ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΕΝΤΖΗΣ - Πέθανε χθές το πρωί, σε ηλικία 59 χρονών, ο Καβαλιώτης ποιητής, συγγραφέας και δημιουργός ψηφιακής ζωγραφικής




Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1952. Άσκησε πολλά επαγγέλματα όπως πωλητής πόρτα-πόρτα, βιομηχανικός εργάτης, δημοσιογράφος κ.α. με μακροβιότερο επάγγελμα του υπαλλήλου στην Ολυμπιακή Αεροπορία. Εκδότης της εβδομαδιαίας εφημερίδας Ελευθερία

Εργογραφία:

Ποίηση: "Μέσα στην πόλη", "Ζωή Μαρτύρων Τριάκοντα", "Σημειώσεις Για Την Αννα Που Ζούσε Στο Elsinore", "Λόγος Ζωγραφισμένος Δια Χειρός".
Θεατρικοποιημένο κείμενο για πέντε αναγνώστες: "Πυροτεχνήματα: Ηχοι & Εικόνες Μέσα Στο Παλιό Κάστρο".
Πεζογραφία: "Το Μικρό Κόκκινο Βιβλίο" (Εκδόσεις "ΕΡΩΔΙΟΣ" 2002)
"Από Πρόσφατα Όνειρα Που Δεν Ξεχάστηκαν Ακόμα..." (Εκδόσεις ΕΡΩΔΙΟΣ 2006)

Bella Ciao
Στήθηκε μια εξέδρα και καιρό μετά
Από την ίδια πλατεία περνώντας
Τα ίδια ίσως περιστέρια
Και μπορεί τα ίδια παιδιά να τα τάιζαν πάλι
Έβαζαν γιρλάντες, προβολείς έστηναν
Το συντριβάνι στο κέντρο της πλατείας πλανήτης μικρός
Καθαρό από πεταγμένα τσιγάρα και στοιβαγμένες προτομές
Εκείνο το βράδι μουσικές θα ακούγονταν
Και φορτηγά αδειάζαν ηχεία και τραγουδίστριες και εισχώρησα περιμένοντας
Ήσυχα τις προετοιμασίες κοιτάζοντας
Το αόρατο να φανεί από τα στόματα στις αφίσες
Ανοιγμένα στόματα, περάσματα ανάμεσα από δόντια δίχως συνοχή λέξεις
Τόσων ανθρώπων που μαζεύονταν, τρώγοντας μαύρο ψωμί και κρέας
                                    προβάτων
Πίνοντας μπίρες, αγορασμένα όλα από καντίνες των γύρω οδών
Αυτό το βουητό της συνέλευσης να ζαλίζει, να κινούνται όλα τα γύρω
Και Σάββατο των ψυχών
Μέσα στη θέση τους να στέκονται, ματαιότητας κληρονομιά,
     χοροί να φεύγουν, χοροί να έρχονται
Σάββατο των ψυχών
Στο βουητό ανάμεσα προσπέρασε
Η όμορφη που όμορφη ήταν και τότε
Όταν ο Munch να περπατάει στη γέφυρα τη ζωγράφισε

Στις ζωγραφιές οι γυναίκες δε μεγαλώνουν
Πρόλαβα να φωνάξω bella ciao.

(Κομμάτια "Από Πρόσφατα Όνειρα Που Δε Ξεχάστηκαν Ακόμα" Εκδόσεις ΕΡΩΔΙΟΣ '06)

Ο 'Aρχοντας Των Δυνάμεων

Ταράζεται η λίμνη των Ιωαννίνων
τρέμει το νερό της
και η γυναίκα τρέμει
με τον αέρα παλεύοντας
στην επιφάνεια περπατώντας
νεύοντας στα όντα του βυθού
πολεμιστές ελάτε πάνω, εκδικηθείτε με

Ανταποκρίνεται η λίμνη αυτή και ο κόσμος της
Στις εκκλήσεις που έρχονται από βορρά
Από τα νερά των λιμνών του βορρά
Όπου πολιτείες περιμένουν
Το σύνθημα να δοθεί
Και οι λίμνες να ανοίξουν
Και σκαλοπάτια να εμφανιστούν
Και ποταμών ροές να σταματήσουν
Στη φωνή που θα ζητήσει πράξη δικαίου
Εκδικηθείτε τις γυναίκες που ακόμη πεθαίνουν

Αυτή η γραμμή της αφήγησης μου αρέσει
Εκφώνηση β-ι-β-λ-ι-κ-ή
Μια γραμμή που καίγεται
Γράμμα με γράμμα
Ενώ ήσυχος μένω
Τον καιρό μου ξοδεύω
Με το λεξικό του επόμενου έτους
Εγώ ο ερχόμενος

(Από "Σημειώσεις Για Την 'Αννα Που Ζούσε Στο Elsinore", εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ 1983)

 Ωροσκόπιο Με Γνώριμο Δαίμονα

Στο φράχτη καρφωμένη η καλή μου τύχη
Μια πινακίδα με γράμματα ομοιόμορφα χαιρετίζει
Που την έξοδο απαγορεύει, παρακάτω
Συνταξιούχος βιβλιοθηκάριος υποκαθιστά
τις εφημερίδες που σαπίζουν στο υπόγειο με επαφές
άστρων που υποθαλάσσια ετοιμάζουν πράξεις, διανέμουν φορτίο
με διαδόσεις, ένας τηλέγραφος πυρετωδώς εργάζεται
στην αποθήκη του γωνιακού εστιατορίου

Μια γραμμή την αρχή της συναντά
στη γεμάτη ρυτίδες και αναταραχές παλάμη
του γέρου των βουνών
όπου για μια ακόμη φορά εμφανίστηκε
Ολόκληρος και φιλικός
Εκείνος ο δαίμονας ο ριγμένος στο γκρεμό
Με λερωμένη την επίσημη στολή του, ηλιοκαμένος

(Από τo «Λόγος Γραμμένος Δια Χειρός», εκδόσεις ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΑΚΗΣ, 1987)


ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Έλα, σταγόνα μοναχική, εικόνα θάλασσας λυπημένης
Δείξε της, πού ο τόπος της πτώσης σου στο νερό,
το σημείο εκείνο
Αν τα χρώματα ξεχώριζες
Όπως τα κύματα γνωρίζεις και αριθμείς το καθένα με
δείκτες ονόματα
Θα εξηγούσες, έχοντας κάθε δικαίωμα να ακουστείς
Απώλειες λόγων και πράξεων, σκέψεων ομοίως
Τρόπαια αριθμώντας, στην ώρα του έρωτα, νύχτα της
νύχτας μου, ονομάζοντάς την νικηφόρα.
            Δείξε της, αυτούς που νικήθηκαν, τελειωμένους σε
σεντόνια ασπίδες, ανήμπορα γυμνοί, παραδομένοι
σε κρεβάτια, χώμα, όρθια, σε τηλεφωνικούς
θαλάμους, στα πίσω αυτοκινήτων καθίσματα,
σύννεφα, εκεί ο τόπος πεδίο της, ίπταται
εγκαταλείποντας τρελαμένους στις κορυφές των
λόφων, γερόντια πια, λησμονημένα, όλους όσους
τελείωσε αποσπώντας τροφή, αλλού αυτή την
επόμενη στιγμή, όπως την προηγούμενη στιγμή
ωραία.

Έτσι όπως φυσάει, η κουρτίνα κρέμεται έξω από το
                                                                        παράθυρο

Το μεσημέρι απομακρύνετε, κρεμασμένο έξω από
                                                                    το παράθυρο
Μια δροσιά ήρθε, μιας σταγόνας και μόνης,
          κρεμασμένης έξω από το παράθυρο
Εκείνης της ομορφιάς που απόμεινε στο σημείο
εκείνο της πτώσης, την ώρα του έρωτα, της
νύχτας νύχτα μου, από το παράθυρο έξω και
μέσα.


Δημήτρης Λέντζης
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Δημήτρης Λέντζης είναι Έλληνας συγγραφέας, ποιητής και δημιουργός ψηφιακής ζωγραφικής.

Βιογραφικά στοιχεία 

Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1952, όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Άσκησε πολλά επαγγέλματα όπως πωλητής πόρτα-πόρτα, βιομηχανικός εργάτης, δημοσιογράφος κ.α. με μακροβιότερο επάγγελμα του υπαλλήλου στην Ολυμπιακή Αεροπορία. Εκδότης εβδομαδιαίας εφημερίδας από το 1987 μέχρι σήμερα.Εφυγε από τη ζωή στις 5 Ιανουαρίου 2012 σε ηλικία 59 ετών.

Βιβλία του 

Μέσα στην πόλη, ποίηση 1970
Ζωή μαρτύρων τριάκοντα, ποίηση 1972
Σημειώσεις για την Αννα, που ζούσε στο Εlsinore, ποίηση 1983
Λόγος ζωγραφισμένος δια χειρός, ποίηση 1987
Πυροτεχνήματα, θέατρο 2000
Το μικρό κόκκινο βιβλίο, μυθιστόρημα 2003
Από όνειρα που δεν ξεχάστηκαν ακόμη, ποίηση 2005




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΖΕΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ - Ο ποιητης των Αγαπημενων

Τ.Σ. Έλιοτ (T.S. Eliot) - Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ