνώ στο πρωινό σκοτάδι

Χάνονται στο φως οι λέξεις, εικόνες ανώνυμες μένουν
Το λευκό χαρτί της ψυχής μπουκώνει μελάνι
Συλλαβές ανασύρω απροσδιόριστης ευκρίνειας
Καθώς το χέρι οργισμένο θερίζει ψήγματα
Γλιστρούν οι λέξεις κι αδιάβατες μένουν

Μόνον στα όνειρα τρέχουν τα λόγια χείμαρρος
Στη δίνη βουλιάζουν, στη σκοτεινιά της μνήμης
Και μένει κρύσταλλο στο κενό που πληγώνει

Και πληγώνει,
Αφού οι λέξεις στην ερημιά χάνονται του κόσμου,
Στην ερημιά μιας άδηλης πραγματικότητας.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πανδώρα, τεύχος 20 (Μάιος-Νοέμβριος 2007)




Ο Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου γεννήθηκε το 1935 στην Καβάλα. Οι γονείς του ήταν
πρόσφυγες από Καππαδοκία και Πόντο. Το 1944 χτυπήθηκε από γερμανική
χειροβομβίδα κι έχασε το αριστερό του χέρι. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή
Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών Αθηνών. Εργάζεται σε διάφορες
ιδιωτικές επιχειρήσεις. Από το 1971 ζει στη Θεσσαλονίκη.
Πρωτοεμφανίστηκε το 1962 με την ποιητική συλλογή Έγκλειστοι. Έγραψε ποίηση
αλλά και πεζά κείμενα. Εργασίες του έχουν δημοσιευτεί σ' εφημερίδες, περιοδικά
κι Ανθολογίες. Επίσης έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά,
γερμανικά, ρωσικά, ιταλικά, πολωνικά, ρουμανικά.
Το 1998 έλαβε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για το βιβλίο του Σπαράγματα.




Ποιητικές συλλογές:
«Έγκλειστοι», Καβάλα, 1962
«Χωροστάθμηση», Καβάλα, 1965
«Τα κύματα και οι φωνές», Θεσσαλονίκη, 1971
«Το δόντι της πέτρας», Θεσσαλονίκη, 1975
«Συνοπτική διαδικασία», Θεσσαλονίκη, 1980
«Έσχατη υπόσχεση (1958-1978)» (συγκεντρωτική έκδοση), εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1984
«Πάροδος Μοναστηρίου», εκδ. Στιγμή, Αθήνα, 1989
«Σημειώσεις για ποιήματα που δεν γράφτηκαν», εκδ. Χειρόγραφα, Θεσσαλονίκη, 1993
«Έσχατη υπόσχεση (1958-1992)» (συγκεντρωτική έκδοση), εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1996
«Ονείρων κοινοκτημοσύνη», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2002

Πεζογραφία:
«Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη» (πεζό κείμενο), εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1980
«Στιγμή», Αθήνα, 1985
«Σταθερή απώλεια» (διηγήματα), εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα, 1992
«Σπαράγματα» (νουβέλα), εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1997









Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ



Οι θεοί είναι επιτυχείς.
Ζουν την ήρεμη ζωή των ριζών.
Η μοίρα  τις επιθυμίες τους δεν τις καταπιέζει
Ή, τις καταπιέζει, αλλά τις εξαγοράζει
Με την αθάνατη ζωή.
Οι θεοί θλίβονται
Εξαιτίας ίσκιων ή άλλων όντων.
Και κάτι επιπλέον: δεν υπάρχουν
10-7-1920



Δεν ξέρω πόσες ψυχές έχω.
Αλλάζω κάθε στιγμή
Πάντα σαν ξένος νιώθω.
Ποτέ δεν βρήκα τον εαυτό μου.
Για να 'μαι ζωντανός, έχω ψυχή.
Άνθρωπος που έχει ψυχή, δεν έχει ηρεμία.
Άνθρωπος που βλέπει, είναι αυτό που βλέπει.
Άνθρωπος που νιώθει, δεν είναι αυτό που νιώθει.

Προσεχτικός σε ό,τι είμαι και σε ό,τι βλέπω,
Γίνομαι οι άλλοι και σταματώ να είμαι εγώ.
Κάθε μου όνειρο, κάθε επιθυμία
Ανήκει σε όποιον το 'χει και όχι σ' εμένα.
Το τοπίο μου είμαι εγώ ο ίδιος.
Το ταξίδι μου παρακολουθώ
Διαφορετικός κινούμενος και μόνος.
Εδώ που βρίσκομαι δε νιώθω πια τον εαυτό μου.

Αυτό που διαβάζω σαν ξένος
Με κάνει σαν σελίδα να νιώθω.
Μην ξέροντας τι πρόκειται να έρθει, 
Ξεχνώντας ό,τι πέρασε,
Σημειώνω στο περιθώριο αυτό που διαβάζω
Αυτό που νομίζω πως ένιωσα.
Ξαναδιαβάζοντας διερωτώμαι: "εγώ είμαι αυτός;"
Ο Θεός ξέρει, γιατί αυτός το έγραψε.
28-4-1930



Λένε;
Ξεχνούν.
Δε λένε;
Θα πουν.

Κάνουν;
Μοιραίο.
Δεν κάνουν;
Το ίδιο είναι.

Γιατί
Να ελπίζουμε;
Όλα
Όνειρο είναι.

Όλα τα ποιήματα είναι από το βιβλίο "Φερνάντο Πεσσόα - Κ.Π.Καβάφης , Τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου" εκδόσεις Μεταίχμιο


Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

ΜΑΞ ΖΑΚΟΜΠ (Max Jacob) - ΠΟΙΗΜΑΤΑ



ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ

Ποιος είδε το βάτραχο να διασχίζει ένα δρόμο; Είναι ένας πολύ μικρός αν-
θρωπάκος: μια κούκλα δεν είναι πιο μικροσκοπική. Σέρνεται στα γόνατά του:
ντρέπεται, θα 'λεγες...; Όχι! Πάσχει από ρευματισμούς. Μια κνήμη μένει πίσω,
την σέρνει! Πού πάει έτσι; Βγαίνει από τον υπόνομο, δυστυχισμένος κλόουν. Κα-
νένας δεν πρόσεξε αυτόν τον βάτραχο στο δρόμο. Άλλοτε, κανένας δεν με πρό-
σεχε στο δρόμο· τώρα, τα παιδιά κοροϊδεύουν το κίτρινο άστρο μου. Ευτυχισμέ-
νε βάτραχε! Εσύ δεν έχεις το κίτρινο άστρο.

μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης





ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ

Ω λιμάνι του ποταμού και τις σκιερής χλόης. Πέρασε κατά μήκος της προβλή-
τας με τις πέτρες η μικρή βάρκα φορτωμένη με τους φίλους μου· ένας μόνο μου
άπλωσε φιλόστοργο χέρι. Έχω τόσους φίλους που θα μπορούσαν να μυρμηγ-
κιάσουν αυτό το βουνό, να γεμίσουν έναν ωκεανό με τριήρεις και κωπηλάτες. Ω
απ' αυτούς, κρυμμένους κάτω απ' το πανί που προστατεύει τους πιο ευαίσθη-
τους, προφυλαγμένους εναντίον μου. Ένας μόνο μου άπλωσε φιλόστοργο χέρι
κι αυτός δεν είναι εκείνος που αγαπούσα πιο πολύ μα εκείνος που πρόθυμα
ξεχνάω.

μετάφραση: Τάσος Κόρφης





Ο ΠΥΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ

Ω! δεν τολμώ να μάθω! δε θέλω να μάθω. Όχι! είναι αδύνατο να σηκωθώ για
να μάθω! Ο πυροβολισμός! ο πυροβολισμός! χθες βράδυ ήταν τόσο λυπημέ-
νος: το φτωχό του το πουγκί! η φτωχή του η καρδιά! ακόμα κι αν ο ήλιος ψηλώσει
στο ουρανό δε θ' αποφασίσω να μάθω... Θα 'θελα να πεθάνω από θλίψη καλύ-
τερα σ' αυτό το κρεβάτι. Το σπίτι έχει ακόμα τα παντζούρια κλειστά· ανταμώ-
νω το γέρο Φ... Θ' άκουσε οπωσδήποτε τον πυροβολισμό και με κοιτάει λυπημέ-
νος. Η αδελφή μου που ντύνεται μου λέει: "Θα πρέπει να πας να δεις στο δάσος
με τα έλατα". όμως δεν απαντώ· κρύβω το κεφάλι μου στα χέρια και κλαίω με
λυγμούς... Ίσως να μην υπάρχει τίποτα πίσω από αυτά, παρά ένας πρωινός
κυνηγός. Ω! δεν τολμώ να μάθω, δε θέλω να μάθω: χθες βράδυ ήτανε τόσο
απελπισμένος.

μετάφραση: Τάσος Κόρφης

Από το βιβλίο του Χριστόφορου Λιοντάκη "Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης - από τον Μπωντλαίρ ως τις μέρες μας" εκδόσεις Καστανιώτη



ΖΑΚΟΜΠ ΜΑΞ Γάλλος ποιητής και πεζογράφος. Γεννήθηκε το 1876. Εβραϊκής καταγωγής, στα 38 του χρόνια ασπάστηκε τον ρωμαιοκαθολισμό. Εγκατέλειψε τις σπουδές του για να πάει στην Παρισινή Συνοικία Μονμάρτη. Το 1921 εγκαθίσταται στο χωριό Σαιν-Μπενουά όπου το 1944 συνελήφθη από τους Γερμανούς ως εβραίος και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ντρανσύ. Πέθανε εκεί το 1944 από πνευμονική συμφόρηση. Η ιστορία του βασιλιά Καμπούλ του Α΄ και του παραμάγειρα Γκωβαίν ήταν το πρώτο βιβλίο του Ζακόμπ. Επίσης σημαντικά έργα του συγγραφέα είναι: η υπεράσπιση του Ταρτούφου, Κινημάτομα, Αποσπάσματα από απομνημονεύματα άλλων, Το κεντρικό εργαστήριο, Ο άνθρωπος από σάρκα και ο άνθρωπος από αντανάκλαση.



VANTARDISES D’UN MARIN BRETON IVRES

C’est moi, c’est moi qui suis Moïse
Venez à la Terre promise
Rien à payer pour le passage,
venez car c’est votre avantage
Tous les tunnels de la mer Rouge
Je les percerai de ma gouge.

C’est moi, c’est moi qui suis Samson.
Je suis le patron des coiffeurs.
J’aurais bien dû rester garçon
ma femme a causé mon malheur.

Comme elle faisait la besogne
qu’avais-je à faire que l’ivrogne ?
C’est moi le grand roi Salomon
Pour ma guerre avec Alexandre
j’ai fourni plus de cent millions.
Quand ce Grec a voulu descendre
dans la cave où est mon pognon
l’or s’est trouvé changé en cendres.

Attendez !... Dieu, c’est Jésus-Christ
C’est moi !... c’est moi !... je vous le dis.
Mon sourire est doux comme un ange
avec le vôtre je l’échange
Je suis Dieu ! écoutez mon cri :
Je vous invite au Paradis.






Max Jacob
From Wikipedia, the free encyclopedia
Max Jacob (July 12, 1876 – March 5, 1944) was a French poetpainterwriter, and critic.
Life and career
After spending his childhood in QuimperBrittany, France, he enrolled in the Paris Colonial School, which he left in 1897 for an artistic career. On the Boulevard Voltaire, he shared a room with Pablo Picasso who he became great friends with( and was included in his artwork 'Three Musicians'), who introduced him to Guillaume Apollinaire, who in turn introduced him to Georges Braque. He would become close friends with Jean CocteauJean HugoChristopher Wood and Amedeo Modigliani, who painted his portrait in 1916. He also befriended and encouraged the artist Romanin, otherwise known as French politician and future Resistance leader Jean Moulin. Moulin's famous nom de guerre Max is presumed to be selected in honor of Jacob.
Jacob, who had Jewish origins, claimed to have had a vision of Christ in 1909, and converted to Catholicism.
Max Jacob is regarded as an important link between the symbolists and the surrealists, as can be seen in his prose poems Le cornet à dés (The Dice Box, 1917 - the 1948 Gallimard edition was illustrated by Jean Hugo) and in his paintings, exhibitions of which were held in New York City in 1930 and 1938.
His writings include the novel Saint Matorel (1911), the verses Le laboratoire central (1921), and Le défense de Tartuffe (1919), which expounds his philosophical and religious attitudes.
Death
Eventually he would be forced to move to Saint-Benoît-sur-LoireLoiret, where he was hiding during the German occupation of World War IIJewish by birth, Jacob’s brother was deported to Auschwitz and then his sister Mirthé-Léa and her husband were deported where they were murdered by theNazis. On February 24, 1944 Max Jacob too was arrested by the Gestapo and put into Orléans prison. He was then transferred to Drancy internment camp from which he was to be transported to a concentration camp in Germany. However, said to be suffering from bronchial pneumonia, Max Jacob died in Drancy[1] on March 5.[2]
First interred in Ivry, after the war ended in 1949 his remains were transferred by his artist friends Jean CassouPablo Picasso and René Iché (who sculpted the tomb of the poet) to the cemetery at Saint-Benoît-sur-Loire in the Loiret département.
Pseudonyms
As well as his nom d'état civil, or regular name, Jacob worked under at least two pseudonyms, Léon David and Morven le Gaëlique.
See also
Description: Portal icon
Description: Portal icon
  • Furniture musicErik Satie's second set of furniture music was composed and performed in 1920 as Entr'acte music for one of Jacob's comedies (Ruffian toujours, truand jamais - text of this play is lost)
  • The Selected Poems of Max Jacob, trans. William Kulik (Oberlin College Press, 1999), ISBN 0-932440-86-X
  • Monsieur Max (2007), French TV movie starring Jean-Claude Brialy as Jacob, in Brialy's last film role
References
  1. ^ The French poet Nicolas Grenier has written a tribute poem to a Max Jacob.
  2. ^ Caws, Mary Ann (2004). Yale Anthology of 20th-century French PoetryYale University Press. p. 47. ISBN 978-0-300-10010-5.
External links

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΤΙΝΙΟΣ - ΕΝΑΣ ΔΡΟΜΕΑΣ ΜΕΓΑΛΩΝ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΝ ΜΕ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΕΣ



Μας κοροϊδεύει ο θάνατος


Μας κοροϊδεύει ο θάνατος.
- Είναι ωραία η ζωή ρε, μα πάλι δικοί μου είστε...
Μας κοροϊδεύει ο θάνατος.
- Ερωτευτείτε ρε, μα πάλι δικοί μου είστε...
Μας κοροϊδεύει ο θάνατος.
- Κάντε πλούτη ρε, μα πάλι δικοί μου είστε...
Μας κοροϊδεύει ο θάνατος
κάθε μέρα, κάθε ώρα, σχεδόν κάθε στιγμή.
Μας κοροϊδεύει ο θάνατος,
μα την ώρα του οργασμού
σκύβει το κεφάλι
και σωπαίνει.


Είχα κάτι φίλους


Είχα κάτι φίλους "επαναστάτες", "αναρχικούς",
χιπηδες, αξύριστους, "ροκάδες".
Έπιναν το κρασί της κουλτούρας
από το πιο "in"
κουλτουριάρικο στέκι της πόλης
και έκαναν όνειρα...
Αγαπούσα τα όνειρά τους...
Έγραφαν συνθήματα με σπρέι στους τοίχους,
κάπνιζαν οκλαδόν, με μια μπύρα παρά πόδας στα πάρκα,
συζητούσαν με τις ώρες και έκαναν όνειρα...
Αγαπούσα τα όνειρά τους...
Χθες η συνεστίαση των φίλων
έμοιαζε με συνέδριο επιχειρηματιών·
έτρωγαν, κάπνιζαν, μιλούσαν, γελούσαν
και έκαναν όνειρα...
Γαμώ την κατάντια μας...
Με φόβισαν πολύ,
μα πάρα πολύ τα καινούρια όνειρά τους.


Σε κάθε κορμί που ναυάγησα


Σε κάθε κορμί που ναυάγησα
ένα κομμάτι της ψυχής μου άρπαξε.
Μετάγγισα στην πληγή μου,
για να σωθώ αίμα άλλης πληγής,
μα με αίμα πληγής, πληγή δεν κλείνει.
Ήπια νερό με βδέλλες και σκουλήκια, για να ξεδιψάσω,
και από τότε έχουν τροφή και νερό τα ερπετά ανεξάντλητη.
Κάθε κορμί ένα κομμάτι της ψυχής μου ρουφούσε.
Μέχρι που ψυχή δεν έμεινε στο σώμα
Μέχρι που το σπέρμα για κατούρημα από το κορμί κυλούσε.
Μέχρι που η ηδονή και ο οργασμός στα λεξικά κλείστηκαν.
Μέχρι που το μέχρι, δεν ξέρω και εγώ που κρύφτηκε.
Η πάλη έρωτα και σάρκας μέσα μου φουντώνει
και με καθιστά ανέραστο,
αφού το πολύ δεν γεύτηκα και το λίγο πλέον το αρνιέμαι.


Από το βιβλίο του Κώστα Πατίνιου "είναι μέρες που αναπνέω τη σιωπή τους", εκδόσεις Αρμίδα



Ο Κώστας Πατίνιος γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1971...
Εργάζεται ως Λειτουργός σε ίδρυμα με παιδιά με ειδικές ανάγκες. Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά. Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί, ενώ το βιβλίο αυτό, με μικρά διηγήματα και ποιήματα, είναι το πρώτο που εκδίδει. Αθλητής μεγάλων αποστάσεων είναι ένθερμος υποστηρικτής της δια βίου άθλησης, την οποία θεωρεί ασπίδα στην παρακμή που χαρακτηρίζει την εποχή μας.