ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ - ΓΥΜΝΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ




Τσιμέντο και σίδερο στον πνιγμένο αέρα
πανάρχαια γόησσα Αθήνα
γυαλίζει τ’ άσπρο σου στήθος απόψε
άσε με να σου το σφίξω μέχρι να πονέσεις
χύνοντας κόκκινο γάλα
καθώς θ’ ακούς το τραγούδι της συνουσίας
παράμερα στα δεντράκια δύο μαθητών
του γυμνασίου και το ρυθμό της καρδιάς μου
σ’ αυτό το βράδυ των μεθυσμένων συντριβανιών
του αμύγδαλου-κόσμου
……………………………………………………………………..
Ακου το ουρλιαχτό του περιπολικού και κοίτα
Αυτούς που οτυς βάζουν στο αυτοκίνητο και
Βιαστικά τους οδηγούν στο τμήμα .
Με προβολείς στο μάτι τους  ρίχνουν κάτω
Τους ψάχνουν κι η μέση τους σπάει στο τραπέζι
Και τους αφήνουν με το στόμα πεταμένο
Στον ουρανό πάνω σ’ ένα κολοσιαίο
Κλάξον αυτοκινήτου πάνω στο δάπεδο του γραφείου
Τα παιδιά με τα γυαλιστερά εξαρτήματα
Ειδικευμένα στον τρόμο και τα μεγαλοπρεπή
Σειρήτια στα μάτια τους.
                                    Κι αυτοί που
Έχουν δολοφονηθεί αδιαμαρτύρητα ή πετάχτηκαν
Απ’ την ταράτσα του κτιρίου μετά το πέρας
Των ανακρίσεων όπως γίνεται στο σινεμά
Κι αυτοί που αφανίστηκαν μες στη θάλασσα
Θέλοντας να το σκάσουν και οι καιροί
Αποθρασύνοντας τον ισχυρό
Σ’ αυτό τον κόσμο τον παράφρονα της φυλακής.

Κι αυτοί που πολτοποιήθηκαν απ’ τα τανκς
Μέσα στο Πολυτεχνείο ή έσκασαν απ’ τα
καπνογόνα κι αυτοί που σταυρώθηκαν
Στα διασταυρούμενα πυρά
Φωνάζοντας μέχρι τον άλλο κόσμο
«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»



Από τη συλλογή Γυμνός ομιλητής (Αθ. 1977)





Ο Λευτέρης Πούλιος είναι ένας από τους πολυγραφότερους ποιητές μας από τη δεκαετία του ’60 μέχρι και σήμερα και βασικός εκπρόσωπος της «γενιάς» του ’70. Το βιβλίο του «Ο γυμνός ομιλητής» κυκλοφόρησε το 1977. Αρκετά ακόμη ποιήματα αυτής της ενότητας δίνουν την αίσθηση πως γράφτηκαν ενόσω ο ποιητής νοσηλευόταν.


ΜΑΓΝΗΤΙΚΟ ΒΟΥΝΟ

Τούτες οι γραμμές στο τρελάδικο χαραγμένες
ηχούν τόσο πιο εμφατικά όσο οι μάσκες
από σφυρήλατο χρυσάφι κάνουν σινιάλα ζωής.
Κι η στάση μου ανθρώπου που γνώρισε επιτέλους,
διεργασία στο υποσυνείδητο
ενός κάρου σανού που οδηγεί ο Ιερώνυμος Μπος
(….)
Το δωμάτιο σ’ ένα πηγάδι οι ώρες σ’ εμπόλεμη κατάσταση
η μνήμη αναποδογυρίζει τρακαρισμένα αυτοκίνητα
(…)
Θα σας δείξω δρόμους χαραγμένους
σε παράξενη παιδικότητα.
Θα σας μοιράσω τους θησαυρούς μου
της σχιζοφρένειας.
(…)

Η πρώτη απόπειρα τηλεφωνικής συνομιλίας με τον ποιητή κατέληξε στη μοναδική «συμβουλή» που μου έδωσε, παραπέμποντάς με στο παραπάνω ποίημα (πρβ. «ό,τι είχα να πω το είπα στο μαγνητικό βουνό»), Η οποία μου επιβεβαίωσε αυτήν ακριβώς τη θεραπευτική δύναμη της ποιήσης, όπως πολύ καιρό πριν την περιγράφει κι ο Καβάφης στο ποίημα «Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ. Χ.». Το ποιήμα ολοκληρώνεται με το δίστιχο: «Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως / που κάμνουνε –για λίγο– να μη νοιώθεται η πληγή». Ο Μανώλης Νταλούκας, στο βιβλίο του «Ελληνικό Ροκ», σε κείμενο με τον τίτλο «Ψυχεδέλεια και Πούλιος», ερμηνεύει τη σημασία της ψυχεδέλειας όπως αυτή εμφανίζεται ως τάση στην Ελλάδα, έχοντας για στόχο της «να απομακρύνει τους νέους από την αδιάφορη, πληκτική, καταναλωτική, ανήμπορη και συμβιβασμένη κοινωνία». Ο Νταλούκας συνεχίζει με αναφορές στην αντιδικτατορική διάθεση του Πούλιου και στη γενικότερη αντισυμβατική, ενάντια στους ψευδείς εαυτούς, στάση του, για να καταλήξει σημειώνοντας τα παρακάτω:
Για τον Λευτέρη Πούλιο, το πέρασμα στην ψυχεδελική κουλτούρα δεν είναι ανώδυνο. Αντιμετωπίζει πρώτα την απόρριψη του κομμουνιστή πατέρα, και μετά την κοροϊδία της γειτονιάς και των σοβαροφανών “ιδεολόγων”.
Ο ίδιος δεν υπολογίζει την κριτική, στο τέλος, όμως, ένα τεράστιο στράτευμα αυτόκλητων σωτήρων τον καταβάλει και τον αρρωσταίνει ψυχικά. Νοσηλεύεται σε ψυχιατρείο, όπου υποβάλλεται σε ηλεκτροσόκ που τον καταστρέφουν. Έχει οράματα μιας δύναμης που του μετρά “αμαρτίες”, και σε μία κρίση αποφασίζει ότι πρέπει να τιμωρηθεί, και το κάνει λιώνοντας με μια πέτρα τα δάχτυλα του ενός χεριού του.
Η ακραία άποψη του νευροψυχίατρου Φιλιππόπουλου θεωρεί ότι η «έμπνευση ως ένα σημείο δεν ξεχωρίζει από τον αυτισμό, την παθολογική εσωτερίκευση του σχιζοφρενικού». Θα τολμούσαμε να πούμε, πάντως, πως ένα σημαντικό ζήτημα που διαφοροποιεί το λόγο του ποιητή από το λόγο άλλων είναι ότι η ποίησή του δεν αφορά μόνο τον εαυτό του, γιατί ακριβώς καταφέρνει να εκφράσει, γράφοντας για την ασθένειά του, την ουσία της ασθένειας, και περιγράφοντας τον κόσμο του, τον πυρήνα του ανθρώπινου πόνου, ουτώς ώστε να καταστεί μέτοχος ενός εν πολλοίς οδυνώμενου συλλογικού σώματος.




Λευτέρης Πούλιος: «Είναι θαυμάσιο να τραγουδάς»

Γράφει ο Χάρης Βλαβιανός


«ΤΗΝ ΑΚΑΤΑΣΤΑΣΙΑ 
ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΝΩ./
 
Η ΠΟΙΗΣΗ
ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ./
Σ΄ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ
ΜΙΚΡΟΨΥΧΟ ΕΙΝΑΙ
ΠΕΡΙΤΤΗ./ ΔΕΝ
ΔΙΑΤΗΡΕΙΤΑΙ ΜΕΣΑ
ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ/ ΤΗΣ
ΛΟΓΙΚΗΣ,/ ΟΥΤΕ
ΦΥΣΙΚΑ ΣΧΕΤΙΖΕΤΑΙ
ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ.
/ Η ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ
ΤΗ ΣΚΟΤΩΝΕΙ»,

ΣΗΜΕΙΩΝΕΙ Ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ 
ΠΟΥΛΙΟΣ.
 

Γενέτειρα: Αθήνα 1944. Βάπτισμα πυρός: Σε ηλικία 17 ετών δημοσιεύει τα πρώτα ποιήματά του στην εφημερίδα Η Αυγή. Ακολουθεί το 1969, μεσούσης της Δικτατορίας, η συλλογή Ποίηση 1. Το γνωρίζατε;

Στις 12 Απριλίου 1970 εκδίδει τετρασέλιδη εφημερίδα με τίτλο Απολογία και υπότιτλοΛογοτεχνικά θέματα και προβλήματα, με τιμή πώλησης 5 δρχ., γραμμένη εξ ολοκλήρου από τον ίδιο. Στα χρόνια της Δικτατορίας συμμετέχει στην έκδοση των Νέων Κειμένων 2, της Κατάθεσης 73, καθώς και της ανθολογίας Έξι ποιητές (1971). Κριτική ετυμηγορία: Αναμφισβήτητα μια από τις πιο γνήσιες, ισχυρές και αναγνωρίσιμες φωνές της γενιάς του ΄70. Από τις πρώτες κιόλας συλλογές ( Ποίηση 1, Ποίηση 2 ) ο Πούλιος διαμόρφωσε μία εντελώς ξεχωριστή ποιητική γλώσσα και μυθολογία, στην οποία κυριαρχεί το αίτημα της αντίστασης στις ισοπεδωτικές και κομφορμιστικές επιταγές της κοινωνίας. Σκοπός να διασωθεί, όπως θα έλεγε και ο Κάμινγκς, «το θαύμα του αισθήματος μέσα στον άνθρωπο» και η ακατανίκητη ορμή του δημιουργικού του πνεύματος.

Ο Πούλιος, όπως και ο αγαπημένος του Πάουντ (του Μόμπερλι και των Κάντος ) και ο Γκίνσμπεργκ (του Ουρλιαχτού και του Κάντις ) καταγγέλλει με τρομαχτική δριμύτητα, σε στίχους μεγάλης ενορατικής δύναμης αλλά και λεκτικού σφρίγους, την απομάγευση της ζωής και την επακόλουθη συρρίκνωση του λυτρωτι- κού ρόλου της ποίησης. Ο οργίλος ή σαρκαστικός τόνος πολλών ποιημάτων του υπογραμμίζει την αδιαπραγμάτευτη και ασυμβίβαστη στάση του ποιητή μπροστά σ΄ αυτήν την έκπτωση της ζωής, αλλά ταυτόχρονα κρύβει και την απόγνωσή του για το αναπόφευκτο της ήττας. Η ήττα, όχι βέβαια του ποιητή, αλλά της αλλοτριωμένης κοινωνίας που στρέφει αδιάφορα την πλάτη του σ΄ αυτόν για να συνεχίσει να ζει αμέριμνα μέσα στο κέλυφος της αστικής της μακαριότητας δεν μπορεί παρά να επιδράσει καταλυτικά στη συνείδησή του. Το ερώτημα «προς τι πλέον η ποίηση;» στοιχειώνει τον Πούλιο των τελευταίων συλλογών. Είναι ένα ερώτημα που νοηματοδοτεί όλη την ποιητική του κατάθεση.

Βιβλιογραφία: Ποίηση 1 (1969), Ποίηση 2 (1973), O γυμνός ομιλητής (1977), Τοαλληγορικό σχολείο (1978), Επιλογή [ 1969 - 1978 ] (1982), Ενάντια (1983), Τα επουσιώδη (1988), Αντί της σιωπής (1993), Το διπλανό δ ωμάτιο (1988), Μωσαϊκό(2001), Συλλαβές για τον άνεμο (2003), Το θεώρημα (2005)- όλα από τις Εκδόσεις Κέδρος.

Στίχοι: « Είναι θαυμάσιο να τραγουδάς./ Όχι όπως ο αέρας στα δάση,/ όχι όπως ο ήλιος στην κορυφογραμμή,/ όχι όπως η βροχή στο πέλαγος,/ αλλά όπως ο λύκος ζευγαρώνει / και πέφτουν πάνω του ροδοπέταλα ». 

Το Θεώρημα, Κέδρος 2005

Στο μετρό
ονειροπολώ
κι ανασαίνω βαριά
απ’ το κάπνισμα.
Για μια στιγμή ζαλίζομαι
και πέφτουν πάνω μου πολλά φώτα.
Θλίβομαι νιώθοντας
την ανέλπιδη τέχνη
του ποιητή.
Πόσο απλός ο κόσμος,
αυτό το μεγάλο τίποτα,
και πόσο δυστυχία
και βάσανα
σε ραγισμένες καρδιές
και ψυχές πεθαμένες.




Λύτρωση
Από μέρα σε μέρα
μέσα στον αέρα του κόσμου
βαρύς από όνειρα σε περιμένω.
Στάχτες μετά το φως
νεκρές θάλασσες
σιωπηλά βουνά
πόνος ανέκφραστος.
Η χαρά δεν με βρίσκει
κι ο Θεός μου άεργος
στην αντικρυνή όχθη
την ανίκητη των τάφων.


Ελληνικά λόγια ενός ποιητή

γράφει ο Βασίλης Ρουβαλης

Η ωραία στήλη της συναδέλφου Αννας Γριμάνη στην "Καθημερινή" παρουσίασε πρόσφατα τον Λευτέρη Πούλιο. Η συνέντευξη που παρατίθεται στο φύλλο της "Κ" αξίζει να διαβαστεί εκ νέου. Το παρόν ιστολόγιο την αναδημοσιεύει εν προκειμένω:
H ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση; Εξαρτάται. Οσον αφορά εμένα, είναι και αίσθημα και συνείδηση. Η συνειδητότητα του ελληνισμού σε κάνει να δρας με σθένος. Ως στάση ζωής, όμως, η ελληνικότητα προϋποθέτει αγώνα για να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του. Και απορρέει από αυτό που λέμε συνείδηση. Το αίσθημα μυρίζει ρομαντισμό και μεγαλοποιεί τις λέξεις «πατρίδα», «θρησκεία», «ένδοξο παρελθόν». Τρεφόμαστε, δηλαδή, με τα ρόδα της αυταπάτης. Εγώ αισθάνομαι λιγότερο Ελληνας και περισσότερο πολίτης του κόσμου. Πατρίδα μου είναι ο άνθρωπος.
Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα. Τα μουρμούρικα τραγούδια και τη μυρωδιά του δέντρου λουίζα.
Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα. Δεν βλέπω καμία. Παρά μόνο την υπεραισιόδοξη πλευρά τού τίποτα. Η προσφορά των Ελλήνων στον πολιτισμό είναι τεράστια - αυτό είναι γνωστό. Με τον χριστιανισμό όμως και την τουρκοκρατία, χάσαμε βαθμηδόν την ταυτότητά μας και η «υπέροχη εκδοχή του Ελληνα» έγινε μια καρικατούρα σαν τον πρωταγωνιστή του θεάτρου σκιών.
Αυτό που με χαλάει. Σχεδόν όλα με χαλάνε στην Ελλάδα. Και κυρίως που δεν υπάρχει αξιοκρατία και βασιλεύει ο ατομικισμός και ο φιλοτομαρισμός. Mε χαλάει που η ευγενής γλώσσα μας δεν έχει τίποτα πια να πει και μόνο γελοιότητες γεμίζουν τον ουρανό της τέχνης. Δεν υπάρχει τίποτα που να έχει απομείνει γερό. Και προσκυνούμε το αδειανό, το τιποτένιο, το ηλίθιο.
Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα; Δεν είναι ούτε προσόν ούτε μειονέκτημα η εθνικότητα των ανθρώπων. Εμείς όμως ως Ελληνες, εάν διδαχθούμε σωστά από την Ιστορία μας, θα μπορούσαμε να το κάνουμε προτέρημα.
Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα; Δυστυχώς, δεν έχουμε πρωτότυπες ιδέες. Σπανίζουν οι δημιουργοί και επικρατεί χάος. Στον σύγχρονο κόσμο είμαστε ουραγοί. Η Ελλάδα δεν μπορεί πια να προσφέρει στην οικουμένη πολιτισμό, γιατί έχει χάσει τις πηγές απ' όπου οι ξένοι αντλούν άμεσα.
Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο; Με την ταυτότητα του Δυτικο-ανατολίτη. Αυτό μπορούμε να το δούμε στον τρόπο που διασκεδάζουμε, στις κοινωνικές σχέσεις και στη συμπεριφορά μας γενικότερα.
Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα. Γιατί εμείς οι Ελληνες είμαστε αδερφοκτόνοι; Και το «πρέπει» που πέταξα είναι η ελληνορθόδοξη χριστιανική πίστη.
Ο Ελληνας ποιητής μου. Μου είναι δύσκολο να διαλέξω μεταξύ του Κορνάρου, του Κάλβου και του Καβάφη. Τους θεωρώ και τους τρεις το ίδιο σημαντικούς.
Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου. Ο ελληνικός χώρος ήταν πάντα στην Ελλάδα διαπραγματεύσιμος. Το μόνο αδιαπραγμάτευτο είναι η ελληνική γλώσσα.
Η οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη - ορίστε την. Η οδός του δυτικού πολιτισμού.



Λευτέρης Πούλιος: «Η κρυφή συλλογή»

Εικόνες: Χρόνης Μπότσογλου. Εκδόσεις «Κέδρος», 2008, σελ. 81





Είναι ένα διπλό βιβλίο η «Κρυφή συλλογή» του ποιητή Λευτέρη Πούλιου (γεν. το 1944). Απαρτίζεται από 36 ποιήματα (τα έξι υπό τον κοινό τίτλο «Πρελούδιο») και ισάριθμες εικόνες του Χρόνη Μπότσογλου (συν ένα προοιμιακό πορτρέτο του ποιητή διά χειρός του ζωγράφου). Δεν είναι τούτη η πρώτη φορά που οι στίχοι του Πούλιου συνυπάρχουν με έργα ζωγραφικής. Επί παραδείγματι, δεκαπέντε χρόνια πριν, στη συλλογή του «Αντί της σιωπής» του 1993, τα ποιήματα συνυπήρχαν με δώδεκα πίνακες του Τάσου Μαντζαβίνου, ενώ ο Δημήτρης Γέρου είχε τονίσει με πέντε σχέδιά του τη συλλογή «Μωσαϊκό» (2001) και με τέσσερα τις «Συλλαβές για τον άνεμο» (2003).



Ο,τι αλλάζει τώρα δεν είναι απλώς η αριθμητική ισοτιμία ποιημάτων-εικόνων, που και μόνη της πάντως έχει κάτι να δηλώσει. Οι εικόνες του Μπότσογλου, στις αριστερές σελίδες όλες τους, δεν συνιστούν μια δάνεια φωνή ανεξάρτητα ετοιμασμένη και με δική της, αυτόνομη σκόπευση, αλλά αφορμώνται από τα ποιήματα που παρατίθενται στις δεξιές σελίδες και, σε πλήρη αντιστοιχία μαζί τους, συνιστούν μιας μορφής έμπρακτη αλληλεγγύη. Ποίηση και ζωγραφική δεν πορεύονται σε μια ουδέτερη παραλληλία αλλά διασταυρώνονται και συνομιλούν. Το γεγονός ότι τα περισσότερα ποιήματα (ολιγόστιχα στην πλειονότητά τους) σχηματίζουν μία εικόνα με μόνες τις λέξεις τους, ευχεραίνει το έργο της ζωγραφικής· αν ο λεκτικός μικρόκοσμος ήταν περισσότερο σύνθετος, πιθανόν ο χρωστήρας του ζωγράφου θα υποχρεωνόταν να επικεντρωθεί σε μία μόνο νοηματική ή εικαστική «στιγμή» του ποιήματος.

Ενόραση



Πάει πολύς καιρός τώρα που ο ποιητικός λόγος του Λευτέρη Πούλιου υποχώρησε ως προς την έκτασή του (εν συγκρίσει με την καταγγελτική ευφράδεια των πρώτων του ορμητικά αμφισβητησιακών βιβλίων), δέσμευσε την εικονοπλαστική του ορμή, απάλυνε την οξύτητα της αρχικής ρητορικής του, και έγινε εσωτερικότερος, ενίοτε σκοτεινότερος και δυσπέλαστος μες στην αποσπασματικότητα ή και τον κερματισμό της αφήγησής του (όπως, για άλλους λόγους και με άλλους τρόπους, συνέβη και με έναν παλαιότερο ποιητή, τον Μιχάλη Κατσαρό, που επίσης είχε οικειωθεί αρχικά το ρόλο του λογοτέχνη-προφήτη). Η πολιτική σκόπευση και η θυμωμένη ιδεολογική εναντίωση έδωσαν τη θέση τους στην υπαρξιακή αναδίφηση και την οντολογική αναζήτηση. Ωστόσο, ο «χώρος της διαίσθησης και της ενόρασης», τον οποίο προγραμματικά από κάποια στιγμή κι έπειτα θέλησε να αποδώσει ο Πούλιος, θεωρώντας τον «πολύ πιο αυθεντικό από τον κόσμο της νόησης και της λατρείας της λογικής» (βλ. συνέντευξή του στο περιοδικό «Ατυπον», τεύχος 5, Ιανουάριος του 1997), δεν μεταδίδεται πάντοτε ακεραιωμένος και σαφηνισμένος στον αναγνώστη. «Η φωνή μου βγαίνει/από ένα ηφαίστειο/που ραγίζει και φτύνει» διαβάζουμε στο ποίημα «Ζωντανή ζωγραφική». Και η φωνή αυτή δεν κρύβει τα δικά της ραγίσματα.
ΖΩΝΤΑΝΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Κάνω σκέψεις που μ'απορροφούν
όταν κάθομαι και ακούω μουσική.
Ξέρω πως αξία εδώ κάτω έχει μόνο το πνεύμα.
Η βρωμιά του πλούτου
και της φτώχειας
είναι τελικά το ίδιο πράγμα.
Η φωνή μου βγαίνει
από ένα ηφαίστειο
που ραγίζει και φτύνει'
πάνω της ζωντανή ζωγραφική.
Και ψοφάω κάτι ανέκφραστο να πω.
Ο Ρουμί




Το καινούργιο βιβλίο ανοίγει με μότο τη φράση «Οι διψασμένοι αναζητούν το νερό, αλλά και το νερό αναζητά τους διψασμένους» του Πέρση ποιητή Τζελαλετίν Ρουμί (στις μεταφράσεις ποιημάτων του από την Καδιώ Κολύμβα, πάντως, στις εκδόσεις «Αρμός», το όνομά του αποδίδεται ως Τζελαλαντίν, δίνεται άλλωστε εκεί η εξήγηση ότι ο πατέρας του τού έδωσε ένα όνομα που σημαίνει «η δόξα της θρησκείας», εφόσον Τζελάλ σημαίνει δόξα και Ντιν, θρησκεία). Εχει το νόημά της η απόφαση του Πούλιου να διαλέξει σαν μότο το λόγο ενός ποιητή που υπήρξε και δάσκαλος της θεολογίας και, κυρίως αυτό, μυστικός Σούφι. Το όνομα του θεού, που απασχολεί συχνά τον Πούλιο στα τελευταία του βιβλία, ακούγεται με αρκετούς τρόπους (λ.χ. στη σελ. 15: «Η ίδια η φωτιά του Θεού/μάς τραβάει μπροστά») στην «Κρυφή συλλογή», όπου το «κρυφή», σε συσχετισμό με τον Ρουμί, μπορούμε ίσως να το διαβάσουμε σαν σήμα μιας απόκρυφης, ενορατικής αναζήτησης. Αλλά και της αγάπης το όνομα ακούγεται στο νέο βιβλίο του Πούλιου (λ.χ. «Πρέπει να ’ναι κανείς στρατιώτης/της αγάπης»), κι αυτό μας συνδέει και πάλι με τον Ρουμί, υμνωδό παθιασμένο της αγάπης, όπως αρκούν για να το αποδείξουν ετούτοι οι στίχοι του: «Ναι, όλη η βροχή τ’ ουρανού πέφτει στη θάλασσα/μα δίχως αγάπη/ούτε μια σταγόνα δεν γίνεται μαργαριτάρι».

Aν ο Ρουμί είναι η προδηλούμενη σκέπη ή το βάθρο της συλλογής του Πούλιου, της πνευματικής του στάσης, δύο κίονές της, για να το πω σχηματικά, έτσι όπως ορίζονται από το πρώτο και το τελευταίο ποίημα, είναι ο Γερμανός ποιητής Φρίντριχ Χέλντερλιν και ο Αμερικανός ομότεχνός του Εντγκαρ Αλαν Πόε. Κανείς από τους δύο δεν κατονομάζεται. Εντούτοις και μόνο ο τίτλος του πρώτου ποιήματος, «Ενας άνθρωπος στην Πάτμο του», πέρα από τα θρησκευτικά, μυστικιστικά ή αποκαλυψιακά του συμφραζόμενα, φέρνει αμέσως στο νου τον Χέλντερλιν: στη συλλoγική μνήμη της λογοτεχνίας ο ύμνος «Πάτμος» του μεγάλου Γερμανού, γραμμένος στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, σαν μια προσωπική συνοπτική θεολογία, λειτουργεί σαν σήμα του αιγαιοπελαγίτικου νησιού όσο και το ταραγμένο κείμενο του οραματιστή Ιωάννη. Στο τελευταίο ποίημα του βιβλίου πάλι, ο στίχος «Ποτέ πια, λέει το κοράκι» παραπέμπει βέβαια στο «Nevermore», την επωδό στο διάσημο «Κοράκι» του Πόε.
Ενας άνθρωπος στην Πάτμο του

Είμαι η κορυφή
ενός ουτοπικού βουνού
που λάμπει ασφαλώς,
ψυχή που πήρε σάρκα
και χειρονομεί γύρω απ' την ανάσα.
Είμαι φαλλός
σε ηλεκτρικά όνειρα
με ποντίκια που τρώνε τα δάχτυλά μου.
Eνας άνθρωπος μόνος
που τσαλακώνει το μυαλό του
για να σταματήσει τον πόνο.
ο κόσμος είναι παρωχημένος και κουρασμένος.
Βρίσκω λίγο σκοτάδι όπου μπορώ
σκυμμένος να κλάψω και
γράφω μονάχα για λίγους.
«Κούφια γνώση»

Με «το μυαλό θρυμματισμένο/από την κούφια γνώση» και τη «ζωή αιχμάλωτη/στο χρόνο που καταστρέφει», και με μοναδικό εφόδιο την καρδιά («η καρδιά μάς απομένει ακόμα»), ο ποιητής ασφυκτιά σε έναν κόσμο που τον περιγράφει, ήδη στο πρώτο του ποίημα, «παρωχημένο και κουρασμένο», κι ύστερα «διαλυμένο» («Σ’ έναν διαλυμένο κόσμο./Εδώ πέρα, τον πρώτο λόγο/τον έχει ο πόνος και η συμφορά») και σε μια πραγματικότητα που ορίζεται «δύσμορφη». Δεν παύει εντούτοις να ονειρεύεται ή να ελπίζει σε έναν «καινούργιο κόσμο» («Νέοι τρόποι ας ελευθερώσουν/τον καινούργιο κόσμο./Ειρήνη και Αρμονία/Τα σιωπηλά όπλα της αγάπης/ας πλήξουν τ’ αστέρια»), σε μια αναγέννηση («Αύριο από το βάθος του καιρού/τέλειοι θα ξαναγεννηθούμε»). Το τέχνασμά του δεν είναι παρά το στρατήγημα της λογοτεχνίας εν γένει (και ενίοτε και των κατ’ εικόνα του ανθρώπου θεών): να δίνονται νέα ονόματα στα πράγματα, με την ονοματοκρατική προσδοκία ότι αυτό θα αλλάξει και το χαρακτήρα τους. Αυτόν ακριβώς το σκοπό υπηρετεί το ποίημα «Βεβηλωμένος παράδεισος»: «Αφού η ζωή είναι μία/κι ό,τι είναι να ’ρθει κανείς άνθρωπος/δεν γνωρίζει,/ονομάζω αυτόν τον κόσμο καλό/και ιερή την πραγματικό τητα/που δεν τολμώ/για να τη συζητήσω».

Η ευφημιστική ή ανακουφιστική μετονομασία δεν επαρκεί αλλά ο Λευτέρης Πούλιος, που «ξέρει ότι κατάγεται από την πραγματικότητα», σύμφωνα με την αυτογενεαλόγησή του στη συλλογή «Μωσαϊκό», εξακολουθεί να πιστεύει πως «υπάρχουν τόσο πολλά πράγματα/σ’ έναν κόσμο που ισοδυναμεί με το τίποτα!», όπως διαβεβαίωνε πέντε χρόνια πριν, στις «Συλλαβές για τον άνεμο». Για έναν αποφασισμένο ποιητή, που ζει για την ποίηση και από την ποίηση, ακόμα κι αν οι «λέξεις κινούνται πάνω στους σταυρούς», όπως αποφαίνεται τώρα, «αρκεί ένα κάτι, μια ασήμαντη στιγμή», για να θυμηθούμε και πάλι το «Μωσαϊκό».
Η ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟΜΕΝΕΙ

Χειμώνας.
Αργά το βράδυ πέφτει.
Ήσυχα γυρίζουν ανάποδα
εικόνες της γης:δέντρα, δρόμος,
σπασμένα μάρμαρα, φώτα,
χυμένα δάκρυα.
Λύπη για τον ανέκφραστο κόσμο.
Η καρδιά μας απομένει ακόμα.
Του Παντελη Μπουκαλα(kathimerini.gr)

ΨΥΧΕΔΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΥΛΙΟΣ

Η πραγματική φύση της ελληνικής ψυχεδέλειας, είναι η νεανική ζωντάνια που βγαίνει καυτή σαν ατμός να τινάξει μακριά της το καπάκι του ψευδεπίγραφου ελληνοχριστιανισμού της δικτατορίας.
Η ψυχεδελική συμπεριφορά αντιστοιχεί στην απομάκρυνση των νεων από την αδιάφορη, καταναλωτική, πληκτική, ανήμπορη και συμβιβασμένη κοινωνία.
Η ψυχεδελική περίοδος στην Ελλάδα χωρίζεται σε δύο φάσεις.Στην πρώτη (1967-70) σημειώνεται η απομάκρυνση του νεανικού κόσμου από αξίες οικογενειακές, ενώ στη δεύτερη (1970-72), οι νεαροί απομακρύνονται από το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και του ψευδεπίγραφου έθνους.
Η κοινωνική αυτή καταξίωση φαίνεται καθαρά στα ποιήματα του Λευτέρη Πούλιου, ο οποίος περνά στην ψυχεδέλεια και μοιράζει τα ποιήματα του στις μπουάτ της Πλάκας.Στο Αμέρικαν Μπαρ στην Αθήνα, ο Πούλιος περιγράφει νυχτερινή και κατά φαντασία συνάντηση με τον Κωστή Παλαμά. Η κοινωνία που αντικρίζει αποτελείται από "βιαστικά και ηλίθια πρόσωπα", ενώ είναι ο ίδιος τελικά που γυρεύει "μια πόρνη, έναν φίλο ή την ανάσταση". Η διαχωριστική γραμμή γίνεται εντονότερη στην εικόνα του μπαρ, όταν αναφέρει τα "χάχανα" που ακούει "λόγω των γυναικείων μαλλιών" του, και τους χαφιέδες που κοιτάζουν καχύποπτα.Ανάμεσα στους "μακρυμάλληδες αλήτες" και στους καθωσπρέπει υποταχτικούς της χούντας, υπήρχε μια αμφίδομη κοροϊδία. Οι νέοι έβλεπαν στην κοινωνίαπολίτες "αγάλματα", νεκρούς από καιρό, και αυτό ακριβώς φαίνεται στον κομψό στίχο "δίπλα σε μια σειρά καθισμένα αγάλματα...είμαστε οι ζωντανότεροι τούτης της νύχτας". Το Αμέρικαν Μπαρ στην Αθήνα, που βεβαίως είναι επηρεασμένο από τη γραφή του Ginsberg, είναι ένα από τα αριστουργήματα της ψυχεδελικής κουλτούρας. Η αντιδικτατορική του διάθεση δεν ξεπέφτει σε εύκολα στρατευμένα στιχάκια, ούτε περιορίζεται να δει τη σαπίλα μόνο στα πρόσωπα των δικτατόρων.Για τον Πούλιο, η κοινωνία που φοβάται ή ανέχεται , δεν είναι αμέτοχη των ευθυνών, και ίσως να είναι περισσότερο ένοχη από τους πραξικοπηματίες. Τα μεγάλα λόγια για "ρωμιοσύνη" σταματούν ξαφνικά με τη δικτατορία που παρομοιάζεται με τη νύχτα στον υπέροχο στίχο "όταν ξαφνικά η νύχτα πετάχτηκε σαν μαχαίρι απ'την θήκη".
Για τον Λευτέρη Πούλιο, το πέρασμα στην ψυχεδελική κουλτούρα δεν είναι ανώδυνο. Αντιμετωπίζει πρώτα την απόρριψη του κομμουνιστή πατέρα, και μετά την κοροϊδία της γειτονιάς και των σοβαροφανών "ιδεολόγων".
Ο ίδιος δεν υπολογίζει την κριτική, στο τέλος, όμως, ένα τεράστιο στράτευμα αυτόκλητων σωτήρων τον καταβάλει και τον αρρωσταίνει ψυχικά. Νοσηλεύεται σε ψυχιατρείο, όπου υποβάλλεται σε ηλεκτροσόκ που τον καταστρέφουν. Έχει οράματα μιας δύναμης που του μετρά "αμαρτίες", και σε μία κρίση αποφασίζει ότι πρέπει να τιμωρηθεί, και το κάνει λιώνοντας με μια πέτρα τα δάχτυλα του ενός χεριού του.
ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΜΠΑΡ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Ανάμεσα στα περιπλανώμενα, βιαστικά, ηλίθια πρόσωπα
του δρόμου, σε είδα απόψε Κωστή Παλαμά,
σεργιανίζοντας πάνω κάτω στη μεθυσμένη μου απογοήτευση?
γυρεύοντας μια πόρνη ή ένα φίλο ή την ανάσταση.
Τι βιτρίνες και τί φεγγάρι! άνθρωποι λογής λογής
βολτάρουν τη νύκτα? και σιδερένια σκυλιά που κορνάρουν?
γάτες στους σκουπιδοτενεκέδες και συ παραμυθά Βερν
τί γύρευες στην είσοδο της πολυκατοικίας;
Νιώθω τις σκέψεις σου Κωστή Παλαμά άμυαλε
γεροξεφαντωτή καθώς έμπαινες μέσα στο μπαρ
γλυκοκοιτάζοντας τις πουτάνες και πίνοντας ένα
διπλό ουίσκι.Σ' ακολούθησα μέσα από ομίχλες
από τσιγάρα και χάχανα λόγω των γυναικείων
μαλλιών μου. Κάθισα να με κεράσεις
πάνω στο σανιδένιο πάγκο.
Δίπλα σε μια σειρά
καθισμένα αγάλματα.
Είμαστε οι ζωντανότεροι τούτης της νύχτας
Οι χαφιέδες μας κοιτάζουν καχύποπτα και
τα φώτα σβήνουνε σε μια ώρα.
Ποιός θα μας κουβαλήσει στο σπίτι;
Κωστή Παλαμά, έρημε φωνακλά, άσωτη
κλήρα μου.Τί ρωμιοσύνη δασκάλευες με φωτιά
και βουή, ανεβασμένος στην κορφή της ελπίδας,
όταν ξαφνικά η νύχτα πετάχτηκε σα μαχαίρι
απ'τη θήκη.Κι απόμεινες στην καρέκλα
παράλυτος με τ' όραμα μιας αυγούλας
που άχνιζε.Νιώθω σκολιαρόπαιδο που του 'λαχε στραβόξυλο
δάσκαλος. Καιρό λογάριαζα μαζί σου πως
θα τα πάω. Φριχτό γερασμένο σκυλί πάμε
να ξεράσουμε τ' αποψινό μας μεθύσι,
σ'όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων.
Πάμε να κατουρήσουμε όλα τ' αγάλματα
της Αθήνας? προσκυνώντας μονάχα του
Ρήγα.Και να χωρίσουμε ο καθένας στο
δρόμο του σαν παππούς κι εγγονός που
βριστήκανε.Φυλάξου καλά απ' την τρέλα
μου γέρο? όποτε μου τη δώσει θα
σε σκοτώσω.


Από το βιβλίο "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΡΟΚ" του Μανώλη Νταλούκα


Σχόλια

  1. Πάντως προσωπικά δεν τον γνώριζα. Μου άρεσε πολύ η ιδιαίτερη γλώσσα του (πρωτοποριακή θα έλεγα) και η θεματολογία του (μία σουρρελιστική υποτονική διάθεση με υπαρξιακό χαρακτήρα)...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είναι μαγεία! Παράγγειλα το -Το θεώρημα- και κάθε βράδυ διαβάζω ένα πριν κοιμηθώ!

      Διαγραφή
  2. http://estrechogv.blogspot.gr/2012/10/blog-post_1736.html , Τήν ιστορία με την πέτρα που έλιωσε τα δάχτυλα την είχα ακούσει το 1973 τον Απρίλιο , πότε πρόλαβε να τον κριτικάρουν δυσμενώς δεν το κατάλαβα . Ο Γ.Π Σαββίδης όταν κυκλοφόρησε τα άπαντα του Καρυωτάκη τον είχε χαρακτηρήσει '' Από τις δυναμικότερες ποιητικές προσωπικότητες της νεότατης ποίησής μας '' .Ο Πούλιος έχει αντιγράψει Beat ποιητές και οι εμπνεύσεις του ήταν από την Αμερικανική ποίηση ακόμη και οι λέξεις όπως κατουράω κ.λ.π και ήταν το αγαπημένο παιδί του συστήματος .

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. http://eirinigalinou.blogspot.gr/2011/03/gregory-corso-o.html

    Gregory Corso

    Και βέβαια προσπάθησα να του το πω

    αλλά εκείνος στροβίλισε το κεφάλι του

    χωρίς καμιά δικαιολογία .

    Του ' πα ότι ο ουρανός κυνηγάει τον ήλιο

    χαμογέλασε και είπε :

    Ποιο το όφελος .

    ΄Ενιωθα σα δαίμονας πάλι

    ΄Ετσι είπα : Αλλά το πέλαγο κυνηγάει το ψάρι .

    Τούτη τη φορά γέλασε και είπε :

    Φαντάσου τη φράουλα χωμένη στο βουνό .

    Μετά απ' αυτό ήξερε πια

    ότι ο πόλεμος είχε αρχίσει .

    Και πολεμήσαμε .

    Είπε : Το κάρο με τα μήλα

    σαν άγγελος σκουπόξυλο

    σπάει και σχίζει

    Ολανδέζικα ξυλοπάπουτσα -

    Είπα : Κεραυνός θα χτυπήσει τη γριά βαλανιδιά

    και θα ελευθερώσει τους ατμούς .

    Είπε : Δρόμος τρελός χωρίς όνομα !

    Είπα : Φαλακρέ φονιά ! Φαλακρέ φονιά ! Φαλακρέ φονιά !

    Είπε , τρελός από θυμό :

    Σόμπες ! Γκάζι ! Καναπές !

    Εγώ είπα χαμογελώντας μόνο :

    Ξέρω πως ο Θεός θα ' στρεφε την κεφαλή του

    αν ήσυχα καθόμουν να σκεφτώ .

    Τελειώσαμε λιώνοντας αργά

    μισώντας τον αέρα .

    Πηγή : Σύγχρονοι Αμερικάνοι Ποιητές


    Μετάφραση :ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚH POYK



    Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ

    Κύριος με φαλάκρα κοιλίτσα γυαλιά του τοκογλυφία

    μπίζνες

    και τον άφησα να το σκεφτεί

    Είπα μόνο , στα γρήγορα .

    ΄Εκανε μια χειρονομία αόριστη

    Είδα ότι η γη κυνηγάει τον άνθρωπο

    Σηκώθηκε και είπε : τα πάντα ρει

    ΄Ακουσα τη σφυρίχτρα του καιρού

    Είπα : ας πολεμήσουμε

    Είπε : ψυγεία τηλεοράσεις πλυντήρια ηλεκτρόφωνα

    πετρογκάζ μίξερ

    Είπα : έρωτας ελευθερία λουλούδια

    Είπε ( μασώντας τον αέρα ) μηχάνημα και συ

    που σε διατρέχουν καλπάζοντα ρεύματα

    Είπα ( κοιτάζοντάς τον με αηδία ) ω ευχαριστώ

    ευχαριστώ , ευχαριστώ .

    ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ

    ΓΥΜΝΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ

    1977

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ