Σταύρος Βαβούρης - Στον Αστερισμό των Εγκλίσεων και των Χρόνων του Ρήματος: Υπάρχω




Που λέτε, μια ολόκληρη ζωή σχεδόν
από τον έναν άνυδρο και φυσικά παντέρημο πλανήτη
στον άλλο και στον άλλο του μεγάλου αστερισμού
των εγκλίσεων και των χρόνων
του ρήματος «έρχομαι»

«Έρχομαι» μου λέγαν δηλαδή
(έγκλιση οριστική και χρόνος ενεστώς)
κι έπειτα «Ερχόμουνα» (σε παρατατικό)
«μα μ’ έπιασε η βροχή»
«Ήρθα» (σε χρόνο αόριστο) «αλλ’ είχες φύγει πια»
«Θα ‘ρθω και πάλι αν κατορθώσω» (Μέλλων)

Και μ’ όλα τ’ «αν», τα «θα» και τα «αλλά»
που συνόδευαν Παρατατικό, Αόριστο και Μέλλοντα
είχα μια απεριόριστη πεποίθηση – πιστεύτε με –
Ήτανε χρόνοι Οριστικής – πώς ν’ αμφιβάλλεις; -
Αν και τότε ο ερχομός τους
έμπαινε πια σε πλαίσια ιστορικά
μιας δηλαδή κατά το μάλλον κι’ ήττον
            πιθανής αφίξεως.

Ο Παρακείμενος με τον Υπερσυντέλικο
δε μ’ έπεισαν ποτέ βεβαίως.
Σε τι θα μ’ ωφελούσε άλλωστε;
Χρόνοι παρωχημένοι κι άσχετοι τελείως
με τ’ αύριο ή το τώρα
που σε κάνουν παρανάλωμα,
«Έχω έρθει» κι «είχα έρθει»
Τότε, μ’ άλλα λόγια,
Και;
Το ζήτημα ήταν ΤΩΡΑ τι γινόταν.
Τίποτα δε γινόταν, σήμερα το απόγευμα
το βράδυ έστω αργά.
Οι χρόνοι της Οριστικής
τελειώσανε και κλείσανε
στο «τότε», στο «αν» στο «θα» και στο «αλλά»
Μετά οι σαθρές της Ευκτικής
και τόσο λίγο προσιτές ελπίδες
(να ‘ρχόσουνα, να ‘ρχόσουν και τι να ‘ταν!)
ουσιαστικά στηρίχτηκαν
στ’ ανύπαρκτα ερείσματα της Υποτακτικής:
«Αν έρθω», «όταν έρθω», για να ‘ρθω..»:
Υποθέσεις δίχως θέσεις
Σύνδεσμοι χρονικοί και τελικοί
χωρίς σκοπό, μετέωροι στο χάος του αορίστου
που δια μέσου τους μοιραία οδηγήθηκα
στης Προστακτικής τις παραισθήσεις.
Μ’ άλλα λόγια, ό,τι δεν είναι εφικτό
με την Οριστική, την Υποτακτική
την Ευκτική (ναι, Θέ μου, τόσο ευχετική!)
είχα την ψευδαίσθηση ότι θα πετύχαινα
προστάζοντας «Να ‘ρθείς. Ξεκίνα.
Τέσσερις η ώρα. Στις πέντε να ΄σαι δω».

Ενώ η Προστακτική δεν είν’ επίτευξη.
Πρόκειται για μια μονάχα ακόμη φαντασίωση
που διαρκεί ως τις πέντε, έξι το πολύ.
Περνάει καμιά φορά στις ικεσίες:
«Ελέησον και σώσον», έλα, λόγου χάριν
και σε λίγες περιπτώσεις μόνο
λίγων τυχερών
γίνεται κυριολεκτική.

Μια ποιοι ‘ναι κείνοι που προστάζουν
δίχως την ψευδαίσθηση μονάχα πως προστάζουν;

Στις νόθες καταστάσεις του Απαρέμφατου
προσπάθησα ένα διάστημα μετά
να βρω μια διέξοδο.
Μα τι σημαίνουν άραγε το «ιέναι» και το «ελθείν»;
Ότι έρχεσαι, ότι ήρθες, να ‘ρχεσαι, να ‘ρθεις
κι αν ήρθες κι είχα φύγει να ξανα ‘ρθείς
να ξαναρχόσουν, να ‘ρθεις αν θέλεις να ‘ρθεις.
Γύρισα πλησίστιος στους υποθετικούς
τους ειδικούς, τους τελικούς συνδέσμους:
πάλι στα φαντάσματα της Υποτακτικής
και λίγα βήματα πιο πέρα
προσγειωνόμουν γυμνός κι αμέτοχος
στης Μετοχής τη μπλόφα:

Της Μετοχής των ερχόμενων τε και ιόντων
των εληλυθότων – α ναι – και των ελθόντων
Εκείνων που έρχονται και θα ‘ρχονται
μα θα τους πιάνει πάντοτε η βροχή στο δρόμο
που ήρθανε
που ‘χουν κι είχαν ΄ρθει
όταν οι πλανήτες των εγκλίσεων
και των χρόνων του ρήματος «Έρχομαι»
όλοι τους, όλοι τους
μ’ είχανε κλείσει έξω από την τροχιά τους.    

Σύγχρονη Ερωτική Ποίηση - Ανθολογία - Εκδ. Καστανιώτη



Στοιχεία βιογραφίας

Ο Σταύρος Βαβούρης γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1925 στην Αθήνα, οδός Μεγάλου Αλεξάνδρου, Μεταξουργείο. Αν και κληρονόμησε μιαν κινητική αναπηρία, δεν καθηλώθηκε σε καροτσάκι. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κι εργάστηκε ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση απ’ όπου, 25 έτη μετά – το 1984, πήρε σύνταξη ως διευθυντής Γυμνασίου.
Το 1952 εμφανίστηκε στη λογοτεχνία με την ποιητική του συλλογή «Εδώ φαντάσου καλπασμούς και κύματα». Είχαν ήδη προηγηθεί, από το 1945 και μετά, δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά. Από την επίσημη εμφάνισή του μέχρι και το 1985, εξέδωσε 12 ποιητικές συλλογές, 2 επιλογές ποιημάτων του, 1 κριτικό δοκίμιο και 1 συλλογή 4 διηγημάτων.
Το 1986 πήρε το β΄ κρατικό βραβείο ποίησης –διά χειρών Μελίνας Μερκούρη– για τη συλλογή του «Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα» (1985). Εξέδωσε 4 ακόμη ποιητικές συλλογές, από το 1987 μέχρι και το 1999, αλλά και 1 νέα επιλογή ποιημάτων του. Από τους ιστορικούς και κριτικούς της λογοτεχνίας μας έχει καταταχθεί στην πρώτη μεταπολεμική ποιητική γενιά.
Πέθανε, 83 ετών, αρχές Νοέμβρη 2008.

Εργογραφία

Εδώ φαντάσου καλπασμούς και κύματα, 1952
Τρία ποιήματα, 1954
Σημειώσεις για έναν άνθρωπο που πέθανε & Σχέδια για τραγωδίες, 1956
Πικρά χείλη δίχως γεύση παραδοχής, 1959
Τα ξηρά ποιήματα – Στη διακεκαυμένη, 1963
Οι Ατρείδες της φωτιάς και της σιωπής, 1964
Ορφέας κατερχόμενος (πολυγραφημένο), 1971
Delecta – Επιλογή ποιημάτων (πολυγραφημένο), 1971
Ποιήματα – Επιλογή & Λόγω της βροχής, 1977
Στον αστερισμό των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος «έρχομαι», 1980
Carmina profana (βέβηλα ποιήματα), 1983
Τα ακαριαία: εμείς (1980–1984), 1984
Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα, 1985
Ημέρες, νύχτες πού ’ναι τες;, 1987
Εξ άλλου, μη ρωτάς, 1988
Οι Ατρείδες της φωτιάς και της σιωπής (1950–1988), 1990
Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα (1940–1993), 1998
Κι αυτά, ίσως…, 1999
Εκτός από τις 16 αυτοτελείς ποιητικές συλλογές και τις 3 επιλογές ποιημάτων του, εξέδωσε ακόμη:

Προτάσεις για την ποίηση του Άθου Δημουλά (κριτικό δοκίμιο), 1966
Εν ερημίαις και σχολιαίς (πεζά κείμενα), 1965, 1979
Όταν ο Καβάφης έπαιζε – Πρακτικά Τρίτου Συμποσίου Ποίησης, 1984
Συνομιλίες
Με τη Θεοδώρα Ζερβού και τον Γιώργο Γαλάντη, περιοδικό Διαβάζω, αρ. 85, 11-1-1984
Στο περιοδικό Το τραμ, Τρίτη διαδρομή, αρ. 7, Σεπτέμβριος 1988
Με τον Δημήτρη Αγγελάτο, περιοδικό Περίπλους, αρ. 23, Φθινόπωρο 1989
Με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο, περιοδικό Η λέξη , αρ. 91 Ιανουάριος 1990.

Αφιερώματα

Περιοδικό Το τραμ, Τρίτη διαδρομή, αρ. 7, Σεπτέμβριος 1988, με τα εξής κείμενα:
Αν δεν… δεν θα…, ανέκδοτο ποίημα του Σ. Β.
Σταύρος Βαβούρης: Τα προσωπεία ανάμεσα στην εγκαρτέρηση και τη φυγή –
Γιάννης Βαρβέρης.
Η προαναφερόμενη συνομιλία.
Περιοδικό Η λέξη , αρ. 91, Ιανουάριος 1990, με τα εξής κείμενα:
Εκπνέοντος τού αιώνος σου, ανέκδοτο χειρόγραφο ποίημα του Σ. Β.
Σημειώσεις για έναν ποιητή που θα μας επιζήσει – Γ.Π. Σαββίδης.
Η ποίηση του Βαβούρη λόγος περί των παθών – Μ.Γ. Μερακλής.
Η προαναφερόμενη συνομιλία.

Επιμέλεια: Βαγγέλης Ψαραδάκης



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ